Kitabı oku: «Επιθυμίες»

Yazı tipi:

Μπεραρντίνο Ναρντέλλα


ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Ο συγγραφέας δεν παρέχει ιατρικές συμβουλές, ούτε συνιστά τη χρήση κάποιας τεχνικής ως μορφή θεραπείας για σωματικά, ιατρικά ή ψυχολογικά προβλήματα, χωρίς την επίβλεψη γιατρού η ειδικού, άμεσα ή έμμεσα.

Πρόθεσή του είναι να προσφέρει πληροφορίες γενικού χαρακτήρα, σχετικά με τη σωματική, τη συναισθηματική και τη ψυχολογική μας υγεία.

Είναι δικαίωμά σας να ακολουθήσετε τις συμβουλές του υπάρχοντος βιβλίου, σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας δε φέρει καμία ευθύνη για τις ενέργειές σας.

Έργο εξωφύλλου:

‘’Ship of dreams’’ του Thomas Budach

Επιμέλεια και διόρθωση κειμένου Μαριάννα Ρόσι

Περιεχόμενα

  ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

  ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΜΑΣ

  Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΣΑΝ ΚΙΝΗΤΗΡΙΟΣ ΔΥΝΑΜΗ ΣΤΗ ΖΩΗ

  ΑΔΡΑΞΕ ΤΗ ΜΕΡΑ

  ΠΙΣΤΗ ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ Ή ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ

  ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙΣ

  ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

  ΥΠΟΜΟΝΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΟΝΗ

  ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΜΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ

  ΕΙΝΑΙ ΔΙΚEΣ ΜΟΥ Η ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ?

  ΤΟ ΘΕΛΩ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ?

  ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΩ;

  ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΩ Η ΘΑ ΤΟ ΑΝΑΒΑΛΛΩ

  ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ

  ΑΠΟΤΥΧΙΑ

  ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ Ή ΤΟ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΝΑ ΓΕΛΑΣ

  ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΜΑΣ

  ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

  ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ

  ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΘΕΣΕΩΝ

  ΑΥΘΥΠΟΒΟΛΕΣ

  Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΩΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ

  …ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ…

  Credits

Το όραμα μου είναι ένας κόσμος όπου ο κάθε άνθρωπος ζει τη ζωή του ευτυχισμένος και γαλήνιος, στον όποιο ο καθένας θα μπορεί να πραγματοποιήσει τον ίδιο του τον εαυτό και τα όνειρα του, όπου θα μπορεί να εκφράσει τη μοναδικότητά του και να τη μοιραστεί με την ομορφιά του σύμπαντος.

Η αποστολή μου είναι να πιστέψουμε και να προσπαθήσουμε.

Μπερναντίνο Ναρντέλλα.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

‘’ Η θάλασσα γοητεύει, η θάλασσα σκοτώνει, συγκινεί, ξαφνιάζει, διασκεδάζει, κάποιες φορές εξαφανίζεται, κάθε τόσο, μεταμορφώνεται σε λίμνη, δημιουργεί καταιγίδες, βουλιάζει πλοία, χαρίζει πλούτη, δε δίνει απαντήσεις, είναι σοφή, είναι γλυκιά, είναι ισχυρή, είναι απρόβλεπτη. Πάνω απ’ όλα όμως, η θάλασσα καλεί.’’

Αλεσάντρο Μπαρίκο

Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να καταφέρει να παρέχει τα απαραίτητα μέσα για την ανάπτυξη των κρυμμένων ικανοτήτων του κάθε ατόμου.

Ο καθένας από εμάς είναι σε θέση να καταφέρει οτιδήποτε φιλοδοξεί, να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε επιθυμία του, να αποκτήσει ότι έχουν αποκτήσει και οι άλλοι.

Τι είναι λοιπόν αυτό που κάνει άλλους να τα καταφέρνουν και άλλους να αποτυγχάνουν ;

Γιατί δεν καταφέρνουμε να αποκτήσουμε αυτό που επιθυμούμε ;

Αυτό θα είναι το θέμα που θα αναλύσουμε σε αυτό το βιβλίο, ποιό είναι δηλαδή εκείνο το σημείο όπου η ίδια μας η συμπεριφορά εμποδίζει τη δική μας πραγματοποίηση και θα μάθουμε με ποιά χρήσιμα μέσα θα καθοδηγήσουμε και πάλι τη ζωή μας προς την κατεύθυνση που επιθυμούμε.

Η ύπαρξή μας μπορεί να παρομοιαστεί με ένα ιστιοφόρο που διασχίζει τους ωκεανούς.

Εμείς είμαστε οι καπετάνιοι αυτού του ιστιοφόρου και πρώτα από όλα, πρέπει να αποφασίσουμε ποιά κατεύθυνση θα διαλέξουμε να ακολουθήσουμε.

Ανάλογα με αυτό που επιθυμούμε, μπορεί να έχουμε αποφασίσει να διασχίσουμε συγκεκριμένες θάλασσες, να ανακαλύψουμε καινούργιους τόπους, να κυνηγήσουμε θησαυρούς σε μέρη απρόσιτα, να προσπαθήσουμε να ξεπεράσουμε τα όρια του κόσμου και τα ίδια μας τα όρια, να επισκεφτούμε μέρη εξωτικά, να διασχίσουμε ολόκληρη την υδρόγειο, όμως αν δεν έχουμε μια κατεύθυνση, τότε θα πάμε μπροστά χωρίς ένα στόχο, χωρίς να γνωρίζουμε προς τα πού κατευθυνόμαστε , χωρίς ενθουσιασμό και σκοπό. Αντίθετα, ο στόχος μας χαρίζει συγκινήσεις, φιλοδοξία για να φτάσουμε, ευτυχία για να προσεγγίσουμε το στόχο, χαρά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.

Είναι θεμελιώδες, να κατανοήσουμε πως είμαστε εμείς που διευθύνουμε το δικό μας ιστιοφόρο, είμαστε εμείς που ζούμε τη δική μας ύπαρξη, συνεπώς είναι αναγκαίο να κατευθύνουμε εμείς οι ίδιοι το ιστιοφόρο μας στην προκαθορισμένη κατεύθυνση. Αν επιτρέψουμε σε άλλους να κατευθύνουν το πλοίο μας δεν θα είμαστε σε θέση να το διοικίσουμε και δε θα είναι πλέον εφικτό να φτάσουμε στις ακτές που υποσχεθήκαμε στους εαυτούς μας.

Αν επιτρέψουμε σε κάποιον άλλο να κουμαντάρει, το ιστιοφόρο μας θα διασχίσει θάλασσες που άλλοι αποφάσισαν για εμάς, και εμείς δε θα γνωρίζουμε αν αυτό το ταξίδι θα μας φέρει χάρα και ευτυχία, ευχαρίστηση και πληρότητα.

Πάνω απ’ όλα, αν δεν κατευθύνουμε εμείς οι ίδιοι το πλοίο, δε θα είμαστε σε θέση να αλλάξουμε την τροχιά όταν συναντάμε εμπόδια, βράχια ή παγόβουνα που ρισκάρουν να μας βυθίσουν στον ωκεανό, να μας συντρίψουν, να καταστρέψουν το ιστιοφόρο.

Δε θα μπορέσουμε να αποφύγουμε τον τυφώνα στον ορίζοντα, αλλά θα καταλήξουμε αμείλικτα και μοιραία, δε θα μπορέσουμε να σώσουμε τους εαυτούς μας από τις καταιγίδες, αλλά θα είμαστε έρμαια των γεγονότων, έρμαια της τύχης που η ίδια η θάλασσα θα θελήσει να μας επιβάλλει.

Oι καταιγίδες θα υπάρχουν ακόμη και αν διοικούμε εμείς οι ίδιοι το ιστιοφόρο. Θα μπορέσουμε όμως να τις αποφύγουμε ή έστω να τις αντιμετωπίσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, κατεβάζοντας τα πανιά και ρίχνοντας στη θάλασσα την πλωτή άγκυρα. Έτσι, κάθε καταιγίδα θα μας γεμίζει με εμπειρίες, αν γνωρίζουμε πώς να τις αξιοποιήσουμε, και θα είμαστε πανέτοιμοι και προετοιμασμένοι όταν ο καιρός θα μας ξαφνιάσει και πάλι.

Ούτε οι καταιγίδες, ούτε οι άνεμοι, ούτε οι άσχημες συνθήκες θα καταφέρουν να εμποδίσουν τον καπετάνιο, αν ο σκοπός του είναι σταθερός, αν ο στόχος που έχει βάλει έχει γίνει κομμάτι της καρδιάς του, της ύπαρξής του. Αργά ή γρήγορα θα τον επιτύχει.

Και όταν θα φτάσουμε στο στόχο;

Εννοείται πως η επίτευξη θα είναι πηγή χαράς και ικανοποίησης, όμως κάθε πραγματικός θαλασσόλυκος δεν ικανοποιείται ποτέ απόλυτα και έτσι αργά ή γρήγορα, σαλπάρει ξάνα με το ιστιοφόρο του, ψάχνοντας να ανακαλύψει νέες θάλασσες, νέους θυσαυρούς, να βγεί σε νέες ακτές.

Αυτή είναι η ύπαρξη μας, ένα ταξίδι προς τη συνεχή εξερεύνηση του εαυτού μας και αυτού που μπορούμε να καταφέρουμε. Mια αστείρευτη πηγή ευκαιριών και ανακαλύψεων.

Εμείς, είμαστε οι καπετάνιοι που πλέουν σ’αυτά τα νερά που αναπαριστούν τον κόσμο, τη ζωή, την ίδια μας την ύπαρξη και την ύπαρξη των άλλων, και το κατάφερνουμε με το δικό μας ιστιοφόρο που αναπαριστά το δικό μας σύνολο, την ίδια μας την ύπαρξη. Είναι λοιπόν σημαντικό να φροντίσουμε να μην πάρει ποτέ νερά, μιας και αυτό θα είναι πολύ επικίνδυνο όταν θα βρισκόμαστε πλέον σε ανοιχτή θάλασσα και θα είναι πολύ δύσκολο να βγούμε στη στεριά.

Λείπει όμως ακόμη ένα μικρό λιθαράκι από την παρομοίωση της ύπαρξής μας, λείπει ο σημαντικός ρόλος του μυαλού, που δεν είναι άλλο από το πλήρωμα.

Εδώ, με τη λέξη μυαλό, εννοούμε το ασυνείδητο, το εννενήντα τοις εκατό των εγγεφαλικών κυττάρων των οποίων δεν έχουμε επίγνωση, τις λειτουργίες τις οποίες ασχολούνται με την όλη ύπαρξη μας, από την αίσθηση της επιβίωσης, ως τις λειτουργίες ολόκληρου του σώματος μας και το σύνολο που ονομάζουμε χαρακτήρα. Το σύνολο δηλαδή των εμπειριών μας, πραγματικών (και φανταστικών) που είναι καταγεγραμμένες στο εσωτερικό του. Το πλήρωμα έχει ζωτική σημασία για το ιστιοφόρο, χωρίς αυτό, ο καπετάνιος δε θα τα κατάφερνε πότε.

Αντιθέτως, έχοντας στη διάθεσή του μια γροθιά από εύρωστους και πιστούς άντρες, η πλοήγηση γίνεται πιο εύκολή και πιο εφικτή.

Τι να πούμε όμως αν μέσα σε αυτό το πλήρωμα ο καθένας έκανε ότι ήθελε; Αν οι υποχρεώσεις του καθενός δεν ήταν ξεκάθαρες; Αν επικρατούσε η αναρχία ή αν ξεσπούσε ανταρσία;

Σ’ αυτό το σημείο το ιστιοφόρο μας θα ήταν και πάλι ακυβέρνητο και θα κατευθυνόταν καταστροφικά στα κύματα των ωκεανών.

Συνεπώς είναι σημαντικό να έχουμε στη διάθεσή μας ένα πλήρωμα που να δουλεύει για τον καπετάνιο, να εκτελεί το καθήκον του και να προετοιμάζεται ώστε να είναι αποδοτικό και ισχυρό, χάρη στη συνεχή δουλειά και εμπειρία.

Θα πρέπει πάντα να βρίσκεται κάποιος στο τιμόνι, γιατί τα κύματα τείνουν να το βγάζουν διαρκώς από την πορεία του και χρειάζεται συνεχώς κάποιον να τη διατηρεί και να μας δείχνει την πυξίδα, κάτι που φυσικά μπορεί να κάνει ο ίδιος ο καπετάνιος αλλά όχι καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού.

Αν έχουμε εκπαιδεύσει τους άντρες μας σωστά σαν καλοί καπετάνιοι, μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι, μπορούμε να τους εμπιστευόμαστε, γιατί μπορούμε να βασιζόμαστε πάνω τους, καθώς γνωρίζουμε πως και εμείς και εκείνοι, έχουμε κοινό σκοπό και στόχο.

Έχοντας φτάσει λοιπόν σε αυτό το σημείο, ότι και να συμβαίνει στον έξω κόσμο, εμείς μπορούμε να είμαστε ήσυχοι για τον εσωτερικό, έχοντας εμπιστοσύνη στην καθοδήγηση και τη βοήθεια του πιστού μας πληρώματος.

Αυτός είναι λοιπόν ο σκοπός αυτού του βιβλίου, να μας κάνει να αναλάβουμε τον προκαθορισμένο ρόλο μας, αυτόν του καπετάνιου, του να αγαπάμε και να φροντίζουμε τη λέμβο μας, να την οδηγήσουμε εκεί που θέλουμε εμείς και να εκπαιδεύουμε και να ελέγχουμε το πλήρωμά μας έως ότου έχουμε την απαραίτητη υποστήριξη για τη διάσχιση.

Από τη στιγμή που αναλαμβάνουμε την ευθύνη αυτού του ρόλου, τίποτα δε θα μπορέσει να μας αποτρέψει να φιλοδοξήσουμε, να αναζητούμε, να επιθυμούμε, να είμαστε εκείνο που επιθυμούμε, είτε ρομαντικοί πειρατές, τυχοδιώκτες ή εξερευνητές του αγνώστου.

Από τη στιγμή που συνειδητοποιούμε πως το ταξίδι έχει πια ξεκινήσει, πως δεν είναι ποτέ αργά να πάρουμε στα χέρια το τιμόνι, θα ξεκινήσει και η πραγματική περιπέτεια.

Είναι στο χέρι μας να αποφασίσουμε επιτέλους να τη ζήσουμε, και μόλις σταθεροποιήσουμε τη διαδρομή, το νήμα του τερματισμού θα είναι εκεί να μας περιμένει, και οι τόποι που υποσχεθήκαμε στους εαυτούς μας πως θα επισκεφτούμε δε θα βλέπουν την ώρα να μας υποδεχτούν.

Και έτσι, ίσως κάποια μέρα γίνουμε θρύλοι, και ανέβουμε και εμείς στον Όλυμπο των μυθικών πλασμάτων, ίσως γίνουμε γνωστοί σαν προάγγελοι, ίσως ανακαλύψουμε νέες ηπείρους, τις οποίες δεν είχε φανταστεί ποτέ κανείς την ύπαρξή τους.

Καλό ταξίδι καπετάνιε, εύχομαι η τύχη και η θάλασσα να είναι ευνοϊκές.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΣΑΝ ΚΙΝΗΤΗΡΙΟΣ ΔΥΝΑΜΗ ΣΤΗ ΖΩΗ

‘’Είμαστε και εμείς φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα.

Και μέσα στο χώρο και το χρόνο ενός ονείρου, είναι κλεισμένη η σύντομη ζωή μας’’.

Ουίλιαμ Σαίξπηρ

Η επιθυμία είναι η πραγματική δύναμη που χρησιμοποιούμε κατά τη διάρκεια της ύπαρξής μας.

Από τη γέννηση μας, ερχόμαστε στον κόσμο εντελώς ‘’άδειοι’’, είμαστε πλάσματα που δεν έχουν επίγνωση ούτε του ίδιου τους του εαυτού ούτε του κόσμου που τους περιβάλλει.

Το πρώτο μέρος της ζωής μας, κυριαρχείται απολύτως από τα ένστικτα της επιβίωσης, όπως και οποιασδήποτε μορφής ζωής στον πλανήτη, (συμπεριλαμβανομένων των μετάλλων και των ορυκτών), που αν και στερούνται αυτό που ονομάζουμε εμείς ζωή από τη δική μας οπτική η οποία βασίζεται στη λεγόμενη βιολογία, παρόλα αυτά υπάρχει ένα είδος αγώνα για να κερδίσουμε τη θέση μας μέσα στο σύμπαν, μέσα στην ύπαρξη.

Ακόμη και μεταξύ των κυττάρων μας και μεταξύ των ατόμων, αν και αποτελούν μέρος ενός συμπλέγματος από το οποίο δε μπορούν να διαιρεθούν, υπάρχει ένα είδος ένστικτου ασυνείδητης επιβίωσης.

Το νεογέννητο ασχολείται ασυνείδητα με την ίδια του την επιβίωση, το χαμηλότερο βήμα της πυραμίδας που συνέλαβε ο Αβραάμ Μάσλοου για να παρουσιάσει την ιεραρχία των ανθρώπινων αναγκών σαν κλειδί για την ατομική πραγματοποίηση.

Αυτή η σκάλα παρουσιάζει την πραγματοποίηση του ατόμου, και για να μπορέσει να φτάσει στην κορυφή, δηλαδή στην πλήρη πραγματοποίηση του, πρέπει αναγκαστικά να περάσει από το πρώτο βήμα, από το πιο στοιχειώδες και σημαντικό, έως το τελευταίο.

Στη βάση της πυραμίδας θα βρούμε τις φυσιολογικές ανάγκες, εκείνη της πείνας, της δίψας, της νύστας, στη συνέχεια την αίσθηση της σιγουριάς και της προστασίας, στο τρίτο στάδιο βρήσκεται η ανάγκη της συντροφικότητας, της στοργής μέσα στην οικογένεια, στο τέταρτο βρίσκουμε την ανάγκη για εκτίμηση, κύρος και επιτυχία, ενώ το τελευταίο επίπεδο αφορά την πραγματοποίηση του εαυτού.

Κάθε ανάγκη για να ικανοποιηθεί, προϋποθέτει μια πολύ συγκεκριμένη ενέργεια που ονομάζεται επιθυμία.

Χωρίς την επιθυμία, ο άνθρωπος δε θα φτάσει ποτέ στην πραγματοποίηση του εαυτού του, αλλά ούτε και σε θέση κύρους.

Χωρίς να το επιθυμεί, δε θα είναι καν σε θέση να αποκτήσει μια οικογένεια, να είναι περιτριγυρισμένος από στοργή, δε θα μπορεί να έχει ασφάλεια.

Πράγματι, όσων αφορά την επιβίωση, οι επιθυμίες είναι αυτόματες, ασυνείδητες, από τη στιγμή που κάθε άτομο επιθυμεί σταθερά και πάνω από όλα, να επιβιώσει.

Ας σκεφτούμε τη σεξουαλική πράξη, η φύση, φρόντισε σωστά, ώστε αυτή η πράξη να χαρίζει σε όλους συναισθήματα και ευχαρίστηση, σχεδόν απαραίτητα, και όλα αυτά, για χάρη της συνέχισης του είδους μας.

Ας επιστρέψουμε στο παιδί που προαναφέραμε, σε κάποιο σημείο, μέσα στην πληθώρα των πληροφοριών που αποκτά και καθώς του παρέχεται μια παρουσίαση του έξω κόσμου, και κατά συνέπεια του ίδιου του εαυτού, διαμορφώνεται λοιπόν εκείνη που ονομάζουμε προσωπικότητα, εκείνο το μοναδικό κομμάτι που διακρίνει το κάθε άτομο σα μοναδικό και ανεπανάληπτο.

Τι είναι αυτό που σε αυτό το σημείο βγαίνει προς τα έξω, μέσα από την προσωπικότητα, μέσα από το παιχνίδι, μέσα από την έκφραση του παιδιού στο πλαίσιο στο οποίο έχει τοποθετηθεί; Πως αντιμετωπίζει την όλη του ύπαρξη;

Μέσα από την επιθυμία.

Γεννιέται η επιθυμία σαν κινητήριος δύναμη της ύπαρξης του ατόμου, γεννιέται σαν πρόθεση και μέσα από αυτήν εκφράζεται.

Συνεπώς, κάθε μου επιθυμία είναι μια πρόθεση και καθ ’όλη τη διάρκεια της ζωής μου, συνεχίζω να επιθυμώ επίμονα.

Αυτό μπορεί να φαίνεται περίεργο, αλλά είναι όντως έτσι, είμαστε συνηθισμένοι να βλέπουμε την επιθυμίας ως κάτι το ‘’τεράστιο’’, ‘’απραγματοποίητο ή σχεδόν άφταστο’’ ή πως πρέπει να ιδρώσουμε πολύ για να το αποκτήσουμε, όμως στην πραγματικότητα ολόκληρη η ύπαρξή μας βασίζεται σε πολλές μικρές και μεγάλες επιθυμίες που συμπληρώνουν τη ζωή μας, η επιθυμία του να είμαστε κάτι συγκεκριμένο, να φαινόμαστε, να αποκτήσουμε, να δράσουμε, να προσπαθήσουμε, να ψάξουμε, να πιστέψουμε, να δημιουργήσουμε, να μάθουμε, να θέλουμε, να έχουμε, να μπορούμε...

Στα παιδιά αυτό φαίνεται πολύ ξεκάθαρα, αρκεί να τα παρατηρήσεις καθώς παίζουν για να κατανοήσεις τη συνεχή τους επιθυμία, ενώ ο ενήλικας, αν και δεν έχει χάσει εντελώς αυτό το χαρακτηριστικό, προσπαθεί να καλύψει τουλάχιστον εν μέρει την ολότητα του δικού του ‘’κόσμου των επιθυμιών’’, κάνοντας δημόσιο μόνο εκείνο που θεωρεί συμφέρον ή εφικτό, βάσει της εν λόγω κατάστασης και των εν λόγω προσώπων.

Μπορούμε να ορίσουμε την επιθυμία ως κινητήρια δύναμη, δύναμη που ωθεί την ύπαρξή μας προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις, κατευθύνσεις που επιθυμούμε εμείς ανάλογα με τα θέλω μας.

Η επιθυμία μας ωθεί προς την πράξη, ορίζει τις συμπεριφορές, και το αντίστοιχο συμβαίνει και με το αντίθετο της επιθυμίας, δηλαδή εκείνο που δεν επιθυμούμε να συμβεί.

Ακόμα και αυτό είναι μια επιθυμία, ορίζεται ως αρνητικό από τη στιγμή που είναι κάτι που δε θέλουμε να πραγματοποιηθεί και ακόμα και αυτό ωθείται προς κατευθύνσεις ώστε εν τέλει να μπορέσει να πραγματοποιηθεί.

Αν και μπορεί να φαντάζει παράξενο, είναι κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά, το γεγονός του να έχουμε συγκεκριμένες σκέψεις σχετικά με αυτό που δε θέλουμε να συμβεί και το να τις έχουμε επανειλημμένως μέσα στο κεφάλι μας κάνει το υποσυνείδητό μας να τις παίρνει στα σοβαρά. Αυτό συμβαίνει, γιατί ο εγκέφαλός μας περιορίζεται στο να εκτελεί τις εντολές που του δίνουμε χωρίς να τις αναλύει, όπως θυμάστε στη μεταφορά του πληρώματος, καθώς αυτό δεν πραγματεύεται, περιορίζεται στο να ακολουθεί τις εντολές του καπετάνιου.

Από αυτό το σημείο, θα δούμε τη σημασία των σωστών κατευθύνσεων, θέμα με το οποίο θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.

Κάθε μας πράξη είναι πάντα καθοδηγούμενη από την επιθυμία και αν δεν υπάρχει αυτή η επιθυμία, τότε εμείς δε θα ενεργήσουμε. Εδώ, θα πρέπει να γίνει σαφές πως δε μας ωθεί μια οποιαδήποτε επιθυμία, αλλά εκείνες με μεγαλύτερη ένταση.

Έχοντας φτάσει στο θέμα της έντασης της επιθυμίας, η ερώτηση που τίθεται σε αυτό το σημείο είναι η εξής: αν η ζωή είναι εντελώς και διαρκώς εμπνευσμένη από το να επιθυμούμε, τι είναι αυτό που κάνει συγκεκριμένες επιθυμίες μας, από την πιο απλή έως την πιο δύσκολη, να γίνονται πραγματικότητα, η δική μας πραγματικότητα;

Θα μπορούσαμε ουσιαστικά να πούμε πώς υπάρχουν τρία σκαλοπάτια, τρία βήματα που πρέπει να ξεπεραστούν, ώστε να πραγματοποιηθεί η επιθυμία. Το πρώτο είναι η ένταση της επιθυμίας, το δεύτερο είναι η πιστή υπομονή έως ότου πραγματοποιηθεί, το τρίτο είναι η ακατάπαυστη και επίμονα άμεση προθυμία προς τη ίδια την επιθυμία.

Στη βάση κάθε επιθυμίας υπάρχει μια ένταση που τη συνοδεύει, και όσο πιο δύσκολη είναι η πραγματοποίηση της επιθυμίας, τόσο μεγαλώνει η ένταση, η επιθυμία μας, αυτή η επιθυμία να πραγματοποιηθεί, να υλοποιηθεί μέσα στην πραγματικότητα.

Η ένταση της επιθυμίας είναι σαν τη φωτιά που δίνει την ώθηση που θα κάνει τις δυνατότητές μας να εκραγούν, στοιχείο απαραίτητο, που χωρίς αυτό, ναι μεν θα είχαμε μια βόμβα δυνατοτήτων αλλά δε θα είχαμε τρόπο να την ενεργοποιήσουμε.

Αυτή η ένταση είναι που θα αποφασίσει μέχρι σε ποιο σημείο θα καταφέρουμε να θελήσουμε αυτή την επιθυμία, και αυτό γιατί οι επιθυμίες που κρύβονται σαν καπρίτσια της στιγμής και πεθαίνουν αναπόφευκτα για να κάνουν χώρο σε ένα άλλα καπρίτσια, δε θα μπορέσουν ποτέ να πραγματοποιηθούν, δε θα έχουν τη σωστή ένταση που θα συμβάλει στην πραγματοποίησή τους.

Χάρη στην ένταση της επιθυμίας, βάζουμε τους εαυτούς μας σε πάλη για να την πραγματοποιήσουμε, γιατί έτσι πρέπει να φανταστούμε αυτή την ένταση, σα μια μάχη για την κατάκτηση εκείνου που λαχταράμε.

Αυτή η δύναμη όμως δεν αρκεί από μόνη της, αντιθέτως μειώνεται αμείλικτα αν προσπαθήσουμε να μειώσουμε την ένταση στο δεύτερο σημαντικό σκαλοπάτι προς την πραγματοποίηση, την αναμονή δηλαδή πως η επιθυμία μας, αργά ή γρήγορα, θα πραγματοποιηθεί, το να μην παραιτηθούμε στη μάχη με το πρώτο χτύπημα ή με την πρώτη πτώση.

Η αναμονή είναι ένα βήμα υποχρεωτικό και απαραίτητο.

Σκεφτείτε το σχέδιο ενός σπιτιού, που γεννιέται σαν επιθυμία να αποκτήσουμε μια κατοικία κατασκευασμένη με συγκεκριμένο τρόπο. Τη στιγμή που σταθεροποιώ τη σκέψη αυτή, το σπίτι δε γίνεται πραγματικότητα αυτόματα, αλλά χρειάζεται τους δικούς του χρόνους για να πραγματοποιηθεί και όχι μόνο, κατά την κατασκευή θα μπορούσαν να προκύψουν διάφορες αλλαγές στο πρόγραμμα ή και αναποδιές που θα αλλάξουν το αρχικό σχέδιο, με περαιτέρω αναμονή.

Αυτό όμως δε θα κάνει τον χτίστη να παραιτηθεί, ο οποίος γνωρίζει πως στο τέλος θα καταφέρει αυτό που προγραμματίστηκε.

Οποιαδήποτε και να είναι η επιθυμία, είτε συνεπάγεται την ύπαρξη με έναν συγκεκριμένο τρόπο, είτε προσπαθείς να αποκτήσεις κάτι από το περιβάλλον σου, η σωστή συμπεριφορά είναι να πιστέψεις πως η επιθυμία αργά η γρήγορα θα πραγματοποιηθεί, και αυτό γιατί θα συνεχίσεις να το επιθυμείς.

Για να το πούμε με άλλα λόγια, δε θα μπορέσω ποτέ να καταφέρω τίποτα αν δεν προσδοκώ πως θα αποκτήσω κάτι και αν δεν κατευθύνω τον εσωτερικό μου κόσμο προς την επιθυμία, προς ένα συγκεκριμένο στόχο.

Όλο αυτό παρουσιάζεται με παρομοιώσεις, γιατί θα μπορούσε εύκολα κάποιος να φέρει αντίρρηση λέγοντας, εγώ επιθυμώ να γίνω πλούσιος, όμως όπως λέει μια παλιά παροιμία, αλίμονο σ' εκείνον που μονάχα ελπίζει.

Εδώ όμως δε μιλάμε για ‘’ελπίδες’’, αλλά για πιστή αναμονή, ‘’ξέρω πως θα το αποκτήσω, γιατί η επιθυμία μου είναι έντονη, και η θέλησή μου είναι επίμονα ευθύς στην απόκτηση του αντικειμένου’’, ή μπορούμε να το πούμε και με άλλο τρόπο. Γεννιέται μια επιθυμία που εισέρχεται δυναμικά στον κόσμο των σκέψεών μου, αυτή η επιθυμία γίνεται πιστή αναμονή στα συναισθήματα και την προθυμία μου, μέσα στις πράξεις μου, σπρώχνοντας την προς την κατεύθυνση της πραγματοποίησης της.

Αυτή δεν είναι μια απλή θεωρητική νοητική έρευνα, αρκεί να κοιτάξουμε τριγύρω, οτιδήποτε έχει εφευρεθεί, οποιοδήποτε αποτέλεσμα έχει επιτευχθεί κλπ, υποχρεωτικά έχει περάσει από αυτό το στάδιο.

Τίποτα από ότι υπάρχει δε θα υπήρχε, αν δεν είχε γεννηθεί πρώτα η επιθυμία που δημιούργησε την ιδέα σε νοητικό στάδιο.

Οποιαδήποτε ιδέα γεννιέται από την επιθυμία. Όπως ο Αρχιμήδης στη μπανιέρα του, τη στιγμή που η διαίσθηση του τον έκανε να αναφωνήσει ‘’εύρηκα’’, είχε την επιθυμία να ανακαλύψει κάτι συγκεκριμένο, ειδάλλως η ιδέα θα τον είχε προσπεράσει και θα είχε φύγει, μη έχοντας βρει γόνιμο έδαφος, μη έχοντας μπει σε ένα μυαλό φτιαγμένο να καταλάβει και να μπει σε εφαρμογή.

Η εμπιστοσύνη σε εμάς τους ίδιους καθώς και η ελπίδα που θεωρείται αισιοδοξία, είναι τα καλύτερα μέσα που διαθέτει κανείς, είναι τα απαραίτητα συστατικά για να επιτύχουμε, προφανώς όχι στα τυφλά, αλλά έχοντας περάσει από έλεγχο ορθολογισμού.

Χωρίς αισιοδοξία, χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς ελπίδα σβήνει η ενέργειά μας, σταματάμε να μαχόμαστε, τα παρατάμε.

Έχουμε φτάσει λοιπόν στο τρίτο απαραίτητο σκαλοπάτι, εκείνο της επίμονης προθυμίας που κατευθύνεται προς την επίτευξη.

Η προθυμία είναι μια τεράστια δύναμη που έχουμε στη διάθεσή μας και που μας επιτρέπει στην κυριολεξία να ταράξουμε τον κόσμο.

Είναι πολύ έντονη και δεν έχει όρια στη διαθεσιμότητα και την ικανότητα, και αυτό σημαίνει πως εάν θέλει κάτι, αρχικά το επιθυμεί, και στρέφεται προς αυτό με επιμονή, έχοντας πίστη και αναμονή, και έτσι, αργά ή γρήγορα, θα το αποκτήσει, από τη στιγμή που ακολουθήθηκαν σωστά όλα τα απαραίτητα βήματα.

Η προθυμία όμως έχει ανάγκη από κάτι που θα την ενεργοποιήσει, και αυτό δεν είναι άλλο από το να επιθυμείς με ζήλο, έτσι καταλήγει και ξανανοίγει ο κύκλος.

Από αυτόν τον κανόνα δε μπορείς να διαφύγεις. Από τη στιγμή που ενεργοποιήθηκε, το αποτέλεσμα αποκτήθηκε από την αρχή, ακόμη και αν όπως προαναφέρθηκε, η κατάσταση είναι η αντίστροφη, εάν δηλαδή υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που δεν επιθυμούμε, κάτι το οποίο είναι επίσης μια επιθυμία, κρατήσαμε στο μυαλό μας αυτή τη σκέψη, η οποία μεταμορφώθηκε σε πιστή αναμονή, και δε θέλαμε σε καμία περίπτωση να επαληθευτεί, δηλαδή ενεργοποιήσαμε και τη δύναμη της προθυμίας.

Η προθυμία είναι το να ενεργούμε, το να ενεργοποιούμαστε για να πραγματοποιήσουμε συγκεκριμένα την επιθυμία μας, αυτό που ενεργοποιεί το μηχανισμό. Όντως η πλειοψηφία τον ανθρώπων που πιστεύουν ότι δε μπορούν να πραγματοποιήσουν τις επιθυμίες τους, είναι γιατί παραμένουν σε μια παθητική φάση στο να επιθυμούν, εκείνη του να ονειρεύονται απλώς, του να φαντάζονται, αλλά δεν έχουν την απαραίτητη πίστη πως αυτή η επιθυμία μπορεί να πραγματοποιηθεί, και συνεπώς ούτε καταφέρνουν να αντλήσουν την προθυμία που θα τους ωθήσει να ενεργήσουν προς την κατεύθυνση της ίδιας της επιθυμίας.

Αρκεί να γνωρίζουμε αυτό και να το εφαρμόσουμε για να αποκτήσουμε αυτό που επιθυμούμε, άρα αν δεν τα καταφέρνουμε, είναι επειδή μπαίνουν στο παιχνίδι στοιχεία που επαληθεύουν τη δουλειά μας και όλο αυτό που θα ακολουθήσει θα είναι μια ανάλυση πιο βαθιά των στοιχείων αυτών.

Θα δούμε σε αυτό το σημείο, τους μηχανισμούς που είναι τοποθετημένοι μέσα μας, και σαμποτάρουν και τα τρία σκαλοπάτια και που συνεπώς δε μας επιτρέπουν να φτάσουμε τους στόχους μας.

ΑΔΡΑΞΕ ΤΗ ΜΕΡΑ

‘’Κόψε το τριαντάφυλλο όταν είναι η ώρα του, γιατί το ξέρεις πως ο χρόνος περνάει γρήγορα…

και το ξέρεις πως το ίδιο λουλούδι που σήμερα ανθίζει, αύριο θα μαραθεί’’.

Γουώλτ Ουίτμαν

Carpe diem , δηλαδή άδραξε τη μέρα.

Με αυτό, αρχίζουμε την ανάλυση όσων μπλοκάρουν και περιορίζουν τη δική μας επιτυχία, τη δική μας πραγματοποίηση, την επιτυχία των επιθυμιών μας.

Η φράση ‘’ Carpe diem ’’ είναι μια λατινική έκφραση του Λατίνου ποιητή Οράτιο (ωδή 1,11, 8) που μεταφράζεται ως ‘’άδραξε’’ τη μέρα και συχνά μεταφράζεται ελεύθερα ως ‘ ’άδραξε τη στιγμή’’, χάρη στη διάσημη ταινία του Ρόμπιν Γουίλιαμς , ‘’Ο κύκλος των χαμένων ποιητών’’.

Θα ήταν επίσης αναγκαίο να συμπληρώσουμε με την επόμενη φράση, ‘’ quam minimum creduta postero ’’, δηλαδή ‘’εμπιστεύομαι το λιγότερο δυνατό στο αύριο’’.

Είναι ένα κάλεσμα στο να εκτιμήσουμε αυτό που έχουμε και να χαιρόμαστε κάθε μέρα αυτό που μας προσφέρει η ζωή, από τη στιγμή που το μέλλον δεν είναι προβλέψιμο.

Αυτή η φιλοσοφία βασίζεται στην πεποίθηση πως ο άνθρωπος δεν είναι ικανός να γνωρίζει το μέλλον, ούτε μπορεί να το καθορίσει, ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να χειρίζεται την ίδια του τη ζωή και συνεπώς το δικό του χρόνο.

Πράγματι, στην προηγούμενη στροφή ο Οράτιο λέει : ‘’ Dum loquimur , fugerit invida aetas ’’, ‘’Καθώς μιλάμε, ο χρόνος κυλάει άπληστα’’.

Ο άνθρωπος μπορεί να αντιδράσει μόνο στο παρόν και έτσι ζώντας το παρόν και μέσα σε αυτό, είναι που πρέπει πάντα να προσπαθεί να αρπάζει τις ευκαιρίες, τις χαρές που του παρουσιάζονται σήμερα, χωρίς κάποια επίδραση που προέρχεται από υποθετικές ελπίδες η ανήσυχους φόβους για το μέλλον.

Αυτό το σημείο είναι θεμελιώδους σημασίας, όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι το αγνοούν.

Εάν θα έπρεπε να αναρωτηθούμε για το ποιοί είμαστε η με ποιές λέξεις ορίζουμε τον εαυτό μας, η περιγραφή που θα δίναμε στους εαυτούς μας θα ήταν χωρίς αμφιβολία συνδεδεμένη με κάποιο γεγονός από το παρελθόν και θα αναφερθούμε σε συγκεκριμένες ταμπέλες ή ορισμούς που έχουμε δώσει εμείς οι ίδιοι στους εαυτούς μας ή που μας έχουν δώσει οι άλλοι, ή ένας συνδυασμός και των δύο.

Μεταξύ αυτών θα υπάρχουν προφανώς (και πραγματικά το ελπίζω) και θετικές, όπως για παράδειγμα, ‘’είμαι έξυπνος’’, ‘’είμαι ευγενικός’’, ‘’είμαι καλός στις σπουδές’’, ‘’να παίζω ποδόσφαιρο’’ κλπ. Ωστόσο άλλες (για την τεράστια πλειοψηφία) θα είναι αρνητικές ή περιοριστικές, όπως το ‘’είμαι άσχημος’’, ‘’δεν είμαι ικανός να κάνω αυτό’’, κλπ…

Αυτή τη συζήτηση θα την αφήσω για το κεφάλαιο για τις περιοριστικές πεποιθήσεις , με τις οποίες θα ασχοληθούμε ολοκληρωτικά, όμως σε αυτό το σημείο, επιθυμώ να δώσω έμφαση στη σημασία της παρούσας στιγμής, της μοναδικής και παντοτινής, της τόσο πολύτιμης για της ανατολίτικες θρησκείες.

Ο χρόνος κυλάει έντονα, το πώς κυλούν τα γεγονότα είναι για εμάς ένα μεγάλο μυστήριο, ένα είδος διάστασης από το οποίο δεν έχουμε τρόπο να διαιρεθούμε.

Σε όρους καθαρά αστροφυσικούς, ο χρόνος, είναι αδιαίρετος από την κίνηση των άστρων και σχηματίζει, σύμφωνα με τη σχετικότητα του Αϊνστάιν που έρχεται να συμπληρώσει τη θεωρεία που διατύπωσε ο Γαλιλαίος το 1600, το χωροχρόνο.

Η κίνηση των άστρων δημιουργεί το χρόνο, και εμείς, όντας μέλη αυτού του συστήματος, υποτασσόμαστε, δε μπορούμε να ξεφύγουμε.

Παρόλο που η ζωή μας αποτελείται από μια διαδοχή γεγονότων που μαζί δημιουργούν ένα χρονοδιάγραμμα μέσα στο οποίο έχουμε ζήσει και ζούμε, στην πραγματικότητα ζούμε ένα είδος αιώνιου παρόντος, από την άποψη ότι κάθε στιγμή της ζωή μας, τη στιγμή που τη ζούμε γίνεται παρελθόν και δε μπορούμε να τη ξαναζήσουμε εκτός από την συνείδησή μας.

Το ίδιο ισχύει και για το μέλλον, πρόκειται για ένα είδος λογικών πιθανοτήτων που θα μπορούσαν να επαληθευτούν αλλά, και αυτές υπάρχουν μόνο σε κάποιο επίπεδο του μυαλού μας.

Ναι, είναι αλήθεια πως είμαστε υποταγμένοι στο χρόνο και δε μπορούμε να τον αποφύγουμε με κανέναν τρόπο, όμως είναι επίσης αλήθεια πως στην πραγματικότητα, ζούμε μόνο στο παρόν, αυτό είναι η μόνη πραγματική υπάρχουσα διάσταση για εμάς.

Από τη στιγμή που θα περάσει εκείνο το λεπτό, όπως προείπαμε, γίνεται παρελθόν και δεν υπάρχει πλέον από φυσική άποψη, υπάρχει μόνο σαν ‘’επίδραση’’ αυτού που κάναμε ή σκεφτήκαμε.

Το μέλλον, από την άλλη, υπάρχει μόνο στη διάσταση του μυαλού μας, υπάρχει μόνο από τη στιγμή που σχεδιάζουμε τις ελπίδες ή τις ανησυχίες μας.

Συνεπώς, αποτελούμαστε όντως από το άθροισμα του παρελθόντος μας. Από τη στιγμή λοιπόν που και εμείς είμαστε το προϊόν αυτού, και αυτό έχει σταματήσει να υπάρχει, τότε θα μπορούσε να σταματήσει να υπάρχει και μέσα μας αν σταματήσουμε να σχετιζόμαστε με αυτό και αν πάψουμε να κρίνουμε τους εαυτούς μας χρησιμοποιώντας το σα μέτρο σύγκρισης.

Το μέλλον είναι καθορισμένο από τις πράξεις και τις αποφάσεις μας τη δεδομένη στιγμή και αν και σχετίζεται με την αβεβαιότητα, με αυτό που κάποιοι αποκαλούν συμπτώσεις, ενώ άλλοι πεπρωμένο, παραμένει πάντα προϊόν αυτού που θα κάνω τη δεδομένη στιγμή, συνεπώς αν στο μέλλον αποφασίσω να γράψω ένα βιβλίο, καλώς, αν όμως δεν καθίσω μπροστά στο πληκτρολόγιου του κομπιούτερ ή στη γραφομηχανή ( ή με μολύβι και χαρτί για όποιον προτιμά τα χειρόγραφα), αυτό το μέλλον δε θα πραγματοποιηθεί ποτέ.

Ισχύει και το αντίθετο, αν όλα οδηγούν στο συμπέρασμα πως το μέλλον μας είναι αναμενόμενο από αυτό που κάνουμε συνήθως, για παράδειγμα το να πηγαίνουμε στη δουλειά το πρωί, αυτό δεν αποκλείει πως δεν είναι αναμενόμενο πως αύριο θα πάμε. Μπορεί να αρρωστήσουμε, μπορεί να τύχει να γνωρίσουμε τον άνθρωπο της ζωής μας, μπορεί αντί για την κατεύθυνση της δουλειάς μας να πάρουμε εκείνη του αεροδρομίου, μπορεί να γίνουμε πλούσιοι γιατί κερδίσαμε τον τυχερό λαχνό στο προποτζίδικο και τα λοιπά.

Εξ ου και η θεμελιώδης σημασία της παρούσας στιγμής, η οποία όμως αντιτίθεται πάντα στο μυαλό μας, το οποίο τείνει πάντα να επικεντρώνεται στο παρελθόν ή στο μέλλον, και αυτό ακριβώς λόγω του παραπάνω γεγονότος, δηλαδή της ταύτισης του ίδιου μας του εγώ με το σύνολο των προηγούμενων μας ενεργειών. Η ζωή είναι λοιπόν μια συνοχή αυτών των αιώνιων στιγμών του παρόντος, ωστόσο το μυαλό μας τείνει να τις αποφεύγει ακατάπαυστα, και αυτό γιατί το δικό μας Εγώ, αυτό που είναι η δική μας προσωπικότητα βασισμένη στο δικό μας παρελθόν, έχει ανάγκη το χρόνο διαρκώς, για να μπορέσει να επιβεβαιωθεί, για να μπορέσει να υπάρξει.

Όμως αυτή είναι και η φυλακή μας, ακριβώς επειδή στο παρελθόν κρύβονται γεγονότα που μας έκαναν κακό, μας πλήγωσαν και συνεχίζουν ακόμη να έχουν επίδραση στο παρόν μας, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Σε αυτό το κεφάλαιο όμως, μιλάμε για την παρούσα στιγμή και για το πώς στο τέλος της πραγματοποίησης των επιθυμιών μας, είναι τεράστιας σημασίας να βρισκόμαστε στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή, ή να πράξουμε σωστά, οδηγούμενοι από το ένστικτο, δηλαδή, να ζούμε την παρούσα στιγμή αντί να την αποφεύγουμε.

Ποιο συγκεκριμένα, πόσοι βρέθηκαν να κάνουν κάτι από ένστικτο, ή χωρίς να το σκεφτούν, το οποίο αποδείχθηκε στη συνέχεια το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσαν να κάνουν εκείνη τη στιγμή;

Από την άλλη, πόσοι μετανιώνουν για πράξεις που κατ’ αυτούς, θα έπρεπε να έχουν κάνει αλλά που επηρεασμένοι από αμφιβολίες της ίδιας τους της λογικής, τις ανέβαλαν και στη συνέχεια τις έχασαν;

Η γερμανίδα ανθρωπολόγος Ruth-Inge Heinze (1919-2007), αφηγείται ένα επεισόδιο που της συνέβη κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου στη Γερμανία, κατά το οποίο στη διάρκεια μιας αεροπορικής επίθεσης, δεν κατάφερε να διαφύγει στο καταφύγιο και βρισκόταν στην κόγχη της εισόδου στο άνοιγμα της πόρτας ενός κτηρίου για να προστατευτεί από τις βόμβες και από τα θραύσματα των σφαιρών :

‘’ Από τη μια ένιωθα μια ώθηση να βγω στο δρόμο και να τρέξω στο επόμενο κτήριο που απείχε κάπου εκατό μέτρα. Ήταν θαύμα το πώς δεν χτυπήθηκα από τα θραύσματα που έπεφταν διαρκώς πάνω μου. Τη στιγμή που διέφυγα στο επόμενο κτήριο, το πρώτο σπίτι στο οποίο είχα αναζητήσει καταφύγιο χτυπήθηκε από βόμβα και καταστράφηκε ολοσχερώς’’.

Τι θα είχε συμβεί στη δόκτωρ Heinze εάν αντί να ακολουθήσει τη δύναμη που την ώθησε στο δρόμο έμενε να επικεντρώνεται στον κίνδυνο που θα αντιμετώπιζε αν έβγαινε στο δρόμο;

Αυτό είναι ένα γεγονός που γενικά ορίζεται ως ‘’προαίσθημα’’ ή για να το πούμε όπως η δόκτωρ Τζούλια Μοσμπριτζ, ‘’ανώμαλη προληπτική δραστηριότητα’’.

Απόσπασμα από το Μοναστήρι της Πάρμας της Σαντάλ: ‘’ Και ξαφνικά πολύ ψηλά στα δεξιά μου, είδα έναν αετό, το πουλί του Ναπολέοντα, να πετάει προς την Ελβετία, δηλαδή προς το Παρίσι. Και έτσι, αστραπιαία είπα στον εαυτό μου: θα διασχίσω και εγώ την Ελβετία, γρήγορα όπως εκείνος ο αετός […] Εκείνη τη στιγμή έβλεπα ακόμα τον αετό στον ουρανό και τα μάτια μου στέγνωσαν όλως περιέργως. Και η απόδειξη πως αυτή η ιδέα μου υποκινήθηκε από τον ουρανό , είναι πως εκείνη την ίδια στιγμή πάρθηκε η απόφασή μου χωρίς δεύτερη σκέψη, και κατάλαβα με τι τρόπο θα αντιμετώπιζα αυτό το ταξίδι.’’

Τι συμβαίνει λοιπόν όταν έχουμε μια επιθυμία; Έχουμε τις απαραίτητες ικανότητες και τις δυνάμεις για να την εκπληρώσουμε; Συμβάλει ή όχι ο εξωτερικός κόσμος στην την πιθανή της πραγματοποίηση;

Εάν θέλουμε να εμπιστευτούμε μια επιστημονική άποψη, πρέπει απαραίτητα αφού έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο, να μιλήσουμε για το διάσημο πατέρα της ψυχανάλυσης, Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ και για την έννοια της συγχρονικότητας, ή αλλιώς την ‘ ’ αρχή της ακούσιας σύνδεσης’’.

Σύμφωνα με την επιστημονική άποψη, φυσιολογικά για ότι συμβαίνει υπάρχει ένας σύνδεσμος, σε κάθε αποτέλεσμα αντιστοιχεί μια αιτία, αυτό είναι η αρχή της αιτιότητας.

Αντιθ έτως ο Γιούνγκ ανακαλύπτει φαινόμενα όπου αυτός ο νόμος δεν ισχύει, γι αυτό μιλάει για ακούσιες συνδέσεις.

Ücretsiz ön izlemeyi tamamladınız.

Yaş sınırı:
0+
Litres'teki yayın tarihi:
15 mayıs 2019
Hacim:
111 s. 2 illüstrasyon
ISBN:
9788873047001
Tercüman:
Telif hakkı:
Tektime S.r.l.s.
İndirme biçimi:

Benzer kitaplar