Kitabı oku: «Η Τελευταία Θέση Στο Χίντενμπουργκ»
Η Τελευταία Θέση στο Χίντενμπουργκ
Charley Brindley
charleybrindley@yahoo.com
www.charleybrindley.com
Εξώφυλλο του βιβλίου
© 2019 Charley Brindley τα δικαιώματα προστατεύονται
© 2019 Charley Brindley τα δικαιώματα προστατεύονται
Πρώτη εκτύπωση στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής
Πρώτη Έκδοση Μάρτιος 2019
Το παρόν βιβλίο είναι αφιερωμένο
Rhett House
Τα βιβλία του Charley Brindley
έχουν μεταφραστεί σε 22 γλώσσες:
Ιταλικά
Ισπανικά
Πορτογαλικά
Γαλλικά
Ολλανδικά
Τουρκικά
Κινεζικά
Ουκρανικά
Ουγγρικά
Βουλγαρικά
Αραβικά
Σερβικά
Ιαπωνικά
Ινδονησιακά
Γερμανικά
Μπενγκάλι
Ρουμανικά
Ελληνικά
Πολωνικά
Αφρικάανς
Κορεάτικα
και
Ρωσικά
Τα παρακάτω βιβλία είναι διαθέσιμα και σε ακουστική μορφή:
Raji, Book One (Αγγλικά)
Raji, Book Two (Αγγλικά)
Casper’s Game (Αγγλικά)
Dragonfly vs Monarch, Book One (Αγγλικά)
Dragonfly vs Monarch, Book Two(Αγγλικά)
Do Not Resuscitate (Αγγλικά)
The Last Mission of the Seventh Cavalry (Αγγλικά)
Hannibal’s Elephant Girl, Book One (Ρωσικά)
Henry IX (Ιταλικά)
Ariion 23 (Κινεζικά)
Qubit’s Incubator (Αγγλικά)
Hannibal’s Elephant Girl, Book Two (Αγγλικά)
Sea of Sorrows (Αγγλικά)
Άλλα βιβλία του Charley Brindley
1. Oxana’s Pit
2. The Last Mission of the Seventh Cavalry, Book 1
3. The Last Mission of the Seventh Cavalry, Book 2
4. Raji Book One: Octavia Pompeii
5. Raji Book Two: The Academy
6. Raji Book Three: Dire Kawa
7. Raji Book Four: The House of the West Wind
8. Hannibal’s Elephant Girl, Book One
9. Hannibal’s Elephant Girl, Book Two
10. Cian
11. Arrion XXIII
12. Dragonfly vs Monarch, Book One
13. Dragonfly vs Monarch, Book One
14. The Sea of Tranquility 2.0 Book One: Exploration
15. The Sea of Tranquility 2.0 Book Two: Invasion
16. The Sea of Tranquility 2.0 Book Three:
17. The Sea of Tranquility 2.0 Book Four:
18. The Rod of God, Book One
19. Sea of Sorrows, Book Two of the Rod of God
20. Do Not Resuscitate
21. Henry IX
22. Qubit’s Incubator
23. Casper’s Game
Πεζός Λόγος
24. Seventeed Steps to becoming a Successful Sphynx Breeder
25. Ten Things I hate About Your Book
Σύντομα κοντά σας:
26. Dragonfly vs Monarch Book Three
27. The Journey to Valdacia
28. Still Waters Run Deep
29. Ms Machiavelli
30. Ariion XXIX
31. Hannibal’s Elephant Girl: Book Three
Δείτε το τέλος του βιβλίου για περισσότερες πληροφορίες για τα παραπάνω
Περιεχόμενα
Κεφάλαιο Ένα
Κεφάλαιο Δύο
Κεφάλαιο Τρία
Κεφάλαιο Τέσσερα
Κεφάλαιο Πέντε
Κεφάλαιο Έξι
Κεφάλαιο Επτά
Κεφάλαιο Οχτώ
Κεφάλαιο Εννιά
Κεφάλαιο Δέκα
Κεφάλαιο Έντεκα
Κεφάλαιο Δώδεκα
Κεφάλαιο Δεκατρία
Κεφάλαιο Δεκατέσσερα
Κεφάλαιο Δεκαπέντε
Κεφάλαιο Δεκαέξι
Κεφάλαιο Δεκαεπτά
Κεφάλαιο Δεκαοχτώ
Κεφάλαιο Δεκαεννιά
Κεφάλαιο Είκοσι
Κεφάλαιο Είκοσι Ένα
Κεφάλαιο Είκοσι Δύο
Κεφάλαιο Είκοσι Τρία
Κεφάλαιο Είκοσι Τέσσερα
Κεφάλαιο Είκοσι Πέντε
Κεφάλαιο Είκοσι Έξι
Κεφάλαιο Είκοσι Επτά
Κεφάλαιο Είκοσι Οχτώ
Κεφάλαιο Είκοσι Εννιά
Κεφάλαιο Τριάντα
Κεφάλαιο Τριάντα Ένα
Κεφάλαιο Τριάντα Δύο
Κεφάλαιο Τριάντα Τρία
Κεφάλαιο Τριάντα Τέσσερα
Κεφάλαιο Τριάντα Πέντε
Κεφάλαιο Τριάντα Έξι
Κεφάλαιο Τριάντα Επτά
Κεφάλαιο Τριάντα Οχτώ
Κεφάλαιο Τριάντα Εννιά
Κεφάλαιο Σαράντα
Κεφάλαιο Σαράντα Ένα
Κεφάλαιο Σαράντα Δύο
Κεφάλαιο Ένα
Χρονοδιάγραμμα: Σήμερον ημέρα, σε μια μικρή χώρα της Κεντρικής Ασίας.
Σηκώθηκε απ' το κρεβάτι της και κοίταξε το πάτωμα, τα γυμνά της πόδια ήταν παγωμένα από το κρύο τσιμέντο.
«Πέντε...τέσσερα...τρία....δύο...ένα»,είπε ψιθυρίζοντας.
Η πόρτα άνοιξε, και βγήκε έξω. «Καλημέρα, Λερτς».
Ο φρουρός βρυχήθηκε.
Μόνο έτσι της απαντούσε. Δε γνώριζε το πραγματικό του όνομα, απλώς πίστευε πως μοιάζει με τον «Λερτς» από τη γνωστή Οικογένεια Άνταμς· ψηλός, γεροδεμένος, με τετράγωνο κεφάλι και σκούρες κόγχες.
Όταν η βαριά πόρτα έκλεισε, ο Λερτς κατευθύνθηκε προς τις σκάλες. Τον ακολούθησε μερικά βήματα πιο πίσω.
Ήταν ντυμένος με μια παλιά κόκκινη και μπλε στολή γρεναδιέρου. Οι ξεφτισμένες μανσέτες και το φθαρμένο κολάρο υποδείκνυαν την ανάγκη του ρούχου για ένα καλό πλύσιμο, και σίγουρα μερικών επιδιορθώσεων.
Κατέβηκαν απ’ το κλιμακοστάσιο τρεις ορόφους ώσπου βγήκαν στο προαύλιο. Όπως πάντα, ήταν άδειο την ώρα της καθημερινής της άθλησης, κατά τις 10 π.μ. . Γιατί εκκένωναν το χώρο από τους άλλους κρατούμενους, δε γνώριζε. Μήπως για την ασφάλειά της...ή τη δική τους;
Άκουσε το μεταλλικό ήχο της κλειδαριάς να την κλείνει μέσα, και τότε έκλεισε τα μάτια, σήκωσε το κεφάλι και εισέπνευσε βαθιά, τάχα σαν ν’ ανέπνεε το θερμό ηλιόφως. Μετά από είκοσι τρεις ώρες απομόνωσης στο άθλιο κελί της, ένιωθε σαν την πρώτη μέρα της άνοιξης.
Έπειτα από μια ήσυχη στιγμή, άνοιξε τα μάτια της. Ένα λευκό ίχνος αεροπλάνου διαγράφτηκε πάνω απ' το κεφάλι της, σαν μια τέλεια ζωγραφισμένη γραμμή κιμωλίας στον γαλανό ουρανό.
Ένα επιβατικό, τόσο ψηλά. Δεν ακούω καν τους κινητήρες. Ένα επιβατικό γεμάτο με χαρούμενους μεθυσμένους, που πάνε σε μια εξωτική παραλία. Εκατοντάδες άνθρωποι, δίχως έγνοιες. Τόσο ψηλά, που ούτε αυτό το απαίσιο σιδερένιο και πέτρινο κελί μπορούν να δουν, ούτε το στίγμα μιας γυναίκας παγιδευμένης μέσα του.
Αναστέναξε, γύρισε δεξιά, και περπάτησε γοργά το μήκος του τοίχου. Όταν έφτασε στο τέλος του, γύρισε αριστερά και περπάτησε μερικά μέτρα. Εκεί, σήκωσε μια πέτρα που είχε αφήσει στη βάση του τοίχου. Ήταν πέτρα ποταμού, περίπου στο μέγεθος ενός πακέτου Κάμελ. Σαν βότσαλο, στρογγυλή και λεία, με ακονισμένη τη μια της πλευρά. Τυλίγοντάς τη στο χέρι της, συνέχισε να περπατά το μήκος του εξωτερικού τοίχου, που υψωνόταν τέσσερα μέτρα πάνω απ' το κεφάλι της. Σταμάτησε και κοίταξε στο τέλος αυτών των τεσσάρων μέτρων το συρματόπλεγμα. Ήταν τοποθετημένο πάνω από μια διπλή στρώση σπασμένων γυαλιών – κάτι πράσινα και καφετιά απομεινάρια μπουκαλιών κρασιού από παλιούς υπαλλήλους, οι οποίοι είχαν φύγει εδώ και πολλά χρόνια. Τα αιχμηρά θραύσματα, χωμένα μέσα στον σοβά, έπιαναν το φως του ήλιου και το έκοβαν σε χιλιάδες κρυστάλλινα διαμάντια.
Ακόμη κι αν είχε τρόπο να σκαρφαλώσει τον τοίχο, θα ήταν αδύνατο να περάσει μέσα από το συρματόπλεγμα και πάνω από τα σπασμένα γυαλιά. Ίσως με έναν καλό συρματοκόφτη θα μπορούσε να κόψει το συρματόπλεγμα και να καθαρίσει τα σπασμένα μπουκάλια. Αλλά, ακόμη, θραύσματα των μπουκαλιών θα εξείχαν από τον σοβά. Ίσως με μια παχιά κουβέρτα θα μπορούσε να τα καλύψει... αλλά ούτε κουβέρτα είχε. Ακόμη κι αν σκαρφάλωνε τον τοίχο, μετά τί θα γινόταν; Θα υπήρχε άλλα τέσσερα μέτρα γκρεμός από την άλλη, μπορεί και παραπάνω. Πολύ παραπάνω. Ήξερε ότι η φυλακή ήταν χτισμένη πάνω σε βουνοπλαγιά, γιατί διέκρινε χιονισμένες βουνοκορφές πίσω από το γκρι γρανιτένιο κτίριο. Το χείλος του γκρεμού θα μπορούσε να βρίσκεται κάτω από τον τοίχο.
Περπάτησε μπροστά, έπειτα στράφηκε προς τον τοίχο. Παρατήρησε τις σειρές των χαραγμένων Χ για μια στιγμή. Χρησιμοποιώντας την ακονισμένη της πέτρα, χάραξε την πλευρά ενός νέου Χ στο τέλος της σειράς. Ήξερε πως θα το συμπλήρωνε αυτός όταν θα τον έβγαζαν στο προαύλιο το απόγευμα.
Πριν πολύ καιρό είχε αποφασίσει πως εάν έμεναν ασυμπλήρωτα δύο Χ στη σειρά, και η θαμπή λάμψη απ' το παράθυρό του χανόταν, θα έδινε τέλος στη ζωή της.
Θα ήταν εύκολο. Δε θα έτρωγε. Θα τα έριχνε όλα στην τουαλέτα. Μέχρι να το καταλάβουν οι δεσμοφύλακες θα είναι πολύ αργά για να τη σώσουν από την ασιτία.
Ή, θα μπορούσε να επιτεθεί στον Λερτς στο προαύλιο, αναγκάζοντάς τον να ανοίξει πυρά. Ίσως είναι προτιμότερος ένας γρήγορος θάνατος από 10 μέρες λιμοκτονίας.
Εάν προσπαθούσε να πεθάνει από την πείνα, θα έπαιρναν το λιπόθυμο κορμί της στο θεραπευτήριο και θα την συνέφεραν με ενδοφλέβια τροφή. Όχι. Καλύτερο είναι να την σκοτώσει ο Λερτς με το Kalashnikov.
Μέτρησε τα Χ. Δεκαεννιά. Η σειρά από πάνω είχε είκοσι, το ίδιο και η παραπάνω. Έκανε ένα βήμα πίσω, και κοίταξε όλες τις συμπληρωμένες σειρές των Χ. Αυτές στην αριστερή μεριά του τοίχου είχαν αρχίσει να ξεφτίζουν.
Τρεις χιλιάδες εφτακόσια δεκαεννέα Χ. Ένα για κάθε μέρα που ήταν αιχμάλωτοι.
Στράφηκε προς το κτίριο. Κοιτώντας ψηλά, είδε τον όροφό της, τον τρίτο. Πιο πάνω στον έκτο, ο δικός του. Μέτρησε τα καγκελωτά παράθυρα προς τα δεξιά...επτά...οχτώ...εννιά. Εκεί. Αυτό ήταν το παράθυρό του. Κοίταξε επίμονα. Και εκείνη τη στιγμή, το είδε· μια μικρή λάμψη. Πώς το έκανε, δεν το ήξερε, αλλά ακόμη και στις πιο συννεφιασμένες μέρες, το αμυδρό του σήμα φαινόταν. Δεν ήταν τίποτε ιδιαίτερο, μια μικρή λάμψη μόνο, αλλά όλη της η ύπαρξη εξαρτιόταν απ’ αυτή, αυτό το κλάσμα δευτερολέπτου ανάμεσα σε όλα τ’ άλλα της ημέρας το οποίο επιβεβαίωνε πως ήταν ζωντανός, την αγαπούσε και με κάποιον τρόπο θα υπέμεναν αυτό το βασανιστήριο μαζί.
Έφερε την πέτρα στα χείλη της, κρατώντας το βλέμμα της στο παράθυρό του. Ήξερε ότι την κοιτούσε, όπως έκανε κι αυτή όταν ερχόταν αυτός στο προαύλιο τα απογεύματα και ολοκλήρωνε την τελετουργία τους.
Άγγιξε απλά την πέτρα στο στόμα της, για να μην υποψιαστεί κανείς ότι επικοινωνούν.
Υπήρχαν πολλοί άλλοι κρατούμενοι. Δε γνώριζε ακριβώς πόσοι, αλλά ένιωθε εκατοντάδες βλέμματα πάνω της. Όλοι ήταν άνδρες, εκτός από μία. Ή τουλάχιστον της άρεσε να σκέφτεται ότι κάπου μέσα σε αυτήν την τεράστια, φριχτή φυλακή γνωστή ως Kauen Bogdanovka υπήρχε άλλη μια γυναίκα. Είναι ανησυχητική η σκέψη μιας γυναίκας ανάμεσα σε εκατοντάδες άνδρες, ακόμη και σε απομόνωση.
Μόνο εκείνη και ο σύζυγός της έβγαιναν σε αυτό το προαύλιο. Δύο μεγαλύτερες αυλές ήταν τοποθετημένες δεξιά και αριστερά, όπου έβγαζαν σε ομάδες τους άλλους κρατούμενους. Δεν μπορούσε να τους δει, μόνο που άκουγε τις φωνές τους όταν αθλούνταν ή τσακώνονταν.
Όταν βρίσκονταν στα κελιά τους, δεν άκουγε τίποτα. Ίσως ήταν πολύτιμοι και δεν ήθελαν να τους εκθέσουν στη βιαιότητα των άλλων φυλακισμένων. Σίγουρα όμως δεν ένιωθε πολύτιμη.
Δεν μπορούσε να δει μέσα στα κελιά την ημέρα διότι ήταν χτισμένα σε μεγάλες εσοχές, μακριά από το φως των παραθύρων.
Θα σκότωνα για μια πεντάλεπτη συζήτηση με μια γυναίκα -- ή και με τον Λερτς, για να είμαι ειλικρινής -- ακόμη κι αν δεν μιλάει Αγγλικά, που μάλλον δεν μιλάει. Ίσως να ξέρει Τουρκικά ή Ρωσικά.
Περπάτησε παράλληλα με τον εξωτερικό τοίχο έως το τέλος του. Γυρνώντας αριστερά, πήγε στο κτίριο, όπου ξανάκανε μια αριστερή στροφή και περπάτησε προς την πόρτα. Μετά πάλι αριστερά για μερικά βήματα. Εκεί, άφησε την πέτρα στην προκαθορισμένη θέση της.
Φορούσε μια φθαρμένη μπλούζα με τον Τσε Γκεβάρα, αμάνικη· όμως εκείνη έκανε χειρονομία τάχα ότι σήκωσε το ένα μανίκι της. Επανέλαβε την ίδια ιδιοτροπία και με το άλλο χέρι, σαν να προετοιμαζόταν να πάει για δουλειά.
Έκανε ένα πλάγιο βήμα αριστερά, και ακολουθώντας την προηγούμενη διαδρομή της πήγε προς τα εμπρός, μισό βήμα μεσ’ την προηγούμενη πορεία της. Έκανε τον κύκλο του προαυλίου με πλάγια βήματα συνεχώς, περνώντας την πέτρα, κάθε φορά μισό βήμα πιο μέσα ώσπου έφτασε στο κέντρο του. Εκεί στάθηκε απέναντι από την γκρι σιδερένια πόρτα, έξι μέτρα μακριά. Αφού έριξε μια κλεφτή ματιά στον έκτο όροφο, ξεκίνησε για την πόρτα. Και τότε, την κατάλληλη στιγμή, αυτή άνοιξε.
* * * * *
Όταν μπήκε στο κελί της, στάθηκε μπροστά απ’ το κρεβάτι της με την πλάτη στον τοίχο. Κοίταξε επίμονα τον απέναντι τοίχο.
Της είχε πάρει μήνες να μάθει το σάλτο. Πριν πολλά χρόνια, όταν ήταν δεκαεπτά χρονών, έβλεπε τους χορευτές δρόμου της Νέας Υόρκης να κάνουν το ίδιο κόλπο, οπότε ήξερε ότι δεν ήταν αδύνατο. Απαιτούσε συγκέντρωση, ταχύτητα και δύναμη στα πόδια. Τις πρώτες φορές που το δοκίμασε έπεφτε με δύναμη πάνω στο τσιμέντο, και είχε μώλωπες στους αγκώνες και τους ώμους της.
Επικεντρώθηκε σε δύο γρατσουνιές πάνω στον τοίχο, λύγισε τα πόδια της κι έτρεξε προς το μέρος τους. Ανασηκώθηκε, βάζοντας το αριστερό της πόδι στην πρώτη γρατσουνιά, περίπου ένα μέτρο ύψος από το πάτωμα. Με την ορμή της να υποβοηθάει, έφερε το δεξί της πόδι στη δεύτερη γρατσουνιά και έκανε το άλμα. Αναποδογύρισε το κορμί της στον αέρα με τα χέρια της εκτεταμένα, και προσγειώθηκε στα πόδια της, απέναντι από τον τοίχο με τις γρατσουνιές, ο οποίος τώρα ήταν στολισμένος με τα σκονισμένα αποτυπώματά της. Έκανε υπόκλιση και πιρουέτα για το αόρατο κοινό της.
Έκανε πίσω, και στάθηκε στον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι της. Μετά από μια βαθιά ανάσα, λύγισε τα πόδια και έτρεξε προς τον αντίθετο απ’ αυτήν τοίχο.
Ήταν ένα γελοίο ακροβατικό, το ήξερε, αλλά ήταν ένα ακόμη πράγμα από τις πολλές άχρηστες συνήθειες που επαναλάμβανε κάθε μέρα. Έπρεπε να γεμίζει το χρόνο της με δραστηριότητες, όποιες κι αν ήταν αυτές, αλλιώς η απομόνωση και η σιωπή θα την τρέλαιναν.
Έπειτα από τρία ακόμη σάλτα, έπεσε στο πάτωμα για κάμψεις.
Και αυτή η άσκηση της είχε πάρει μήνες να την τελειοποιήσει. Στις αρχές της φυλάκισής τους, εκείνη και ο σύζυγός της είχαν καλή φυσική κατάσταση· έπρεπε λόγω επαγγέλματος.
Πριν φυλακιστεί, μπορούσε να κάνει σαράντα κάμψεις. Σε τέσσερις μήνες, έγιναν εβδομήντα. Τότε, αποφάσισε να τις κάνει με το ένα χέρι. Όταν ξεκίνησε δεν μπορούσε ούτε μία να κάνει, αλλά σιγά σιγά στήριξε το βάρος της στο δεξί της χέρι. Τώρα, με το ένα χέρι στην πλάτη, μπορούσε να κάνει εικοσιένα κάμψεις σε λιγότερο από σαράντα πέντε δευτερόλεπτα.
Όταν τελείωσε, πήγε στο νεροχύτη να πλύνει το πρόσωπό της. Εκεί, βρισκόταν μια μικρή τουαλέτα κι ένας γυαλισμένος μεταλλικός καθρέφτης. Δεν είχε καλή αντανάκλαση το μέταλλο, αλλά την άφηνε να περιποιηθεί τα μαλλιά της.
Έφερε τα καστανοκόκκινα μαλλιά της πάνω από τον ώμο. Ήθελε να κουρέψει τις άκρες της κανονικά, αλλά δεν επιτρέπονταν κανενός είδους αιχμηρά αντικείμενα. Παρ’ όλ’ αυτά, είχε μάθει να τα κόβει τρίβοντάς τα στα σκουριασμένα κάγκελα του παραθύρου της.
Κρατούσε τα κομμένα μαλλιά κι έπλεκε τις μπούκλες σε μια τριχιά. Ίσως μια μέρα να την τύλιγε γύρω απ’ το λαιμό του Λερτς και να τον στραγγάλιζε.
Σκούπισε το πρόσωπό της χαμογελώντας με τη μοναδική πετσέτα που είχε, και την κρέμασε πάλι στο καρφί πάνω στον τοίχο.
Πήγε στο παράθυρο και σταύρωσε τα χέρια της, κοίταξε έξω τον φθινοπωρινό ουρανό που είχε έντονο μπλε περσικό χρώμα, και είδε μια σειρά από κυματιστά σωρειτά σύννεφα που τα έφερνε ο δυτικός άνεμος.
Δεν είχε τζάμι το παράθυρο· μόνο επτά σκουριασμένες ατσάλινες μπάρες. Το καλοκαίρι έμπαινε δροσερός αέρας, αλλά τον χειμώνα ακουγόταν το σφύριγμα του παγωμένου βορεινού αέρα στα κάγκελα.
Τους χειμερινούς μήνες, οι δεσμοφύλακες τής έδιναν δύο τραχιές μάλλινες κουβέρτες. Τη μια την κρεμούσε μπροστά απ’ το παράθυρό της για να κόβει τον αέρα και το χιόνι. Την άλλη την άπλωνε πάνω από το λεπτό κουβερλί από μουσελίνα που είχε το κρεβάτι της.
Γύρισε και πήγε στο κέντρο του κελιού της. Επιβράδυνε το ρυθμό της αναπνοής της, το πρόσωπό της στραμμένο προς τη βιδωτή πόρτα, και άρχισε να κάνει με αργές κινήσεις μια άσκηση τάι τσι που λέγεται «Πατώντας την Ουρά της Τίγρης».
Έπειτα από μισή ώρα έπεσε στο κρεβάτι της και κοίταξε το ταβάνι, όπου οι λεκέδες του νερού είχαν δημιουργήσει αλλεπάλληλες ρωγμές που σαν φίδια ελίσσονταν ανάμεσα στις θολές σκιές του τοίχου. Φαντάστηκε δέντρα και βουνά μέσα στους τυχαίους στροβίλους. Θαμπά σχήματα και φασματικές εικόνες μεταμορφώθηκαν στη φιγούρα ενός παιδιού με προβληματισμένο πρόσωπο.
Την πλημμύρισαν αναμνήσεις, συνθλίβοντάς τη με κύματα θλίψης και πόνου.
Γύρισε πλευρό, και κοιτώντας τον τοίχο έφερε τα γόνατά της στο στήθος της, και έκλαψε.
Κεφάλαιο Δύο
Χρονοδιάγραμμα: Σήμερον ημέρα, Φιλαδέλφεια, ΗΠΑ
Ο Ντόνοβαν χτύπησε την πόρτα και περίμενε κάποιον να έρθει να του ανοίξει. Έβαλε τον χαρτοφύλακα στο άλλο του χέρι, κι έριξε μια ματιά στο διπλανό σπίτι. Η μητέρα του θα το χαρακτήριζε ως μπανγκαλόου. Η βεράντα ήταν σχεδόν ολόιδια με αυτή που στεκόταν αυτός τώρα. Στην άλλη μεριά του δρόμου υπήρχε ένα παρόμοιο σπίτι, λίγο πιο διαφορετικό, όπου μια ηλικιωμένη κυρία πότιζε τα μπιγκόνια της. Ήταν αδύνατη με καλή στάση σώματος, και σκέπαζε τα μάτια της για να μπορεί να παρατηρεί τον Ντόνοβαν.
Αυτή η γειτονιά της Φιλαδέλφεια χτίστηκε το 1930, και αποτελούνταν από μικρά σπιτάκια στοιχισμένα και απ’ τις δύο μεριές του ελικοειδή δρόμου, με σφεντάμια ζάχαρης να προσφέρουν τη σκιά τους στα πεζοδρόμια. Όλα τα σπίτια, εκτός απ’ αυτό, ήταν καθαρά και τακτοποιημένα, με περιποιημένες αυλές.
Κοίταξε ψηλά τη σαραβαλιασμένη υδρορροή, κουνώντας αρνητικά το κεφάλι του.
Πώς μπορεί κανείς να τα αφήσει όλα να διαλυθούν έτσι;
Η πόρτα έτριξε ανοίγοντας, και μπροστά του εμφανίστηκε μια νεαρή γυναίκα.
Ο Ντόνοβαν ένιωσε να τον φυσά ένα απαλό τροπικό αεράκι από την καταγάλανη Καραϊβική.
Δεν έκαναν καμία διαφορά το μακιγιάζ και τα κουρέματα σε γυναίκες σαν εκείνη. Παρόλο που δεν ήταν βαμμένη και τα καστανοκόκκινα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε κοτσίδα με ένα κόκκινο λαστιχάκι, στην κλίμακα που ξεκινάει από την ελκυστική στην χαριτωμένη, στην όμορφη, στην πανέμορφη και εκθαμβωτική, ήταν τουλάχιστον μια πεντάμορφη και μισή.
Τον κοίταξε από το πρόσωπό του στην ταυτότητα που κρεμόταν γύρω απ’ το λαιμό του.
Δεν τη χρειαζόταν την ταυτότητα, απλώς τη φορούσε για να φαίνεται πιο επίσημος. Η διάφανη πλαστική θήκη της περιείχε μια φωτογραφία του, με τη λέξη ΤΥΠΟΣ γραμμένη σε έντονη γραμματοσειρά. Κάτω απ’ τη φωτογραφία του υπήρχαν με μικρά γράμματα κάποιες περιγραφικές φράσεις. Μέχρι και γραμμοκώδικα είχε κατά μήκος της αριστερής πλευράς της κάρτας. Αυτοαποκαλούνταν μεταξύ άλλων, ανεξάρτητος δημοσιογράφος. Μια ολοκαίνουργια φωτογραφική μηχανή Canon ήταν κρυμμένη στο χαρτοφύλακά του, στην περίπτωση που τη χρειαζόταν.
Έμεινε καρφωμένος στα μάτια της για μια στιγμή. «Λ-Λέγομαι...» Η φωνή του, υπό άλλες συνθήκες σίγουρη και σταθερή, κόμπιαζε και κοβόταν. Ξεκίνησε πάλι απ’ την αρχή. «Λέγομαι Ντ-Ντόνοβαν».
Η γυναίκα κοίταξε το χέρι του, το οποίο εκείνος είχε τεντώσει για χειραψία, και κινήθηκε πλάγια, για να τον προσκαλέσει μέσα.
Περιφρονητικό, σκέφτηκε. Η συμπεριφορά αυτή μόλις της κόστισε διπλή χρέωση.
Είχε ξαναδεί ανθρώπους σαν αυτή, αλαζόνες και ψωνισμένους, απλά επειδή είναι όμορφοι.
Κρίμα.
Στο εσωτερικό του μπροστινού δωματίου, παρατήρησε την απλή διακόσμηση.
Η γυναίκα –περίπου είκοσι ετών– στεκόταν μπροστά του, με τα χέρια σταυρωμένα.
«Να ξεκινήσουμε, λοιπόν;», τη ρώτησε.
Ένευσε καταφατικά, και κατευθύνθηκε προς έναν διάδρομο στα αριστερά της.
Εκείνος σήκωσε τους ώμους αδιάφορα, και την ακολούθησε.
Βρέθηκαν σε ένα δωμάτιο με ανοιχτή την πόρτα. Στο δωμάτιο καθόταν ένας ηλικιωμένος άνδρας σε μια άθλια πολυθρόνα, που φαινόταν σα να είχε έρθει μαζί με αυτόν και το σπίτι από το 1930. Είχε κρύψει πίσω απ’ τα αυτιά του λίγα λεπτά γκρίζα μαλλιά, και τα μάτια του είχαν το χρώμα ξεφτισμένου μπλουτζίν. Είχε πιασμένες στη μέση του χακί παντελονιού του ανοιχτές πράσινες τιράντες, πάνω από μια μακρυμάνικη άσπρη μπλούζα.
Ο γέρος κοίταζε τον Ντόνοβαν ενώ εκείνος περπατούσε και τελικά ήρθε δίπλα στην πολυθρόνα.
«Λέγομαι Ντόνοβαν». Του έδωσε το χέρι.
Ο γέρος κοίταξε επίμονα το χέρι του Ντόνοβαν, και μετά γύρισε προς τη νεαρή γυναίκα με απορημένο βλέμμα.
Μη μου πεις ότι κι αυτός είναι ψωνισμένος. Τι πάει λάθος με αυτούς τους ανθρώπους;
Άφησε τον χαρτοφύλακά του στο πάτωμα.
Τα μάτια του γέρου ακολουθούσαν τις κινήσεις του.
«Δεν είναι τυφλός», είπε ο Ντόνοβαν στη γυναίκα.
Εκείνη κοίταξε πρώτα τον γέρο και μετά εκείνον. «Δεν είναι τυφλός».
«Ούτε κι εσύ είσαι», της είπε.
Φάνηκε προβληματισμένη. «Ούτε κι εσύ είσαι».
«Ωραία. Κανένας δεν είναι τυφλός», είπε ο Ντόνοβαν.
«Κανένας δεν είναι τυφλός».
Νιώθω ότι μιλάω σε παπαγάλο. Θα προσπαθήσω άλλη μια φορά, και μετά την κάνω απ’ αυτό το τρελάδικο.
«Με καλέσατε να έρθω», είπε στη νεαρή.
Εκείνη ένευσε καταφατικά.
«Για τον λόγο ότι...»
Εκείνη κατευθύνθηκε προς ένα παμπάλαιο γραφείο με πτυσσόμενο κάλυμμα, πήρε έναν πάκο χαρτιά και τα έφερε. Τα έδωσε στον Ντόνοβαν.
Εκείνος τα πήρε και κοίταξε την πρώτη σελίδα. Ήταν μια ξεθωριασμένη φωτοτυπία στρατιωτικής απαλλαγής τύπου DD-214, του σώματος Πεζοναυτών των Ηνωμένων Πολιτειών. Αναγραφόταν το όνομα ‘Γουίλιαμ Σ. Μάρτιν’ και ο αριθμός της στρατιωτικής του μονάδας. Ο Ντόνοβαν γύρισε σελίδα και της έριξε μια ματιά. Μια πληροφορία του γυάλισε, η Ημερομηνία Γεννήσεως: 13 Αυγούστου, 1925.
«Ουάου»! Ψιθύρισε ο Ντόνοβαν. «Κύριε..,» διάβασε το όνομα στην αρχή της σελίδας, «Μάρτιν, πόσο χρονών είστε»;
Ο κ. Μάρτιν ίσιωσε τους ώμους και το πιγούνι του, με τα χέρια διπλωμένα στο θώρακα. «Γουίλιαμ Σ. Μάρτιν, Στρατιώτης, ένα οχτώ πέντε έξι εννιά τέσσερα οχτώ οχτώ».
«Εδώ λέει ότι είστε γεννηθείς ημέρα δεκατρείς Αύγουστου, του χίλια εννιακόσια είκοσι πέντε. Είναι αλήθεια αυτό»;
Ο γέρος κοίταξε για μια στιγμή τον Ντόνοβαν. «Γουίλιαμ Σ. Μάρτιν, Στρατιώτης, ένα οχτώ πέντε έξι εννιά τέσσερα οχτώ οχτώ».
«Ναι», του απάντησε, «όνομα, βαθμός και σειριακός αριθμός. Αυτό το κατάλαβα. Εάν αυτή η ημερομηνία είναι έγκυρη, είστε εννενηντατριών ετών».
Ο κ. Μάρτιν απλά τον αγριοκοίταξε.
«Αυτή η απαλλαγή χρονολογείται την πρώτη Δεκεμβρίου, χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε. Άρα, υπηρετήσατε στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο»;
«Γουίλιαμ Σ. Μάρτιν, Στρατιώτης, ένα οχτώ πέντε έξι εννιά τέσσερα οχτώ οχτώ».
Ο Ντόνοβαν μίλησε στη γυναίκα. «Γιατί συνεχίζει να μου δίνει την ίδια απάντηση»;
«Το ίδιο κάνει και σε εμένα. Ακόμη κι αν τον ρωτήσω αν πεινά, μου λέει το όνομα και τέτοια εδώ και δύο εβδομάδες, μπορεί παραπάνω. Δε λέει κάτι άλλο».
Ο Ντόνοβαν ξαφνιάστηκε τόσο με τον τρόπο που μιλούσε η γυναίκα όσο κι από τις ίδιες απαντήσεις του γέρου. Μιλούσε σπαστά Αγγλικά, αλλά όχι με τρόπο που έδειχνε ότι δεν ήταν η μητρική της γλώσσα, γιατί δεν είχε ξένη προφορά. Φαινόταν απλά ότι δεν ήξερε πως να συντάσσει τις λέξεις.
Τελικά δεν είναι όσο τέλεια νόμιζα.
Η γυναίκα έπιασε τον πάκο με τα χαρτιά, και ξεφυλλίζοντας μερικές σελίδες έφτασε σε ένα γράμμα, το έβγαλε, και το τοποθέτησε πάνω στον πάκο.
Ο Ντόνοβαν το διάβασε δυνατά:
Τμήμα Υποθέσεων για Βετεράνους
5000 Λεωφόρος Γούντλαντ
Φιλαδέλφεια, Πενσιλβανία 19144
24 Μαρτίου, 2014
Κύριος Γουίλιαμ Σ. Μάρτιν
1267 Οδός Μπράντλεϊ
Άβοντεϊλ, Πενσιλβανία 19311
Αγαπητέ κ. Μάρτιν,
Ενημερωθήκαμε για την αποθανούσα κατάστασή σας με χρονολογία 4 Ιουνίου, 1988. Δια του παρόντος καταργούμε την αποζημίωση αναπηρίας από τη σημερινή ημέρα και περαιτέρω απαιτούμε την επιστροφή παλαιών αποζημιώσεων από τις 5 Ιουνίου, 1988 έως τη σημερινή ημερομηνία, με το ποσό των 745. 108,54 δολαρίων χρωστούμενο στο Τμήμα Υποθέσεων για Βετεράνους.
Εάν το ποσό δε ξεπληρωθεί άμεσα, θα παρακρατείτε ποσό των 20.789,80 δολαρίων από τη μηνιαία αποζημίωση αναπηρίας σας έως ότου αποπληρωθεί το συνολικό ποσό.
Με εκτίμηση,
κ. Άντριου Τζ. Τάνκερς,
Διοικητικός Σύμβουλος της Διευθύντριας, κα. Κάρεν Γκράμπτρι.
Το τμήμα μας βοηθά όσους υπηρέτησαν την πατρίδα μας.
Ο Ντόνοβαν γύρισε το γράμμα προς το φως ενός κοντινού παραθύρου. Κοίταξε προσεκτικά την υπογραφή. Ναι, ήταν αλήθεια γραμμένη με μελάνι, δεν είχε φωτοτυπηθεί εκ των προτέρων.
Και λοιπόν, κ. Άντριου Τζ. Τάνκερς, πώς ακριβώς θα παρακρατήσεις 20.780,80 δολάρια από την ‘καταργημένη μηνιαία αποζημίωση’ του κ. Μάρτιν; Ειδικότερα όταν νομίζεις ότι πέθανε το 1988;
Ο Ντόνοβαν κοίταξε τη νεαρή γυναίκα. «Δε διαβάζουν ποτέ αυτοί οι άνθρωποι τις επιστολές που υπογράφουν»;
Ανασήκωσε τους ώμους της.
«Τί θέλετε να κάνω εγώ»; Τη ρώτησε.
«Δε μπορούμε να πάρουμε τα λεφτά αυτά για μόνο δύο μήνες τώρα».
«Ναι, βλέπω ότι έχουν διακόψει την... είναι ο παππούς σας»;
«Ναι».
«Τέλεια. Έχουν διακόψει τις πληρωμές στον προπάππου σας γιατί νομίζουν ότι έχει αποβιώσει».
«Δεν απεβίωσε».
«Το βλέπω αυτό, αλλά από τη στιγμή που ο υπολογιστής της κυβέρνησης θεωρεί ότι είσαι νεκρός, δύσκολα τον πείθεις για το αντίθετο».
«Αλλά πως αυτό το κάνω»;
«Πρέπει να πάρετε τον κύριο Μάρτιν... έχετε αναπηρικό καροτσάκι»;
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.
«Θα πρέπει να αγοράσετε μια αναπηρική καρέκλα για τον κύριο Μάρτιν... έχετε αυτοκίνητο»;
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.
«Τότε θα πρέπει να τηλεφωνήσετε σε ταξί να έρθει να παραλάβει τον κ. Μάρτιν και να τον πάει στα γραφεία του Τμήματος Υποθέσεων για Βετεράνους, ώστε να δώσει το όνομά του, τον βαθμό –»
«Που είναι αυτό το καρότσι»;
Ο Ντόνοβαν κοίταξε προς την πόρτα. «Είναι εδώ η μητέρα σας»;
«Καμία μητέρα».
«Ο πατέρας σας»;
«Κι οι δύο χάθηκαν, όλοι παρά ένας, μόνο ο προπάππους και η Σάντια».
«Πού είναι η Σάντια»;
Ζάρωσε το φρύδι της. «Εδώ είμαι».
«Εσύ είσαι η Σάντια»;
Ένευσε καταφατικά. «Πριν δύο βδομάδες, ο προπάππους έκανε αυτό, εκείνο, φέρνει το φαγητό σπίτι, πληρώνει ρεύμα, νερό και προσέχει κι εμένα. Αλλά τώρα μόνο που προσπαθώ να προσέχω τον προπάππου και όλα τα άλλα χωρίς λεφτά».
Ο Ντόνοβαν ήταν σιωπηλός για λίγη ώρα. Πώς βρέθηκα σε αυτή την κατάσταση αυτή τη φορά;
«Γιατί με καλέσατε»;
«Σε βρήκα στο κίτρινο βιβλίο».
«Για να δω».
Έφυγε απ’ το δωμάτιο και γύρισε με τον τηλεφωνικό κατάλογο. Άνοιξε το βιβλίο σε μια σελίδα με τσαλακωμένη την άκρη της. «Εδώ τον αριθμό σου».
Κοίταξε τη διαφήμιση. ‘Δικηγόρος Υποθέσεων Αποζημιώσεων Αναπηρίας. Μίλτον Σ. Μαγκουάιρ. Βρίσκουμε τη θεραπεία στους δύσκολους διαπληκτισμούς της αναπηρίας σας. 555-2116.’
«Χμμ...» Πήρε το βιβλίο και το ξεφύλλισε. «Εδώ είναι η δική μου διαφήμιση· ‘Μετάφραση κώδικα Μπράιγ για τους τυφλούς. Ντόνοβαν Ο’ Φάλον. 555-2161’». Της το έδειξε. «Μετατοπίσατε τα τελευταία νούμερα και αντί να πάρετε τον δικηγόρο σας, πήρατε εμένα».
Η Σάντια κοίταξε τη διαφήμιση, αλλά εκείνος έβλεπε πως δυσκολευόταν να καταλάβει τί είχε συμβεί.
«Μεταφράζω εκτυπωμένα κείμενα σε κώδικα Μπράιγ, αλλά κάνω κι άλλα πράγματα».
Η Σάντια τον κοίταξε στα μάτια για αρκετή ώρα. «Άρα δε θα με βοηθήσεις»;
Το χρώμα των ματιών της ήταν κάτι ανάμεσα στο μπλε της λίμνης Άλπαϊν και του βαθυγάλανου ουρανού τα όμορφα καλοκαιρινά πρωινά.
«Συγνώμη», της απάντησε. «Δεν μπορώ εγώ να κάνω κάτι».
Στάθηκε ένα λεπτό, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει κάτι. «Εντάξει τότε». Τον συνόδευσε στην πόρτα.
Όταν βγήκαν στη βεράντα, κοίταξε τα προβληματισμένα της μάτια για μια στιγμή. «Αντίο, Σάντια».
«Αντίο, Ντόνοβαν Ο’ Φάλον».
Έκανε ένα βήμα πίσω, κι άφησε την πόρτα να κλείσει αργά, φαινομενικά σαν από δική της βούληση, τελειώνοντας με μια απαλή έκλειψη της εικόνας της.
Εκείνος παρατήρησε την ξεφτισμένη μπογιά και τη νιφαδωτή σκουριά στο σημείο όπου την είδε τελευταία φορά. Μια αμυδρή αίσθηση απώλειας τον τραβούσε από κάποιο απομακρυσμένο σημείο του μυαλού του.
Μετά από μερικά λεπτά, άρχισε να περπατά.
Μια κυρία έφτιαχνε το παρτέρι της στο δίπλα σπίτι.
«Χαίρεται», της είπε όπως περνούσε τον παραμελημένο κήπο και κατευθυνόταν προς εκείνη.
Τον κοίταξε με κριτική ματιά καθώς και το σπίτι απ’ το οποίο μόλις είχε βγει. «Γεια σου».
«Γνωρίζετε τους ανθρώπους που ζουν σε αυτό το σπίτι»;
«Εννοείς την καθυστερημένη και τον παλιόγερο»;
«Δε νομίζω πως είναι καθυστερημένη».
«Μπα; Της έχεις μιλήσει»;
«Ναι».
«Και δε νομίζεις ότι έχει χάσει δυο-τρεις βίδες απ’ το κεφάλι»;
«Νομίζω πως έχει κάποιου είδους πρόβλημα ομιλίας».
«Έτσι το λένε τώρα; Ο γέρος ζει ακόμη»;
«Ναι, καλά είναι».
«Δεν τον έχει δει κανείς για μήνες. Νομίζαμε ότι πέθανε και η καθυστερημένη τον έχωσε στην κατάψυξη», Γέλασε σαν ύαινα.
Και κάποιος άλλος γέλασε· ένας γέρος που ξετρύπωσε πίσω από μια σειρά αζαλέες, σαν γκριζομάλλης φασουλής. Μάλλον ήταν ο σύζυγος της γυναίκας.
«Στην κατάψυξη»! Γκάριζε σαν ηλίθιος.
Σας χρειάζεται ένα χώσιμο σε ζωολογικό κήπο, και στους δυο σας.
Άλλαξε κατεύθυνση και πήγε στο αυτοκίνητό του. Έβαλε μπρος τη μηχανή της γυαλιστερής ασπροκόκκινης Μπιούικ του, κι έφερε τη ζώνη του οδηγού μπροστά, ασφαλίζοντάς τη στην υποδοχή της. Έλεγξε τον εσωτερικό καθρέφτη και είδε δυο μικρά κοριτσάκια να χοροπηδούν στην άκρη του πεζοδρομίου. Είχαν ζωγραφίσει με κιμωλία τετραγωνάκια πάνω στο τσιμέντο και χοροπηδούσαν από πάνω τους, χαχανίζοντας από τον ενθουσιασμό τους. Μπροστά του βρισκόταν ένας πελώριος, καταϊδρωμένος άνδρας χωρίς μπλούζα και υπερβολικά στενό σορτσάκι, να κουρεύει το γρασίδι στον κήπο του.
Ο Ντόνοβαν έριξε άλλη μια ματιά στο σπίτι της Σάντια, όπου τα αγριόχορτα μεγάλωναν δίχως έλεος και οι τριανταφυλλιές έγερναν προς το χώμα.
«Να πάρει», ψιθύρισε, και έσβησε τη μηχανή.
Κεφάλαιο Τρία
Χρονοδιάγραμμα: 1623 π.Χ., στα ανοιχτά του Νότιου Ειρηνικού Ωκεανού
Ο Ακέλα ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα στο αρμάτωμα ανάμεσα στα κύτη του διπλού κανό του, μήκους 16 μέτρων. Άφησε τα δάχτυλά του να γλιστρήσουν μέσα στο νερό καθώς αγνάντευε τον Νότιο Ειρηνικό.
Το μεταναστευτικό του κομβόι ολοκλήρωναν άλλα δύο διπλά κανό. Κυβερνήτης του δεύτερου κανό ήταν ο φίλος του Ακέλα, o Λολάνι, ενώ το τρίτο το διοικούσε ο Κάλεϊ. Οι τρεις άντρες είχαν επιλεγεί σκοπίμως από τους αρχηγούς του Μπαμπατάνα επειδή δεν είχαν συγγένεια εξ αίματος. Ούτε και οι γυναίκες τους.
Με το πέρασμα πολλών γενεών, οι Πολυνησιακοί συνειδητοποίησαν ότι οι νέες αποικίες εξασθενούσαν και πέθαιναν εάν οι ενήλικες είχαν στενές συγγενικές σχέσεις μεταξύ τους. Ήξεραν επίσης ότι ένα ζεύγος δεν μπορεί να παράξει βιώσιμο πληθυσμό. Ήταν ακόμη αβέβαιο εάν γινόταν με δύο ή τρία ζευγάρια, επομένως έστελναν τουλάχιστον σαράντα άτομα σε τέτοια ταξίδια, για να είναι εγγυημένη η επιτυχία της νέας αποικίας.
«Τεβίτα», είπε η Καρίκα στην πεντάχρονη κόρη της, «δώσε το μαγιάτικο στον μπαμπά σου».
Το μικρό κορίτσι γέλασε, πήρε στα χέρια της το φρεσκοκομμένο κομμάτι ψαριού, κι έτρεξε πάνω στην πλατφόρμα κατά μήκος του κανό, προς την πλώρη. Δε φοβόταν να πέσει στη θάλασσα. Και εάν τύχαινε να πέσει, θα κολυμπούσε μέχρι το σχοινί που κρεμόταν από το κανό για να πιαστεί και να ανέβει, ή, θα έψαχνε για κάποιον από τα άλλα κανό να την τραβήξει έξω απ’ το νερό.
«Μπαμπά», είπε η Τεβίτα, «έχω κάτι για σένα».
«Αα», μίλησε ο Ακέλα, «πώς ήξερες ότι ήμουν τόσο πεινασμένος»; Πήρε το ωμό φιλέτο ψαριού, το βούτηξε στη θάλασσα και το έσχισε στα δύο, ένα γι’ αυτόν κι ένα για την κόρη του.
Μασουλούσαν χωρίς να μιλούν καθώς παρατηρούσαν τα κύματα που έρχονταν.
Είχε εκλεγεί αρχηγός αυτής της αποστολής λόγω των δεξιοτήτων του στη ναυσιπλοΐα. Είχε αποδειχθεί ικανός ήδη σε προηγούμενα ταξίδια.
Οι τρεις πιρόγες ήταν φτιαγμένες από δέντρα ευκαλύπτου που φύτρωναν στο νησί καταγωγής τους, Τσόιζελ. Κάθε σκάφος είχε δύο τριγωνικά ιστία φτιαγμένα από πλεγμένα φύλλα παντάν.
Τα διπλά κύτη των κανό ενώνονταν μέσω δύο δοκών τεσσάρων μέτρων, οι οποίοι κάλυπταν το κατάστρωμα που ήταν φτιαγμένο από ξύλο τεκτόνα. Είχαν χωρητικότητα πενήντα τέσσερις ενήλικες και παιδιά, συν σκύλους, γουρούνια και κότες, μαζί με αρτόκαρπο, καρύδα, τάρο, ροδόμηλο, ζαχαροκάλαμο και φύλλα παντάν σε δοχεία.
Πέραν από τους ανθρώπους και τα ζώα, βρισκόταν σε κλουβί και ένα μεγάλο θαλασσοπούλι, μια φρεγάτα1.
Πάνω σε ένα απ’ τα κανό, κάθονταν πέντε γυναίκες οκλαδόν κάτω από μία αχυροσκεπή φύλλων φοίνικα. Ενώ καθάριζαν τα ψάρια που είχαν πιάσει, συζητούσαν για το ταξίδι και πώς θα ήταν η καινούργια ζωή τους στον νέο τόπο.
Το ωμό ψάρι προσέφερε, εκτός της θρέψης, και τα απαραίτητα υγρά που χρειάζονταν ο οργανισμός τους. Χρησιμοποιούσαν τα κεφάλια και τα εντόσθια για να πιάσουν άλλα ψάρια, και ίσως καμιά νόστιμη θαλάσσια χελώνα.
Τα αγκίστρια ήταν κατασκευασμένα από κόκαλο σκύλου, και η πετονιά ήταν υφασμένη από ίνα κοκοφοίνικα.
Τη διατροφή τους συμπλήρωναν με αποξηραμένο τάρο, καρύδα, αρτόκαρπο και κρέας.
«Καρίκα», μίλησε η Χίουα Λάνι καθώς έκοβε στη μέση έναν αρτόκαρπο με το πέτρινο μαχαίρι της, «αν υπάρχουν άλλοι άνθρωποι στο νησί, θα μας συμπαθήσουν»; Η ακονισμένη πλευρά του μαχαιριού της από βασάλτη ήταν αρκετά κοφτερή, ώστε έκοβε το φλοιό της καρύδας ή τα καπούλια ενός φρεσκοσκοτωμένου χοίρου.
Η Καρίκα κοίταξε το έφηβο κορίτσι. «Μάλλον όχι. Όλα τα νησιά είναι πυκνοκατοικημένα. Αν βρούμε άλλους ανθρώπους εκεί, τότε ο Ακέλα θα κάνει εμπόριο για φρέσκο φαγητό και θα μας πάει σε άλλο νησί».
Στην καμπύλη του κανό, ο Ακέλα μελετούσε το ξύλινο διάγραμμά του, το οποίο έμοιαζε με παιχνίδι· μικρά κλαδάκια δεμένα μεταξύ τους με κομμάτια ίνας στο σχήμα περίπου ενός ορθογώνιου παραλληλογράμμου. Παρ’ όλ’ αυτά, ήταν ναυτικό διάγραμμα, που έδειχνε τους τέσσερις τύπους ωκεάνιων κυμάτων που παρατηρούνταν στο Νότιο Ειρηνικό. Δεμένα πάνω στο διάγραμμα ήταν μικρά κοχύλια, τα οποία έδειχναν την τοποθεσία γνωστών νησιών.
Χρησιμοποιώντας τη γνώση τους για τα ωκεάνια κύματα, τους εποχικούς ανέμους και τις θέσεις των αστέρων, οι Πολυνησιακοί είχαν διασχίσει το μεγαλύτερο κομμάτι του απέραντου ωκεανού.
Ο Ακέλα κοίταξε πάνω απ’ τον ώμο του προς τον Μέτοα, που καθόταν στην πρύμνη του αριστερού κύτους κρατώντας το κουπί του μέσα στο νερό. Του έκανε σήμα προς τα βορειοανατολικά, λίγο πιο δεξιά από την τωρινή τους κατεύθυνση.
Ο Μέτοα έγνεψε, και μετατόπισε το κουπί του για να πάρει την καινούργια πορεία.
Τα άλλα δύο σκάφη, που βρίσκονταν πίσω στα αριστερά και δεξιά απ’ τα απόνερα του αρχηγικού κανό του Ακέλα, άλλαξαν κι αυτά την πορεία τους για να τον ακολουθήσουν.
«Εάν το νέο νησί δεν είναι πυκνοκατοικημένο, μπορεί να μας υποδεχτούν με ahima’a2», είπε η Χίουα Λάνι.
Η Καρίκα αποκεφάλισε ένα κοκκινόψαρο που σπαρταρούσε. «Με γεύμα»; Γέλασε. «Ναι, με εμάς για το κυρίως πιάτο».
Γέλασαν και οι άλλες γυναίκες, αλλά η Χίουα Λάνι όχι. «Κανίβαλοι; Σαν εκείνους τους βάρβαρους από το Νούκου Χίβα;
«Μάλλον». Η Καρίκα καθάρισε το κοκκινόψαρο και πέταξε τα εντόσθια μέσα σε ένα κομμένο νεροκολόκυθο. «Ποιος ξέρει τί διαβολικά πράγματα παραμονεύουν σε μερικά απ’ αυτά τα απομονωμένα νησιά».
Η Χίουα Λάνι έκοψε έναν αρτόκαρπο. «Ελπίζω να παραμονεύουν μερικοί φιλικοί νέοι άντρες σε αυτά τα νησιά».
«Χίουα Λάνι», της απάντησε η Καρίκα, «έχουμε ήδη τέσσερις πολύ καλούς νέους άντρες πάνω στα κανό μας».
Η Χίουα Λάνι τίναξε τα μακριά μαύρα μαλλιά της πάνω απ’ τον γυμνό ώμο της. «Είναι όλοι τους τόσο ανώριμοι. Θα προτιμούσα να παντρευτώ κανίβαλο».
«Κοίτα εκεί». Η Καρίκα έδειξε δυτικά με το μαχαίρι της, σε ένα σημείο όπου μαύρα σύννεφα σχημάτιζαν μια γραμμή πάνω απ’ τον ορίζοντα της μπλε θάλασσας.
«Λοιπόν», μίλησε η Χίουα Λάνι, «τουλάχιστον θα έχουμε καθαρό νερό απόψε». Σηκώθηκε και πέταξε τον αρτόκαρπο στα πεινασμένα γουρούνια.
«Ναι». Η Καρίκα κοίταξε με ένα γρήγορο βλέμμα το μπροστινό αρμάτωμα, όπου πριν μερικά λεπτά κάθονταν ο άντρας και η κόρη της. «Υποθέτω πως θα ‘χουμε».
Ο Ακέλα στάθηκε όρθιος στην καμπύλη του αριστερού κύτους, με τα χέρια του να σκεπάζουν τα μάτια καθώς παρατηρούσε την καταιγίδα.
Η μικρή Τεβίτα, δίπλα του, μιμούνταν τον πατέρα της.
Στη διάρκεια των βροχών, οι γυναίκες σχημάτιζαν την αχυροσκεπή σε κωνικό σχήμα ώστε το νερό της βροχής να πέφτει μέσα σε άδειες καρύδες. Όταν γέμιζαν, τις έκλειναν με ξύλινα καπάκια και τις αποθήκευαν στο κάτω μέρος των κανό.
Πριν ξεκινήσουν το μακρινό τους ταξίδι, οι γυναίκες είχαν τρυπήσει πενήντα φρέσκες καρύδες, είχαν στραγγίσει το υγρό τους για να το χρησιμοποιήσουν για μαγείρεμα, και τις τοποθέτησαν πάνω σε διάφορες μυρμηγκοφωλιές. Μέσα σε λίγες μέρες, τα μυρμήγκια είχαν καθαρίσει το εσωτερικό των καρυδών επιτυχώς, αφήνοντας πίσω καθαρά και ανθεκτικά σκεύη για την αποθήκευση πόσιμου νερού.
Μόλις γέμιζαν οι καρύδες από το νερό που κατέβαινε από το στέγαστρο, έπλεναν τα παιδιά με το υπόλοιπο για να φύγει το αλάτι απ’ τα κορμιά τους.
Η Τεβίτα είχε την σημαντικότατη δουλειά σίτισης και προστασίας της φρεγάτας. Η μεγάλη φρεγάτα, όπως την ονόμαζαν, είχε άνοιγμα φτερών σχεδόν δύο μέτρων, και ήταν από τα σημαντικότερα μέλη του πληρώματος.
Όταν πίστευε ο Ακέλα πως πλησίαζαν σε νησί, άφηνε τη φρεγάτα ελεύθερη, και όλη την έβλεπαν να πετά ψηλά στον αέρα ώστε να πετάξει μακριά στον ορίζοντα.
Το θαλασσοπούλι δεν πλησιάζει ποτέ το νερό, διότι δεν κατέχει νηκτική μεμβράνη στα δάχτυλα των ποδιών του, και τα φτερά του δεν είναι αδιάβροχα. Αν δε βρει στεριά, θα επιστρέψει στα κανό.
Αν δεν επιστρέψει, αυτά είναι καλά νέα, γιατί αυτό σημαίνει ότι βρίσκεται νησί αρκετά κοντά. Έτσι, ο Ακέλα μετά θα αλλάξει πορεία προς την κατεύθυνση που πέταξε το πουλί.
* * * * *
Κοιτούσαν τον ορίζοντα με τις καταιγίδες όλο το απόγευμα, και όταν ήρθε η νύχτα, φώτιζαν ανά λίγα δευτερόλεπτα κεραυνοί τον σκοτεινό ουρανό, ενώ οι βροντές ταρακουνούσαν τα τρία εύθραυστα σκάφη, και τα ανήσυχα ζώα έκρουαν και τσίριζαν.
Ο Ακέλα είχε αλλάξει την πορεία τους προς την ανατολή, σε μια προσπάθειά του να πλεύσει περιμετρικά των καταιγίδων, αλλά αυτές μεγάλωναν και εξαπλώθηκαν προς την κατεύθυνσή του, σαν να ανέμεναν αυτή την κίνηση προς διαφυγή.
Θα μπορούσε να γυρίσει και να πλεύσει με τους ανέμους, αλλά οι καταιγίδες θα τους έφταναν.
Έδεσαν τα ζώα και οτιδήποτε άλλο δεν ήταν ασφαλισμένο στις σανίδες.
Τα παιδιά συγκεντρώθηκαν στο κατάστρωμα, κρατώντας τα ζώα και σχοινιά ασφαλείας δεμένα στα κανό.
Η καταιγίδα στην ανοιχτή θάλασσα είναι πάντα φοβερή, αλλά τη νύχτα είναι τρομακτικότατη.
Κεφάλαιο 4
Χρονοδιάγραμμα: 31 Ιανουαρίου, 1944. Αμερικανική εισβολή στο νησί Κουβαλέιν στον Ειρηνικό Ωκεανό
Ο Γουίλιαμ Μάρτιν κοίταξε τον φίλο του. «Είσαι καλά, Κίσλερ»;
Ο Στρατιώτης Κίσλερ κατέβασε το κεφάλι γρήγορα όταν άλλη μια ιαπωνική σφαίρα πέρασε από πάνω του και χτύπησε το σκάφος Χίγκινς που τους κουβαλούσε. «Ναι ρε, τέλεια είμαι».
Ο Μάρτιν σηκώθηκε για να κοιτάξει πάνω από την άκρη του αποβατικού σκάφους.
Εκείνη τη στιγμή άνοιξε πυρά ένα ιαπωνικό πολυβόλο, και ακούστηκε ο εξοστρακισμός τεσσάρων σφαιρών πάνω στα ατσάλινα κιγκλιδώματα του σκάφους.
«Στρατιώτη»! Ο Υπολοχαγός Μπράντλεϊ φώναξε από το εμπρόσθιο μέρος του αποβατικού. «Κατέβασε το κεφάλι σου»!
«Μάλιστα, κύριε»! Ο Μάρτιν έπεσε δίπλα στον Κίσλερ.
Ο λέμβαρχος του σκάφους γύρισε το πολυβόλο διαμετρήματος όλμων τριάντα εκατοστών για να σκοτώσει τους Ιάπωνες πυροβολητές πιο πάνω απ’ την παραλία.
«Σαράντα μέτρα ακόμη, Κίσλερ», του είπε ο Μάρτιν.
«Νιώθω ότι θα ξεράσω», του απάντησε.
«Σταμάτα. Συγκεντρώσου». Χτύπησε ελαφρά τον ώμο του Κίσλερ.
«Ακούστε, άντρες»! Φώναξε ο Μπράντλεϊ. «Ελέγξτε τα όπλα σας, και ετοιμαστείτε για την απόβαση».
Ενώ μιλούσε στον Κίσλερ, ο Μάρτιν έσφιξε το λουράκι του κράνους του. «Ο Λοχαγός Ρόζενθαλ μας είπε ότι η απόβαση στο Κουβαλέιν θα είναι παιχνιδάκι μπροστά στη μάχη του Ταραγουά3.
«Ταραγουά». Ο Κίσλερ ξεφύσησε. «Οι Ιάπωνες κατάσφαξαν τους άντρες μας στην παραλία του Μπετίο4».
«Ναι, αλλά νικήσαμε. Έτσι δεν είναι»;
«Ναι, νικήσαμε. Αφού χάσαμε χίλιους εξακόσιους άντρες. Και πόσο διάστημα σε είχαν σε εκείνο το νοσοκομείο στη Νέα Ζηλανδία»;
«Δε ξέρω. Μπορεί και έξι βδομάδες», του απάντησε ο Μάρτιν. «Αλλά με γιάτρεψαν μια χαρά».
«Έπρεπε να σε είχαν στείλει πίσω στις Πολιτείες. Οποιοσδήποτε δέχεται σφαίρα στο στομάχι και πληγές από θραύσματα αξίζει να γυρίσει πίσω».
«Δεν ήθελα να πάω πίσω. Ήρθα εθελοντικά».
«Είσαι τρελάρας, το ξέρεις–»
«Πεζοναύτες! Τριάντα δευτερόλεπτα»! Ο Υπολοχαγός Μπράντλεϊ άρπαξε το 45άρι του. «Ετοιμαστείτε να τους γαμήσετε»!
Οι τριάντα έξι στρατιώτες της Τέταρτης Διμοιρίας Πεζοναυτών ούρλιαξαν τις πολεμικές κραυγές τους καθώς το αποβατικό σκάφος σωριάστηκε πάνω στην παραλία και έριξε την μπροστινή ράμπα πάνω στην αμμουδιά.
Ο Μπράντλεϊ έτρεξε προς την παραλία, με τους άντρες του να τον ακολουθούν.
Οι Στρατιώτες Μάρτιν και Κίσλερ άρπαξαν δύο φορεία και βγήκαν τελευταίοι. Στα άσπρα τους περιβραχιόνια ήταν ραμμένοι κόκκινοι σταυροί, καθώς κι έφεραν βαμμένους κόκκινους σταυρούς στο μπροστινό και πίσω μέρος του κράνους τους. Ως τραυματιοφορείς θεωρούνταν άμαχοι, αλλά κρατούσαν και το αυτόματο 45άρι πιστόλι τους για να μπορούν να αμύνονται.
Μέχρι να κατέβουν τη ράμπα, τρεις στρατιώτες κείτονταν στην άμμο.
Έτρεξαν στον πρώτο άντρα και τον γύρισαν. Ήταν νεκρός.
«Έλα»! Φώναξε ο Μάρτιν ενώ έτρεχε στον δεύτερο στρατιώτη.
Ο ίδιος με τον Κίσλερ άφησαν κάτω τα φορεία τους και έπεσαν στα γόνατα δίπλα στον δεύτερο στρατιώτη.
«Υπολοχαγέ Μπράντλεϊ»!
Ο Μάρτιν δεν είδε πουθενά αίμα, αλλά ήταν φανερό ένα μεγάλο βαθούλωμα στο κράνος του αξιωματικού. Ξεκούμπωσε τα λουριά του κράνους και το αφαίρεσε από το κεφάλι του αργά· ακόμη δεν έβλεπε αίμα. Με τα δάχτυλά του άγγιξε απαλά όλο το κρανίο του Μπράντλεϊ.
Τουφεκιές πέταξαν άμμο μισό μέτρο μακριά.
Ο Κίσλερ έπεσε κάτω, με τα χέρια πάνω απ’ το κεφάλι.
«Σε χτύπησαν»; Ούρλιαξε ο Μάρτιν.
«Όχι». Ακόμη όμως καθόταν χαμηλά στην άμμο.
Ο Μάρτιν ξαναγύρισε προς τον Υπολοχαγό. «Διάσειση», ψιθύρισε, και κοίταξε προς τον τρίτο άντρα που ήταν ξαπλωμένος πιο πέρα. Η μπλούζα του ήταν μουλιασμένη στο αίμα. Ο στρατιώτης σφάδαζε στους πόνους και κρατούσε γερά το θώρακά του. «Κίσλερ, πήγαινε δες τον ΜακΝτέρμοτ».
Ο Κίσλερ ανέλαβε τον ΜακΝτέρμοτ καθώς οι υπόλοιποι Πεζοναύτες πίεζαν προς τα πάνω, με καταιγισμό πυρών από τουφέκια και πυροβολικά. Έπεσαν άλλοι δυο στρατιώτες.
«Πήγαινε»! Φώναξε ο Μάρτιν.
Ο Κίσλερ σηκώθηκε όρθιος. «Αναθεματισμένοι μαλάκες»! Έτρεξε προς τον ΜακΝτέρμοτ.
«Πού...», μίλησε λίγο ο Υπολοχαγός Μπράντλεϊ.
«Ήρεμα, Υπολοχαγέ», του απάντησε ο Μάρτιν, «σας χτύπησαν στο κεφάλι».
«Πού...είναι οι άντρες μου»; Προσπάθησε να σηκωθεί.
Ο Μάρτιν τον βοήθησε να κάτσει όρθιος. «Θα σας πάμε πίσω στο αποβατικό».
«Τί; Όχι»! Τα μάτια του Υπολοχαγού κοίταξαν με αγανάκτηση. Επέκτεινε το χέρι για να πιάσει τον Μάρτιν από τη μπλούζα, αστόχησε, και ξαναπροσπάθησε. Άρπαξε τον γιακά του Μάρτιν με τα δυο χέρια. «Δε φεύγω. Κατάλαβες τί σου είπα»;
«Έχετε τραύμα στο κεφάλι, κύριε. Πρέπει να σας πάω στο Χίγκινς για να σας πάνε στους γιατρούς του πλοίου».
«Ηλίθιε μαλάκα! Δεν έχω καν ρίξει ακόμα. Πού είναι το 45άρι μου»;
Ο Μάρτιν είδε το πιστόλι μέσα στην άμμο. Το πήρε, καθάρισε την άμμο από την κάννη και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι του Μπράντλεϊ.
«Βοήθα με να σηκωθώ».
Ο Μάρτιν σηκώθηκε και τον βοήθησε.
«Το κράνος μου».
Ο Μάρτιν του το έδωσε. «Ένα λεπτό, κύριε. Να δω τα μάτια σας».
Ο Μπράντλεϊ κοίταξε τον Μάρτιν.
Δε στριφογύριζαν πια τα μάτια του, και φαινόταν πως μπορούσε να συγκεντρωθεί.
«Μια χαρά βλέπω, Στρατιώτη. Αν καθόσουν και ακίνητος, θα σε έβλεπα καλύτερα».
Ο Μάρτιν χαμογέλασε. «Εντάξει, Υπολοχαγέ. Δώστε πόνο».
«Αυτό θα κάνω». Ο Μπράντλεϊ φόρεσε το κράνος του. «Πήγαινε τώρα να κοιτάξεις τους τραυματισμένους που σε χρειάζονται πραγματικά».
Είπε στον Μάρτιν, κι έτρεξε να προφτάσει τους άντρες του. Η ισορροπία του δεν ήταν καλή, κι έγερνε προς τ’ αριστερά, αλλά ήταν αποφασισμένος να ξαναμπεί στη μάχη.
Ο Μάρτιν πήρε το φορείο και έτρεξε στον Κίσλερ, ο οποίος ασκούσε πίεση με μια γάζα στον θώρακα του ΜακΝτέρμοτ.
Ο Μάρτιν έπεσε στα γόνατα. «Λοχία ΜακΝτέρμοτ».
«Ναι»;
«Θα σας ανεβάσουμε στο φορείο και θα σας πάμε στο σκάφος. Είστε έτοιμος»;
Ο ΜακΝτέρμοτ ένευσε.
«Σήκωσε τα πόδια, Κίσλερ».
Ο ΜακΝτέρμοτ ούρλιαξε όταν τον σήκωσαν.
«Θα γίνετε καλά», του είπε ο Μάρτιν, και έκανε νόημα στον Κίσλερ να σηκώσουν το φορείο. Περπάτησαν γρήγορα προς τη θάλασσα.
Με το που άφησαν τον ΜακΝτέρμοτ στο κατάστρωμα το σκάφους, ένας ναυτικός νοσοκόμος τον ανέλαβε και άρχισε να καθαρίζει την πληγή του.
Άρπαξε ο Μάρτιν ένα άλλο φορείο κι έτρεξαν μαζί με τον Κίσλερ πάλι προς τη ράμπα.
Υπήρχαν άλλοι πέντε τραυματίες εκεί που έσκαγε το κύμα στην παραλία. Ο πρώτος άντρας ήταν ξαπλωμένος στην άμμο, καπνίζοντας ένα Λάκι Στράικ. Ήταν χτυπημένος από σφαίρα στη δεξιά του γάμπα. Ενώ έδενε την πληγή ο Κίσλερ, ο Μάρτιν έτρεξε στον επόμενο· είχε πυροβοληθεί δύο φορές στο θώρακα και ήταν ήδη νεκρός. Ο τρίτος είχε τραύμα στο κεφάλι, αλλά ήταν ζωντανός. Μια σφαίρα είχε χτυπήσει την άκρη του κράνους του, ταρακουνήθηκε στο εσωτερικό του και βγήκε από την πλευρά του αριστερού κροτάφου, δημιουργώντας μια σχισμή δέκα εκατοστών.
«Πώς σε λένε, Στρατιώτη»; Ο Μάρτιν τον ήξερε, αλλά ήθελε να τον κάνει να μιλήσει.
«Σμόδερς».
«Καλώς». Ο Μάρτιν του αφαίρεσε το κράνος. «Βαθμός»;
«Οπλίτης».
«Μονάδα»; Έβγαλε έναν επίδεσμο από το ιατρικό τσαντάκι του.
«Τέταρτη Διμοιρία Πεζοναυτών».
Ο Μάρτιν τύλιξε τον επίδεσμο γύρω απ’ το κεφάλι του Σμόδερς. «Μόλις έτυχες το λαχείο του γυρισμού, Σμόδερς».
Καθώς ο Μάρτιν έδενε τις άκρες του επιδέσμου, άκουσε το αδιαμφισβήτητο βουητό μιας εισερχόμενης οβίδας.
Έπεσε ξαπλωτός πάνω στο σώμα του Σμόδερς και τύλιξε τα χέρια του γύρω απ’ το κεφάλι του.
Μετά από ένα δευτερόλεπτο, ένας όλμος έσκασε δεκαπέντε μέτρα μακριά τους.
Το τράνταγμα ταρακούνησε τον εγκέφαλο του Μάρτιν, αλλά εκείνος δεν έδωσε σημασία.
«Σμόδερς, είσαι καλά»;
«Τί στο διάολο ήταν αυτό»;
«Όλμος. Πρέπει να σε βγάλουμε από δω. Περπατάς»;
«Δε ξέρω».
Έπεσε κι άλλος όλμος, δημιουργώντας έναν πελώριο κρατήρα στην άμμο τριάντα μέτρα πιο πέρα.
Σηκώθηκε ο Μάρτιν, μετά τον Σμόδερς. «Κρατήσου από μένα. Μόνο κατηφόρα έχει μέχρι το σκάφος».
Πίσω τους και πάνω από την παραλία, κάμποσα πολυβόλα άνοιξαν πυρά. Ιαπωνικοί όλμοι και πυροβολικά βομβάρδιζαν τους Αμερικανούς καθώς πίεζαν προς το κέντρο του νησιού. Υψώθηκαν μαύρα πυκνά σύννεφα πάνω απ’ το πεδίο μάχης, σαν να καίγονταν ταυτόχρονα εκατοντάδες πετρελαιοπηγές.
Είχαν διασχίσει τη μισή παραλία όταν άκουσαν τον βρυχηθμό τριών αμερικανικών μαχητικών F6F, μόλις δέκα μέτρα πάνω απ’ τα κύματα της θάλασσας.
Ο Μάρτιν και ο Σμόδερς έσκυψαν από τον εκκωφαντικό θόρυβο των μαχητικών πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Κουνούσαν γρήγορα τα κεφάλια τους για να ακολουθήσουν τους πιλότους, οι οποίοι κατεύθυναν τα μαχητικά προς τον ουρανό, και όταν έφτασαν πάνω από τις δεντροκορφές έπεσαν απότομα αριστερά σε σχηματισμό, ώστε να επιτεθούν στα Ιαπωνικά τανκ και οχυρά πολυβόλων με τα κανόνια διαμετρήματος 20 χιλιοστών.
Όταν ανέβηκαν στο αποβατικό, ο Μάρτιν βοήθησε τον Στρατιώτη Σμόδερς να κάτσει στη γαλαρία, κι έπειτα έτρεξε στην παραλία δίπλα στον Κίσλερ για να τον βοηθήσει να μεταφέρει έναν άντρα με πληγή στο πόδι.
Μέσα στο αποβατικό πήραν άλλο ένα φορείο και βιάστηκαν να ξαναβγούν στην παραλία.
Άλλοι νοσοκόμοι μάχης φρόντιζαν άλλους λαβωμένους κοντά στους πρώτους κορμούς δέντρων.
«Έλα, Κίσλερ», του είπε ο Μάρτιν, «πρέπει να φτάσουμε τη μονάδα μας».
Στο τέλος της παραλίας, πήδηξαν πάνω από έναν φλεγόμενο φοίνικα κι έτρεξαν προς τα εκεί που άκουγαν πυροβολισμούς. Απέφευγαν τους κρατήρες των όλμων βιαστικά για να βρουν την Τέταρτη Διμοιρία Πεζοναυτών.
Είκοσι μέτρα από την παραλία, βρήκαν έναν στρατιώτη ξαπλωμένο μπρούμυτα πίσω από έναν πεσμένο φοίνικα.
Ο Μάρτιν άφησε κάτω το φορείο και γονάτισε για να τον γυρίσει. Έχει σοβαρές πληγές από σφαίρες στο αριστερό του χέρι, και το μισό του πρόσωπο ήταν γεμάτο αίμα. Τέσσερις χειροβομβίδες κρέμονταν από τους ιμάντες στο θώρακά του.
Μια τσάντα στην οποία αναγράφονταν «Εκρηκτική Ύλη» ήταν παρατημένη δίπλα στον τραυματισμένο άντρα. Ο Μάρτιν σήκωσε απαλά το κεφάλι του άντρα και τοποθέτησε την τσάντα με την εκρηκτική ύλη από κάτω για μαξιλάρι.
«Γεια σου, Ντάφι», του είπε. «Με ακούς»;
Ο Στρατιώτης Ντάφι άνοιξε τα μάτια του, τα οποία πορεύτηκαν πρώτα στο πρόσωπο του Μάρτιν, μετά στου Κίσλερ και πάλι πίσω. Χαμογέλασε. «Γιατί αργήσατε τόσο πολύ»;
«Συνήθως σηκώνεις το χέρι σου για να έρθει το γκαρσόνι». Ο Μάρτιν έβγαλε το μαχαίρι του για να σκίσει το μανίκι του τραυματισμένου χεριού.
Ο Ντάφι χαχάνισε. «Θα μου φέρεις...μια μπριζόλα και...»
Εκείνη τη στιγμή εξοστρακίστηκε μια σφαίρα πάνω στην πέτρα πίσω τους. Ο Μάρτιν με τον Κίσλερ έσκυψαν. Δυο ακόμη πυροβολισμοί χτύπησαν, σηκώνοντας χώμα.
«Εε»! Ούρλιαξε ο Κίσλερ. «Ηλίθιοι μαλάκες, δε βλέπετε τον κόκκινο σταυρό που φοράμε στα–»
Τον χτύπησε μια σφαίρα, κι έπεσε κάτω στριφογυρίζοντας. Με το που έπεσε στο έδαφος πάτησε μια κραυγή.
Ο Μάρτιν σύρθηκε προς τον φίλο του. «Σε χτύπησαν»;
«Δεν...δεν...»
Σφαίρες πολυβόλων γάζωσαν το ανάχωμα πίσω τους.
Ο Μάρτιν έσυρε τον Κίσλερ στον κορμό του πεσμένου φοίνικα. Άρπαξε το 45άρι του κι έριξε μια γρήγορη ματιά από πάνω. Θρυμμάτισαν τον φλοιό άλλες δυο σφαίρες. Ο Μάρτιν έσκυψε γρήγορα.
«Είναι γαμημένο τανκ»!
Κεφάλαιο Πέντε
Χρονοδιάγραμμα: Σήμερον ημέρα, Πολιτεία της Φιλαδέλφειας, ΗΠΑ
Ο Ντόνοβαν χτύπησε την πόρτα. Έπειτα από μια στιγμή, η Σάντια την άνοιξε με τον τηλεφωνικό κατάλογο στα χέρια της.
Τον κοίταξε με απορία.
«Θα σε πείραζε εαν έριχνα άλλη μια ματιά στα γράμματα»; τη ρώτησε.
Δεν ανταποκρίθηκε κατευθείαν. Την είδε να πιέζει με τα δάχτυλά της τον δεξιό της κρόταφο και να κλείνει τα μάτια.
Πονάει, σκέφτηκε ο Ντόνοβαν. Ίσως έχει πονοκέφαλο.
«Θα ήθελα...» Φάνηκε να χάνει τον συνειρμό της.
Ο Ντόνοβαν κατάλαβε τί προσπαθούσε να του πει. Θα ήθελε να ρίξω άλλη μια ματιά.
«Εντάξει».
Τον άφησε για να επιστρέψει στο δωμάτιο του προπάππου της.
Εκείνος μπήκε στο σπίτι και την ακολούθησε, κλείνοντας την πόρτα πίσω του.
Παρατήρησε το σπίτι καλύτερα αυτή τη φορά. Όλα τα πατώματα είχαν λινοτάπητα, κάθε δωμάτιο με διαφορετικό χρώμα και μοτίβο. Στα σημεία όπου είχε ξεφτίσει και υποχωρούσε, κάποιος τα είχε καρφώσει με μεγάλα καρφιά. Υπήρχαν εδώ κι εκεί ριχτάρια και χαλάκια, και οι δαντελωτές κουρτίνες στην κουζίνα φαίνονταν φρεσκοπλυμένες και σιδερωμένες.
Όταν μπήκαν στο δωμάτιο, ο γέρος σήκωσε τον κορμό του και ξαναπήρε την ανυποχώρητη στάση του.
«Ημί-ανάς, Στρατιώτη», είπε ο Ντόνοβαν, προσπαθώντας να φέρει λίγο χιούμορ στην κατάσταση.
Περιέργως, ο προπάππους Μάρτιν σήκωσε ένα ροζιασμένο χέρι σε στρατιωτικό χαιρετισμό, και χαλάρωσε λίγο.
«Κάτσε εδώ αν...» προσπάθησε να πει η Σάντια, δείχνοντας στον Ντόνοβαν έναν καναπέ καλυμμένο ένα καφεκίτρινο σκέπασμα.
Ο Ντόνοβαν έκατσε στον καναπέ κι άφησε τον χαρτοφύλακά του στο πάτωμα, δίπλα στα πόδια του. Η Σάντια του έφερε πάλι τον πάκο με τα χαρτιά, τα τοποθέτησε δίπλα του κι έκατσε απέναντί του. Φορούσε μια μακριά ξεφτισμένη φούστα ανοιχτού γαλάζιου. Θα μπορούσε να ήταν η τελευταία μόδα, ή μεταχειρισμένη. Η μπλούζα της ήταν εκρού, με μικρά μπλε πλαστικά κουμπιά στο μπροστινό μέρος.
Μελέτησε για λίγο την ματιά της. «Έχεις πονοκέφαλο»;
Άγγιξε το κέντρο του μετώπου της. «Μερικές φορές το πρωί». Έτρεξε τα δάχτυλά της κατά μήκος του φρυδιού της στον αριστερό της κρόταφο, και πίεσε δυνατά. «Αυτό, όλη μέρα».
«Έχεις πάρει τίποτε για τον πόνο»;
Εκείνη σούφρωσε τα μάτια της, προφανώς προσπαθώντας να τον καταλάβει.
«Αναλγητικό, ιβουπροφαίνη, ασπιρίνη...»
Η Σάντια σήκωσε τους όμως και κοίταξε τις παλάμες της, που κάθονταν σφιγμένες στην ποδιά της.
«Χάπια»;
«Απ' αυτά δεν έχουμε».
Άνοιξε τον χαρτοφύλακά του ο Ντόνοβαν κι έβγαλε ένα μπουκαλάκι με χάπια για ημικρανίες. Έβγαλε δύο και της τα έδωσε.
Τα έβαλε στο στόμα της και άρχισε να τα μασάει.
«Όχι! Μη– »
Η Σάντια έκανε έναν μορφασμό, κι εκείνος νόμιζε ότι θα τα φτύσει.
Πήρε ένα μπουκάλι νερό απ' τον χαρτοφύλακά του. «Πρέπει να τα πάρεις με νερό».
Του πήρε το μπουκάλι από τα χέρια και ήπιε μεγάλες γουλιές. «Αχ». Έβγαλε τη γλώσσα της έξω και συνέχισε να πίνει. «Είχαν γεύση σαν...»
«Ναι, το ξέρω. Αλλά τουλάχιστον θα αρχίσουν να δράνε αρκετά πιο γρήγορα με αυτόν τον τρόπο».
«Σε...» Του επέστρεψε το μπουκάλι, ενώ με τρεμάμενα δάχτυλα σκούπισε το πάνω χείλος της. «Σε ευχαριστώ».
Ο Ντόνοβαν πήρε τα έγγραφα της στρατιωτικής απόλυσης του κ. Μάρτιν και διάβασε τις πληροφορίες. Ημερομηνία Κατάταξης: 2 Μαρτίου, 1942. Στρατιωτική Ειδίκευση: Νοσοκόμος Μάχης. Μάχες και Εκστρατείες: Μάχη της Ταραγουά, 20 Νοεμβρίου, 1943. Μάχη του Κουβαλέιν, 1 Φεβρουαρίου, 1944. Αιχμάλωτος Πολέμου 1 Φεβρουαρίου 1944 έως 3 Φεβρουαρίου 1944. Βραβεία και Αναφορές–
«Θεέ μου»! Ο Ντόνοβαν έμεινε να κοιτάει το κουτί με την ένδειξη 'Βραβεία και Αναφορές'. Κοίταξε τον κ. Μάρτιν, ο οποίος κοίταξε από αυτόν στη δισεγγονή του.
«Τρία μετάλλια Πέρπλ Χαρτ5», διάβασε ο Ντόνοβαν. «Τρία Χάλκινα Αστέρια Μάχης6, και δύο Ασημένια Αστέρια7». Γύρισε στη Σάντια. «Τα έχεις διαβάσει αυτά»;
«Μπορώ μόνο με...» Σηκώθηκε, έφυγε απ' το δωμάτιο, και ξαναγύρισε με ένα χοντρό βιβλίο. Του το έδωσε.
«Λεξικό. Πρέπει να βρίσκεις λέξεις στο λεξικό για να διαβάζεις»;
Του ένευσε 'ναι' με το κεφάλι.
«Θα σου τα εξηγήσω εγώ. Το Πέρπλ Χαρτ απονέμεται στους στρατιώτες που τραυματίζονται στη μάχη. Ο προπάππους σου έχει τρία τέτοια μετάλλια». Την κοίταξε. «Το Χάλκινο Αστέρι Μάχης σημαίνει ότι έκανε κάτι ηρωικό στο πεδίο της μάχης, πιθανότατα τραυματίστηκε εκείνες τις τρεις φορές επειδή πήρε τρία τέτοια αστέρια. Και δύο Ασημένια Αστέρια. Δεν τα δίνουν αυτά εύκολα. Το Ασημένιο Αστέρι βρίσκεται τρία σκαλοπάτια πιο κάτω απ' το Μετάλλιο Τιμής του Κογκρέσου. Έκανε δηλαδή κάτι παραπάνω από ηρωικό, και το έκανε δύο φορές, μπορεί να έσωσε τις ζωές στρατιωτών στη διάρκεια πυρκαγιάς ή να εξόντωσε στημένα εχθρικά οχυρά με πολυβόλα μόνος του, κάτι τέτοιο».
Η Σάντια πήρε το χέρι του προπάππου της και το κράτησε. «Δε μιλά ποτέ για αυτά πράγματα, αλλά πάντα ξέρω ότι είναι ο ήρωάς μου».
Ο γέρος χαμογέλασε και γέμισαν τα μάτια του δάκρυα.
«Ναι», είπε ο Ντόνοβαν. «Οι στρατιώτες που γύρισαν από τον πόλεμο και καυχιόνταν για τα κατορθώματά τους ήταν συνήθως υπάλληλοι ανεφοδιασμού και μάγειρες. Οι πραγματικοί μαχητές δε μιλούν ποτέ για το τί συνέβη στο πεδίο της μάχης». Διάβασε κι άλλα από το παλιό έγγραφο. «Στο κάτω μέρος της σελίδας γράφει ότι απολύθηκε το 1945 υπό την Παράγραφο Οχτώ και στάλθηκε στο Μπάιμπερι. Τί στο καλό; Ο άνθρωπος έζησε μια κόλαση, πήρε μέρος σε δύο μάχες στον Ειρηνικό, έκανε πέραν του καθηκόντος του για να υπηρετήσει την πατρίδα του, και τραυματίστηκε σοβαρά. Μέσα σε όλ' αυτά, υπήρξε και αιχμάλωτος πολέμου. Έπρεπε να του είχαν κάνει παρέλαση από το Μπρόντγουεϊ έως τη Νέα Υόρκη. Αλλά αντ' αυτού, τον έστειλαν στο Μπάιμπερι, ό,τι στο καλό κι αν είναι αυτό». Γύρισε τη σελίδα, αλλά ήταν κενή. Γύρισε στη Σάντια. «Ξέρεις τί είναι το Μπάιμπερι»;
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Συγνώμη».
Ο Ντόνοβαν κοίταξε τον κ. Μάρτιν. Ο γέρος φορούσε ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη του.
Καταλαβαίνει όλα όσα λέω, αλλά δεν βρίσκεται ακριβώς εδώ μαζί μας.
Ο Ντόνοβαν στράφηκε προς τη Σάντια. «Ποια ήταν η τελευταία φορά που έλαβε τη σύνταξη αναπηρίας»;
Πήγε στο γραφείο και γύρισε με μια εκτυπωμένη δήλωση.
«Α», είπε ο Ντόνοβαν. «Αυτό ήρθε μαζί με την επιταγή. Η αναγραφόμενη ημερομηνία είναι σχεδόν τρεις μήνες πριν».
«Ναι, μιλώντας γι' αυτό».
«Τί έκανε συνήθως όταν λάμβανε την επιταγή του»;
«Πήγαινε σε τράπεζα, μετά σούπερ μάρκετ».
Την έβλεπε λίγο πιο χαλαρή, και τα φρύδια της δεν ήταν μαζεμένα πια. «Πώς είναι το κεφάλι σου»;
Εκείνη χαμογέλασε για πρώτη φορά. «Καλά».
«Ο προπάππους σου έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο όταν σταμάτησε να πληρώνεται»;
«Όταν ήρθε γράμμα, είπε κακές λέξεις, κι άρχισε να κουνιέται κι έπεσε σε πάτωμα. Τον βοήθησα στο κρεβάτι».
«Ναι, πρέπει να ήταν μεγάλο σοκ».
Του ένευσε καταφατικά.
«Σε πειράζει να δω λίγο την κουζίνα σας»;
Τον κοίταξε μπερδεμένη, αλλά μετά κούνησε το κεφάλι της ότι δεν την πείραζε. Σηκώθηκε και τον οδήγησε στην κουζίνα.
Ο Ντόνοβαν είδε ένα μισο-άδειο βαζάκι φυστικοβούτυρο πάνω στον πάγκο, μαζί με μερικές φέτες ψωμί και ένα βάζο ελιές. Το ψυγείο ήταν κατά τ' άλλα άδειο, εκτός από μισό κομμάτι τυρί.
Ήταν συγκλονισμένος αλλά δάγκωσε τη γλώσσα του...προς το παρόν.
Οι πάγκοι, το τραπέζι και ο φούρνος ήταν πεντακάθαρα. Άνοιξε ένα από τα ντουλάπια και είδε τα καθαρά πιάτα στοιβαγμένα και τακτοποιημένα. Στο επόμενο ντουλάπι, στο οποίο συνήθως έμπαιναν η ζάχαρη, το αλάτι, φασόλια και άλλα, βρισκόταν ένα μικρό κουτάκι με μαύρο πιπέρι.
«Πρέπει να πάω να κανονίσω κάτι δουλειές», της είπε. «Θα επιστρέψω σε μισή ώρα. Είσαι εντάξει με αυτό»;
Του πήρε το χέρι. «Τα χάπια εκείνα κάνουν το κεφάλι να πονά καλύτερα».
«Ωραία. Θα σου τα αφήσω, αλλά μην παίρνεις παραπάνω από τέσσερα καθημερινά. Κατάλαβες»;
Του χαμογέλασε. «Ναι».
«Και μην τα μασήσεις».
* * * * *
Ο Ντόνοβαν γύρισε μετά από είκοσι λεπτά, με τρία Μπιγκ Μακ και τρεις μεγάλες Κόκα Κόλες.
Όταν άνοιξε η Σάντια την πόρτα, τα μαλλιά της ήταν κάτω και βουρτσισμένα. Έπεφταν περιμετρικά γύρω από το πρόσωπό της σε κυματιστές μπούκλες, σχεδόν έως τους ώμους της. Χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας τα λευκά, ίσια δόντια της.
Ασπιρίνη, το φάρμακο-θαύμα.
«Αρέσουν στον προπάππου σου τα χάμπουργκερ»;
«Ωω, ναι».
Κούνησαν το τραπεζάκι του σαλονιού μπροστά στον κ. Μάρτιν και άπλωσαν το φαγητό. Η Σάντια και ο Ντόνοβαν έκατσαν στο πάτωμα απέναντι από τον γέρο.
«Τα Μακντόναλντ έχουν τις καλύτερες τηγανιτές πατάτες», είπε ο Ντόνοβαν καθώς βουτούσε μία μέσα σε μια λιμνούλα κέτσαπ.
«Μμμ...» μουρμούρισε η Σάντια καθώς δάγκωνε το χάμπουργκερ. «Τόοοσο ωραίο».
Ο προπάππους της χαμογέλασε και συμφώνησε με ένα νεύμα. Παρόλο που του έλειπαν κάποια δόντια, δεν είχε πρόβλημα ούτε με το χάμπουργκερ ούτε με τις πατάτες.
Η Σάντια ξεκίνησε να μιλά, «Όταν ο παππούς πήγαινε στο σούπερ μάρκετ–»
«Πώς πήγαινε εκεί»; ρώτησε ο Ντόνοβαν καθώς έπινε μια γουλιά Κόκα Κόλα.
«Έχει αμάξι στο γκαράζ».
«Όταν σε ρώτησα γι' αυτό νωρίτερα, μου είπες ότι δεν είχε».
«Ρώτησες αυτοκίνητο».
«Αα, ναι. Σωστά. Μάλλον αυτό ρώτησα. Οπότε, ο προπάππους σου οδηγούσε μέχρι το σούπερ μάρκετ για ψώνια»;
«Μερικές φορές κι εγώ μαζί».
«Είναι εκπληκτικό που μπορεί και οδηγεί ακόμη».
Μετά από μισή ώρα, ο Ντόνοβαν αποχαιρέτησε τη Σάντια και τον παππού της.
* * * * *
Όταν μπήκε μέσα στην Μπιούικ του, τηλεφώνησε στο φίλο του που δούλευε στο νοσοκομείο.
«Κάμελ, χρειάζομαι μια διάγνωση», είπε ο Ντόνοβαν μέσα απ' το τηλέφωνο.
«ΟΚ, λέγε».
«Μιλάει σπαστά Αγγλικά, όχι ασυναρτησίες ούτε ακαταλαβίστικα όμως, και ούτε σαν να 'ναι ξένη. Απλώς μερικές φορές λείπουν λέξεις, κι άλλες δεν τις εκφράζει στην σωστή σειρά. Έχει δυνατούς πονοκεφάλους, σαν ημικρανίες».
«Μ-χμ», μουρμούρισε ο Κάμελ. «Έχει ναυτίες; Είναι θολή η όρασή της»;
Ο Ντόνοβαν έβαλε μπρος και βγήκε στον κεντρικό. «Δε ξέρω. Θα τη ρωτήσω».
«Αν έχει, η διάγνωσή μου θα ήταν ότι πάσχει από υποσκριλίδιο αιμάτωμα, δηλαδή θρόμβος αίματος στον εγκέφαλο, ή θα μπορούσε να είναι όγκος στην περιοχή Broca του μετωπικού λοβού της. Από εκεί ελέγχεται η λειτουργία της ομιλίας».
«Σκατά»!
«Ναι. Ας ελπίσουμε ότι έχει αιμάτωμα· είναι λίγο πιο εύκολο στην αντιμετώπιση. Θέλει επειγόντως αξονική τομογραφία. Αυτά τα πράγματα με τον καιρό μόνο χειροτερεύουν».
«Μπορείς να κάνεις εσύ την αξονική»;
«Ντόνοβαν, είμαι στο πρώτο έτος της πρακτικής μου. Δεν μπορώ να κάνω τίποτ' άλλο, απ' το να ακολουθάω τους γιατρούς και να παίρνω σημειώσεις. Τί ασφάλεια έχει»;
«Δεν έχει ασφάλεια, ούτε λεφτά».
«Τότε πήγαινέ τη στα επείγοντα. Δεν μπορούν να διώξουν κανέναν εκεί, ούτε τους άφραγκους. Αύριο βράδυ έχω τη δεύτερη βάρδια στα επείγοντα. Φέρε την μετά τα μεσάνυχτα, και εάν συμφωνήσουν οι γιατροί με τη διάγνωσή μου, ίσως μπορώ να κάνω κάτι για να βοηθήσω».
«Σ' ευχαριστώ, φίλε–». Το τηλέφωνό χτύπησε δύο φορές. «Με παίρνουν τηλέφωνο, Κάμελ. Θα σε δούμε εκεί απόψε».
«Εντάξει, τα λέμε. Μη ξεχάσεις το GFDW8 το Σαββατοκύριακο».
«Σωστά». Ο Ντόνοβαν έκλεισε την κλήση, και απάντησε στο νέο τηλεφώνημα. «Παρακαλώ»;
«Αμάν πια, γιατί είναι τόσο δύσκολο να σε βρω»;
Γαμώτο! Γιατί δεν κοίταξα το όνομα της επαφής;
«Γεια σου, Κάιλερ».
Γιατί δε με αφήνει αυτή η γυναίκα στην ησυχία μου;
«Τί κάνεις τώρα»;
«Πάω σε μια δουλειά».
«Τί δουλειά»;
«Δουλειά που έχω αργήσει. Τί θέλεις»;
«Τίποτα, απλά να μιλήσουμε».
«Δεν έχουμε να πούμε τίποτε».
«Δε μετράνε τα δύο χρόνια που σου 'δωσα»;
«Εσύ μου έδωσες δύο χρόνια»;
«Ναι, σου έδωσα. Γιατί δε δίνουμε άλλη μια ευκαιρία στη σχέση μας; Το ξέρεις ότι πάντα σε αγαπώ». Έκανε μια παύση η Κάιλερ. «Ακόμα σε αγαπώ».
«Εσύ με χώρισες. Θυμάσαι»;
«Ίσως έκανα ένα λάθος κι εγώ».
«Ίσως»;
«Το μόνο που θέλω είναι να πάμε για ένα ποτό. Αυτό».
«Δε σου είπα ότι έχω αργήσει για μια δουλειά»;
«Όχι τώρα αμέσως. Ίσως αύριο βράδυ. Μπορούμε να πάμε στο Τελευταία Θέση στο Χίντενμπουργκ».
«Το σιχαίνομαι αυτό το μέρος, και ούτως ή άλλως αύριο βράδυ έχω κανονίσει», της απάντησε ο Ντόνοβαν.
«Με ποιον»;
«Δε σε αφορά».
«Είναι εκείνη η γκόμενα, έτσι δεν είναι»;
«Όχι».
«Πώς τη λένε»;
«Ξέχασα».
«Θα μάθω, ξέρεις».
«Αντίο, Κάιλερ».
«Θα δεις το GFDW το Σαββατοκύριακο»;
Ο Ντόνοβαν έκλεισε το τηλέφωνο και το πέταξε στη θέση του συνοδηγού.
Δέκα λεπτά αργότερα ακόμα είχε νεύρα, όταν έφτασε στην οδό Γουίλμπερτ, τον δρόμο της επιστροφής στο σπίτι του, για να πάρει το φορτηγάκι του. Έπρεπε να ηρεμήσει και να τελειώνει με το πρότζεκτ Γουίκερσαμ πριν βραδιάσει.
Κεφάλαιο Έξι
Χρονοδιάγραμμα: 1623 π.Χ., στη μέση του Νότιου Ειρηνικού
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και αποπνικτική, ο αέρας σχεδόν σαν υγρό. Η χαμηλή πίεση τούς έκανε όλους να τσιτώνονται. Φαινόντουσαν σαν να άφριζαν τα μαύρα σύννεφα πάνω απ' τα κεφάλια τους, γεμίζοντας πολύ σύντομα με σκοτάδι όλο τον ουρανό.
Ήρθαν σαν ανακούφιση οι πρώτες στάλες που χτύπησαν απαλά πάνω στα κανό, και το τσίτωμά τους υποχώρησε λίγο.
Καθώς άρχισαν οι άνεμοι να οργιάζουν και να σηκώνονται τα κύματα, ο Ακέλα και ο Λολάνι πέταξαν στα άλλα δύο κανό από ένα χοντρό σκοινί. Το κάθε κανό έδεσε τα σχοινιά σφιχτά, ώστε όλα τους ήταν ενωμένα, αλλά σε αρκετά μεγάλη απόσταση για να μη συγκρουστούν και προκαλέσουν ζημιές.
Κατέβασαν τα πανιά, τα αποθήκευσαν στον αποθηκευτικό χώρο των κανό στο κάτω μέρος και σιγουρεύτηκαν πως όλα ήταν ασφαλισμένα και δεμένα πάνω στα σκάφη. Τοποθέτησαν τα παιδιά του κάθε κανό στο κέντρο των μεγάλων πλατφόρμων κάτω από τις κωνικές αχυροσκεπές, με μία γυναίκα να επιβλέπει την κάθε ομάδα. Οι υπόλοιποι ενήλικες βρίσκονταν στα κουπιά. Έπρεπε να κρατούν τις πλώρες των κανό προς τα εισερχόμενα κύματα· ειδάλλως, ρίσκαραν να αναποδογυρίσουν. Αφού δεν είχαν τα κανό τους πηδάλιο, τα κουπιά ήταν το μόνο μέσο πλοήγησης των σκαφών. Τα μεσάνυχτα, τα κύματα έσπαγαν σε σημείο ψηλότερο από τα κατάρτια, ενώ ο άνεμος μαστίγωνε τις αφρισμένες άκρες.
Τα κύματα έφερναν στην επιφάνεια τη μυρωδιά ζωντανών οργανισμών από τη θάλασσα, και σε συνδυασμό με αυτή, διακρινόταν και αυτή του καθαρού αέρα, αραιωμένη αρκετά από τα χτυπήματα των κεραυνών.
Τα μικρά σκάφη σκαρφάλωναν τις ράχες των μεγάλων κυμάτων και τραμπάλιζαν στην κορυφή, ώσπου ο άνεμος τα έφερνε κάτω, και τα γλιστρούσε μέσα στο βαθύ κοίλωμα που σχημάτιζαν ο άνεμος και τα κύματα, καθώς στριφογύριζαν και περιδινούνταν.
Οι αστραπές πηδούσαν από σύννεφο σε σύννεφο και χτυπούσαν τη θάλασσα γύρω τους, καθώς το εκκωφαντικό μπουμπουνητό τους επιτίθονταν απ' όλες τις πλευρές.
Άντρες και γυναίκες έδιναν αγώνα ωρών να κρατήσουν τα κουπιά τους και τα σκάφη κατευθυνόμενα προς τα κύματα. Δε σταμάτησαν ούτε για νερό, ούτε φαγητό. Με τη σειρά, έβγαζαν το θαλασσόνερο απ' τα εύθραυστα σκάφη τους που συνεχώς απειλούσε να τα βυθίσει. Όλοι ήταν εξουθενωμένοι· τα κορμιά τους πονούσαν από την εξάντληση αλλά δεν υπήρχε χρόνος για διαλείμματα.
Μια αστραπή ελίχθηκε σαν φίδι στο κάτω μέρος των μαύρων σύννεφων, αφήνοντας μια στιγμιαία θραύση κεραυνού.
Σαν να το χτύπησε κεραυνός, το μεσαίο κανό εκσφενδονίστηκε από την κορυφή ενός πελώριου κύματος και αναποδογύρισε όταν χτύπησε πάλι μέσα στο νερό. Οι άνθρωποι και τα ζώα πετάχτηκαν μέσα στην αναστατωμένη θάλασσα, ενώ κάποιοι άλλοι βούλιαξαν μέσα μαζί με το γυρισμένο σκάφος.
Τα δύο σκοινιά τσιτώθηκαν καθώς έπεφτε το κανό, τραβώντας και τα άλλα δύο κοντά του.
Ο Ακέλα άρπαξε το μαχαίρι του, και ενώ άντρες, γυναίκες και παιδιά ήδη κρατούσαν με τα χέρια τους το σχοινί για να τραβηχτούν προς το μέρος του, εκείνος άρχισε να το κόβει. Αν δεν το έκοβε, το μεσαίο κανό θα τους τραβούσε όλους μέσα.
Ο Κάλεϊ, στο τρίτο κανό, συνειδητοποίησε τί συνέβαινε καθώς το σκάφος του τραβιόταν από το βυθιζόμενο μεσαίο κανό. Προσπάθησε να λύσει τον κόμπο του σκοινιού, αλλά είχε βραχεί και είχε σφίξει. Έπιασε το μαχαίρι του και άρχισε να κόβει το σκοινί.
Οι άνθρωποι που κρατούσαν σφιχτά το σκοινί φώναζαν στον Ακέλα καθώς το πέτρινο μαχαίρι του πριόνιζε τις υγρές ίνες. Επιτέλους, κόπηκε, και το τεντωμένο σκοινί πετάχτηκε μακριά, αφήνοντας τους ανθρώπους να κολυμπούν μανιασμένα και να προσπαθούν να φτάσουν σε ένα από τα δύο κανό.
Ο Ακέλα στάθηκε αμίλητος για ένα λεπτό, παγωμένος από τον τρόμο στο θέαμα της πράξης του.
Η Χίουα Λάνι βούτηξε μέσα στο νερό και κολύμπησε σε μια γυναίκα που προσπαθούσε να κρατήσει τα κεφάλια των δύο παιδιών της πάνω απ' το νερό.
Ο Ακέλα πέταξε το μαχαίρι του και βούτηξε κι αυτός στην μανιασμένη θάλασσα.
Μαζί, η Χίουα Λάνι και η γυναίκα ανέβασαν τα δύο παιδιά στο κανό. Όταν ανέβηκε η γυναίκα, η Χίουα Λάνι τής έφερε κοντά τα παιδιά της. Και μετά παρατήρησε το νερό για άλλους που κολυμπούσαν.
Ο Ακέλα άρπαξε ένα μικρό αγόρι από τα χέρια της μητέρας του και το φόρτωσε στην πλάτη του. «Κρατήσου γερά, Μίκολα»! Φώναξε ο Ακέλα καθώς κολυμπούσε προς το κανό του.
Ο Μίκολα τύλιξε τα χέρια του γύρω απ' το λαιμό του Ακέλα και έσφιξε δυνατά.
Οι άνθρωποι στα δύο κανό έκαναν κουπί πλαγίως, φέρνοντας εκείνους που κολυμπούσαν κοντύτερα στα σκάφη.
Ο Ακέλα έσπρωξε το παιδί μέσα στα χέρια μιας γυναίκας που περίμενε στο κανό, και μετά κατευθύνθηκε προς ένα κορίτσι που ζοριζόταν από το πάφλασμα των κυμάτων και του δυνατού αέρα.
Τώρα, τα δύο κανό βρίσκονταν κοντά μεταξύ τους στο κανό που βυθίστηκε. Με την καταιγίδα να μην κοπάζει ακόμα, ήταν αδύνατο να γνωρίζουν πόσοι από τους δεκαοχτώ ενήλικες και παιδιά από το μεσαίο κανό είχαν σωθεί από το νερό.
Ο Ακέλα κολυμπούσε και κοιτούσε τριγύρω, ψάχνοντας για κάποιον άλλον μέσα στη θάλασσα.
Η Χίουα Λάνι ήρθε κοντά του κολυμπώντας. «Δε βλέπω άλλους ανθρώπους», φώναξε μέσα από το σφύριγμα του αέρα.
«Ούτε εγώ».
Καθώς οι δυο τους παρασύρθηκαν στην κορυφή του επόμενου κύματος, συνέχισαν να ψάχνουν μέσα στα νερά για άλλα θύματα. Με πολύ λίγο φως από τις αστραπές, σκάναραν τη θάλασσα που στροβίλιζε μπροστά τους.
Τότε είναι που ο Ακέλα είδε μια γυναίκα από το κανό του να φωνάζει και να κουνάει τα χέρια της. Ο ήχος της φωνής της έσπαγε από τον άνεμο, αλλά εκείνος έβλεπε πως ήταν ταραγμένη για κάτι. Έδειχνε προς τα κάτω το νερό, και φώναζε φρενιασμένα. Οι άλλοι στο κανό φώναζαν και έδειχναν το νερό.
«Κάτι είναι από κάτω»! Ούρλιαξε η Χίουα Λάνι.
Πήραν και οι δυο βαθιές ανάσες και καταδύθηκαν κάτω απ' τα κύματα.
Οι συνεχείς αστραπές στον ουρανό πρόβαλλαν μια μυστήρια πράσινη λάμψη μέσα στο νερό. Μέσα σε αυτό το θολό, δονούμενο φως, είδε ο Ακέλα το αναποδογυρισμένο κανό, τρία μέτρα σε βάθος, να κατεβαίνει αργά προς την άβυσσο. Το έδειξε στη Χίουα Λάνι, κι εκείνη του ένευσε.
Κολύμπησαν προς το κανό, και μπήκαν από κάτω του.
Εκεί, ο Ακέλα είδε τα πόδια ενός παιδιού να κλοτσούν το νερό. Ήταν μπλεγμένο μέσα στα σκοινιά. Κολύμπησε στο πλευρό της. Το κεφάλι του ανήλθε σε ένα κενό αέρος που είχε δημιουργηθεί κατά το αναποδογύρισμα του σκάφους. Μέσα στην τρεμάμενη πράσινη λάμψη, έβλεπε τον τρόμο στα μάτια της, καθώς και στα μάτια απ' το γουρουνάκι που κρατούσε στην αγκαλιά της.
Το κορίτσι άρπαξε τον Ακέλα από τον λαιμό. «Ακέλα, το ήξερα ότι θα ερχόσουν να με σώσεις».
Έφτασε δίπλα τους και η Χίουα Λάνι. Ξεροκατάπιε μια ανάσα αέρα και κοίταξε από δω και από κει με γουρλωμένα μάτια. Χαμογέλασε πλατιά.
«Λεκία Μόι», είπε, παίρνοντας άλλη μια ανάσα, «δε σου έχω πει να μην παίζεις με το γουρούνι σου κάτω από τα κανό»;
Το οχτάχρονο γέλασε και ελευθέρωσε το ένα της χέρι για να την αγκαλιάσει. «Σε αγαπώ, Χίουα Λάνι».
Το κανό έτριξε και γύρισε στο πλάι.
Το γουρουνάκι στρίγκλιζε, και οι υπόλοιποι κοίταξαν την πάνω όψη του κανό καθώς εκείνο γυρνούσε· ο αέρας που είχε εγκλωβιστεί σύντομα θα δραπέτευε.
«Εάν φτάσουμε τον πάτο της θάλασσας δε θα με αγαπάς τόσο πολύ», είπε η Χίουα Λάνι.
«Πάρε τρεις μεγάλες βαθιές ανάσες, Λεκία Μόι», της είπε ο Ακέλα, «γιατί τώρα θα πρέπει να ξαναπάμε στην καταιγίδα».
Η Λεκία Μόι άρχισε να ανασαίνει βαθιά.
Η Χίουα Λάνι ξέμπλεξε το κορίτσι από τα σκοινιά και πέταξε νερό στο πρόσωπο του γουρουνιού για να κρατήσει την ανάσα του. Πήρε το γουρούνι και το έσπρωξε κάτω, κι έξω από την άκρη του σκάφους.
«Έτοιμοι»; Ρώτησε ο Ακέλα.
«Ναι», απάντησε το κορίτσι, και βούτηξε μέσα στο νερό. Καθώς ο Ακέλα και η Χίουα Λάνι καθοδηγούσαν το κορίτσι ανάμεσά τους, ξαφνικά βγήκαν στην επιφάνεια, με τον άνεμο που σφύριζε και την καταρρακτώδη βροχή.
Βρίσκονταν περίπου είκοσι μέτρα από τα άλλα κανό, τα οποία ήταν δεμένα μεταξύ τους.
Ο Ακέλα είδε το γουρουνάκι να χτυπάει το μικρά του πόδια μανιασμένα, κατευθυνόμενο προς τα κανό, και πέρα απ' το γουρούνι, έβλεπε τη μητέρα του κοριτσιού να κουνάει τα χέρια με χαρά που την έβλεπε.
Ένας από τους νεαρούς πάνω στο κανό άρπαξε ένα σκοινί και βούτηξε στη θάλασσα. Ήρθε δίπλα στο γουρουνάκι. Το τοποθέτησε κάτω από τη μασχάλη του και τους τράβηξαν με το σκοινί πάλι πάνω στο κανό.
Ο Ακέλα μετατόπισε τη Λεκία Μόι στην πλάτη του και με ελεύθερο κολύμπι πλησίασε τα κανό, ενώ κολυμπούσε η Χίουα Λάνι δίπλα του.
Κεφάλαιο Επτά
Χρονοδιάγραμμα: 31 Ιανουαρίου, 1944. Αμερικανική εισβολή στο νησί Κουβαλέιν στον Ειρηνικό Ωκεανό
Το Ιαπωνικό πολυβόλο χτυπούσε τον κορμό πετώντας θραύσματα ξύλινου φλοιού παντού.
Ο Μάρτιν με έρπειν έφτασε στην άκρη του κορμού, έβγαλε το κράνος του και πήρε μια ματιά. Γύρισε κατευθείαν το κεφάλι του. «Τρία τανκ»! Μπουσούλισε μέχρι τον Ντάφι και τον Κίσλερ. «Είναι τρία απ’ αυτά τα γαμημένα, κι έρχονται προς τα εδώ». Φόρεσε πάλι το κράνος του κι έσφιξε τον ιμάντα στο πιγούνι.
Ο ρυθμικός κρότος που ακουγόταν απ’ τις ερπύστριες ερχόταν όλο και πιο κοντά.
Ο Μάρτιν κοίταξε άλλη μια φορά κι έσκυψε πάλι κάτω. «Είκοσι μέτρα», ψιθύρισε. Με γρήγορες ματιές κοιτούσε παντού γύρω τους, μα δεν είχαν που αλλού να πάνε.
Στα κλεφτά, κοίταξε πάλι πάνω από τον κορμό. Τα τανκ ήταν σε τέτοια απόσταση πια, που ο Μάρτιν βρισκόταν κάτω από το στόχαστρο των πυροβολητών. Το αριστερό και το δεξί τανκ θα περνούσαν δίπλα από τον κορμό, το μεσαίο όμως ερχόταν καταπάνω τους.
«Γαμώτο»!
Κοίταξε τους δύο λαβωμένους άντρες. Ο Ντάφι ήταν ξαπλωμένος δίπλα του, και ο Κίσλερ καθόταν δίπλα στον Ντάφι κρατώντας τα πλευρά του, εκεί όπου είχε γεμίσει αίμα η μπλούζα του.
«Τί θα κάνουμε»; Ρώτησε ο Ντάφι.
Ο Μάρτιν πήρε τον ώμο του Κίσλερ και τον τράβηξε πιο κοντά. Είδε το τανκ, κι έκατσε λίγο πιο αριστερά. Τους τράβηξε και τους δυο κοντά του.
«Κρατήστε τα κεφάλια σας κάτω».
Λίγο αργότερα, οι ερπύστριες του τανκ ανέβηκαν πάνω στον κορμό, και σταμάτησαν. Ο οδηγός του τανκ γκάζωσε, και το τανκ τραβήχτηκε μπροστά, πάνω απ’ τον κορμό.
Ο Κίσλερ ούρλιαξε, καθώς υψώθηκε το τανκ πάνω απ’ τα κεφάλια τους.
Ο κορμός άρχισε να σπάει, και οι τρεις στρατιώτες στριμώχνονταν ο ένας δίπλα στον άλλον, και πίεζαν τα κορμιά τους μέσα στη γη.
Ξαφνικά, το τανκ έπεσε στο χώμα, και οι άντρες έβλεπαν την τρομακτική κοιλιά του σιδερένιου τέρατος, λίγα εκατοστά πάνω απ’ τα κεφάλια τους.
Το ξύλο έτριξε καθώς σερνόταν από πάνω του το βαρύ όχημα, εκτείνοντας το σιδερένιο του κορμί πάνω από τους τρεις άντρες.
Επιτέλους, έπεσε και συνέχισε ευθεία την πορεία του, αφήνοντάς τους μέσ’ τη σκόνη και την έντονη μυρωδιά καυσαερίων πετρελαίου.
«Θεέ μου»! Είπε ο Ντάφι. «Μας πάτησε τανκ μόλις τώρα»;
«Ναι», απάντησε ο Μάρτιν.
Είδαν τα τανκ να μπαίνουν σε ένα μικρό φαράγγι, κι έπειτα να στρίβουν δεξιά.
«Πού πάνε»; Ψιθύρισε ο Μάρτιν.
«Ποιος νοιάζεται»; Του είπε ο Κίσλερ. «Αρκεί να μη ξανάρθουν προς τα εδώ».
Τα τανκ ευθυγραμμίστηκαν και σταμάτησαν σαράντα πέντε μέτρα μακριά. Κίνησαν τους πυργίσκους τους ελαφρώς δεξιά.
Προφανώς επικοινωνούσαν με ασυρμάτους, γιατί οι κινήσεις τους ήταν συντονισμένες.
«Οι δικοί μας βρίσκονται κάπου εκεί κάτω», είπε ο Μάρτιν.
Μια στιγμή αργότερα, τα τανκ άνοιξαν πυρά με τα όπλα διαμετρήματος εβδομήντα πέντε χιλιοστών.
Οι τρεις άντρες έβλεπαν τα βλήματα να χτυπούν πάνω σε ένα τσιμεντένιο πολεμικό οχυρό ενενήντα μέτρα μακριά.
Άκουσαν ένα ουρλιαχτό, και μετά είδαν έναν στρατιώτη να βγαίνει και να τρέχει από το οχυρό.
«ΕΕ», είπε ο Ντάφι, «είναι δικός μας αυτός»!
Ένας στρατιώτης από τα τανκ τον σκότωσε με πολυβόλο.
«Κάθαρμα»! Φώναξε ο Κίσλερ.
Τα τανκ ξανάρχισαν να ρίχνουν.
«Έχουν παγιδέψει τους δικούς μας εκεί μέσα», είπε ο Ντάφι.
«Και τους ανατινάζουν σε κομματάκια», προσέθεσε ο Κίσλερ.
Ο Μάρτιν άρπαξε τις τέσσερις χειροβομβίδες από τους ιμάντες στον ώμο του Ντάφι.
«Τί στο διάολο κάνεις»; Τον ρώτησε ο Ντάφι.
«Πάω να δω αν μπορώ να τους επιβραδύνω».
«Θα σε πετσοκόψουν», του είπε ο Κίσλερ.
«Ναι, το ξέρω».
«Πάρε». Ο Ντάφι του έδωσε την τσάντα που χρησιμοποιούσε για μαξιλάρι. «Θα το χρειαστείς».
«Τί είναι»; Τον ρώτησε ο Μάρτιν.
«Εκρηκτική ύλη».
«Πώς λειτουργεί»; Ο Μάρτιν σήκωσε την τσάντα και την επεξεργάστηκε.
«Χώσε την σε ένα στενό σημείο κάτω απ’ το τανκ, και ξετύλιγε αυτό το καλώδιο καθώς απομακρύνεσαι.
«Πόσο μακριά να πάω»;
«Τουλάχιστον είκοσι μέτρα, ή πίσω από κάποιο απ’ τα άλλα τανκ. Μετά τράβα δυνατά το καλώδιο, και θα τα τινάξεις όλα στα ουράνια».
«Τί έχει μέσα»;
«Ένα κιλό τρινιτροτολουόλη».
«Εντάξει».
Ο Μάρτιν έχωσε τις χειροβομβίδες στο ιατρικό τσαντάκι του, έριξε την τσάντα με τα εκρηκτικά πάνω απ’ τον ώμο, κι έτρεξε προς τα τανκ.
Έπεσε στο χώμα μπροστά από το πρώτο, και περίμενε να πυροβολήσει.
Με το που έριξε το πρώτο βλήμα, πήδηξε πάνω στο τανκ, έβγαλε την περόνη μιας χειροβομβίδας και την έριξε μέσα στην κάννη του όπλου.
Έπεσε πάλι στο χώμα και κατευθύνθηκε προς το πίσω μέρος του δεύτερου τανκ.
Η χειροβομβίδα έσκασε, διαλύοντας την κάννη του όπλου του πρώτου τανκ.
Ο Μάρτιν μπουσούλισε στο δεύτερο τανκ, σφήνωσε τα εκρηκτικά σε σημείο πάνω από τις αυλακώσεις των ερπυστριών και βγήκε πάλι γρήγορα, αφήνοντας το καλώδιο να ξετυλίγεται καθώς έφευγε.
Ένας Ιάπωνας στρατιώτης από το πρώτο τανκ άνοιξε την καταπακτή και στάθηκε να κοιτάζει γύρω.
«Θα δει τον Μάρτιν», είπε ο Κίσλερ.
Ο Ντάφι έψαχνε για το τουφέκι του. Το εντόπισε, δέκα μέτρα μακριά, πατημένο όμως από ένα απ’ τα τανκ. Πήρε το 45άρι του Κίσλερ από τη θήκη του.
«Τί κάνεις»; Φώναξε ο Κίσλερ.
Ο Ιάπωνας στρατιώτης είδε τον Μάρτιν και σήκωσε το πιστόλι του.
«Θα του τραβήξω την προσοχή», απάντησε ο Ντάφι.
«Θα ρίξει σε εμάς μετά»!
«Τότε, μάλλον θα πρέπει να βρεις κάπου να καλυφθείς».
Είπε κι έριξε στον Ιάπωνα. Η σφαίρα εξοστρακίστηκε στον πυργίσκο.
Ο εχθρός γύρισε γρήγορα, πυροβολώντας καθώς το έκανε.
Ο Μάρτιν γύρισε αστραπιαία προς τον ήχο των πυροβολισμών. Είδε τον Κίσλερ να σκαρφαλώνει πίσω απ’ τον κορμό, πιάνοντας μετά τον Ντάφι για να τον τραβήξει κι εκείνον.
Ο Μάρτιν ξετύλιγε το καλώδιο του πυροκροτητή καθώς σκόνταφτε προς το πίσω μέρος του τρίτου τανκ.
Ο Ιάπωνας πήδηξε κάτω στο χώμα, κι άρχισε να ψάχνει για τον Μάρτιν.
Όταν τράβηξε το καλώδιο, η έκρηξη τράνταξε τη γη κάτω απ’ τα πόδια του, σηκώνοντας το τανκ στον αέρα μέσα σε μια θύελλα από φλόγες. Το τράνταγμα πέταξε τον εχθρικό στρατιώτη μακριά, και χτύπησε πάνω σε έναν βράχο.
Ο Μάρτιν άκουσε την καταπακτή του τανκ που βρισκόταν από πάνω του να ανοίγει. Τράβηξε τις περόνες των τριών τελευταίων χειροβομβίδων του και τις έριξε κάτω απ’ το τανκ. Είχε πέντε δευτερόλεπτα να απομακρυνθεί.
Σηκώθηκε αναπηδώντας για να τρέξει, αλλά ο στρατιώτης πάνω στο τανκ τον πυροβόλησε στο δεξί πόδι. Έπεσε στο έδαφος, ξανασηκώθηκε, κι έπεσε πάλι. Προσπάθησε να συρθεί.
Το τελευταίο πράγμα που άκουσε ήταν τις τρεις χειροβομβίδες να εκρήγνυνται η μια μετά την άλλη.
Κεφάλαιο Οχτώ
Είχε νυχτώσει όταν ο Ντόνοβαν έβαλε επιτέλους τα εργαλεία του στη θέση τους.
Οι Γουίκερσαμς βγήκαν έξω για να δουν τη δουλειά του, και ήταν πολύ ευχαριστημένοι. Η κα. Γουίκερσαμ έγραψε μια επιταγή των 1.500 δολαρίων στον Ντόνοβαν.
«Σας ευχαριστώ πολύ». Την έβαλε μέσα στο πορτοφόλι του. Έβγαλε μερικές επαγγελματικές κάρτες. Ωχ, λάθος κάρτες. Τις έβαλε πάλι μέσα, κι έβγαλε άλλες έξι διαφορετικές, και τις έδωσε στον κ. Γουίκερσαμ. «Για τους φίλους σας που μπορεί να ενδιαφέρονται».
«Φυσικά». Ο κ. Γουίκερσαμ τέντωσε το χέρι του για χειραψία.
Η κα. Γουίκερσαμ κατέβασε το τηλέφωνο απ’ το πρόσωπό της και χαιρέτησε τον Ντόνοβαν. «Μόλις σας αξιολόγησα στο Facebook με πέντε αστέρια».
«Σας ευχαριστώ κα. Γουίκερσαμ, και να θυμάστε, η εγγύηση είναι εφ’ όρου ζωής. Αν υπάρξει κάποιο πρόβλημα, τηλεφωνήστε μου».
Όταν μπήκε πάλι στο φορτηγάκι του, έβγαλε το iPhone του για να πάρει τη Σάντια.
«Παρακαλώ»;
«Σάντια»;
«Ντόνοβαν Ο’ Φάλον. Μου αρέσει να σε ακούω».
«Αλήθεια»;
«Ναι. Πήρα δύο παυσίπονα λίγο πριν. Όχι δάγκωμα».
Γέλασε. «Ωραία. Όχι περισσότερα από τέσσερα τη μέρα».
«Ναι, το είπες αυτό».
«Εε, πιστεύεις πως θα μπορούσα να βγάλω τον προπάππου σου για φαγητό απόψε»;
«Τον παππού»;
«Ναι».
Έπεσε ησυχία.
«Σάντια; Είσαι εκεί»;
«Ίσως χρειαστεί να πάω, μόνο για βοήθεια με τον παππού».
«Χμμ, δε ξέρω».
«Εγώ πολύ δε τρώω τόσο».
«Εντάξει τότε».
Καθώς οδηγούσε στο σπίτι να πάρει την Μπιούικ του, σφύριζε το Κάπου πάνω απ’ το Ουράνιο Τόξο.
* * * * *
Το Καφέ της Σαμπρίνα, κοντά στο Μουσείο Τέχνης της Οδού Κάλοουγουιλ, στο κέντρο της Φιλαδέλφειας ήταν ένα οικογενειακό εστιατόριο με προσιτές τιμές.
Έκατσαν σε ένα σεπαρέ δίπλα στα μεγάλα μπροστινά παράθυρα, και ήρθε μια χαμογελαστή σερβιτόρα με τα μενού. Το όνομά της, ‘Νάνσυ’, ήταν γραμμένο με στυλό στο καρτελάκι της με μια χαμογελαστή φατσούλα γάτας από δίπλα. «Έρχομαι σε λίγο». Ήταν μια γεματούλα νεαρή με κόκκινα μαλλιά και άπειρες φακίδες.
Ο προπάππους και η Σάντια κάθισαν απέναντι από τον Ντόνοβαν. Περιεργάζονταν και οι δύο τα μενού τους, εκείνος όμως ήξερε από τώρα τί ήθελε να παραγγείλει.
Ήρθε η Νάνσυ και στάθηκε στην άκρη του τραπεζιού τους, χαμογελώντας.
Ο Ντόνοβαν έβλεπε πως η Σάντια δυσκολευόταν να καταλάβει το μενού, και η σερβιτόρα την άγχωνε. Δεν ήταν θέμα ότι την πίεζε, απλώς η Σάντια δε γνώριζε πώς να χειριστεί την κατάσταση.
Ο Ντόνοβαν κοίταξε τη Σάντια και μετά τον προπάππου Μάρτιν. Μάλλον δεν τον ενδιαφέρει τί θα πάρει, αρκεί να είναι ζεστό.
Έπειτα από λίγο, ο Ντόνοβαν μίλησε: «Θα πάρω το κοτόπουλο με σάλτσα από μέλι».
«Για μένα το ίδιο». Είπε η Σάντια στη σερβιτόρα και της έδωσε το μενού της.
Ο κ. Μάρτιν έδωσε κι εκείνος το δικό του.
«Κάντε τα τρία κοτόπουλα», πρόσθεσε στο τέλος ο Ντόνοβαν.
Η σερβιτόρα τα κατέγραψε όλα. «Θα θέλατε πουρέ ή ψητές πατάτες»; Κοίταξε τη Σάντια.
«Σου αρέσει ο πουρές, έτσι δεν είναι»; Είπε στη Σάντια ο Ντόνοβαν.
Ένευσε καταφατικά.
«Το ίδιο για όλους», είπε ο Ντόνοβαν.
«Καλαμπόκι, μπρόκολο ή αρακά»; Ρώτησε τον Ντόνοβαν η Νάνσυ.
«Αρακά».
«Και για να πιείτε»;
«Αρέσει σε εσένα και τον παππού σου το παγωμένο τσάι»; Τη ρώτησε.
«Ναι».
«Ωραία, γλυκό παγωμένο τσάι», απάντησε στη Νάνσυ ο Ντόνοβαν.
«Τέλεια», του αποκρίθηκε. «Θα σας φέρω μερικά ορεκτικά».
Όταν έφυγε η σερβιτόρα, ψιθύρισε η Σάντια, «Σ’ ευχαριστώ».
Η Νάνσυ επέστρεψε με τα ποτά τους, κι ένα καλυμμένο καλαθάκι γεμάτο ζεστά ψωμάκια γεμιστά με μπέικον και τυρί, μαζί με ένα πιάτο με κρύα κομματάκια βουτύρου.
Ο Ντόνοβαν πήρε το καλαθάκι και το έφερε μπροστά στη Σάντια για να πάρει ένα ψωμάκι. Αφού πήρε, έκανε το ίδιο και για τον προπάππου της.
Αφού πήρε ο γέρος ένα, πήρε και για τον εαυτό του ο Ντόνοβαν και με το άλλο χέρι έπιασε το ποτήρι του.
«Βούτυρο».
Ο Ντόνοβαν σχεδόν έριξε το ποτήρι στο πάτωμα. Κοίταξε με γουρλωμένα μάτια τον κ. Μάρτιν. «Είπατε ‘βούτυρο’»;
Ο γέρος έκανε νεύμα ‘ναι’ με το κεφάλι. «Βούτυρο». Έδειξε με το μαχαίρι του το πιάτο με το βούτυρο.
Η Σάντια χαμογέλασε, κι έφερε το πιάτο κοντά στον προπάππου της.
«Χαίρομαι πολύ που σας ακούω να μιλάτε». Είπε, κι έβαλε βούτυρο στο ψωμάκι του ο Ντόνοβαν. «Θέλω να μιλήσω και στους δυο σας για τους πονοκεφάλους της Σάντια».
«Εντάξει», είπε ο παππούς καθώς έτρωγε.
«Σάντια, πόσο καιρό έχεις αυτούς τους πονοκεφάλους»;
Ζάρωσε το φρύδι της. «Πάντα».
«Έχουν χειροτερέψει τώρα τελευταία, ας πούμε, τα τελευταία χρόνια»;
«Ναι».
«Έχω έναν φίλο–»
Η Νάνσυ έφτασε με το φαγητό τους, κι έκατσαν πίσω στα καθίσματά τους για να τοποθετήσει τα πιάτα μπροστά τους. «Για να δούμε», είπε, «θα μου είναι πολύ δύσκολο να θυμηθώ ποιος παράγγειλε τί».
Ο Ντόνοβαν γέλασε, μετά και η Σάντια.
«Ωραία», είπε η Νάνσυ, «θέλετε κι άλλο τσάι ή ψωμάκια»;
«Νομίζω προς το παρόν έχουμε αρκετά απ’ όλα, Νάνσυ», της απάντησε ο Ντόνοβαν.
«Τέλεια, αν με χρειαστείτε, σφυρίξτε»! Είπε, και με ένα πλατύ χαμόγελο πήγε στο επόμενο τραπέζι.
Υπήρχε σιγή καθώς όλοι έτρωγαν.
«Πολύ καλό», είπε ο παππούς.
«Ναι», πρόσθεσε η Σάντια, «τόσο καλό».
«Έχω έναν φίλο», συνέχισε να λέει ο Ντόνοβαν, «που είναι γιατρός. Του τηλεφώνησα νωρίτερα μέσα στη μέρα και περιέγραψα τα συμπτώματα της Σάντια». Τους κοίταξε με τη σειρά. Εκείνοι περίμεναν να συνεχίσει αυτό που είχε να πει. «Θεωρεί πως θα ήταν καλό να κάνεις κάποιες εξετάσεις».
«Όχι λεφτά», του απάντησε η Σάντια.
«Μου είπε να πάμε στα επείγοντα του νοσοκομείου σήμερα. Εκείνη την ώρα έχει βάρδια. Δε μπορούν να διώξουν κανέναν, ακόμη κι αν δεν έχουν λεφτά ή ασφάλεια».
«Τί είναι εξετάσεις»; ρώτησε η Σάντια.
«Μάλλον αξονική τομογραφία».
Εκείνη έφαγε μια μπουκιά κοτόπουλο και μάσησε για μια στιγμή. «Πιστεύεις είναι καλή ιδέα για μένα»;
«Ναι, το πιστεύω».
«Παππού», του είπε, «εσύ το πιστεύεις»;
«Ναι». Έφαγε μια μπουκιά πουρέ.
«Εντάξει», είπε τελικά η Σάντια.
Μετά το γεύμα, έφαγαν μια μικρή τάρτα φράουλα για επιδόρπιο.
«Μπορώ να μιλήσω στον υπεύθυνο»; Ρώτησε τη Νάνσυ ο Ντόνοβαν καθώς τους έπαιρνε τα πιάτα απ’ το τραπέζι.
Εκείνη σταμάτησε, και τον κοίταξε επίμονα. «Έκανα κάτι λάθος»;
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
«Έρχομαι σε λίγο».
Σύντομα, έφτασε ένας κοκκινωπός άντρας με γοργό βηματισμό και κοντά ξυρισμένα μαλλιά στο τραπέζι τους, με τη Νάνσυ να τον ακολουθεί από πίσω.
«Συνέβη κάτι»; ρώτησε.
«Όχι, τίποτα», απάντησε ο Ντόνοβαν. «Το φαγητό, η εξυπηρέτηση, η ατμόσφαιρα...όλα είναι άψογα».
Ο υπεύθυνος σήκωσε τους ώμους και άπλωσε τα χέρια του. «Σας ευχαριστώ»; Προφανώς δεν ήξερε πού το πήγαινε ο Ντόνοβαν, και βρισκόταν σε επιφυλακή. Εκείνη τη στιγμή διέκρινε την ταυτότητα του Ντόνοβαν που κρεμόταν απ’ το λαιμό του. «Είστε ρεπόρτερ».
«Γράφω στο διαδίκτυο άρθρα με κριτικές διαφόρων επιχειρήσεων στην πόλη. Έχω παραπάνω από δέκα χιλιάδες ακόλουθους. Με την άδειά σας, θα ήθελα να βγάλω μερικές φωτογραφίες και να γράψω ένα άρθρο για την αυριανή έκδοση».
Ο υπεύθυνος ακόμη τον υποψιαζόταν.
«Θα είναι θετική η κριτική, τουλάχιστον τέσσερα αστέρια».
Η Νάνσυ προσπάθησε να καταστείλει ένα αμήχανο γέλιο, αλλά της βγήκε πνιχτό. Έσφιξε τα χείλη της με τα δάχτυλά της. «Συγνώμη».
«Εε, λοιπόν», του απάντησε ο υπεύθυνος, «ναι, φυσικά».
«Αν δεν έχει πρόβλημα και η Νάνσυ, θα ήθελα να τη βγάλω φωτογραφία, όπως είναι, χαρούμενη και να σερβίρει τους πελάτες. Μια καλοπροαίρετη σερβιτόρα κάνει όλη τη διαφορά στην ατμόσφαιρα του δείπνου».
Ο διευθυντής κοίταξε για λίγο τη Νάνσυ, και ζάρωσε το φρύδι του.
«Θα μπορούσα να πάω να φτιάξω λίγο τα μαλλιά μου»; Πήγε και έβαλε πίσω απ’ τα αυτιά της τις κόκκινες μπούκλες στο πρόσωπό της και γύρισε στο αφεντικό της και τον Ντόνοβαν.
Ο Ντόνοβαν σήκωσε τον χαρτοφύλακά του κι έβγαλε την Canon.
* * * * *
Όταν πήγε τη Σάντια και τον παππού της σπίτι, ο Ντόνοβαν ένιωθε αναστατωμένος ή και αναποφάσιστος. Κάτι τον ενοχλούσε, αλλά δε μπορούσε να καταλάβει τί ήταν ακόμα.
Άνοιξε την μπροστινή πόρτα η Σάντια, και μπήκε μέσα ο παππούς. Στάθηκε ένα σκαλοπάτι ψηλότερα απ’ τον Ντόνοβαν, χαμογελώντας.
«Λοιπόν», άρχισε να λέει αυτός, «μάλλον πρέπει να–»
«Θες να έρθεις μέσα»;
Ωω, θεέ μου, ναι. Θέλω να μπω, να κάτσω μπροστά στα πόδια σου και να κοιτάω μέσα στα πανέμορφα γαλανά σου μάτια για την υπόλοιπη ζωή μου. «Είναι λίγο αργά». Ήξερε ότι δεν υπήρχε τίποτα για πρωινό την επόμενη μέρα. Και ότι οι ημικρανίες της θα επέστρεφαν. Ο παππούς φαινόταν στα συγκαλά του για την ώρα, αν όμως συνέβαινε κάτι στη Σάντια, θα μπορούσε να την προσέξει; Μπορεί να τον ξαναπιάσει σοκ, όπως όταν έλαβε το γράμμα από το Τμήμα των Βετεράνων.
Μόλις έντεκα ώρες πριν του είχε ανοίξει την πόρτα εκείνο το πρωί, και ήδη είχε εμπλακεί τόσο στη ζωή της που ήταν δύσκολο να την αφήσει.
Περίμενε την απάντησή του, ήσυχη και χαμογελαστή.
Αν έμπαινε μέσα τώρα, ήξερε ότι θα κοιμόταν εκεί, μάλλον στον καναπέ, ή θα μιλούσαν όλο το βράδυ. Ή θα έκανε κάτι αυθόρμητο και ηλίθιο. Όχι, έπρεπε να φανεί δυνατός. «Πρέπει να πηγαίνω».
«Σε ευχαριστώ, Ντόνοβαν».
«Θα φέρω πρωινό, αν δε σε πειράζει».
Του ένευσε.
Περπάτησε γρήγορα στην Μπιούικ του, και μετά κοίταξε πίσω, βλέποντας ότι κι αυτή έκανε το ίδιο.
Κεφάλαιο Εννιά
Χρονοδιάγραμμα: 1623 π.Χ., στα ανοιχτά του Νότιου Ειρηνικού Ωκεανού
Δεν υπήρξε ανατολή ηλίου, μόνο το μουντό μολυβένιο συνονθύλευμα γκρίζων σύννεφων, κατευθυνόμενα από έναν βαρύ δυτικό άνεμο. Παγωμένη βροχή έπεφτε με δύναμη πάνω στους ανθρώπους της Μπαμπατάνα καθώς συνέχιζαν να μάχονται με την φρενιασμένη θάλασσα. Η καρδιά της καταιγίδας είχε μετακινηθεί ανατολικά, αλλά ακούγονταν ακόμη στο βάθος οι βροντές των κεραυνών.
Είχαν δώσει όλο τους το είναι για να κρατήσουν τις μύτες των σκαφών τους προς τα εισερχόμενα κύματα, των οποίων τα ύψη περνούσαν τα τεσσεράμισι με έξι μέτρα.
Η Χίουα Λάνι καθόταν με τα ζώα και τα παιδιά πάνω σε μια από τις μεγάλες πλατφόρμες, ενώ οι υπόλοιποι ενήλικες βρίσκονταν στα κουπιά, και προσπαθούσαν να κατευθύνουν τα κανό κατά μέτωπο στα αφρώδη κύματα.
Εκείνη τη νύχτα τους είχε πάρει ο άνεμος την κωνική αχυροσκεπή τους, όμως η Χίουα Λάνι κρατούσε τα παιδιά σε κύκλο, περικυκλώνοντας τα ζώα στο εσωτερικό.
«Κρατήστε καλά τα σκοινιά και ο ένας τον άλλο», τους είπε, «σε λίγο θα καταλαγιάσει η καταιγίδα». Προσπαθούσε να μιλάει σθεναρά και με σιγουριά, παρόλο που και αυτή ήταν όσο τρομαγμένη ήταν τα παιδιά.
Τα δύο κανό ήταν δεμένα μεταξύ τους πια, για να μην αποτραβηχτούν το ένα από το άλλο.
Σιγά σιγά, μέσα σε λίγες ώρες, τα κύματα ηρέμησαν, και κατά τα μέσα του απογεύματος φάνηκε ο ήλιος μέσα από τα σύννεφα, φωτίζοντας τον στολίσκο και δίνοντας την ευκαιρία στον Ακέλα να υπολογίσει τις ζημιές.
Είχαν χάσει ένα από τα τρία κανό, μαζί με όλα του τα φυτά και τα περισσότερα ζώα. Το κατάρτι απ’ το κανό του Κάλεϊ έλειπε, καθώς επίσης οι αχυροσκεπές και το μεγαλύτερο μέρος του αρματώματος από τα δυο κανό είχε εξαφανιστεί. Ωστόσο, η μόνη απώλεια από τα δύο κανό που απέμειναν ήταν ένα γουρουνάκι με όνομα Κάτσου, το οποίο το παρέσυρε η θάλασσα στη διάρκεια της καταιγίδας.
Ήταν εξαντλημένοι, αλλά τουλάχιστον όλοι ήταν ασφαλείς.
Το μεγάλο τους πτηνό, η Φρεγάτα, παρόλο που είχε βραχεί από πάνω μέχρι κάτω και φαινόταν πολύ μίζερο στο κλουβί του, ήταν ακόμη ζωντανό.
Ευχαρίστησαν το θεό της θάλασσας, Ταγκαρόα, που κράτησε ασφαλείς το λαό της Μπαμπατάνα στη διάρκεια της τρικυμίας.
Ο άνεμος τους είχε παρασύρει δυτικότερα της πορείας τους, και έως ότου η θάλασσα ηρεμούσε πλήρως, ο Ακέλα δε μπορούσε να διαβάσει τα κύματα και τα φουσκώματα της θάλασσας, ώστε να κατατοπιστεί.
Αφού έγιναν μερικές επισκευές κι έφαγαν, ο Ακέλα ελευθέρωσε τη Φρεγάτα, και όλοι την είδαν να στροβιλίζει ψηλά στον ουρανό, και να καβαλάει τον δυτικό άνεμο. Όταν πια το πουλί φαινόταν λίγο μικρότερο από έναν καφέ κόκκο σκόνης στον ουρανό, άλλαξε πορεία προς το βορρά και πέταξε προς τον ορίζοντα.
Ο Ακέλα έδωσε πορεία στο βορρά, ακολουθώντας τη Φρεγάτα. Σύντομα δε θα το έβλεπε το ζωντανό με το μάτι, αλλά εκείνος ήξερε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη θέση του ήλιου για να διορθώνει την πορεία του.
Τη νύχτα δε γύρισε πίσω το πτηνό του, επομένως ο Ακέλα συνέχισε να κατευθύνεται βόρεια. Νωρίς το απόγευμα και όλο το βράδυ, κοιτούσε τα αστέρια και κρατούσε σταθερή πορεία.
Όταν ο ήλιος ανέτειλε, η Φρεγάτα ακόμη δεν είχε γυρίσει. Η ατμόσφαιρα ελάφρυνε όταν όλοι κατάλαβαν ότι η Φρεγάτα είχε βρει γη για να ξεκουραστεί.
Λίγο μετά το μεσημέρι, ο Ακέλα φώναξε στη γυναίκα του, «Καρίκα, κοίτα κάτι σύννεφα»!
Κάλυψε τα μάτια με τα χέρια της και κοίταξε βόρεια, εκεί που της έδειχνε. «Εε, πολύ ωραία σύννεφα, Ακέλα».
«Βλέπεις που το κάτω μέρος τους είναι ανοιχτόχρωμο; Βρίσκονται πάνω από ρηχά νερά, ίσως μια παραλία».
«Αα, ναι, Ακέλα. Τώρα το βλέπω».
«Προς τα εκεί, Μέτοα», φώναξε ο Ακέλα στον άντρα που καθόταν στην πρύμνη. «Οδήγησέ μας εκεί.
Όλοι οι υπόλοιποι, στα κουπιά». Ο Ακέλα πήγε στο δικό του κουπί κι άρχισε να κωπηλατεί με όλη του τη δύναμη.
Η μικρή Τεβίτα σκαρφάλωσε στα μισά του καταρτιού για να δει καλύτερα τον ορίζοντα. «Μπαμπά, δέντρα»!, του φώναξε, «βλέπω δέντρα»!
Εκείνος σηκώθηκε. «Ναι! Τα βλέπω, Τεβίτα». Ξαναπήγε στο κουπί του ακόμη πιο ενθουσιασμένος από πριν.
Σε λίγο, μπορούσαν να δουν φανερά ένα νησί. Στην αρχή φαινόταν σαν μια μικρή Ατόλλη, αλλά όσο πλησίαζαν, έβλεπαν ότι εκτεινόταν δυτικά και ανατολικά, φανερώνοντας μόνο το ακρωτήριο ενός μεγάλου νησιού.
Όταν βρίσκονταν στα τριάντα μέτρα απόσταση, ο Ακέλα σήκωσε το χέρι του, χειρονομώντας έτσι να σταματήσουν το κουπί. «Ας δούμε αν μένουν άλλοι άνθρωποι εδώ».
Κάθισαν για λίγη ώρα, πλέοντας παράλληλα στην αμμουδιά όπου οι μεγάλοι φοίνικες δημιουργούσαν δροσερή σκιά πάνω στην ακτογραμμή, προσκαλώντας τους να κάτσουν.
Η νεαρή κοπέλα, η Χίουα Λάνι, στεκόταν με τα μάτια καλυμμένα απ’ τα χέρια της και σάρωνε με το βλέμμα της την παραλία, μήπως έβλεπε κίνηση πάνω στο νησί.
Ο Ακέλα γνώριζε πως οι άνθρωποί του αγανακτούσαν να πατήσουν σε σταθερό έδαφος και να περπατήσουν για πρώτη φορά μετά από δύο μήνες, αλλά δεν ήθελε να τους εκθέσει στον κίνδυνο μιας άλλης εχθρικής φυλής, που δε θα χαίρονταν καθόλου με την παρουσία σαράντα νέων μελών στο νησί τους.
Ο Ακέλα με τον Μέτοα έλυσαν τα δύο κανό που ήταν ακόμη δεμένα μεταξύ τους, καθώς κοιτούσαν την παραλία.
Πέρασαν είκοσι λεπτά, και αφού δεν εντόπισαν ίχνη κινητικότητας στο νησί, ο Ακέλα του έκανε νόημα να προχωρήσουν.
Έβλεπαν τα μεγάλα κύματα μπροστά τους, αλλά τίποτε δεν θα ήταν δυσκολότερο από τη χθεσινή καταιγίδα.
Με κατεύθυνση κάθετη στην παραλία, περιηγήθηκαν ανάμεσα από τα κύματα και γλίστρησαν μέσα σε έναν φυσικό κολπίσκο. Ήταν ένα τέλειο ημικύκλιο ενενήντα μέτρων περιμετρικά. Τα σκάφη σταμάτησαν πάνω στην κάτασπρη ψιλή αμμουδιά.
Μόλις έβγαλαν τα κανό απ’ το νερό, τα παιδιά ήταν ενθουσιασμένα να τρέξουν μέσα στα δέντρα και να εξερευνήσουν το νησί.
«Μπαμπά, κοίτα εκεί», είπε η Τεβίτα, «όμορφα λουλούδια. Πρέπει να μαζέψουμε μερικά για τα κολιέ λέι».
«Μείνε κοντά». Ο Ακέλα ακόμη κοιτούσε υποψιασμένος τριγύρω.
Δε διαμαρτυρήθηκε ούτε η Τεβίτα ούτε τα υπόλοιπα παιδιά, διότι και αυτά παρατηρούσαν ακόμη τη γραμμή των δέντρων.
Ο Ακέλα περπάτησε μαζί τους κατά μήκος της παραλίας και τους είπε να είναι έτοιμα να αμυνθούν.
Μετά, περπάτησαν προς τα δέντρα, ψάχνοντας για ίχνη. Ένα βήμα μέσα στο πυκνό φοινικόδασος σταμάτησαν, και προσπάθησαν να ακούσουν για παράξενους ήχους ή να δουν ανθρώπινες κατασκευές.
Δε βρήκαν ίχνη, και συνέχισαν την πορεία τους βαθύτερα. Είδαν πολλά είδη πουλιών και πεταλούδων, κανέναν άνθρωπο και καμία κατασκευή όμως. Όταν έφτασαν στην άλλη μεριά του νησιού, κατάλαβαν ότι το σχήμα του ήταν σαν σπασμένο μπούμερανγκ, το οποίο περικύκλωνε μια λιμνοθάλασσα ανοιχτού γαλάζιου νερού στο εσωτερικό του.
Ανάμεικτα ήταν τα φοινικόδεντρα και στην παραλία, στις όχθες της λιμνοθάλασσας, βρίσκονταν τα δεντρολούλουδα με άνθη τεσσάρων λευκών πετάλων.
Διασχίζοντας την αμμουδιά της λιμνοθάλασσας, έφτασαν σε έναν μεγάλο κοραλλιογενή ογκόλιθο, τον οποίο θα τον είχε βγάλει η θάλασσα εδώ σε μια πανάρχαια καταιγίδα. Πάνω εκεί είδαν το πτηνό τους, τη Φρεγάτα, να λιάζεται και να πλένει τα φτερά του.
«Κοιτάξτε εκεί»! Η Τεβίτα έδειξε προς την άκρη του δάσους.
Πάνω στο γρασίδι, αδιάφορο και μασώντας ένα άσπρο λουλούδι, στεκόταν το γουρουνάκι που είχε χαθεί στην καταιγίδα, ο Κάτσου. Με μεγάλη έμφαση έδειξε την αδιαφορία του, δαγκώνοντας άλλο ένα άνθος.
«Αυτό είναι καλό σημάδι», είπε ο Ακέλα καθώς μαζεύονταν όλοι οι υπόλοιποι γύρω του. «Οι Θεοί μας οδήγησαν στο νέο μας σπίτι. Θα το ονομάσουμε Κουβαλέιν, το Έδαφος του Λευκού Δεντρολούλουδου».
Η Χίουα Λάνι και τα παιδιά μάζεψαν τα λευκά άνθη από τα δέντρα, και τα έφτιαξαν σε κολιέ λέι για όλους όσους ήταν εκεί, συμπεριλαμβανομένου και του Κάτσου.
Όλοι γονάτισαν στην άμμο και ευχαρίστησαν το Θεό της θάλασσας, Ταγκαρόα9, το θεό των ανέμων και των καταιγίδων Ταφίρι, και τη θεά της φωτιάς, Πέλε.
Οι άνθρωποι της Μπαμπατάνα είχαν αφήσει τα ζώα τους δεμένα στα σκάφη ενώ εκείνοι εξερευνούσαν το νησί.
Αφού εξακρίβωσαν την απουσία αρπακτικών ζώων και ανθρώπων, έβγαλαν τα γουρούνια, τους σκύλους και τις κότες, και τα άφησαν ελεύθερα.
Δε βρήκαν πόσιμο νερό, επομένως θα έπρεπε να συλλέξουν από τις βροχές, αλλά αυτό ήταν συνηθισμένο γι’ αυτούς.
Εκατοντάδες φοίνικες και βελανιδιές σκέπαζαν το νησί, όμως ο Ακέλα γνώριζε ότι έπρεπε να κόψουν με φειδώ, ώστε να μην κόψουν περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να φυτρώσει το νησί. Το άγονο νησί γρήγορα ερημώνει.
Η μεγάλη λιμνοθάλασσα ήταν σχεδόν περιφραγμένη απ’ το νησί. Στα ήρεμα βαθυγάλανα νερά της κολυμπούσαν πολλά είδη βρώσιμων ψαριών, όπως το ιριδοκοκάλι και είδη ακτινοπτερυγίων. Υπήρχε επίσης πληθώρα καβουριών, στρειδιών, αχιβάδων και αστακών.
Εκείνο το βράδυ, ο Ακέλα άναψε μια φωτιά με τους πυρόλιθους που είχε, και μαγείρεψαν ένα ζεστό γεύμα για πρώτη φορά μετά από δύο μήνες. Όλοι είχαν σιχαθεί το ωμό ψάρι, αλλά δεν ήθελαν να φάνε χοιρινό ακόμη μέχρι να πολλαπλασιαστούν λίγο παραπάνω τα γουρούνια. Επομένως, οι γυναίκες μαγείρεψαν τέσσερα μεγάλα κοκκινόψαρα σε ξύλα πάνω απ’ τη φωτιά, ενώ τα παιδιά μάζεψαν σε ένα ψάθινο καλάθι αχιβάδες για να ψήσουν πάνω στα κάρβουνα. Έψησαν επίσης αρτόκαρπο και τάρο. Ενώ μαγείρευαν οι γυναίκες, οι άντρες έχτιζαν προσωρινά καταφύγια για τη νύχτα.
Όταν μαζεύτηκαν γύρω απ’ τη φωτιά για να φάνε, σκέφτονταν πού θα έχτιζαν τα μόνιμα σπίτια τους και πού θα καλλιεργούσαν αρτόκαρπο και τάρο. Έγινε λόγος και για την κατασκευή εικοσιτεσσάρων κανό. Θα τα τοποθετούσαν κατά μήκος της παραλίας, μετά την πλημμυρίδα. Όσοι μετανάστες θα περνούσαν από κει θα έβλεπαν όλα τα κανό και θα νόμιζαν ότι είναι πυκνά κατοικημένο νησί, και θα πήγαιναν αλλού.
* * * * *
Το επόμενο πρωί ξύπνησαν στο κελάηδημα των τροπικών πουλιών μέσα στις βελανιδιές και των καφέ γλάρων να ψαρεύουν για μικρά ψάρια και καρκινοειδή στην ακτή.
Αφού έφαγαν πρωινό, διέσχισαν το μήκος του νησιού, και στη δυτική του άκρη παρατήρησαν άλλο ένα νησί σε μικρή απόσταση. Αργότερα, όταν εγκαθιδρύθηκε το χωριό, πήραν τα κανό για να πάνε να το εξερευνήσουν.
Είχαν απώλειες μερικών ζώων όταν βυθίστηκε το μεσαίο κανό, αλλά τους απέμεναν δεκατέσσερα γουρούνια, είκοσι τρεις κότες και δύο σκύλοι.
Δε βρήκαν φίδια ή άλλα αρπακτικά στο νησί, οπότε οι κότες θα πολλαπλασιάζονταν σύντομα και θα προσέφεραν έτσι αρκετό κρέας και αυγά. Για τα γουρούνια ο χρόνος αναπαραγωγής θα ήταν μεγαλύτερος.
Από το μέγεθος του Κουβαλέιν και τα πολυάριθμα δέντρα και φυτά, ο Ακέλα υπολόγισε πως το νησί θα μπορούσε να συντηρήσει έως και τετρακόσιους ανθρώπους.
«Αυτό σημαίνει», άρχισε να λέει στη γυναίκα του, Καρίκα, καθώς ήταν ξαπλωμένοι δίπλα-δίπλα στα στρώματά τους, «τα εγγόνια μας θα πρέπει να έχουν πλάνο, να στείλουν ανθρώπους μας να βρουν καινούργια νησιά για τον αυξανόμενο πληθυσμό».
Η Καρίκα γύρισε και άφησε το κεφάλι της να πέσει στο χέρι της. «Και αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να μάθεις στον εγγονό σου να ταξιδεύει στη θάλασσα». Του χαμογέλασε.
«Μέχρι τότε δε θα μπορώ να περπατήσω μέχρι τη θάλασσα».
«Τότε ίσως πρέπει να μάθεις στο γιο σου τις δεξιότητές σου».
«Μα, δεν έχω–»
Το φιλί της έκοψε την πρότασή του, και κάθισαν μαζί αγκαλιά.
Κεφάλαιο Δέκα
Τα μεσάνυχτα, ο Ντόνοβαν, η Σάντια και ο προπάππους Μάρτιν κάθονταν στην αποπνικτική αίθουσα των επειγόντων του Νοσοκομείου Αϊνστάιν στην οδό Ολντ Γιόρκ.
Ο Ντόνοβαν είχε νοικιάσει από πριν ένα αναπηρικό καροτσάκι, και η Σάντια έσπρωξε τον προπάππου της μέσα στο νοσοκομείο.
Ήταν στην αναμονή μία ώρα πριν έρθει η νοσοκόμα διαλογής.
Όταν ρώτησε τον κ. Μάρτιν αν είχαν έρθει για εκείνον, της απάντησε με το όνομά του, τον βαθμό και τον σειριακό του αριθμό.
«Είναι βετεράνος του Δευτέρου Παγκοσμίου», της είπε ο Ντόνοβαν, «και έχει ένα προσωρινό πρόβλημα με τη διαπροσωπική επικοινωνία».
«Εντάξει», του απάντησε, «ας πάρουμε τα στοιχεία της Σάντια, μετά θα μιλήσουμε για το οικονομικό κομμάτι».
Αφού έμαθε όλα τα συμπτώματα της Σάντια, την ανέθεσε σε δεύτερο βαθμό προτεραιότητας επειγουσών περιπτώσεων.
Την ώρα της διαδικασίας, ο Ντόνοβαν έμαθε ότι το πλήρες όνομά της ήταν Σάντια Έμπαντον Μακάλιστερ, ήταν εικοσιενός ετών, δεν είχε παντρευτεί ποτέ, δεν είχε παιδιά, και η εκπαίδευσή της σταμάτησε στην ηλικία των οχτώ. Η εξαφάνιση των γονέων της φάνηκε να συμπίπτει με το τέλος της παιδείας της.
«Σε πόση ώρα θα την εξετάσει γιατρός»; Ρώτησε ο Ντόνοβαν.
«Σύντομα. Δεν έχουμε κανέναν επιπέδου ένα ή δύο στην αίθουσα αναμονής. Τώρα, χρειάζομαι τις πληροφορίες ασφάλειάς σας».
«Δεν έχει ασφάλεια».
«Οικονομική κατάσταση»;
«Η οικογένειά της δεν έχει λεφτά».
«Έχει κάνει αίτηση για Οικονομική Ασφάλιση»;
«Obamacare»; Ο Ντόνοβαν κοίταξε τη Σάντια.
Σήκωσε τους ώμους και κούνησε το κεφάλι της.
«Όχι», απάντησε ο Ντόνοβαν.
«Πηγαίνετε στο γραφείο οικονομικών, στο τέλος του διαδρόμου. Η Μάγκι θα ξεκινήσει την εγγραφή της στην Οικονομική Ασφάλιση. Θα τη φωνάξουμε όταν ο γιατρός είναι έτοιμος να την εξετάσει».
* * * * *
Μόλις είχε ξεκινήσει η Μάγκι να καταχωρεί τα δεδομένα της Σάντια στον ιστότοπο της Οικονομικής Ασφάλισης όταν φώναξαν το όνομά της.
«Όταν τελειώσετε», τους είπε η Μάγκι, «ελάτε να ολοκληρώσουμε τη διαδικασία».
«Εντάξει», είπε ο Ντόνοβαν.
«Η αίθουσα εξέτασης βρίσκεται στο τέλος του διαδρόμου, δεξιά. Αίθουσα νούμερο τέσσερα».
* * * * *
Ο Ντόνοβαν κοίταξε την αποστειρωμένη αίθουσα εξέτασης, κι έπειτα άφησε το αναπηρικό καροτσάκι του κ. Μάρτιν δίπλα σε έναν πορσελάνινο νεροχύτη, ο οποίος είχε επιδαπέδιο χερούλι βρύσης.
Μπήκε στο δωμάτιο μια νεαρή γυναίκα φορώντας μια άσπρη ρόμπα ιατρού.
Ο Ντόνοβαν την είδε να περιεργάζεται τις ιατρικές φόρμες στα χέρια της. Χωρίς να μιλήσει σε κανέναν, γύρισε στη δεύτερη σελίδα.
Ήταν λεπτή και συμπαθητική. Τα μαλλιά της είχαν χρώμα καραμέλας, πολύ κοντά και χτενισμένα με αντρικό στυλ. Έμοιαζε με ελκυστική γραμματέα, τα μάτια της ήταν ένα βαθύ γαλανό, σαν να αποκόπηκαν από τον Παγετώνα Μέντενχολ. Από την τσέπη της εξείχε ένα στηθοσκόπιο.
Ο Ντόνοβαν σκέφτηκε ότι μοιάζει με λυκειόπαιδο.
Η γιατρός κοίταξε γρήγορα μια φορά τον Ντόνοβαν και τον κ. Μάρτιν, και μετά τη Σάντια.
Ο Ντόνοβαν δεν ήταν σίγουρος, αλλά ένιωθε πως η απόχρωση των ματιών της κατέληγαν σε ένα ζεστό Μεσογειακό μπλε.
Η γυναίκα γύρισε, άφησε το ντοσιέ με τις φόρμες πάνω σε έναν πάγκο και πάτησε το μοχλό του ζεστού νερού με το πόδι της. Ο χρόνος που έπλενε τα χέρια της φαινόταν υπερβολικός, με ποσότητα αντιβακτηριδιακού σαπουνιού όσο δυο κουταλιές της σούπας. Αφού τίναξε τα χέρια της, τα κούνησε μπροστά από ένα γκρίζο μεταλλικό κουτί τοποθετημένο στον τοίχο. Το κουτί έβγαλε ένα τρίξιμο σαν να τρόμαξε, κι άρχισε να βγάζει καφέ χαρτί κουζίνας.
Αφού στέγνωσε τα χέρια της, πήγε στη Σάντια και κάθισε δίπλα στον παππού της. «Είμαι η Γκρέις». Τέντωσε το χέρι της.
Η Σάντια έμεινε να κοιτάει το χέρι μπροστά της.
Ελπίζω να καταλάβει ότι δε συμπεριφέρεται υπεροπτικά η Σάντια. Απλά δεν έχει καθόλου κοινωνικές δεξιότητες. Αναρωτιέμαι γιατί;
Αφού δεν πήρε ανταπόκριση, η Γκρέις πήρε τη Σάντια απ’ το χέρι, λίγο πιο πάνω απ’ τον αγκώνα, και την οδήγησε το κρεβάτι εξέτασης. «Καθίστε εδώ, παρακαλώ».
Η Σάντια κάθισε, και μετακινήθηκε ελάχιστα προς τα πίσω για να ισιώσει την καφετιά φούστα της πάνω από τα γόνατά της.
Όταν η Γκρέις πήρε το στηθοσκόπιό της από την τσέπη, ο Ντόνοβαν την είδε να παρατηρεί πρώτα το αριστερό χέρι της Σάντια, και μετά το δικό του.
«Πού πονάτε»; Ρώτησε τη Σάντια καθώς άκουγε την καρδιά της.
«Εδώ». Η Σάντια ακούμπησε το κέντρο του μετώπου της, και αργά μετακίνησε τα δάχτυλά της στον αριστερό της κρόταφο.
Η Γκρέις έβγαλε το στηθοσκόπιο απ’ τ’ αυτιά της και το άφησε να κρέμεται απ’ το λαιμό της. «Και εδώ»; Ακούμπησε την κορυφή του κεφαλιού της.
«Μερικές φορές».
«Έχετε ναυτίες τα πρωινά»;
Η Σάντια κοίταξε τον Ντόνοβαν.
«Αν ανακατεύεται το στομάχι σου», της είπε.
Εκείνη ένευσε καταφατικά, και η Γκρέις το κατέγραψε.
«Με συγχωρείς, Γκρέις», άρχισε να μιλά ο Ντόνοβαν.
Εκείνη σήκωσε το φρύδι της.
«Πότε θα είναι εδώ ο γιατρός»;
«Κύριε Μάρτιν–»
«Δεν είμαι ο Κύριος Μάρτιν».
«Δεν είστε αδερφός της Σάντια»;
«Όχι».
«Θείος»;
«Όχι».
«Συγγενής οποιουδήποτε βαθμού»;
«Όχι».
Κοίταξε βιαστικά την ταυτότητα που κρεμόταν από τον κόκκινο με μπλε ιμάντα γύρω απ’ το λαιμό του. «Ποιος είστε»;
«Με λένε Ντόνοβαν Ο’ Φάλον».
Άφησε το ντοσιέ στον πάγκο. «Τότε θα πρέπει να περιμένετε έξω».
«Μα–»
Του έδειξε την πόρτα.
Πριν φύγει απ’ το δωμάτιο, κοίταξε τη Σάντια και είδε μια έκφραση ανησυχίας. Προσπάθησε να της δώσει θάρρος με ένα χαμόγελο.
Όταν άνοιξε την πόρτα, η Γκρέις τον σταμάτησε. «Κύριε Ο’ Φάλον».
«Ναι»;
«Είμαι νευροχειρουργός».
«Αα...» Κράτα το στόμα σου κλειστό άλλη φορά. «Ε-Εντάξει, συγνώμη. Αν με χρειαστείτε, θα είμαι στην αίθουσα αναμονής».
«Καλώς».
Κεφάλαιο Έντεκα
Το κεφάλι του Στρατιώτη Μάρτιν χτύπησε στο σκληρό χώμα. Όταν άνοιξε τα μάτια του, το μόνο που έβλεπε ήταν περίεργα σχήματα να στροβιλίζουν από πάνω του. Όταν προσπάθησε να σταθεροποιήσει το κεφάλι του με τα χέρια του, συνειδητοποίησε ότι ήταν δεμένα. Το κράνος του είχε εξαφανιστεί, αφήνοντας το κεφάλι του να τρίβεται πάνω στις πέτρες, την άμμο και τα ξύλα. Προσπάθησε να το σηκώσει απ’ το δάπεδο, αλλά είδε ότι είχε χάσει τις δυνάμεις του. Το μόνο που καταλάβαινε ήταν ότι δύο άντρες τον έσερναν από τα πόδια σε κάποιο μέρος που δεν ήξερε.
«Σταματήστε»! Προσπάθησε να τους πει, αλλά η φωνή του βγήκε σαν πνιχτό βογκητό.
Ένας απ’ τους άντρες είπε κάτι, αλλά δεν καταλάβαινε τις λέξεις.
Προφανώς τον είχαν πιάσει, αλλά δε θυμόταν πού και πώς.
Έφτασαν σε κάποιου είδους ανάχωμα, και τον άφησαν στην άκρη του. Όταν άνοιξε τα μάτια, είδε δυο όρθιες φιγούρες στα χακί. Δοκίμασε να συγκεντρωθεί, αλλά ένιωθε τα μάτια του να ταλαντεύονται σαν μπίλιες.
Μία απ’ τις φιγούρες είπε λίγα πράγματα, και η άλλη γέλασε. Ο Μάρτιν συνειδητοποίησε πως ήταν Ιάπωνες στρατιώτες.
Ακούστηκε το τρίξιμο μιας σιδερένιας πόρτας, που τον χτύπησε στο κεφάλι. Ένας απ’ τους στρατιώτες τον κλώτσησε για να τον βγάλει απ’ τη μέση. Ένας άλλος έβαλε το πόδι του πάνω στον ώμο του Μάρτιν για να τον σπρώξει μέσα στο ανάχωμα.
Ο Μάρτιν ούρλιαζε καθώς κατρακυλούσε στην πλαγιά, και εν τέλη στον πυθμένα του αναχώματος. Προσγειώθηκε με το πρόσωπο μέσα σε μια αηδιαστική λάσπη. Γύρισε το κεφάλι στο πλάι για να πάρει ανάσα. Η λάσπη τύφλωνε περισσότερο την ήδη θολή εικόνα που του προσέφεραν τα μάτια του.
Όταν γύρισε όλο του το σώμα στο ένα του πλευρό, επιτέλους μπόρεσε να σκουπίσει τα μάτια του, αλλά αυτό δε βοήθησε. Ακόμη έβλεπε ασαφής φιγούρες να γυρνάνε, σαν να ήταν σε ασύμμετρο τρενάκι του λούνα παρκ.
Σήκωσε το κορμί του για να κάτσει, και εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πως η δυσωδία που απέβαλλε η λάσπη ήταν απορροή κάποιου ιαπωνικού αποχωρητηρίου.
Ένα σχήμα αιωρούνταν από πάνω του. Προσπάθησε να μπουσουλίσει για να ξεφύγει, γραπώνοντας το χώμα υστερικά.
«Ήρεμα, Στρατιώτη. Θα σε βοηθήσω».
Ήταν η φωνή και το σχήμα ενός Αμερικανού στρατιώτη που τον έβγαζε απ’ το λάκκο.
«Κάτσε να σου λύσω τα χέρια».
Κάποιος άλλος έριξε νερό πάνω στο κεφάλι του. Προσπάθησε να το πιει.
«Περίμενε, φίλε, να σου βγάλω τα σκατά απ’ τη μούρη. Μετά θα πιείς».
Έκλεισε τα μάτια, κι ένιωσε το δροσερό νερό να κατεβαίνει στο λαιμό του.
«Έλα, πιες, αλλά όχι πολύ». Ο άντρας έφερε στα χείλη του Μάρτιν ένα παγούρι.
Ήταν τόσο απολαυστικό το νερό μεσ’ το στόμα του. Γευόταν και τη γνώριμη μεταλλική γεύση του εσωτερικού του παγουριού, αλλά δεν τον ένοιαζε. Για τον Μάρτιν, είχε γεύση γλυκιάς αμβροσίας.
«Νομίζω έχει μετατραυματικό σοκ», είπε ο πρώτος άντρας.
«Έχετε δίκιο, κύριε, έχει».
«Τον ξέρεις, Ντάφι»;
«Ναι, κύριε, είναι νοσοκόμος πεδίου, Στρατιώτης Γουίλιαμ Μάρτιν. Τον είδα να καταστρέφει τρία ιαπωνικά άρματα μάχης, ολομόναχος».
«Με δουλεύεις. Πώς το έκανε αυτό»;
«Το είδα όλο». Ο Ντάφι είπε στον αξιωματικό την ιστορία. «Άνοιξε η καταπακτή του τρίτου τανκ, και βγήκε έξω ο Γιαπωνέζος. Τον πυροβόλησε στο πόδι. Εκείνος έπεσε και προσπάθησε να φύγει, αλλά ανατινάχτηκαν οι τρεις χειροβομβίδες. Ήταν πολύ κοντά, τον κούφαναν για τα καλά».
«Νεεααρ». Ο Μάρτιν προσπάθησε να ζητήσει νερό.
«Λίγο». Ο Στρατιώτης Ντάφι έφερε το παγούρι στο στόμα του Μάρτιν. «Μην πνιγείς».
«Δες αν μπορείς να σταματήσεις την αιμορραγία στο πόδι του».
«Μάλιστα, κύριε. Έχει τραυματιστεί και πίσω απ’ το κεφάλι».
Η όραση του Μάρτιν άρχισε να ξεθολώνει, και κατάφερε να δει έναν απ’ τους δυο άντρες· ήταν ένας Πεζοναύτης Αξιωματικός με έμβλημα Λοχαγού στον ώμο.
Κοίταξε τριγύρω, να καταλάβει πού βρισκόταν. Βρίσκονταν σε κάποιου είδους κοίλωμα, με ψηλά αναχώματα περιμετρικά. Στις άκρες ήταν τοποθετημένες διπλωμένες σειρές συρματοπλέγματος. Δύο οπλισμένοι φρουροί στέκονταν στην πύλη. Μάλλον από εκεί τον είχαν πετάξει.
«Είσαι καλά, Στρατιώτη Μάρτιν»; τον ρώτησε ο Λοχαγός.
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Ν-ν-ναι, είμαι καλά». Πίσω απ’ τον Λοχαγό σε απόσταση είκοσι μέτρων, είδε έναν περιφραγμένο χώρο με συρματόπλεγμα, όπου παραπάνω από εκατό Αμερικανοί στρατιώτες βρίσκονταν κρατούμενοι.
«Ωχ», είπε ο Ντάφι, «έρχεται ο Στρατηγός Κοντοστούπης».
Ο Μάρτιν είδε έναν κοντό Ιάπωνα αξιωματικό να περπατά βιαστικά προς το μέρος τους. Δεξιά κι αριστερά, τον ακολουθούσαν δύο οπλισμένοι στρατιώτες. Δεν ήταν πολύ ψηλοί, αλλά σίγουρα περνούσαν τον Αξιωματικό.
Ο Αξιωματικός έδειξε με τη ράβδο του επιδεικτικά τον Μάρτιν, και είπε μερικές κουβέντες.
Οι δυο στρατιώτες άρπαξαν τον Μάρτιν απ’ τα μπράτσα και τον σήκωσαν.
«Πόσα στρατιώτες Αμερικάνοι έχετε πάνω στο νησί από χθες»; ρώτησε ο Αξιωματικός.
Ο Μάρτιν μπερδεύτηκε απ’ την ερώτηση. «Τί»;
«Πόσα»; φώναξε ο Αξιωματικός, και μετά μίλησε στον στρατιώτη δεξιά του Μάρτιν.
Εκείνος τον χτύπησε στα πλευρά με το κοντάκι του τουφεκιού του.
Ο Μάρτιν βόγκηξε απ’ τον πόνο και λύγισε προς τα εμπρός, αλλά ο άλλος στρατιώτης τον κράτησε.
«Σταματήστε», είπε ο Αμερικανός Λοχαγός. «Είναι μη μάχιμος. Δεν ξέρει τίποτε για το στρατιωτικό δυναμικό».
«Μη μάχιμος»; ρώτησε ο Ιάπωνας Αξιωματικός. «Σκότωσε τρία Ιαπωνικά Αυτοκρατορικά άρματα. Αυτό λες μη μάχιμο»;
«Είναι νοσοκόμος πεδίου».
«Σκοτώσει πιστούς Ιάπωνες στρατιώτες, και θα του φερθούμε ανάλογα». Αγριοκοίταξε τον Μάρτιν. «Πόσα αεροπλανοφόρο έχετε στο Ατλαντικό»; Έδειξε με τη βέργα του προς τον ωκεανό.
Ο Μάρτιν τον κοίταξε για λίγη ώρα. «Γουίλιαμ Σ. Μάρτιν, Στρατιώτης, 18569488».
Ο Ιάπωνας Αξιωματικός ούρλιαξε κάτι στους στρατιώτες.
Ένας απ’ αυτούς τράβηξε τα χέρια του Μάρτιν πίσω απ’ την πλάτη του ενώ ο άλλος τον απειλούσε με το τουφέκι.
Του δέσανε τα χέρια, και μετά τον ανάγκασαν να γονατίσει.
Ο Αξιωματικός έδωσε μια άλλη εντολή, κι ένας από τους στρατιώτες έβγαλε τη ξιφολόγχη του, την τοποθέτησε στο τουφέκι και ακούμπησε με την αιχμηρή λεπίδα το στέρνο του Μάρτιν.
«Πόσα τανκ Αμερικάνικα έχετε σε αυτό το μέρος»;
Ο Μάρτιν έσφιξε τα δόντια κι έκλεισε τα μάτια. «Γουίλιαμ Σ. Μάρτιν, Στρατιώτης, 18569488».
Ο Ιάπωνας Αξιωματικός φώναξε στους στρατιώτες. Ο πρώτος απομάκρυνε το τουφέκι του, έτοιμος να χτυπήσει τον Μάρτιν στο κεφάλι, αλλά πριν προλάβει, άλλοι δύο Αμερικάνοι στρατιώτες έπεσαν στο χώμα, τραβώντας μαζί τους και τον Μάρτιν.
Έμειναν να στέκονται όρθιοι οι τρεις Γιαπωνέζοι και να κοιτούν ψηλά, προς ένα σφύριγμα που προέρχονταν από τον ουρανό. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, ένας όλμος έσκασε πάνω στο ανάχωμα. Ακολούθησαν άλλοι τρεις, σε απόσταση είκοσι μέτρων. Ο βομβαρδισμός ακολουθήθηκε από το άκουσμα τουφεκιών στο βάθος.
«Οι δικοί μας»! Φώναξε ο Αμερικανός Λοχαγός.
Όταν σήκωσε το κεφάλι, ο Ιάπωνας Αξιωματικός είδε τους φρουρούς του να τρέχουν.
Ανασηκώνονταν χώμα από τις σφαίρες γύρω από τον χώρο, και τότε κάποιος έχωσε μια τορπίλη Μπανγκαλόρ κάτω από την περίφραξη. Έγινε έκρηξη, δημιουργώντας έναν κρατήρα 10 μέτρων από το συρματόπλεγμα. Μια ολόκληρη Διμοιρία Αμερικανών Πεζοναυτών έκανε έφοδο από το άνοιγμα του συρματοπλέγματος μέσα στο ανάχωμα.
Τότε, ο Γιαπωνέζος Αξιωματικός είπε κάτι βιαστικά στους δύο στρατιώτες. Σήκωσαν τα όπλα τους και πυροβόλησαν το Λοχαγό και τον Ντάφι στο κεφάλι.
Ούρλιαξε πάλι μια διαταγή στους στρατιώτες, οι οποίοι πήγαν στους άλλους αιχμάλωτους πολέμου, τους οποίους είχαν κρατούμενους σε ένα μεγάλο κλουβί, και άρχισαν αδιακρίτως να πυροβολούν τους άοπλους Αμερικανούς. Δώδεκα ακόμη Γιαπωνέζοι ήρθαν στο κλουβί και εκτελούσαν τους Αμερικανούς αιχμαλώτους.
Ο Ιάπωνας Αξιωματικός έβγαλε το πιστόλι του και το τοποθέτησε στον αριστερό κρόταφο του Μάρτιν.
Ακούστηκε ένας δυνατός πυροβολισμός που έκανε τον Μάρτιν να τιναχτεί.
Το όπλο του Αξιωματικού έπεσε πάνω στα πόδια του. Τον είδε να κείτεται νεκρός με μια σφαίρα στο κούτελό του.
Ο Μάρτιν περιστράφηκε καθώς καθόταν στα γόνατα για να πιάσει το πιστόλι. Όταν το πήρε, σημάδεψε όσο μπορούσε καλύτερα τους Ιάπωνες που εκτελούσαν με τα τουφέκια και τα πιστόλια τους τούς αιχμαλώτους. Τράβηξε τη σκανδάλη και δε σταμάτησε μέχρι να του τελειώσουν οι σφαίρες.
Κατέφθασαν κι άλλοι Αμερικάνοι, οι οποίοι πυροβολούσαν τους εκτελεστές.
Αυτοί αρνήθηκαν να παραιτηθούν, ακόμη κι όταν ξέμειναν από πυρομαχικά. Πετώντας τα άχρηστα όπλα τους στο πάτωμα, πιάστηκαν σώμα με σώμα με τους Αμερικανούς.
Είκοσι λεπτά αργότερα, ένας Ταγματάρχης των Πεζοναυτών ήρθε από την πύλη μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Ο Μάρτιν βρισκόταν στο χώμα με το μέτωπο μέσα στη λάσπη. Τα χέρια του ακόμη πίσω από την πλάτη του.
Ο Ταγματάρχης είδε τον Μάρτιν και τους δύο Αμερικανούς δίπλα του. Μάλλον θα νόμιζε πως ήταν νεκρός κι αυτός. Πήγε στα κλουβιά, όπου ήδη νοσοκόμοι έλεγχαν τον κάθε Αμερικάνο αιχμάλωτο, για να δουν ποιοι ήταν ζωντανοί.
Ένας απ’ αυτούς ήρθε και μίλησε στον Ταγματάρχη μέσα απ’ το συρματόπλεγμα. «Είναι όλοι νεκροί, Ταγματάρχα. Εκτατών είκοσι δύο».
«Θεέ μου. Πώς συνέβη αυτό»;
«Δε γνωρίζω, κύριε. Είχε ήδη γίνει όταν φτάσαμε. Έχουμε τριάντα τέσσερις νεκρούς δικούς μας εδώ πέρα». Του έδειξε με μερικές κινήσεις τους διάσπαρτους νεκρούς στρατιώτες μέσα στο στρατόπεδο. «Και πάνω από διακόσιους νεκρούς Γιαπωνέζους».
Ο Ταγματάρχης κούνησε το κεφάλι του. «Αυτό είναι σκέτη καταστροφή. Όλοι αυτοί οι αιχμάλωτοι, νεκροί».
«Ταγματάρχα Χοακίν»! Φώναξε ένας απ’ τους νοσοκόμους. «Αυτός εδώ είναι ακόμη ζωντανός».
Ο Ταγματάρχης έτρεξε στον Μάρτιν.
Ο άντρας που φώναξε τον Ταγματάρχη, ο Λοχίας Λάμπραϊτ, έλυσε τα χέρια του Μάρτιν.
Ο Ταγματάρχης γονάτισε μπροστά στον Μάρτιν. «Τί συνέβη εδώ, αγόρι μου»; Όταν δεν ανταποκρίθηκε ο Μάρτιν, ο Ταγματάρχης Ρόναλντ Χοακίν κοίταξε τον νοσοκόμο. «Λοχία Λάμπραϊτ, μίλησε καθόλου σε εσένα»;
«Όχι, κύριε».
Τα μάτια του Μάρτιν στριφογύριζαν καθώς προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στην ερώτηση του Ταγματάρχη. Άρχισε να κλαίει.
«Τί έγινε»; ρώτησε ο Ταγματάρχης.
Ο Μάρτιν σήκωσε το τρεμάμενο χέρι του, δείχνοντας τους νεκρούς Ιάπωνες στρατιώτες, αλλά επειδή ήταν σκορπισμένοι παντού, δυσκολευόταν να τους δει καθαρά. «Σκο-σκότωναν αιχμαλώτους πολέμου. Προσπάθησα να...να τους σταματήσω». Το χέρι του τρεμόπαιξε, και ξανάδειξε.
Ο Ταγματάρχης κοίταξε προς τα εκεί που έδειχνε.
Πέρα απ’ τα νεκρά σώματα και ψηλά, πάνω απ’ το ανάχωμα, ήταν μια ομάδα Πεζοναυτών, που κάπνιζαν και στηρίζονταν πάνω στα τουφέκια τους.
«Αυτοί»;;!! Ο Ταγματάρχης Χοακίν κοίταξε τον Μάρτιν. «Αυτοί οι στρατιώτες σκότωσαν τους αιχμαλώτους»;
Οι ώμοι του Μάρτιν έτρεμαν καθώς έκλαιγε ακατάπαυστα. Το πιγούνι του βυθίστηκε στο θώρακά του.
«Ταγματάρχα», είπε ο Λοχίας Λάμπραϊτ, «αυτός ο άνθρωπος υποφέρει από σοβαρό μετατραυματικό σοκ». Χτύπησε ελαφρά τον ώμο του Μάρτιν. «Δε μπορεί να σας πει ακόμη τί συνέβη».
Ο Ταγματάρχης στάθηκε να κοιτάει τη σφαγή ολόγυρά του. «Μάλιστα, πάρτε τον πίσω στο νοσοκομείο του πλοίου». Στράφηκε προς το νοσοκόμο. «Αλλά άκουσέ με καλά, Λάμπραϊτ. Κράτα το στόμα σου κλειστό γι’ αυτό το μέρος. Μην πεις τίποτα σε κανέναν. Κατάλαβες»;
Ο Λάμπραϊτ σηκώθηκε όρθιος. «Ταγματάρχα, δε νομίζω...»
«Όσον αφορά τους γαλονάδες στο αρχηγείο, αυτό το μέρος δεν υπήρξε ποτέ». Κοίταξε με έντονο βλέμμα τον Λοχία. «Δεν υπήρξε κανένας αιχμάλωτος εδώ πέρα».
Ο Λοχίας κοίταξε γύρω του. «Πού, κύριε»;
Ο Ταγματάρχης χαμογέλασε και βγήκε από την πύλη πάνω από το ανάχωμα.
* * * * *
Ο Αρχιλοχίας Ρίτσαρντ Λάμπραϊτ φρόντισε όσο μπορούσε τις πληγές του Μάρτιν. «Πρέπει να σε πάμε στην παραλία και...», ο Λάμπραϊτ κούνησε το κεφάλι του, προσπαθώντας να ακούσει. Άλλοι δύο νοσοκόμοι που έδεναν με επίδεσμο το χέρι ενός τραυματισμένου Πεζοναύτη έκαναν το ίδιο. Κοίταξαν τον Λάμπραϊτ.
Ο ήχος ακούστηκε πάλι, πνιχτός και απόμακρος, «Νοσοκόμος»!
Οι δύο νοσοκόμοι έτρεξαν γρήγορα στον Λάμπραϊτ καθώς εκείνος σηκωνόταν. «Προς τα εκεί», ένας απ’ αυτούς είπε κι έδειξε ανατολικά.
Το άκουσαν πάλι, «Νοσοκόμος»! Αλλά αυτή η φορά ήταν διαφορετική φωνή, κάπου κοντά στην πρώτη.
Ο Λάμπραϊτ γονάτισε δίπλα στον Στρατιώτη Μάρτιν. «Πρέπει να φύγουμε. Μείνε εδώ και περίμενέ μας, θα σε πάμε στην παραλία όπου ένα Χίγκινς θα σε πάει στο νοσοκομειακό πλοίο». Έγειρε το κεφάλι του για να κοιτάξει μέσα στα μάτια του Μάρτιν. «Κατάλαβες»;
Ο Μάρτιν εστίασε στο πρόσωπο του νοσοκόμου για λίγο. «Στην παραλία, θα πάρω το Χίγκινς».
«Σωστά». Ο Αρχιλοχίας σηκώθηκε όρθιος. «Ελάτε», είπε στους δύο νοσοκόμους, «πάμε να δούμε τί συμβαίνει».
Οι τρεις άντρες έτρεξαν πάνω απ’ το λόφο και πέρα από την πύλη συρματοπλέγματος.
* * * * *
Ο Γουίλιαμ καθόταν στο χώμα για πολλή ώρα, με το χέρι πάνω στα γόνατά του, το κεφάλι του χαλαρό πάνω στον ώμο του.
Όταν έδυσε ο ήλιος, φύσηξε ένα αεράκι που έφερε τη δροσιά της θάλασσας. Μαζί με τον ήρεμο άνεμο έφτασε στ’ αυτιά του και το απαλό νιαούρισμα, μιας μικρής χαμένης γάτας.
Ücretsiz ön izlemeyi tamamladınız.