Kitap dosya olarak indirilemez ancak uygulamamız üzerinden veya online olarak web sitemizden okunabilir.
Kitabı oku: «Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος», sayfa 13
Διά του 10 δε άρθρου της αυτής συνθήκης η Υψηλή Πύλη λίαν ευχαρίστως απεδέξατο, ως είπομεν, τας αποφάσεις των Δυνάμεων τας εν τε τη από 24)6 Ιουλίου 1827 συνθήκη και εν τω από 10)22 Μαρτίου 1829 πρωτοκόλλω περιεχομένας, αλλ' η Ελληνική κυβέρνησις υπέβαλεν, ως είδομεν, ευλόγους ενστάσεις· διότι επί του άρθρου τούτου το μείζον μέρος των επί επταετίαν όλην αγωνισθεισών χωρών παρέμενε τη Τουρκία, τα δε αληθή συμφέροντα του Ελληνισμού διεκυβεύοντο σοβαρώς, ο δε επί μεγάλαις ελπίσι συναφθείς πολυετής Ελληνικός αγών, μικρά μόνον απέφερε τα αποτελέσματα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'
Τα προ της Δ' εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως. – Εκλογαί πληρεξουσίων. – Αναβολή της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως, – Εκλογή του Κυβερνήτου εν τριάκοντα και έξ εκλογικαίς περιφερείαις. – Ανανέωσις του Πανελληνίου – Σύγκλησις της Εθνοσυνελεύσεως διά την 11ην Ιουλίου 1829, – Το αρχαίον του Άργους θέατρον διασκευασθέν εχρησίμευσεν ως τόπος συνεδριάσεως της Εθνοσυνελεύσεως. – Τελετή επίσημος επί τη ενάρξει των εργασιών αυτής. – Αι συζητήσεις. – Τα πρακτικά και τα ψηφίσματα. – Κατάργησις του Πανελληνίου και ίδρυσις της Γερουσίας. – Αι αποφάσεις αυτής. – Η 6η Αυγούστου 1829. – Λήξις των εργασιών της εν Άργει Δ' Εθνικής Συνελεύσεως
Εν τούτοις, εν τω μεταξύ ο Καποδίστριας ζητών να δημιουργήση νέον εν Ελλάδι καθεστώς μάλλον προς την φύσιν του Έλληνος αρμόζον, διέταξεν εκλογάς πληρεξουσίων διά την μέλλουσαν να συγκροτηθή Εθνικήν συνέλευσιν, ήτις κατ' Απρίλιον του 1828 προκηρυχθείσα ολονέν ανεβάλλετο, τούτο μεν ένεκα της παρεμπεσούσης πανώλους, τούτο δε προς μείζονα μελέτην των αναγκών του έθνους, περί ών έμελλε να αποφασίση η Εθνοσυνέλευσις. Μόλις δε, καθ' όν χρόνον εξηκολούθει επί των πλοίων η εν Πόρω διαπραγμάτευσις των αντιπροσώπων των ευεργετίδων Δυνάμεων (Αύγουστος – Δεκεμβρίου), απεφάσισεν, υπό της διπλωματίας και των προκρίτων Ελλήνων παρακινούμενος, να σκεφθή σοβαρώτερον περί του ζητήματος της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως, ήν από ημέρας εις ημέραν εφίλει να αναβάλλη). Εν τούτοις, τη 12 Νοεμβρίου 1828 προσεκάλεσε το Πανελλήνιον, όπως σκεφθή περί της μορφής της συνελεύσεως. Ουχ ήττον όμως φοβούμενος μη τυχόν η Εθνοσυνέλευσις καταστή θέατρον βίαιων διαπληκτισμών, ως εκ της συρροής εις Άργος πολλών οπλοφόρων εκ διαφόρων μερών της Ελλάδος ανέβαλε και αύθις την σύγκλησιν λέγων – ως ωμολόγησεν εμπιστευτικώς τω Κ. Στόκμαρ65 – ότι οι Έλληνες ήσαν έτι άωροι διά την ελευθερίαν των κοινοβουλευτικών συζητήσεων. Εν τούτοις, μη περιμένων πέντε και δέκα έτη, ως είχεν απαιτήσει τούτο παρά του πρίγκηπος Λεοπόλδου, ήλπιζεν ο Καποδίστριας επί εύνουν και ευάγωγον Εθνοσυνέλευσιν. Οι έπαρχοι είχον αρκούντως ενεργήσει παρά τω λαώ, και η κατάργησις των αρχαίων δημοτικών ελευθεριών είχεν ωριμάσει αυτόν προς επιδεικτικήν τινα συνταγματικήν πομπήν. Καίτοι δε προϋπήρχον οι αγαθοί ούτοι όροι, μετά προσοχής όμως και περισκέψεως προέβη εις το έργον τούτο ο Κυβερνήτης. Πολύ δε ωφέλησεν αυτώ ότι δεν υπήρχεν εν Ελλάδι νόμος περί προσόντων εκλογέων και εκλεξίμων.
Είχε μεν συζητήσει μετά του Πανελληνίου, από του Ιανουαρίου 1829, ως προς τους σχετικούς νομικούς ορισμούς. Το σώμα όμως τούτο, εν ώ τότε ακριβώς ανεφύη η πρώτη προς τον Κυβερνήτην δυσπιστία, ηρέθισεν αυτόν διά παρατόλμων αξιώσεων. Απήτησε να εκλέγωσιν οι εκλογικοί σύλλογοι τον ίδιον εαυτών πρόεδρον και γραμματέα, και επειδή ήτο πιθανόν ότι οι ξένοι και ακτήμονες ήθελον υποστηρίξει την κυβέρνησιν, η αντιπολίτευσις απήτησε να ψηφίσωσι μόνον αυτόχθονες και κτηματίαι. Τούτο εξήγειρε την οργήν του Καποδιστρίου· διότι είδεν αίφνης εγειρόμενα ενώπιον αυτού ανυπέρβλητα εμπόδια, και κατενόησεν ότι δεν είχε την δύναμιν να εκδώση νόμον, και μάλιστα εκλογικόν, περιορίζοντα το ελεύθερον εκλογικόν δικαίωμα. «Ήθελον αδιστάκτως συμμερισθή την υμετέραν γνώμην, είπεν ο Καποδίστριας προς το Πανελλήνιον, αν δεν έβλεπον εν αυτή ακαταμάχητόν τινα δυσχέρειαν· είναι δε αύτη, ότι δεν δύναμαι να αναγνωρίσω εμαυτώ το δικαίωμα της νομοθετήσεως και μάλιστα περί εκλογικών». Καίπερ δε την αναρμοδιότητα ταύτην προφασιζόμενος, συνεβούλευσεν ουχ ήττον πολλά αγαθά, τείνοντα εις υπεκφυγήν των δυσχερειών. Οι κατά τας εκλογάς των δημογερόντων επικρατήσαντες τέως τύποι είχον επιδοκιμασθή λίαν εν ταις επαρχίαις.
Δεν ηδύναντο άρα γε να αποφέρωσιν επίσης ευχάριστα αποτελέσματα και κατά τας εκλογάς των διά την συνέλευσιν αντιπροσώπων; Αι των δημογερόντων εκλογαί εγένοντο κατά τα διατάγματα του Απριλίου 1828, υπό την διεύθυνσιν και την επίδρασιν των κυβερνητικών επάρχων, και απέφερον ούτως επιθυμητά τω Καποδιστρία αποτελέσματα. Αν λοιπόν νυν εξελέγοντο και οι αντιπρόσωποι κατά το αυτό σύστημα, ευλόγως ήλπιζεν ο Κυβερνήτης την εν ταις εκλογαίς επίτευξιν ευχαρίστου αποτελέσματος.
Το Πανελλήνιον όμως δεν ηθέλησε να κατανοήση τα πλεονεκτήματα του νέου καποδιστριακού συστήματος, και απέρριψε την περί της διεξαγωγής των εκλογών πρότασιν της κυβερνήσεως. Διελογίσθη επί στιγμήν ο Καποδίστριας να δημοσιεύση εκλογικόν νόμον, άνευ της συναινέσεως του Πανελληνίου, αλλ' ο γραμματεύς της Επικρατείας Σπυρίδων Τρικούπης ηρνήθη επιμόνως να υπογράψη και να αναλάβη την ευθύνην της πράξεως ταύτης. Ο Κυβερνήτης κατεστάλη τότε, αλλ' αποκτήσας την πλειονοψηφίαν εν τω Πανελληνίω διά της προσθήκης εννέα νέων μελών, εν οίς και ο Πάνος Ράγκος, ο και έκτακτος επίτροπος χρηματίσας, υπέβαλε και πάλιν εν τη αυτή συνόδω το νομοσχέδιον αυτού, κατά το Σύνταγμα το απορριπτόμενον νομοσχέδιον δεν ηδύνατο πλέον να συζητηθή εκ νέου κατά την αυτήν σύνοδον. Επειδή δε και πάλιν ηρνήθη να προσυπογράψη ο γραμματεύς της επικρατείας παυθείς διωρίσθη εις την νεοσύστατον θέσιν του επί των Εξωτερικών γραμματέως, ο δε διάδοχος εκείνου Ν. Σπηλιάδης ήττον δύσκολος, υπέγραψε την πρότασιν της Κυβερνήσεως, ήτις ψηφισθείσα και υπό του Πανελληνίου, εδημοσιεύθη ως Νόμος (4 Μαρτίου 1829). Εκτός ολίγων τροποποιήσεων, βάσις του Νόμου τούτου υπήρξε το κατά τας εκλογάς των δημογερόντων τοσούτω γόνιμον αποδειχθέν σύστημα. Έν μόνον απέκουσε πεισμόνως το Πανελλήνιον, την διάταξιν του νομοσχεδίου, την θεσπίζουσαν την, κατά τας εκλογάς, παρουσίαν των προσωρινών διοικητών και των εκτάκτων, επιτρόπων, όπως, κατά την έκφρασιν του Καποδιστρίου, ασφαλίζηται η τάξις και η νομιμότης. Αλλ' ο Κυβερνήτης κατώρθωσε διά πλαγίας οδού πολύ πλέον ή όσον είχεν απαιτήσει. Κατώρθωσε να δοθή εις την κυβέρνησιν το δικαίωμα να διορίζη αυτή εκ των εκλογέων εκάστου διαμερίσματος τον πρόεδρον του εκλογικού συλλόγου. Αντί της επαπειλούσης απλής εφορείας των επάρχων, επετεύχθη ούτως η απ' ευθείας υπό της κυβερνήσεως διεύθυνσις των εκλογών. Απέναντι τοιούτου πλεονεκτήματος, ηδύνατο βεβαίως να προβή ο Κυβερνήτης και εις παραχωρήσεις προς το Πανελλήνιον, περί ών άλλως ήλπιζεν, ότι ουδέποτε ήθελον αποκτήσει πρακτικήν τινα σημασίαν. Ούτω δε ενέδωκε να ορισθή εν τω άρθρω 14 του κανονίζοντος τας εκλογάς νόμου, ότι πολιτικοί εγκληματίαι ηδύναντο να εξέλθωσι των φυλακών επί εγγυήσει και να εκπληρώσωσι τα αντιπροσωπικά αυτών καθήκοντα.
Όσον εξηρτάτο από των επάρχων και των δημοτικών αρχών εφαίνετο ησφαλισμένη η επί των εκλογών επιρροή της Κυβερνήσεως· όπως έχη όμως υπέρ εαυτού και το πολύ του λαού, όπερ έμελλε να εκφέρη την οριστικήν απόφασιν, απεφάσισεν ο Καποδίστριας να περιέλθη την Πελοπόννησον και τας νήσους, ενώ ο αδελφός αυτού Αυγουστίνος έλαβε την εντολήν να περιοδεύση την Στερεάν χάριν εκλογικών σκοπών. «Οι Έλληνες απαιτούσι να φωτισθώσιν υφ' ημών αυτών περί της θέσεως και του μέλλοντός των, και προ πάντων περί της αξιοπρεπούς εκπληρώσεως των καθηκόντων, άτινα επιβάλλει αυτοίς η πατρίς ως προς τας εκλογάς», έλεγεν ο Κυβερνήτης. Επί τούτω δε μετέβαινεν αδιακόπως από της Αιγίνης εις Ναύπλιον, και από Ναυπλίου εις Αίγιναν συνοδευόμενος δε υπό του I. Μεταξά και του Θ. Κολοκοτρώνη περιήλθε την Πελοπόννησον, προσήγγισεν εις τας νήσους, και μόνον την Στερεάν επεσκέπτετο σπανίως, άπαξ δε μόνον τας Αθήνας. Τα δύο δε τελευταία έτη έμεινεν αποκλειστικώς σχεδόν εν Ναυπλίω, ένθα είχεν ορίσει και την έδραν αυτού.
Ο Κυβερνήτης καταλιπών την Αίγιναν, μεσούντος Μαρτίου του 1829, επεσκέψατο την Τρίπολιν, την Μεθώνην, τας Πάτρας, την Ναύπακτον, και επέστρεψε διά Ναυπλίου περί τα τέλη του μηνός. Ο λαός ήρχιζεν ήδη αναλαμβάνων από των φοβερών συνεπειών των ληστρικών επιδρομών του Ιμβραήμ και απολαύων των ευλογιών της ειρήνης· ένθους δε προϋπήντα πανταχού τω Κυβερνήτη.
Η θέα των ξένων, η μετά Ρώσων και Γάλλων αξιωματικών αναστροφή, πάντα ταύτα κατεγοήτευσαν τους απλούς εκείνους ποιμένας και χωρικούς, οίτινες ελάτρευον τον Μπάρμπα – Γιάννην. Ενώ δε άλλοτε οι Τούρκοι και Χριστιανοί πασάδες παρίσταντο προ αυτών περιβεβλημένοι τον τρόμον της καταπιέσεων και της αυθαιρεσίας, ευχάριστον προυξένει αυτοίς έκπληξιν, ότι ο Κυβερνήτης ανεμιγνύετο προσηνώς μετά του λαού, ούτε θωπειών, ούτε δώρων, ούτε υποσχέσεων φειδόμενος. Αι θρησκευτικαί αυτού συνήθειαι, αι ευκτήριοι αυτού ασκήσεις, και τέλος η διαρκώς επιδεικνυμένη πεποίθησις αυτού προς τον Θεόν, ταύτα πάντα εκέρδαινον αναγκαίως τας υπέρ αυτού συμπαθείας των πολλών και αγαθών Ελλήνων. Η εκλογική λοιπόν αυτού περιοδεία αύτη απήνεγκε πάραυτα αρίστους πολιτικούς καρπούς. Εν τριάκοντα και έξ εκλογικαίς περιφερείαις εξελέγη ο Κυβερνήτης αντιπρόσωπος μετά γενικής πληρεξουσιότητος, τούθ' όπερ δείκνυσιν ότι αι περί επεμβάσεων εν ταις εκλογαίς φήμαι των αντιπολιτευομένων, ουδεμιάς είχοντο υποστάσεως. Οι κάτοικοι του Άργους κατήρξαντο πρώτοι, η δε εύγλωττος του Καποδιστρίου σιγή εφάνη εις άμιλλαν προκαλούσα. Είτα παρηκολούθησαν και άλλοι Πελοποννήσιοι, εν τέλει δε και των νήσων οι κάτοικοι. Έφθασε μάλιστα στιγμή, καθ' ήν ήλπισεν ο Καποδίστριας, ότι ολόκληρος η Ελλάς ήθελεν εκλέξει αυτόν γενικόν αυτής πληρεξούσιον. Ότι δε ο Κυβερνήτης ελογίσατο τούτο δυνατόν, και απόφασιν είχε να ρυθμίση την πολιτικήν αυτού συμφώνως προς την επιτυχίαν, καταδεικνύει εγκύκλιός τις, ήν απηύθυνε την 3ην Μαΐου 1829 εκ Ναυπλίου προς τους επάρχους της Αρκαδίας, της Αργολίδος και της κάτω Μεσσηνίας:
«Πλήρεις αισθημάτων, έλεγεν, άτινα δυσχερές είναι να εκφράσωμεν, εμάθομεν την νέαν απόδειξιν της εμπιστοσύνης, ήν τα διαμερίσματα της υμετέρας επαρχίας εξεδήλωσαν υπέρ ημών, παρέχοντα ημίν την πληρεξουσιότητά των διά την τετάρτην εθνικήν συνέλευσιν. Εντελλόμεθα υμίν να ανακοινώσητε εις τους υπογράψαντας τας αναφοράς ταύτας, ότι θέλομεν απαντήσει χωρίς αναβολής, άμα ως ευρεθώμεν εις θέσιν, μετά τας εκλογάς των άλλων διαμερισμάτων του Κράτους, να αποφασίσωμεν ότι δύναται να καταστήση ημάς ικανούς εις εκπλήρωσιν του ημετέρου καθήκοντος και δικαίωσιν της εντίμου υμών εμπιστοσύνης». Συνάμα δε παρηγγέλθη η εφημερίς ο Ελληνικός Μηνύτωρ να επαινέση προσηκόντως την φιλόνομον διαγωγήν διαμερισμάτων εκείνων, και η Γενική Εφημερίς ανήγγειλεν, ότι προς ενθάρρυνσιν και καλόν παραδειγματισμόν ήθελε δημοσιεύσει τα ονόματα των επαρχιών, αίτινες είχον αναθέσει τω Κυβερνήτη πάσαν αυτών την εμπιστοσύνην.
Οποία πολιτική τροπή ήθελεν επέλθει, αν κατωρθούτο πραγματικώς η σχεδιαζομένη γενική εμπιστοσύνης ψήφος του έθνους! Ο Κυβερνήτης ηδύνατο να καταστήση αυτήν πολιτικόν κεφάλαιον, και στηριζόμενος επί της πανδήμου ταύτης ψηφοφορίας να προκαλέση την Ευρώπην, ερωτών αν ήθελε τις τολμήσει να διαλογισθή μόνον περί εκλογής ξένου ηγεμόνος, μέλλοντος να αντικαταστήση τον εκλεκτόν του έθνους. Απέτυχεν όμως η ολίγον παράτολμος ελπίς αύτη του Κυβερνήτου· διότι η αντιπολίτευσις ανέκραζε γεγωνυία τη φωνή, ότι παρεβιάζετο ο εκλογικός νόμος, και ήρξαντο να αγγέλλωνται επαρχίαι, αίτινες δεν υπήρξαν τοσούτον φιλόνομοι, ώστε να εμπιστευθώσι τω Κυβερνήτη την γενικήν αυτών πληρεξουσιότητα. Ο Καποδίστριας ενόησεν ότι ήτο ηναγκασμένος να οπισθοχωρήση προ της άνω ελπίδος και υποκρινόμενος, ότι μάτην αντετάχθη κατά της αντισυνταγματικής εμπιστοσύνης του λαού, απεποιήθη τας δοθείσας αυτώ γενικάς πληρεξουσιότητας εκ τριάκοντα έξ εκλογικών περιφερειών, διότι δεν ηδύνατο αυτός, ως εκ του αξιώματος, να γίνη και ανώτατος αρχών και εξελεγκτής ταυτοχρόνως!
Ο Καποδίστριας δι' εγκυκλίου αυτού προς τας αρχάς, φερούσης χρονολογίαν 28 Μαΐου, ανεκοίνωσεν ότι μάταιαι είχον αποβή αι προσπάθειαι αυτού κατά την εν Πελοποννήσω περιοδείαν αυτού. Προς το Πανελλήνιον δε διεκοίνωσε (14 Μαΐου), ότι η ωρισμένη προς έναρξιν της συνελεύσεως (15 Μαΐου) ήν ήδη λίαν εγγύς, και όμως απήσαν οι πληρεξούσιοι· αι δε δοθείσαι αυτώ πληρεξουσιότητες ήσαν άτοποι. Αναγνωρίσας δε το ίδιον λάθος και προσπαθών να τρέψη αυτό επιτηδείως εις ίδιον όφελος προσέθηκεν, ότι τοιούτον τι δεν ήθελε συμβή, αν είχε γείνει δεκτή υπό κυβερνητικών υπαλλήλων επιτήρησις των εκλογών, επειδή δε το Πανελλήνιον εις πάντα συνήνει, επήλθε (15 Μαΐου) η επίσημος αποποίησις πάσης προς τον Κυβερνήτην δοθείσης γενικής πληρεξουσιότητος, και η εις την 25 Ιουνίου αναβολή της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως. Ο εκλογικός δε νόμος συνεπληρώθη, τη εγκρίσει του Πανελληνίου, διά δύο νέων διατάξεων, αίτινες εφάνησαν υπαγορευόμεναι υπό των τελευταίων γεγονότων· Επετράπη τοις κυβερνητικοίς οργάνοις «οσάκις το απήτουν η τάξις και ο νόμος» να παρεμβαίνωσι κατά τας εκλογάς· διετάχθη δε προς τούτοις η αμέσος εκλογή καθ' άπασαν την Ελλάδα. Διά του ορισμού τούτου, όσον δημοκρατικός και αν εφαίνετο, απεμακρύνετο πας νοήμων και ανεξάρτητος πληρεξούσιος. Η πείρα κατεδείκνυε και εν Ελλάδι, ότι διά της αμέσου εκλογής ηνοίγετο ευρύ το στάδιον εις τας κρατούσας φατρίας προς σαγήνευσιν και εκφόβισιν του πλήθους, και ότι μέγα των κατοίκων μέρος, πτοούμενον την εκλογικήν τύρβην, απείχεν εντελώς της εκλογής.
Τα μέτρα και οι κανονισμοί του Κυβερνήτου εστέφθησαν δι' επιτυχίας, και πανταχού σχεδόν εξελέγησαν πληρεξούσιοι φίλα τη κυβερνήσει φρονούντες.
Η κυβερνητική μερίς απεκάλει κατά την διεξαγωγήν των εκλογών τους ιδίους αυτής υποψηφίους καλούς χριστιανούς· αλλ' η αντιπολίτευσις δεν καθυστέρησε και εν τούτω και εσφενδόνισε κατ' εκείνων την προσωνυμίαν δουλόφρονες. Οι Ψαρριανοί και οι Υδραίοι διεξήγαγον εκλογάς τινας, ών τα αποτελέσματα δυσηρέστησαν την κυβέρνησιν. Τότε ο Καποδίστριας, όπως αποζημιωθή, εκάλεσεν εις την Εθνοσυνέλευσιν πεντήκοντα περίπου πληρεξουσίους εκ των υπό των Τούρκων κατεχομένων εισέτι επαρχιών, Χίου, Κρήτης, Θεσσαλίας και Ηπείρου. Προσέτι δε, ως αν μη ησφάλιζον ικανώς την επιτυχίαν αι καλώς υπολελογισμέναι συμπληρωματικαί εκείναι εκλογαί, διώρισεν ο Κυβερνήτης ενδεκαμελή εκ πληρεξουσίων επιτροπήν προς εξέλεγξιν των εκλογών και καθαρισμόν της Εθνοσυνελεύσεως.
Η κυβέρνησις εφαίνετο, εν τούτοις, φοβουμένη μη τυχόν η έξαψις των συζητήσεων παρασύρει πολύ τας πολιτικώς εμπαθείς φύσεις των Ελλήνων. Τούτου ένεκεν εσχηματίσθη φρουρά προς ασφάλειαν της Συνελεύσεως, ής η διοίκησις ανετέθη τω Τουρκοφάγω Νικήτα, δεδοκιμασμένω του Κυβερνήτου οπαδώ και συμμαχητή εκ παλαιού αφωσιωμένω προς τον Κολοκοτρώνην.
Τοις δε μη βουλευταίς απηγορεύθη να μεταβαίνωσιν εκ Ναυπλίου εις Άργος, μέχρις ού ήθελον προμηθευθή καταλύματα τοις αντιπροσώποις. Επίσης προς ασφάλειαν απηγορεύθη η εις Άργος είσοδος των οπλοφόρων. Είχε βεβαίως τους λόγους αυτής η Κυβέρνησις, όπως μη επιθυμή μεγάλην συρροήν ξένων και εντοπίων.
Πριν ή αρχίσωσιν αι συζητήσεις, οι της Πελοποννήσου πληρεξούσιοι, παρακινηθέντες υπό του Κολοκοτρώνη, έπεμψαν προς τον Καποδίστριαν εν ονόματι των εκλογέων αυτών ευχαριστήριον έγγραφον επί τη σοφή αυτού διοικήσει, και παρεκάλουν να βοηθήση αυτοίς κατά τας δυσχερείς αυτών εργασίας. Οι αντιπρόσωποι της Στερεάς και των νήσων ευρέθησαν ηναγκασμένοι να μιμηθώσι το καλόν παράδειγμα των Πελοποννησίων. Η εθνοσυνέλευσις έμελλε να συνέλθη εν τοις ερειπίοις του αρχαίου θεάτρου του Άργους. Το μέρος εκείνο είχεν εκλεχθή τη επιμόνω συστάσει του Κολοκοτρώνη. Ότε δε ο Καποδίστριας εφάνη φειδόμενος της προς τούτο δαπάνης, ο Γέρος του Μωριά εξήλειψε τους δισταγμούς αυτού διά των ολίγων τούτων και πονηρών λόγων: «Ας πάνε τόσα έξοδα· διατί έρχονται από την Ευρώπη και εξοδεύουν να βλέπουν εκείναις ταις πέτραις, και ημάς είναι τιμή να καθαρίσωμεν ταις πέτραις να φαίνωνται66.»
Η 11 Ιουλίου ήν ωρισμένη μετά την δευτέραν αναβολήν της 25 Ιουνίου, προς έναρξιν της συνελεύσεως. Λίαν πρωί ο Καποδίστριας μετέβη εις τον εν Άργει ναόν της Παναγίας, ρωσικήν φέρων στολήν και διά πολλών κεκοσμημένος παρασήμων, ακολουθούμενος δε υπό των πληρεξουσίων, μιας ίλης ιππικού και δύο ταγμάτων πεζικού. Ψαλείσης της δοξολογίας υπό του πρώην Ηλιουπόλεως, ώμοσαν οι πληρεξούσιοι, ότι ήθελον εργασθή επ' αγαθώ της Ελλάδος και υπέρ της ευημερίας και ελευθερίας εκάστου πολίτου· εν τω μεταξύ δε ηκούσθη υπό των ενθουσιωδών πληρεξουσίων ισχυρόν και πολλάκις επαναληφθέν: «Ζήτω ο Κυβερνήτης»! Η συνένωσις εκείνη πάσης στρατιωτικής λάμψεως και εκκλησιαστικής πομπής, βυζαντινόν και μοσχοβιτικόν συνάμα κράμα, ην κατάλληλος όπως παραγάγη βαθείαν εντύπωσιν εις τον περίεργον και χαίνοντα όχλον. Εκ του θεάτρου είχεν αποκομισθή η των χωμάτων σωρεία, κατεσκευάσθη δ' εν αυτώ ξύλινόν τι παράπηγμα διά τας συνεδριάσεις. Εκεί μετέβη κατόπιν, εν πομπή, ο Κυβερνήτης μετά των αντιπροσώπων, όπως συγκροτήση την Εθνοσυνέλευσιν. Αφού δε δι' ολίγων προσηγόρευσε την συνέλευσιν ο Καποδίστριας, ανέγνω ο γραμματεύς της Επικρατείας Ν. Σπηλιάδης μακρόν εναρκτήριον λόγον, όν είχε μεν συντάξει αυτός ο Καποδίστριας, δεν ηδύνατο δε να απαγγείλη ο ίδιος ένεκα της πασχούσης αυτού υγείας. Ήρχιζεν ούτος από της συνήθους επικλήσεως του Υψίστου, όστις ουδέποτε ελησμονείτο εν τοιαύταις περιστάσεσι, και ανεμίμνησκε κατόπιν τους ηρωικούς αγώνας, ούς είχεν αγωνισθή το έθνος, επί μακρόν μεν μόνον, βραδύτερον δε τη βοηθεία των φιλελλήνων.
Μετά ταύτα δε δικαιολογούμενος εν παρόδω ο Κυβερνήτης επί τη βραδεία αυτού καθόδω εις Ελλάδα, διηγήθη την αθλιότητα ήν είχεν εύρει αφικόμενος, και εξέθεσε τα μεγάλα αυτού έργα εσωτερικώς τε και εξωτερικώς.
Περί του μέλλοντος εξεφράζετο σαφέστερον ο Καποδίστριας ή περί του παρελθόντος. Επειδή, έλεγε, δεν ήτο δυνατόν να δοθώσι διαρκείς συνταγματικοί θεσμοί τη Ελλάδι, πριν ή οριστικώς κανονισθή η τύχη αυτής, εφρόνει ότι η Εθνική Συνέλευσις ήθελε κρίνει καλόν να κυρώση την παράστασιν του κρατούντος προσωρινού συστήματος διοικήσεως. Ολίγοι μόνον, κατ' αυτόν, απητούντο περιορισμοί ως προς τούτο. Το Πανελλήνιον εφάνη πολλάκις δυσπειθές· τούτου δ' ένεκα συνιστάτο ως πρόσφορον εις τους καιρούς να περιστοιχισθή η κυβέρνησις υπό νέων συμβούλων, προς εξασφάλισιν της ησυχίας της χώρας. Ο καλώς λελογισμένος ούτος υπαινιγμός σκοπόν είχε να καταστήση εκ προοιμίων ευπρόσδεκτον την διάλυσιν του Πανελληνίου και την καθίδρυσιν σώματος Γερόντων. Μετά την έκθεσιν Σπηλιάδου ο Κυβερνήτης εγερθείς και προπεμπόμενος υπό της συνοδευσάσης αυτόν πολυαρίθμου ακολουθίας, κατέλιπε το θέατρον, και ούτως έληξεν η πρώτη συνεδρίασις της Δ' εν Άργει εθνοσυνελεύσεως.
Κατά τα συνταγματικά έθιμα πρώτον της συνελεύσεως έργον έπρεπε να ήναι η των εκλογών εξέλεγξις. Αντί τούτου όμως προέβησαν οι πληρεξούσιοι την 12 Ιουλίου εις την εκλογήν του Προεδρείου, και εξέλεξαν τον Γ. Σισίνην πρόεδρον και γραμματείς τον Ν. Χρυσόγελον και I. Ρίζον, αντιπρόεδρον δε τον Γ. Μαυρομάτην. Ευθύς δε μετά την εκλογήν ηγέρθη ο αστυνόμος της συνελεύσεως Νικήτας και ωδήγησε τα μέλη του προεδρείου εις τας ωρισμένας δι' αυτά θέσεις.
Μετά την εγκατάστασιν του προεδρείου, ανέστη πληρεξούσιος και προύτεινε να ψηφισθώσιν ευχαριστήρια προς τον Κυβερνήτην, όπως αποτρέψη ούτως ενδεχομένην εμφάνισιν του περί εξελέγξεως των εκλογών ζητήματος. Δεν ηδύνατο, είπεν, η συνέλευσις να εγκαινίση κάλλιον τα έργα αυτής, ή ευχαριστούσα τον Καποδίστριαν επί τη μέχρι τούδε διοικήσει αυτού, επικυρούσα απολύτως παν ό,τι έπραξε, και παρακαλούσα αυτόν να παράσχη αυτή τας πατρικάς συμβουλάς, καθότι μόνον αι υψηλαί θεωρητικαί και πρακτικαί γνώσεις του Κυβερνήτου ηδύναντο να φωτίσωσι και οδηγήσωσι τους αντιπροσώπους. Κατά της προτάσεως ταύτης εξηγέρθησαν πολλοί, αλλ' αι ενστάσεις αυτών, και ιδίως του Γρίβα, του Μιχαήλου και του Κρίσπη απεπνίγησαν εν μέσω των μανιωδών κραυγών των κυβερνητικών. Ο Κολοκοτρώνης δε έκοψε πάσαν λεπτομερή συζήτησιν διά σφοδρού θορύβου και ταραχής. «Όχι!» ανέκραξε, «δεν θέλομεν ευρωπαϊκάς αργοπορίας, δεν χρειαζόμεθα πλακάκια· όστις είνε υπέρ της προτεινομένης αναφοράς ας εγερθή! και έπειτα βλέπομεν!» Την ήκιστα κοινοβουλευτικήν ψηφοφορίαν ενίσχυσεν ο γηραιός στρατηλάτης πάλλων απειλητικώς τα όπλα αυτού. Εσίγησε τότε πάσα αντιλογία, και η αναφορά εκείνη, ής ο τύπος απεστέρει χωρίς τινος λόγου την Εθνοσυνέλευσιν του σπουδαιοτάτου δικαιώματος του αναφέρεσθαι, καλυφθείσα εν τέλει δι' υπογραφών απεστάλη πάραυτα προς τον Κυβερνήτην.
Μετά τούτο προέβησαν εις τον σχηματισμόν επιτροπών. Και πενταμελής μεν επιτροπή συνέστη όπως δέχηται και εξετάζη τας εις την εθνοσυνέλευσιν υποβαλλομένας αναφοράς, επταμελής δε άλλη όπως κοινωνή προς τον Καποδίστριαν. Πλην τούτων υπήρχε προσέτι και η υπό της κυβερνήσεως συστάσα ενδεκαμελής, ως είπομεν, επιτροπή προς εξέλεγξιν των εκλογών.
Τη επαύριον (13 Ιουλίου) εγένετο η πρότασις, όπως η συνέλευσις ασκήση το ιδιαίτατον αυτής δικαίωμα της των εκλογών εξελέγξεως. Αλλ' η πλειοψηφία εψήφισεν υπέρ της αναβολής του ζητήματος, όπερ εβάρυνε πάντας ως απαίσιος τις εφιάλτης, ο δε Κυβερνήτης διεξήλθεν επιτηδείως την δυσχέρειαν, διατάξας να αναγνωσθή η απάντησις αυτού εις την περί εμπιστοσύνης αναφοράν της Εθνοσυνελεύσεως. Τέλος τη 16 Ιουλίου εξερράγη η αναβληθείσα έρις και η εκλογή του πληρεξουσίου Πύργου Λυκούργου Κρεστενίτου προσεβλήθη υπό της κυβερνητικής μερίδος, λόγω παραγεγραμμένου πλημμελήματος. Παρεσκευάσθη κατάλογος εν ώ κατέγραφεν έκαστος πληρεξούσιος το όνομα αυτού υπέρ ή κατά του Κρεστενίτου. Ο Βερνάρδος, πρόεδρος του εν Νάξω πρωτοδικείου, ενεγράφη διά του γραμματέως κατ' αυτού. Αλλ' ότε ηρώτησεν αυτόν ο γέρων Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, όστις μετά πέντε ή έξ αντιπροσώπων είχεν εγγραφή υπέρ αυτού, τι είχε να προτείνη κατά του ανδρός, «καλά! απήντησεν εκείνος, γράψετέ με υπέρ του Λυκούργου!» Επί τη φοβερά ταύτη απαθεία, ζωηρά εξεδηλώθη παρά τοις πληρεξουσίοις αγανάκτησις. Η κυβερνητική δε μερίς ηρμήνευσεν αυτήν επιτηδείως ως αποδοκιμασίαν του εφαρμοζομένου τέως συστήματος, και ισχυρίσθη ότι ο κατάλογος ην άκυρος. Σφοδρά επί τούτου ηγέρθη έρις, ήτις μόλις την επομένην (17 Ιουλίου) δι' εκτάκτων του Κολοκοτρώνη ενεργειών, ελύθη κατά του Κρεστενίτου. Εκηρύχθη ούτος, σχετικώς προς γεγονότα επελθόντα προ της αφίξεως του Καποδιστρίου, ανάξιος της εν τη συνελεύσει έδρας αυτού, και διεγράφη του καταλόγου των μελών αυτής. Αυθημερόν κατώρθωσεν η κυβέρνησις να επικυρωθή υπό της Εθνοσυνελεύσεως η παρά της επιτροπής των ένδεκα αποφασισθείσα διαγραφή του πληρεξουσίου Ναυπλίου Σ. Σκούφου, φαινομένου υπόπτου ένεκα των προς τους Γάλλους συμπαθειών αυτού και της εκ περιηγήσεων κεκτημένης ελευθεροφροσύνης και πείρας των του κόσμου. Πρόφασις δε υπήρξεν, ότι δεν ανήκεν εις την εκλέξασαν αυτόν επαρχίαν, ενώ επετράπη, τουναντίον η εις την Εθνοσυνέλευσιν είσοδος δύο εκ Σύρου πληρεξουσίων, ών η εκλογή προσεβάλλετο διά τον αυτόν λόγον.
Αι συνεδριάσεις της 18, της 19 και της 20 Ιουλίου ήσαν προωρισμέναι εις την περί των οικονομικών συζήτησιν, ών η αμήχανος αληθώς κατάστασις έπρεπε, κατά πρώτον λόγον, να εφελκύση την ενέργειαν της Εθνοσυνελεύσεως. Τη 17 Ιουλίου, ολίγον βραδέως εννοείται, είχεν επιφορτίσει την επιτροπήν της οικονομίας, πλην της εκθέσεως περί των έργων αυτού και των τραπεζικών εργασιών να παρασκευάση προϋπολογισμόν, λέγων ότι καλόν ήτο, αφού άπαξ γνωρίση η συνέλευσις, τους εις διάθεσιν της κυβερνήσεως πόρους, να γνωρίση επίσης και τας δαπάνας αυτής. Παρηγγέλλετο δε αυστηρώς η επιτροπή, αφού πρώτον μνημονεύσει ότι αι ξέναι, ελπιζόμεναι πάντοτε, συνδρομαί δεν εγένοντο, όπως ριφθή ούτω σκιά τις επί των δυτικών Δυνάμεων, να μη λησμονήση το εξ 1,000,000 δώρον, όπερ είχoν αποστείλει ο Τσάρος διά του νέου Ρώσου αντιπρεσβευτού Πανίν. Καλόν ήτο να αναρριπισθή παρά τοις αντιπροσώποις η παλαιά προς την αρκτώαν προστάτιδα Δύναμιν ευγνωμοσύνη. Διότι οι Έλληνες έχουσι συνήθως ασθενή την μνήμην των ευεργεσιών και σπανίως πιστεύουσιν εις την αφιλοκέρδειαν του ευεργέτου· Η επιτροπή έσπευσε να εκτελέση τας επιθυμίας του Κυβερνήτου. Αναγνωσθείσης λοιπόν της περί των οικονομικών και της τραπέζης εκθέσεως, υπεβλήθη εις την Συνέλευσιν τη 18 Ιουλίου ο εν σπουδή συνταχθείς προϋπολογισμός από 1 Μαΐου 1829 μέχρι 30 Απριλίου 1830. Και τα μεν έσοδα υπελογίζοντο δι' αυτού εις 8,539,969 γροσίων και 34 παράδες, ήτοι εις 2,864,656 φράγκων, τα δε έξοδα εις 25,618,664 και 34 παράδες, τουτέστιν εις 8,539,555 φράγκων, ήτοι προϋπελογίζετο έλλειμμα εκ 5,674,899 φράγκων.
Η Συνέλευσις ασχοληθείσα επί τινας ημέρας εις εξέτασιν των οικονομικών λογαριασμών επανήλθε πάλιν ζωηρότερον και υπό άλλην μορφήν, εις το κατά τας πρώτας συζητήσεις λυθέν περί απαντήσεως ζήτημα. Την 22 Ιουλίου ανέγνω ο I. Ρίζος σχέδιον νέας απαντήσεως, περιλαμβάνον λεπτομερεστέραν απόκρισιν εις τον εναρκτήριον λόγον του Κυβερνήτου ή τα σχέδια του πληρεξουσίου, όν είδομεν εν τη πρώτη συνεδρία της Εθνοσυνελεύσεως67. Ην δ' αυτό έκφρασις της εθνικής ευγνωμοσύνης διά τα σωτήρια έργα, άτινα είχον απαλλάξει την Ελλάδα της αναρχίας. Το σχέδιον τούτο είχεν ώδε:
Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ
Προς τον Εξοχώτατον Κυβερνήτην της Ελλάδος
Εν Άργει, τη 22 Ιουλίου 1829.
Όταν ημείς εξελέχθημεν πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του έθνους διά να συγκροτήσωμεν την Δ' ταύτην συνέλευσιν, δεν μας ενεπιστεύθη το έθνος την τοιαύτην παρακαταθήκην του, ειμή διά να πληροφορηθώμεν και εκ του σύνεγγυς τας αρχάς και τα μέτρα, εξ ών επήγασαν τόσα υπέρ ευχήν αγαθά εις την Ελλάδα από της εποχής της αισίας αφίξεώς σας έως την σήμερον, και αφ' ενός μεν μέρους να γενώμεν όργανα άμεσα των αισθημάτων του έθνους διά την υμετέραν Εξοχότητα, και να παραστήσωμεν προς αυτήν πασιφανώς την βαθείαν ευγνωμοσύνην του, αφ' ετέρου δε να την συντρέξωμεν εις τους πολυπόνους αγώνας της, και οδηγούμενοι από τας πολλάς και βασίμους αυτής γνώσεις, να την ανακουφίσωμεν συνεισφέροντες τον χρεωστούμενον ζήλον και την άοκνον ημών ετοιμότητα.
Η εξ ανωμαλίας και ακοσμίας εις την ενδεχομένην διακόσμησιν και ευρυθμίαν μεταβολή, αι διά των δημοσίων υπουργών και διά της εθνικής εφημερίδος κατάδηλοι γενόμεναι κυβερνητικαί πράξεις, είναι μεν μάρτυρες εχέγγυοι της καθαριότητος και μετριότητος των αρχών, τας οποίας ηκολουθήσατε· αλλά βουλόμενον το έθνος να πληροφορηθή εναργέστερον το όλον του εσωτερικού οργανισμού και την όσον σπουδαίαν, τόσον δυσαντίβλεπτον διαίτησιν των εξωτερικών του σχέσεων, έδωσεν εις ημάς την πληρεξουσιότητα να λάβωμεν τας περί τούτων πληροφορίας.
Ο κατά την 11 του λήγοντος προεισόδιος λόγος της υμετέρας Εξοχότητος εις την προκαταρκτικήν συνεδρίασιν της εθνικής ταύτης συνελεύσεως παρέστησεν εις ημάς συντόμως μεν, αλλά κεφαλαιωδώς, τας αρχάς, καθ' ας βαίνοντες αλανθάστως διετρέξατε εκ πρώτης αφετηρίας μέχρι της σήμερον το μέγα στάδιον των κυβερνητικών αγώνων, και διαχειρίσθητε τόσον τα εμβριθή συμφέροντα του έθνους προς τας έξω σχέσεις του, όσον και τα ελατήρια της εσωτερικής διοργανώσεώς του.
Προς αυτόν τον λόγον, έσοπτρον καθαρόν των κυβερνητικών πράξεών σας, απήντησε μεν κατά την 12 του λήγοντος ευγνωμονούσα η συνέλευσις, διέταξε δε την εκ του σώματος των πληρεξουσίων αντιπροσώπων επταμελή επιτροπήν της, διά να επεξεργασθή με σύντονον προσοχήν τόσον τα διπλωματικά αμοιβαία έγγραφα των συμμάχων αυλών και της ελληνικής κυβερνήσεως, όσον και τα ψηφίσματα τα προσωρινώς κανονίζοντα την κυβέρνησιν του κράτους.
Κατά την 16 παρουσιασθείς εις την συνέλευσιν ταύτην ο επί των Εξωτερικών Γραμματεύς ανέγνωσεν εις επήκοον πάντων όλας τας διπλωματικάς διακοινώσεις.
Κατά την 17 παρουσιασθείς ομοίως ο Γραμματεύς της Επικρατείας έθεσεν υπ' όψιν της τα ψηφίσματα.
Κατά την 18 παρουσιασθείσα η επί των οικονομικών και φροντιστηριακών λογαριασμών εξεταστική επιτροπή ανέγνωσεν ομοίως έκθεσίν της περιέχουσαν αναφοράν της επί της Οικονομίας επιτροπής, ομού και εγκλείστους ισολογισμούς απ' αρχής της συστάσεως των δύο υπηρεσιών, τής τε οικονομίας δηλονότι και της χρηματιστικής εθνικής τραπέζης, έως τέλους του παρελθόντος Απριλίου, προς δε και υποθετικόν λογαριασμόν δε έν ολόκληρον έτος από πρώτης του παρελθόντος Μαΐου έως τέλους του Απριλίου του 1830.
Προς ταις αναφοραίς ταύταις παρουσίασεν αυθημερόν η άνω ειρημένη εξεταστική επιτροπή αναφοράν του Πανελληνίου, περικλείουσαν δύο ετέρας της επιτροπής του Πανελλήνιου, επιφορτισμένης να εξετάση τα εν Λονδίνω εθνικά δύο δάνεια, και να δώση σχέδιον περί της αποσβέσεως αυτών, το οποίον παρουσιάσθη και ανεγνώσθη συγχρόνως εις την συνέλευσιν.
Κατά την 19 παρουσιασθέν το επί των στρατιωτικών μέλος του γενικού φροντιστηρίου, παρέστη και ανέγνωσεν εις την συνέλευσιν τρεις αναφοράς προς την Τ. Ε.: α') έκθεσιν του περί μη τακτικού στρατιωτικού, β') ομοίαν του συνταγματάρχου κ. Καρόλου Εϊδέκ δίδοντος απλούν και αληθή λόγον των παρ' αυτού πραχθέντων εις την σφαίραν της πολεμικής και οικονομικής διευθύνσεώς του καθ' όλην την διάρκειαν του ενιαυτού, κατά τον οποίον ήτον επιφορτισμένος αυτήν την διεύθυνσιν, και γ') ομοίαν επί των ναυτικών μέλους του γενικού φροντιστηρίου περί όσων αφορώσι τον κλάδον του.
Αι τρεις αύται αναφοραί συνοδευόμεναι με παρατηρήσεις εγγράφως εκτεθειμένας παρά του επί των στρατιωτικών μέλους του γενικού φροντιστηρίου, επληροφόρησαν την συνέλευσιν, ότι η Υμετέρα Εξοχότης και εσκέφθη επισταμένως, και μετεχειρίσθη όλα τα δυνατά μέσα προς διαρρύθμισιν της προ της ελεύσεώς σας πάντη πάντως ανωμάλου καταστάσεως τόσον του τακτικού και μη στρατιωτικού, όσον και του ναυτικού. Δεν δυνάμεθα να παρασιωπήσωμεν, Εξοχώτατε, πόσην βαθείαν εντύπωσιν εχάραξεν εις ημάς η παράστασις όλων αυτών και των εγγράφων, των ισολογισμών, του υποθετικού λογαριασμού και του σχεδίου της αποσβέσεως των εν Λονδίνω δύο εθνικών δανείων.
Πρώτην φοράν ήδη βλέπει το έθνος την κυβέρνησίν του δίδουσαν λόγον των πράξεών της διηκριβωμένον και πρώτην ήδη φοράν συναισθάνεται, ότι θεσμοθεσίαι ακριβώς προσηρμοσμέναι εις την πραγματικήν του κατάστασιν και ενεργούνται, καθώς γράφονται, και φέρουσιν αποτελέσματα αισιώτερα και των ιδίων ευχών του.
Η συνέλευσις, εφ' όσον παρελάμβανε τα ειρημένα έγγραφα από τους προσήκοντας υπουργούς της κυβερνήσεως, τα παρέπεμπεν εις την επταμελή επιτροπήν της, και αυτή θεωρήσασα όλα ταύτα έν προς έν και κατά κλάδους, εις τους οποίους ανάγονται, κατείδε σαφώς το ευμέθοδον, το σοφόν και το τελεσιουργόν σύστημα, κατά το οποίον στοιχούντες εις όλας τας πράξεις σας, τας αναφερομένας τόσον προς τον εσωτερικόν του κράτους προσωρινόν οργανισμόν, όσον και προς τας εξωτερικάς σχέσεις, εφυλάξατε μεν τας παραδεδεγμένας αρχάς των συνταγματικών μας νόμων, εδώσατε δε εις τον διοργανισμόν αυτών καθ' ό προσωρινόν και επιδεκτικόν των εκ της πείρας μαθημάτων, το ανεκτίμητον πλεονέκτημα, του να έχωσι δηλονότι οι αντιπρόσωποι του έθνους ολόκληρον την δύναμιν να μην αποφασίσωσιν οριστικώς την παραδοχήν οποίου δήποτε συστήματος, εάν αυτό το σύστημα δεν καθιερωθή προηγουμένως από τα αποτελέσματά του, από αυτά δη τα πράγματα.
