Sadece Litres'te okuyun

Kitap dosya olarak indirilemez ancak uygulamamız üzerinden veya online olarak web sitemizden okunabilir.

Kitabı oku: «Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος», sayfa 9

Yazı tipi:

Πράγματι οι όροι ούτοι του Καποδιστρίου έσχον ευάρεστα αποτελέσματα, πάντες δε οι δυνάμενοι επί την χρηστότητα του Κυβερνήτου αποβλέποντες, ενεγράφησαν μέτοχοι. Ούτω δε εντός μηνός 100,000 γροσίων ισπανικών (525,000 φράγκων) κατεβλήθησαν παρά διαφόρων, εν οίς πρώτος αυτός ο Καποδίστριας, πολλά μέλη του Πανελληνίου, πολλοί Υδραίοι και Σπετσιώται, και φιλέλληνες τινες, εν οίς πρωτίστην κατέχει θέσιν ο προσωπικός του Κυβερνήτου φίλος ιππότης Εϋνάρδος, ο και πολλών άλλων ευεργεσιών αίτιος γενόμενος τη Ελλάδι, ούτινος την προτομήν βλέπει τις σήμερον μνήμης χάριν εν τω ανακτορικώ κήπω κατά την δυτικήν πλευράν αυτού.

Η τράπεζα αύτη εξέδωκεν 6,472 μετοχάς, ών εκάστη ετιμάτο 83 1)3 ταλήρων (Κολονάτων) και έμελλε να διατηρηθεί μέχρι της 1 Απριλίου 1835, ήτοι μέχρι της λήξεως της επταετούς κυβερνήσεως του Καποδιστρίου. Αι μετοχαί αύται απέφερον τω φέροντι 8 – ετησίως. Επειδή δε δεν είχε ληφθή πρόνοια, όπως οι μέτοχοι απέναντι των χρημάτων αυτών ασφαλισθώσι δι' εθνικών γαιών, η πίστις του πιστωτικού εκείνου καθιδρύματος βαθμηδόν εξέλιπε· την πίστιν δε ταύτην θέλων να ανυψώσι τη 3 Φεβρουαρίου 1830 διά διατάγματος εδίδοντο τοις μετόχοις εις υποθήκην οι επί της Αχαϊκής ακτής σταφιδαμπελώνες, οι ελαιώνες της Κορίνθου και Αμφίσσης, η σμύρις και αι αλυκαί της Νάξου και τα λατομεία και αι αλυκαί της νήσου Μήλου. Αλλά μεθ' όλα ταύτα η πίστις δεν ηδραιώθη και ολονέν επί τα χείρω βαίνουσα ως εκ της αδιαφορίας του λαού, ζητούντος την ανεξαρτησίαν της Τραπέζης από της Κυβερνήσεως, διετηρήθη εν μαρασμώδει καταστάσει, έως ού τω 1834 η αντιβασιλεία έθηκε τέρμα εις την ιδανικήν αυτής ύπαρξιν και μόλις μετά πολλάς διαπραγματεύσεις (25 Ιανουαρίου 1836), κατά το 1841 (Μαρτίου 13) ιδρύθη, το πρώτον, υπό του Γεωργίου Σταύρου η πρώτη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, διατηρουμένη εν ακμή μέχρι σήμερον.

Επειδή δε τα φορολογικά του Κράτους ως εκ του μακρού πολέμου διετέλουν εν οικτρά καταστάσει, τούτο μεν εκ της ανεχείας του φορολογουμένου λαού, τούτο δ' ως εκ της υφαρπαγής φόρων παρά των συντηρούντων μαχητάς οπλαργηγών, ο κυβερνήτης επέστησε την προσοχήν και επί του θέματος τούτου. Ο έγγειος φόρος ην 10 0)0 επί των ιδιοκτήτων και 30 0)0 επί των εθνικών γαιών, όνπερ καθίστα έτι βαύτερον, ως είπομεν, εισπράξεως και της φορολογίας τρόπος, καθ' όν ελαμβάνετο η δεκάτη (το δέκατον) από της ακαθαρίστου των γαιών προσόδου υπό των ανηλεών εκμισθωτών αυτής (δεκατιστών) ών λαμπράν εικόνα παρέσχεν, εν τοις καθ' ημάς, ο καθηγητής Αλέξανδρος Μωραϊτίδης εν τω εν τη «Νέα Εφημερίδι»50 δημοσιευθέντι «Δεκατιστή» αυτού. «Ούτοι ως οι επί της Τουρκοκρατίας ουσουρτζίδες (δεκατισταί) παρά της κυβερνήσεως εκμισθούντες την δεκάτην, τα πάντα μετήρχοντο κατά των δυστυχών χωρικών, όπως εισπράξωσι τον επιβεβλημένον αυτοίς φόρον, εξ ού πολλάκις ούτοι δεν συνεκόμιζον τους καρπούς αυτών, προτιμώντες την ανέχειαν μάλλον ή τας πανουργίας των εκμισθωτών. Τούτο δε δεν συνέβαινε μόνον επί του εγγείου φόρου, αλλά και επί των τελωνείων, άτινα εξεμισθούντο υπό του Κράτους εις ιδιώτας, οίτινες ως οι δεκατισταί τον νόμον καταστρατηγούντες εν ανοχή των αρχών της επαναστατικής εκείνης εποχής εκέρδαινον αμύθητα, ουδενός σχεδόν ή μικρού κέρδους εισερχομένου εις το δημόσιον ταμείον. Ταύτα ιδών ο Κυβερνήτης φρίξας επί ταις καταδολιεύσεσι και καταστρατηγήσεσι των κειμένων νόμων, εξ ών το μεν Κράτος ουδαμώς ωφελείτο, εθησαύριζον δε ολίγοι τινές, διέταξε την ακύρωσιν των εκμισθώσεων της πρότερον κυβερνήσεως και νέαν ενήργησε δημοπρασίαν, εξ ής προσεγένετο τω κράτει κέρδος εκ 30.000 ταλλήρων.

Επειδή δε μετά την κατάπαυσιν του πολέμου έπρεπε να γίνη οριστική διάκρισις των ιδιοκτήτων γαιών από των πρότερον μεν τω Τουρκικώ Κράτει και τοις βακουφίοις (κτήμασιν αφιερωμένοις εις τεμένη) ανηκουσών, αίτινες απετέλουν τα 4]10 μέχρι του ημίσεος της όλης της Ελλάδος εκτάσεως, και επί τη βάσει ταύτη να γίνη η νυν έγγειος φορολογία, διά τούτο ο Καποδίστριας συνέστησε μεν κτηματολογικήν επιτροπήν προς κτηματικήν της χώρας απογραφήν, αλλ' αύτη, καίπερ καλώς ανταμειβομένη, ουδέν έπραξεν. Αλλά μη θαυμάσωμεν διά τούτο· διότι έκτοτε μεθ' όλον το μεσολαβήσαν μέγα χρονικόν διάστημα, καθ' ο δύο εβασίλευσαν δυναστείαι, ουδέν κατωρθώθη, εν Γαλλία δε μόλις προ ολίγων δεκαετηρίδων ήχθη εις πέρας το κτηματολόγιον αυτής και παρ' ημίν μόλις από διετίας η επί τούτω προσκληθείσα αυστριακή γεωδαιτική επιτροπή ασχολείται περί την σύνταξιν της κτηματικής της Ελλάδος απογραφής. Η επιτροπή εκείνη του Καποδιστρίου αν δεν έπραξεν άλλο τι, τουλάχιστον υπελόγισεν ότι εκ του μακρού πολέμου και των δηώσεων του Ιβραήμ η Πελοπόννησος είχεν απολέσει τα 9]10 της καλλιεργουμένης επιφανείας αυτής.

Ο εξ Ήλιδος Ν. Πονηρόπουλος υπέβαλε τω Καποδιστρία σχέδιον εξειργασμένον, καθ' ό αι μεν εν Ελλάδι οικογένειαι, μετά τον πόλεμον, ανήρχοντο εις 159,000, ών μόνον αι 68,000 ήσαν γεωργικαί, προς άς έδει να παραχωρηθώσιν ανά 100 στρέμματα γης εθνικής προς 30 φράγκα κατά στρέμμα, εξ ών το δημόσιον έμελλε να εισπράξη 204,000.000, φράγκων εντός τριάκοντα ετών επί τόκω 6 0)0, εξ ού η κυβέρνησις πλην της διά της καλλιεργείας αυξήσεως του εγγείου φόρου των ιδιωτικών γαιών, ήθελεν έχει ετήσιον εισόδημα εξ 20,400,000 φράγκων, αλλ' ο Κυβερνήτης απέναντι του σχεδίου τούτου όπερ μεγάλως ήθελεν ωφελήσει το τότε πτωχόν ελληνικόν Κρατίδιον, αντέταξεν, ως εκ των πολλών και παραλόγων απαιτήσεων των Ελλήνων, απαιτούντων άμεσον την διανομήν των εθνικών γαιών, σκληράν, τη αληθεία, την αδιαφορίαν, ήν μόνον καθίστα ανεκτήν παρά τω λαώ η δι' επιτηδείων υποσχέσεων περί μελλούσης διανομής υπεκφυγή αυτού ήτις προυκάλεσεν ου σμικράν κατ' αυτού δυσαρέσκειαν.

Αλλ' ο Καποδίστριας, εις έν μόνον αποβλέπων, εις το να κυβερνήση δικαίως και μετριοπαθώς, ουδαμώς ενέδιδεν εις την διανομήν των εθνικών γαιών και μόνον κατά την διασαλπισθείσαν εκλογήν του πρίγκηπος Λεοπόλδου ως βασιλέως της Ελλάδος, ήτις επέβαλεν αυτώ δημοτικωτέραν πολιτικήν διά διαγγέλματος προσεκάλεσε την το Πανελλήνιον διαδεξαμένην Γερουσίαν να ενεργήσωσιν από κοινού τα της διανομής, ήτις εν παρόδω ειρήσθω, ουδέποτε εγένετο, ούτε μετά τας εν Ύδρα και Μάνη στάσεις ότε είχε ρίψει επιτηδείως εις το μέσον το ζήτημα της διανομής ήτις και αύθις μη γενομένη, ως έδει, μεθ' όλους τους προεκδοθέντας νόμους: Ι', ΙΔ', ΛΖ', Λθ', ΜΒ', ΜΓ, ΜΔ', επέφερεν, ως εκ των υστέρων απεδείχθη, την αθλιότητα ήτις καθ' όλον το μακρόν της του Όθωνος βασιλείας διάστημα εταλαιπώρει το τάλαν έθνος και τας συνεπείας της οποίας αισθάνεται μέχρι σήμερον το τε Κράτος και τα άτομα. Η διαγωγή αύτη του Καποδιστρίου έβλαψεν αυτόν τε και την Ελλάδι, ως παρατηρεί δε ολίγον υπερβολικώς ο Γερβίνος εν τη ιστορία του 19ου αιώνος: «Ενώπιον της μεγίστης ταύτης αμελείας, πάντα τα υπέρ των συμφερόντων της χώρας έργα του Κυβερνήτου, ουδέν άλλο εισίν ή παιγνιώδεις διατριβαί μόνον οικτράς διοικητικής ανικανότητος».

Βραδύτερον (Μάρτιος 1830), ο Καποδίστριας εσκέφθη και αύθις περί της μεταβολής του τρόπου της του φόρου καταβολής, διατάξας την πληρωμήν αυτών εις χρήματα αντί του είδους 10 – 25 0)0 αναλόγως της ποιότητος και ποσότητος των προϊόντων. Αλλ' η τοιαύτη διάταξις του Κυβερνήτου μεγάλως εζημίου τους παραγωγούς εμπεσόντας, προς καταβολήν των φόρων, εις χείρας αισχρών τοκογλύφων, εφ' ώ και αύθις (1 Μαρτίου 1831) η φορολογία επανήλθεν εις το πρώην καθεστώς, εις την εις είδος τουτέστι 10 0)0 μεν επί των ιδιοκτήτων, 25 0)0 δ' επί των εθνικών γαιών, αλλά και αύθις νέα παρουσιάσθησαν παράπονα των παραγωγέων διά την αυθαιρεσίαν των ενοικιαστών των φόρων και διά την νέαν διάταξιν, καθ' ήν πας παραγωγεύς ώφειλε να φέρη δωρεάν εις πεντάωρον απόστασιν τους τελουμένους υπ' αυτού φόρους, αι νέαι δ' αύται διατάξεις μεγάλως εμείωσαν τας εκ του εγγείου φόρου εισπράξεις.

Επίσης προέβη και εις μεταρρύθμισιν των εμμέσων φορών δι' υψώσεως των τελωνειακών δασμολογίων από 2 – 3 0)0, εις 6 μεν διά το εξαγωγικόν τέλος, εις 10 0)0 δε διά το εισαγωγικόν, ούτως ώστε κατά το 1830 απέφερον 1,200,000 φοινίκων. Βραδύτερον όμως ιδών ότι διά της των τελών αυξήσεως ουδαμώς εγένετο αύξησις των τελωνιακών εισπράξεων, ηύξησεν έτι μάλλον τον εισαγωγικόν φόρον των ξένων εμπορευμάτων, και ούτω πλην του 10 0)0 επεβλήθη και πρόσθετος φόρος 6 0)0 διά τα εις το εσωτερικόν της Ελλάδος διαπεμπόμενα ξένα εμπορεύματα και βραδύτερον (θέρος του 1831) ηύξησεν έτι μάλλον τα τελωνιακά τέλη διά μεν την εξαγωγήν εις 8 0)0, διά δε την εισαγωγήν εις 12 0)0.

Ίνα δε προλάβη και την λυμαινομένην το Κράτος κιβδηλίαν των ποικίλων ειδών ξένων νομισμάτων, άπερ εκυκλοφόρουν εν Ελλάδι, ο Καποδίστριας έθηκεν εις ενέργειαν το Ζ' ψήφισμα τις Δ' εν Άργει Εθνικής Συνελεύσεως το την 31 Ιουλίου εκδοθέν, καθ' ό αναγκαίου θεωρηθέντος του εθνικού νομίσματος, απεφασίσθη η ίδρυσις Εθνικού Νομισματοκοπείου, κατά το υπό του Πανελληνίου καταστρωθέν σχέδιον, όπερ ώριζε την τιμήν, τα σύμβολα και την επιγραφήν των νομισμάτων. Και απεφασίσθη μεν η εκκοπή χρυσών, αργυρών και χαλκίνων, αλλά μόνον εκ των δύο τελευταίων εκόπησαν εν τω εθνικώ εν Αιγίνη νομισματοκοπείου, όπερ διηύθυνεν ο πατήρ του πρώην υπουργού των Εξωτερικών Αλέξανδρος Κοντόσταυλος, τη προτάσει ακριβώς του οποίου εγένετο η εκκοπή των εθνικών νομισμάτων διότι, εν όσω εκυκλοφόρει ο τουρκικός Παράς εντός της Ελλάδος, ου μόνον ήτο αδύνατον να υπάρξη και διατηρηθεί επί πολύ η κατ' αξίαν διατίμησις των ευρωπαϊκών νομισμάτων, ήν είχε συντάξει ο Κοντόσταυλος και ήτις εδημοσιεύθη ανά σύμπαν το Κράτος, αλλά και η κυκλοφορία αυτού ήθελεν εξακολουθεί να παραλύη και το μικρόν της Ελλάδος εμπόριον. Απεστάλη λοιπόν εις Μελίτην, ο άλλοτε μεγαλέμπορος αυτόθι, εν τω μεγάρω του οποίου κατέλυσεν ο Κυβερνήτης κατά την εκ Μελίτης διάβασιν αυτού, Κοντόσταυλος, προς εξαγοράν νομισματοκοπτικής μηχανής και εξαργύρωσιν των 500 χιλιάδων φράγκων συναλλαγματικών πληρωτέων εις Λονδίνον των του Τσάρου αποσταλεισών. Εκεί ο Κοντόσταυλος σχετισθείς μετά του πρώτου γραμματέως της διοικήσεως Σερ Φρέδερικ Χένκεϋ κατώρθωσεν αντί ευτελούς ποσού εκατόν λιρών αγγλικών αγοράν του νομισματοκοπείου του κατά το τέλος της παρελθούσης εκατονταετηρίδας διαλυθέντος τάγματος των ιπποτών της Μελίτης.

Ο Κοντόσταυλος επέστρεψεν εις Αίγιναν συναποκομίζων και νομισματοκοπτικάς μηχανάς, αλλά μόλις έφθασε και γνωσθέντος του ευτελούς ποσού ανθ' ού ηγόρασεν αυτάς, αμέσως ήρξατο να διαδίδηται ότι ουδαμώς θέλουσι δυνηθή δι' αυτών να κόψωσι νομίσματα. Τέλος όμως ο Κοντόσταυλος κατώρθωσε, τη 28 Ιουλίου 1829 να πέμψη προς την εν Άργει εθνοσυνέλευσιν τα πρώτα νεοελληνικά νομίσματα, ένα αργυρούν φοίνικα και χάλκινα μονόλεπτα, πεντάλεπτα και δεκάλεπτα. Έκτοτε, ως είπομεν, γενομένου δεκτού του τύπου των νομισμάτων, διετάχθη η εκκοπή αυτών, υπό την επιστασίαν και επαγρύπνησιν του Κοντοσταύλου μέχρι της 15 Σεπτεμβρίου 1829, αλλά βραδύτερον, άλλως της εσωτερικής διοικήσεως της Ελλάδος οργανωθείσης, το Νομισματοκοπείον προσέλαβεν ίδιον οργανισμόν συνενωθέν μετά της Επιτροπής της Οικονομίας51.

Τα εκκοπέντα νομίσματα έφερον αφ' ενός μεν τα γράμματα· ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ και τα σύμβολα: το μυθολογικόν πτηνόν φοίνικα, όπερ αναγεννάται εκ της τέφρας αυτού και όπερ αλληγορικώς εσήμαινε την αναγέννησιν της Ελλάδος, ως δηλοί και η κάτωθι αυτού χρονολογία: αωκα'. Άνωθεν δε του φοίνικος Σταυρόν, το σύμβολον της ιεράς επαναστατικής σημαίας, της Εταιρίας των Φιλικών, και προς τα αριστερά μικρόν ύπερθεν της δεξιάς πτέρυγος του φοίνικος την εκκλησιαστικήν παράστασιν της επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος, ως βλέπει τις εν τω εν τη προμετωπίδι του παρόντος βιβλίου παρατεθέντι φοίνικι. Αφ' ετέρου δε τα γράμματα: ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ Ι. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ και το έτος της εκκοπής· εντός δε συμπλέγματος κλάδου ελαίας και δάφνης κάτωθεν μεν προσδεδεμένου διά ταινίας, άνωθεν δε ανοικτού, αναγράφεται η αξία του νομίσματος. Και η μεν χρονολογία των χαλκίνων νομισμάτων άρχεται από του 1829 και λήγει τω 1831, η δε του αργυρού φοίνικος έχοντος μέγεθος φράγκου και διαιρουμένου ως εκείνο εις 100 λεπτά, ήτο αμετάβλητος 1828, όπως σημαίνη το ευτυχές έτος της εις Ελλάδα καθόδου του αναγεννήσαντος αυτήν Κυβερνήτου.

Δυστυχώς εν τη εκκοπή των φοινίκων δεν ελήφθη φροντίς όπως από της μεταλλικής αξίας εκάστου αργυρού νομίσματος αφαιρώνται τα έξοδα της εκτυπώσεως, ούτως ώστε η έκδοσις αυτών αντί να πλουτίση το Κράτος, ως έδει, εζημίωσεν αυτό. Το τοιούτον εγέννησε μέγα σκάνδαλον εν τω Κράτει, ο δε Κυβερνήτης ίνα προλάβη την αισχύνην και την κακοπιστίαν των ενεργησάντων αυτό, εκάλυψε το πράγμα, καίτοι η αναλαβούσα την εξεχνίασιν του δράστου επιτροπή της Οικονομίας ήρξατο των ανακρίσεων αυτής. Έκτοτε δε το νομισματοκοπείον της Αιγίνης, όπερ μέχρι προ ολίγων ετών έκειτο εική εν τω προαυλίω του μεγάρου του Κυβερνήτου (Σπίτι του Μπαρμπαγιάννη, ως λέγουσιν Αιγινήται), δεν έκοψε πλέον αργυρά νομίσματα ειμή μόνον χαλκά, μονόλεπτα, πεντάλεπτα, δεκάλεπτα και βραδύτερον εικοσάλεπτα εκ των κατά την επανάστασιν κατακτηθέντων Τουρκικών τηλεβόλων. Κατά τινα έκθεσιν φοίνικες μεν εκόπησαν εν συνόλω 12,000, αλλ' ως εκ του γενομένου, ως είπομεν, λάθους κερδοσκόποι καρπωθέντες αυτούς απέσυραν της κυκλοφορίας· διότι αναλύσαντες αυτούς επώλησαν ως άργυρον ή εξήγαγον εις το εξωτερικόν, ούτως ώστε εντός ελαχίστου χρόνου, ο φοίνιξ κατέστη ιδανικόν νόμισμα, εκπροσωπούμενον εν τη αγορά διά των λεπτών, των χαλκίνων τουτέστι νομισμάτων, εξ ών εντός ετών εκόπησαν 1,000,000 φοινίκων αξίας.

Ο Κυβερνήτης πριν ή επιτρέψη την ανά το Κράτος κυκλοφορίαν διά διατάγματος αυτού εκδοθέντος κατά Ιανουάριον του 1830 υπεχρέου τους οφειλέτας εις απόδοσιν της δανεισθείσης ονομαστικής ποσότητος και εις πληρωμήν του χρέους διά του νομίσματος του κυκλοφορούντος κατά την εποχήν της αποδόσεως του δανείου, ήτοι δι' εθνικών νομισμάτων, φοινίκων και λεπτών αντί των τουρκικών γροσιών και παράδων, οίτινες ήσαν εισέτι εν χρήσει προς διευκόλυνσιν του εμπορίου μεταξύ της ελευθέρας και της δούλης Ελλάδος. Βραδύτερον δε, κατ' Ιούλιον του 1831 εδημοσίευσε και απαγόρευσιν της ανά την Ελλάδα κυκλοφορίας παντός ξένου νομίσματος, ιδίως του τουρκικού και αυτών έτι των εν Ελλάδι κοπέντων από του 1826 – 1828.

Τοιαύται ήσαν αι νομισματικαί μεταρρυθμίσεις του Κυβερνήτου και τοιαύτα τινά έφερον αποτελέσματα, ώστε εντός ολίγου επεκράτησε καθ' άπασαν την Ελλάδα, το ελληνικόν εθνικόν νόμισμα, πρώτον τούτο της νέας Ελλάδος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'

Αστυνομικά. – Στρατιωτικός διοργανισμός, – Διαίρεσις του στρατού εις χιλιαρχίας. – Παραλαβή των φρουρίων Ναυπλίου. – Προσωρινή διοικητική της χώρας διαίρεσις. – Έκτακτοι επίτροποι. – Δημογεροντίαι. – Πληθυσμός Πελοποννήσου και νήσων – Σύστασις στρατoδικείων. Σχολή των Ευελπίδων. – Ναυτικά. – Γεωργικά. – Δημόσια καταστήματα. – Δικαστικά. – Εκπαιδευτικά

Ο Καποδίστριας επιθυμών να εδραιώση και την σαλευομένην δημοσίαν ασφάλειαν, σύστημα αστυνομικόν αυστηρότατον κατά το τελειότερον πρότυπον των ευρωπαϊκών, όπερ όμως διά των λίαν αυστηρών οργάνων αυτού συλλαμβανόντων πάντα ύποπτον και μη φίλα φρονούντα τω Κυβερνήτη, μεγάλην κατά του Κυβερνήτου εξήγειρε κατακραυγήν, ιδίως δε μετά την εις τον ελληνικόν θρόνον υποψηφιότητα του είτα βασιλέως του Βελγίου αναγορευθέντος Λεοπόλδου πρίγκηπος του Κοβούργου. Προς τούτοις δε επέβαλε και τα λεγόμενα διαβατήρια, άπερ εν τοις μοναρχικοίς κράτεσιν ιδίως νυν εν Ρωσία και Τουρκία ήσαν εν χρήσει προς εύκοπον σύλληψιν παντός δράστου εγκλήματος τίνος οιουδήποτε. Κατά τας περί διαβατηρίων διατάξεις, ουδείς ηδύνατο να εισέλθη εις το Ελληνικόν έδαφος, αν μη έφερε διαβατήριον προσωπικόν καθ' όλους τους τύπους συντεταγμένον, αλλά και ο φέρων πάλιν τοιούτον αλλοδαπός ώφειλε να δηλώση τη αστυνομία τους λόγους της αφίξεως αυτού και να παράσχη εγγύησιν ότι θα υπακούση εις τους νόμους του Κράτους και ότι ηδύνατο να πορίζηται τα προς το ζην. Αν δε ταύτα πάντα εξετελούντο, τότε εξεδίδετο διαμονητήριον· ισχύον προσωπικώς μόνον διά τον προς όν εξεδίδετο επί μίαν εβδομάδα ή μήνα ή έτος.

Η διάταξις αύτη όσον και αν φαίνεται ευθύς εξ αρχής απολυταρχική όσον αν εκώλυσε την εις Ελλάδα κάθοδον ξένων, υπήρξε σωτηριώδης διά την Ελλάδα, ήν ελυμαίνοντο τότε παντός είδους κακούργοι, λησταί και άλλοι καθ' εκάστην παρέχοντες πράγματα τη δημοσία ασφαλεία· επί τοσούτω δε διά του θεσμού τούτου επαγιώθη η τάξις και η ασφάλεια, ώστε κατέστη παροιμιώδης:

«Δεν έχω ανάγκην, έλεγεν αφελώς ο ποιμήν, να φυλάττω εκ του σύνεγγυς το ποίμνιόν μου, διότι υπό την ουράν της προβατίνας είναι ο Μπαρμπαγιάννης».

Ίνα δε ο Καποδίστριας μάθη εκ του σύνεγγυς τον τόπον, όν έμελλε να κυβερνήση, περιήλθε διάφορα μέρη της Ελλάδος· ούτω μέχρις Απριλίου, ότε προύκειτο να συγκληθή Εθνοσυνέλευσις, ο Κυβερνήτης επεχείρησε διαφόρους αποδημίας. Επιβάς του Αγγλικού Ουάρσπιτ, εφ' ού κατήλθεν εκ Μελίτης 11 Φεβρουαρίου 1828, συνοδευόμενος και υπό του Γενικού γραμματέως και της γενικής Γραμματείας επιβαινούσης επί της εκ Σπετσών γολέττας του Δ. Ορλώφ και συνοδευόμενος και υπό των πλοίων των δύο άλλων ευεργετίδων δυνάμεων, απέπλευσεν εις Πόρον προς σύνταξιν του ατάκτου τέως στρατού εις χιλιαρχίας.

Κατά τον νέον οργανισμόν αυτού πάντα τα άτακτα στρατιωτικά σώματα α') διηρέθησαν εις χιλιαρχίας, ών εκάστη συνεκροτείτο εκ 1100 ανδρών, ήγουν εξ ενός χιλιάρχου, δύο πεντακοσιάρχων υποκειμένων τω χιλιάρχω, δέκα εκατοντάρχων υποκειμένων ανά πέντε τοις πεντακοσιάρχοις, είκοσι πεντηκοντάρχων ανά δύο τοις εκατοντάρχοις, τεσσαράκοντα εικοσιπεντάρχων ανά δύο τοις πεντηκοντάρχοις, ογδοήκοντα δωδεκάρχων ανά δύο τοις εικοσιπεντάρχοις, εκατόν εξήκοντα πεντάρχων ανά δύο τοις δωδεκάρχοις, οκτακοσίους στρατιώτας ανά πέντε τοις πεντάρχοις, ένα υπασπιστήν, ένα γραμματέα, ένα ιερέα, ένα ιατρόν, ένα ταμίαν και ένα φροντιστήν, δύο σημαιοφόρους και δύο σαλπιγκτάς ή τυμπανιστάς, ανά ένα εκάστη πεντακοσιαρχία· β') οι στρατιωτικοί ελάμβανον σιτηρέσιον και μηνιαίον μισθόν αναλόγως της θέσεως αυτών, εξ ών το μεν σιτηρέσιον καθ' εκάστην, ο δε μισθός εδίδετο κατά τριμηνίαν· γ') οι βαθμοί των πεντάρχων και δεκάρχων εδίδοντο υπό του χιλιάρχου, οι δε ανώτεροι υπό της κυβερνήσεως προτεινόμενοι υπό του αρχηγού της εκστρατείας· δ) ο χιλίαρχος και οι υπ' αυτόν αξιωματικοί ώφειλον να επιθεωρώσι τους υπό την οδηγίαν αυτών στρατιώτας, καθ' εκάστην δ' εβδομάδα να υποβάλλωσι κατάλογον των υπό την οδηγίαν αυτών ε') ουδενί επετρέπετο να μεταβαίνη από χιλιαρχίας εις χιλιαρχίαν, ουδέ εγένετο δεκτός άνευ εγγράφου αδείας του χιλιάρχου, ώ υπήγετο· ς) ουδείς αξιωματικός ή στρατιώτης ηδύνατο να καταλείπη την τάξιν άνευ εγγράφου αδείας του ιδίου αυτού αρχηγού· ζ') οι στρατιωτικοί ώμνυον τον όρκον τόνδε:

«Ορκίζομαι εις το όνομα της αγίας και αδιαιρέτου Τριάδος να χύσω και την υστερινήν σταλαγματιάν του αίματός μου υπερασπιζόμενος εναντίον των εχθρών την ιεράν ημών ορθόδοξον πίστιν και την ελευθερίαν της κοινής πατρίδος και υποστηρίζων τους νόμους της.

»Ορκίζομαι να υποτάσσωμαι εις τας διαταγάς του εξοχωτάτου Κυβερνήτου και των αρχηγών, υπό την οδηγίαν των οποίων ήθελε με διορίσει.

»Ορκίζομαι να μη πράξω ουδεμίαν βλάβην εναντίον των συμπολιτών μου, των ομοπίστων μου και κανενός άλλου ανθρώπου.

»Ορκίζομαι να μη φονεύσω, να μη κλέψω, να μη αρπάξω και να μη δείρω.

»Ορκίζομαι να μη φύγω άνευ αδείας του αρχηγού της εκστρατείας, ουδέ να παραβώ εις το παραμικρόν τον ιερόν τούτον όρκον και να υπόκημαι εις όλην την αυστηρότητα των στρατιωτικών νόμων».

η) Τον όρκον επί του ιερού Ευαγγελίου, παρόντων ιερέων και του Κυβερνήτου και απόντος αυτού ενώπιον του ανωτέρου αρχηγού, ώμνυον πάντες εν γένει οι στρατιωτικοί· θ') πας λιποτάκτης, εάν μεν ήτο αξιωματικός, εστερείτο του βαθμού και μετέβαινεν εις την τάξιν του απλού στρατιώτου, εάν δε στρατιώτης, κατεδικάζετο εις εργασίαν αναλόγως του αμαρτήματος επί ένα μήνα ενός έτους εν τω στρατοπέδω άοπλος, άμισθος, λαμβάνων μόνον άρτον· ι') ο προδότης κατεδικάζετο εις θάνατον· ια') πας αξιωματικός άρπαξ, κλέπτης, ή πρόξενος φθοράς ή ζημίας εις κατοικίαν ή εις κτήματα των κατοίκων ή εις τούτο παροτρύνας τους αυτού στρατιώτας εστερείτο του βαθμού αυτού, μετέβαινεν εις την τάξιν των στρατιωτών, υποχρεούμενος ναποτίση και την ζημίαν· ο δε απλούς στρατιώτης τα αυτά πράττων αφοπλισθείς ενώπιον του χιλιάρχου κατεδικάζετο ναποδώση το πράγμα ή την αξίαν αυτού και εργασθή εν τω στρατοπέδω επί μόνω άρτω· ιβ') ο φονεύς κατεδικάζετο εις θάνατον· ιγ') ο βιαστής γυναικός κατεδικάζετο εις φυλακήν τριών μηνών μέχρις ενός έτους και εις χρηματικήν ποινήν 100 γροσιών μέχρις 600· ει δε παρθένος η βιασθείσα, εις διπλασίαν ποινήν σωματικήν και χρηματικήν· Εάν δε συν τη βία επήρχετο και θάνατος τη γυναικί, κατεδικάζετο εις θάνατον· ιδ') ο του πραγματικού αριθμού στρατιώτη μείζω ψευδώς γράφων εν τοις καταλόγοις, ή αδικών τινα στρατιώτην εστερείτο του βαθμού και κατεδικάζετο να αποδώση όσα δολίως έλαβε· ιέ) ο απειθής εστερείτο του βαθμού· εάν δε ήτο στρατιώτης, υπεβάλλετο υπηρεσία εν τω στρατοπέδω· ις') ο επιβαλών χείρα τω ανωτέρω αυτού κατεδικάζετο εις φυλάκισιν μέχρις έξ μηνών κατά τον βαθμόν του προσβληθέντος· ιζ') οι εκ γήρατος ή ασθενείας ή πληγών αναγκαζόμενοι να παραιτώνται της στρατιωτικής υπηρεσίας ελάμβανον ολόκληρον τον μισθόν, αι δε χήραι αυτών αποθανόντων το ήμισυ· ιη') οι αναδειχθέντες ανδρείοι, πειθαρχικοί, τίμιοι, οι επισπώμενοι επί τούτω την αγάπην των κατοίκων ηξιούντο χρηματικών αμοιβών, προβιβασμών και τιμών· ιθ') ο στρατάρχης ώμνυε τον όρκον τούτον:

«Ορκίζομαι εις το όνομα της αγίας και αδιαιρέτου Τριάδος να χύσω και την υστερινήν ρανίδα του αίματός μου υπερασπιζόμενος εναντίον των εχθρών την ιεράν ημών ορθόδοξον πίστιν την ελευθερίαν της πατρίδος και υποστηρίζων τους νόμους της.

»Ορκίζομαι να υποτάσσωμαι εις τας διαταγάς του εξοχωτάτου Κυβερνήτου.

»Ορκίζομαι μήτε να συγχωρήσω, μήτε να λάβω μέρος εις κανενός είδους κατάχρησιν και να διατηρήσω την δυνατήν ευταξίαν εις τα υπό την οδηγίαν μου στρατεύματα· αν δε παραβώ εις το παραμικρόν τον ιερόν τούτον όρκον, να υπόκημαι εις την αυστηρότητα των στρατιωτικών νόμων».

Αι διατάξεις αύται εθεμελιούντο επί του οργανισμού μέλλοντος να ισχύση μέχρι της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως52. Ούτω καταρτισθέντος του στρατού, εγένετο επιθεώρησις αυτού τη 16 Φεβρουαρίου 1828 εν Δαμαλά ενώπιον των ξένων στρατιωτικών Πάρκερ, Λεβλάν, Πέτροβιτς, ελθόντων εκ Ναυπλίου και των εκεί Ρουμελιωτών· μετ' αυτήν εν χαρά εγένετο συμπόσιον, εν ώ παρεκάθησαν ο Δημήτριος Υψηλάντης και οι αρχηγοί των σωμάτων. Τη επαύριον δε 17 απελθών εκείθεν επί του Ουάρσπιτ συνοδευομένου και υπό των φρεγατών Ήρας, Ελένης, Κάστορος και των βρικίων Μουσκίτο και Ρέβελ, αφίκετο (20 του αυτού) εις Ναύπλιον, ότε παρέδωκε το Παλαμήδιον αναιμωτί ο Θεόδωρος Γρίβας, ού την διοίκησιν μετά του υλικού πολέμου ανέλαβεν ο βαυαρός συνταγματάρχης Άιδεκ, ό ύστερον επί Όθωνος είς των μελών της αντιβασιλείας γενόμενος53 και το Ιτς Καλέ ο Στράτος, όν διεδέχθη ο Μύλλερ, Βυρτεμβέργιος στρατιωτικός και ο ρώσος Ράυκοφ. Συγχρόνως δε διωρίσθη και φρουρά εκ των ναυτικών νήσων της μεν Ακροναυπλίας ο Νικόλαος Γουδής μετά Σπετσιωτών ανδρών, του δε Παλαμηδίου ο Γ. Σαχτούρης μετά Υδραίων και εν τοις Πυροβολαστασίοις της πόλεως ο Ψαρριανός Κ. Νικόδημος μετά Ψαρριανών ανδρών, πάντων υπό τον Συνταγματάρχην Άιδεκ, ως είπομεν, διατεθέντων. Μετά ταύτα δε (26 Φεβρ.) διετάχθησαν αύθις οι Ρουμελιώται να βαδίσωσι προς τον Δαμαλάν, ένθα απήλθε διά ξηράς ο Καποδίστριας μετά του Γρίβα και Στράτου· διοργανίζει και τους Ρουμελιώτας εις χιλιαρχίας, ών στρατάρχην ανέδειξε τον Δημήτριον Υψηλάντην, όν αποστέλλει προς την Ανατολικήν Ελλάδα, τον δε Θεόδωρον Γρίβαν αποστέλλει μετά 300 ανδρών υπό τον Τσουρτς εις Αίγιον (Βοστίτσαν). Τη 3 Απριλίου ο Καποδίστριας επιβάς επί Αγγλικού πλοίου απέπλευσεν εις Καλαμάκιον, οπόθεν διευθυνθείς εις Κόρινθον, εν ή εφρούρει ο Ν. Τσαβέλας παρέλαβε το φρούριον, εν ώ εγκατέστησε φρουράν εκ του τακτικού στρατού. Εκ Κορίνθου μετέβη εις Άγιον Γεώργιον, είτα εις Άργος και εκείθεν εις Ναύπλιον, ένθα κατέλυσεν εν τω οίκω του Εμμανουήλ Ξένου.

Ενταύθα διαμείνας ενησχολήθη περί την προσωρινήν διοικητικήν της χώρας διαίρεσιν, ιδίως της Πελοποννήσου και των νήσων, της Στερεάς κατεχομένης εισέτι υπό των Τούρκων. Η διαίρεσις αύτη κατά Νομούς (θέματα ή τμήματα) γενομένη είχεν, ώδε: εν μεν Πελοποννήσω τμήματα: α') Αχαΐα, εν ή επαρχίαι Βοστίτσα, Καλάβρυτα και Παλαιαί Πάτραι· β') Ήλις, εν ή επαρχία Γαστούνη και Πύργος· γ') Άνω Μεσσηνία, εν ή Αρκαδία, Νεόκαστρον, Μεθώνη και Κορώνη· δ) Κάτω Μεσσηνία, εν ή Νησίον, Καλαμάτα, Εμπλάκια, Ανδρούτσα, Λεοντάριον, Μικρομάνη και δυτική Σπάρτη· ε') Λακωνία, εν ή Μονεμβασία Μιστράς, Πραστός, ανατολική Σπάρτη· ς') Αργολίς, εν ή αι επαρχίαι Άργους, Ναυπλίου, Κάτω Ναχαγέ και Κορίνθου· ζ) Αρκαδία, εν αίς Φανάριον, Καρύταινα, Τριπολιτσιά και Άγιος Πέτρος. Αι δε νήσοι διηρέθησαν εις έξ τμήματα: α') βόρειοι Σποράδες, εν αίς Σκιάθος, Σκόπελος, Σκύρος, Ηλιοδρόμια και τα Ψαρά· β') ανατολικαί, εν αίς Σάμος, Κάλυμνος, Λέρος, Πάτμος και η Ικαρία· γ') δυτικαί, εν αίς Ύδρα, Σπέτσαι, Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίς· δ') βόρειοι Κυκλάδες, εν αίς Σύρος, Σέριφος, Θερμιά, Κέα, Άνδρος, Τήνος, Μύκωνος· έ) κεντρικαί, εν αίς Νάξος, Πάρος, Ίος, Σίκυνος, Φολέγανδρος, Μήλος, Κίμωλος, Σίφνος· ς') νότιοι, εν αίς Σαντορίνη, Ανάφη, Αστυπαλαία, Κάσσος και Κάρπαθος. Και εν εκάστω μεν των τριών και δέκα τμημάτων διωρίσθησαν είς έκτακτος επίτροπος της μεν Αργολίδος ο Νικόλαος Καλλέργης, της δ' Αχαΐας ο Γεώργιος Μαυρομμάτης, της Ήλιδος ο Σπυρίδων Καλογερόπουλος, της Άνω Μεσσηνίας ο Αντώνιος Τσούνης, της Κάτω Μεσσηνίας ο Γεώργιος Ψύλλας, της Λακωνίας ο Ιωάννης Γενοβέλης, της Αρκαδίας ο Αλέξανδρος Βλαχόπουλος· δημογεροντίαι δε κατ' επαρχίας, πόλεις, κώμας και χωρία. Ο πληθυσμός της Ελλάδος επί των πρώτων μηνών της αρχής του Καποδιστρίου είχεν ώδε εν σχέσει προς τον του 1821, πλην της Στερεάς, κατεχομένης, ως είπομεν, υπό των Τούρκων:


Εκ του πίνακος τούτου προκύπτει, αν παραδεχθώμεν ως ακριβείς τας άνω πληροφορίας, ότι ο Χριστιανικός πληθυσμός ηλαττώθη κατά το διάστημα των επτά ετών του πολέμου κατά 58,200 ψυχών, εν μόνη τη Πελοποννήσω και ταις νήσοις.

Βραδύτερον δε και κατά τας παρουσιαζομένας εκάστοτε ανάγκας ο Καποδίστριας μετερρύθμισε και τον ήδη από του 1822 υφιστάμενον στρατόν συγκείμενον, περί το τέλος του 1828, εκ 2,612 ανδρών πολλάς τας ελλείψεις, κακόν ιματισμόν και ατελή οπλισμόν εχόντων. Αρχηγός δ' αυτού διωρίσθη ο Γάλλος στρατηγός Τρεσέλ (11 Αυγούστου 1829). Επί του στρατηγού τούτου όπως δήποτε εβελτιώθη το τακτικόν έχον καί τινας, λίαν αξίους λόγου αξιωματικούς, ως τον Πελλιόν, συγγραφέα Ιστορίας των χρόνων τούτων του Καποδιστρίου, τον Γκαρνό, τον Πεϋτιέ, τον Πουρσί και άλλους. Διεκρίνετο δε ο τακτικός στρατός των ατάκτων πλην του ειδικού οργανισμού και κατά την σύνθεσιν· διότι εκείνου έχοντος και επιμελητήριον, ού προΐστατο ο Σαιν-Μαρτάν, ούτοι διηρούντο εις τάγματα και ίλας, ών έκαστον απετέλει ίδιον σώμα αυτοτελές· συνέστησε δε επί τη βάσει της συντάξεως τακτικού στρατού και δύο διαρκή Στρατοδικεία, μέχρι τούδε υφιστάμενα επί εδραιοτέρων βάσεων και έν αναθεωρητικόν ( = Εφετείον Στρατιωτικόν ει έξεστιν ειπείν) εν Ναυπλίω. Επειδή δε πάντες οι υποπίπτοντες εις στρατιωτικά παραπτώματα στρατιωτικοί δεν ηδύναντο να μετενεχθώσιν ευκόλως εις Ναύπλιον, διωρίζετο εκάστοτε το λεγόμενον Πειθαρχικόν συμβούλιον, θεσμός, ός μέχρι τούδε διατηρείται, δικάζων τα πλημμελήματα. Απόπειρά τις όμως γενομένη προς μετάφρασιν των γαλλικών στρατιωτικών διαταγμάτων απέτυχε (1 Μαΐου 1828). Βραδύτερον δε επί του Γάλλου στρατηγού Ζεράρ (2 Οκτωβρίου 1829) μετεβλήθησαν αι ήδη σχηματισθείσαι χιλιαρχίαι εις είκοσιν ελαφρά τάγματα, ών έν έκαστον υποδιηρέθη εις τέσσαρας λόχους και συν αυταίς και αι στρατιωτικαί ονομασίαι των διοικούντων αυτάς, ών ο μεν αρχηγός τάγματος απεκλήθη ταξιάρχης, οι δε χιλίαρχοι προυβιβάσθησαν εις στρατηγούς· ο ιματισμός όμως παρέμεινεν ο αυτός. Προς τούτοις, συνέστη και πρότυπον τάγμα τι εξ επιλέκτων ανδρών, εξ ού παρελαμβάνοντο οι διδάσκαλοι του στρατού. Αλλ' ο τοιούτος σχηματισμός δυσηρέστησε τους Έλληνας εις τοιούτον τινα βαθμόν, ώστε, ότε προσεκλήθησαν παρά τω εν Άργει θεάτρω προς κατάταξιν, μόλις είκοσι παρουσιάσθησαν! Επίσης κατά Δεκέμβριον συνέστη και η μέχρι σήμερον σωζομένη και αγλαούς καρπούς παρέχουσα Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων, κατά πρότασιν του Βαυαρού συνταγματάρχου Άιδεκ υπό την διεύθυνσιν του γάλλου Πωζιέ. Εν Σχολή, ταύτη κατετάγησαν το μεν πρώτον οι υιοί των επιφανεστέρων οικογενειών της αναγεννωμένης Ελλάδος, όπως ούτως η Σχολή εξυψωθή· αλλά τοιαύτη ήν η κατά του τακτικού στρατού απέχθεια των αυτοχθόνων προυχόντων, ώστε ουδείς ενέδωκε ταις παρακλήσεσι του Κυβερνήτου· εφ' ώ και βλέπομεν ότι πάντες οι νέοι οι φοιτώντες εις την Σχολήν μέχρι της επαναστάσεως του Οκτωβρίου, εκτός ολιγίστων εξαιρέσεων, ήσαν εκ των ετεροχθόνων, των αυτοχθόνων μόλις κατά τα 1833 αρξαμένων να φοιτώσιν εις αυτήν.

Και αύται μεν ήσαν αι περί των στρατιωτικών της ξηράς φροντίδες του Κυβερνήτου, όστις όμως, επειδή δεν ήτο στρατιωτικός, έμελλε να ναυαγήση εν τη κυβερνήσει χώρας ως εκ της φύσεως αυτής απαιτούσης άνδρας στρατιωτικούς. Την τοιαύτην δε του Καποδιστρίου αποτυχίαν προείδε τρόπον τινά, λέγει ο Βαρθόλδυς, ο Γκαίτε γράφων προς τον Έκκερμαν τη 2 Απριλίου 1829: «Θα σας αποκαλύψω πολιτικόν τι μυστικόν, όπερ θάττον ή βράδιον θέλει καταστή γνωστόν. Ο Καποδίστριας δεν δύναται εις τέλος να κρατήση την διοίκησιν των Ελληνικών πραγμάτων διότι στερείται του απαραιτήτου προς τούτο προσόντος· δεν είναι στρατιώτης. Ουδέν δ' έχομεν παράδειγμα ότι διπλωμάτης ηδυνήθη να διοργανώση Κράτος επαναστατών και να υποτάξη στρατιωτικούς και πολεμάρχους!»

Και περί των ναυτικών δε πραγμάτων της χώρας εφρόντισεν, εικός, ο Κυβερνήτης. Η ναυτική της Ελλάδος δύναμις συνέκειτο άμα τη καθόδω αυτού εκ της φρεγάτας Ελλάδος, τριών ατμοπλοίων, αγορασθέντων εκ των χρημάτων του δανείου, μιας κορβέττας, Ύδρας αιγυπτίου αλώματος του Κόχραν, μιας γολέτας της Αθηναΐδος και τριών κανονιοφόρων, ναυπηγηθεισών δαπάναις φιλελλήνων, τα δε λοιπά πλοία, άπερ τοσαύτα κατά θάλασσαν διεπράξαντο κατορθώματα, ήσαν ιδιωτικά Σπετσιωτών, Υδραίων και Ψαρριανών. Το εμπορικόν ναυτικόν ην πολυαριθμότερον, αλλά μέχρι της στιγμής εκείνης, η κυβέρνησις, ένεκεν των επικρατουσών ανωμαλιών, δεν ηδυνήθη να χρησιμοποιήση αυτό. Ο πόλεμος είχεν επιφέρει βαθείας πληγάς εις το εμπόριον και οι νησιώται μόλις απέζων. Αλλ' ίνα μη απολεσθή η ναυτιλία, η προκάτοχος κυβέρνησις είχε λάβει το απαίσιον μέτρον της εκδόσεως καταδρομικών αδειών εις εμπορικά πλοία, δι' ών επισημοποιήθη η πειρατεία, ήν μόλις ο Καποδίστριας διά του ναυάρχου Μιαούλη κατώρθωσε να εξαφανίση εκ τε των Βορείων Σποράδων και των παραλίων της Κρήτης. Τον μικρόν στολίσκον, περί ού ανωτέρω είπομεν, διώκει ως ναύαρχος ο λόρδος Κόχραν εν δεσποτική αυθαιρεσία, όστις και βαθμούς, εική, απένειμεν άνευ κυβερνητικής αδείας. Επειδή δε το μέλλον της Ελλάδος ενέκειτο εν τω ναυτικώ, ως άλλοτε λίαν προσφυώς το μάντευμα εκείνο είπεν: εν τοις ξυλίνοις τείχεσιν, ο Κυβερνήτης έν των κυριωτάτων αυτού μελημάτων εθεώρησε και το του ναυτικού, αλλ' ήκιστα ειργάσθη υπέρ αυτού· απεφάσισεν αντί των ιδιοκτήτων των ναυτικών νήσων Ύδρας και Σπετσών, την εξάρτησιν εθνικού στόλου, δυναμένου εν ανάγκη, άνευ της συνδρομής ιδιωτικών, να προασπισθή την χώραν. Προέβη λοιπόν και εις τας ναυτικάς μεταρρυθμίσεις. Εκανόνισε τα εξωτερικά διακριτικά σημεία του εμπορικού ναυτικού και την λιμενικήν αστυνομίαν μέχρι των ελαχίστων αυτής λεπτομερειών (Γενική Εφημερίς της 3 Μαρτίου 1828) και εζήτησε να χωρίση, λίαν αντεθνικώς, ως εκ των υστέρων απεδείχθη, το πολεμικόν ναυτικόν του Υδραϊκού ναυτικού, του θαυματουργήσαντος κατά θάλασσαν, ως εκ του οποίου εγεννήθησαν τοσαύται διχόνοιαι καταλήξασαι εις το μοιραίον τέλος του εν Ναυπλίω δυστυχήματος της 27 Σεπτεμβρίου 1831. Και το χείριστον δε πάντων, ο Καποδίστριας, μετά την αποχώρησιν του ναυάρχου Κόχραν, τείνων εις το προσχεδιασθέν συγκεντρωτικόν αυτού σύστημα, απεπλανήθη τοσούτον, ώστε προυβίβασεν εις αρχιναύαρχον τον αδελφόν Βιάρον Καποδίστριαν, άνδρα μηδεμιάς ναυτικής ικανότητος και πείρας, ούτινος αι αποφάσεις προυκάλουν διηνεκώς την αγανάκτησιν των εμπειροπολέμων ναυτικών, οίος ο Μιαούλης και ο Σαχτούρης.

50.Της 2 και 3 Ιανουαρίου 1894.
51.Τα κατά την ίδρυσιν του Νομισματοκοπείου ιδέ εν τω έργω του Α Κοντοσταύλου «Τα περί των εν Αμερική ναυπηγηθεισών φρεγατών και του εν Αιγίνη Νομισματοκοπείου», Αθήναι 1855, σελ. 259 και εφεξής.
52.Ιδέ Γ. Κρέμου «Γενικής Ιστορίας» τόμ Δ'. Μέρος Β', σελ. 955.
53.Ιδέ την εμήν Ιστορίαν του Όθωνος, Αθήναι 1893.
Yaş sınırı:
12+
Litres'teki yayın tarihi:
28 eylül 2017
Hacim:
531 s. 2 illüstrasyon
Telif hakkı:
Public Domain