Kitabı oku: «Μια Αναζήτηση για Ήρωες »
Μόργκαν Ράις
Η Μόργκαν Ράις είναι συγγραφέας με best-sellers όπως η κορυφαία επική σειρά φαντασίας ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΜΑΓΟΥ αποτελούμενη από δεκαεπτά βιβλία, η κορυφαία σειρά best-seller ΤΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΒΑΜΠΙΡ, αποτελούμενη από έντεκα βιβλία, μέχρι στιγμής, η κορυφαία σειρά best-seller Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ, με δυο βιβλία μέχρι στιγμής όπου διαδραματίζεται ένα μετά-αποκαλυπτικό θρίλερ, καθώς και η νέα σειρά φαντασίας ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΙ ΜΑΓΟΙ. Τα βιβλία της Μόργκαν είναι διαθέσιμα τόσο σε ηχητική, όσο και σε έντυπη έκδοση, ενώ έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 25 γλώσσες.
Τα βιβλία ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΜΕΝΟΣ (Πρώτο βιβλίο στη σειρά Ημερολόγια των Βαμπίρ), ΑΡΕΝΑ ΕΝΑ (Πρώτο βιβλίο της σειράς Η Τριλογία της Επιβίωσης), ΜΙΑ ΑΝΑΖΉΤΗΣΗ ΓΙΑ ΗΡΩΕΣ (Πρώτο βιβλίο της σειράς ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΜΑΓΟΥ), και Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΔΡΑΚΩΝ (Πρώτο βιβλίο της σειράς Βασιλιάδες και Μάγοι) διατίθενται για κατέβασμα δωρεάν μέσω!
Η Μόργκαν αγαπάει τα σχόλια των αναγνωστών, οπότε μπορείτε, αν θέλετε να επισκεφθείτε το www.morganricebooks.com προκειμένου να μπείτε στην λίστα της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, να λάβετε ένα δωρεάν βιβλίο, να λάβετε δώρα, να κατεβάσετε την τελευταία δωρεάν εφαρμογή, να διαβάσετε τα τελευταία νέα, να συνδεθείτε στο Facebook και το Twitter, και γενικά να είστε σε επαφή!
Διεθνής Αναγνώριση για την Μόργκαν Ράις
“Πνευματώδης φαντασία που πλέκει στοιχεία μυστηρίου και ίντριγκας μέσα στην εξέλιξη της ιστορίας. Το Μια Αναζήτηση για Ήρωες επικεντρώνεται στην διαδικασία της δημιουργίας του θάρρους και στην πραγμάτωση ενός στόχου ζωής που οδηγεί σε προσωπική ανάπτυξη, ωριμότητα και αριστεία… Για όσους ψάχνουν γεμάτες φανταστικές περιπέτειες, οι πρωταγωνιστές, οι μέθοδοι και οι τακτικές, καθώς και η δράση που υπάρχει, παρέχουν ένα ζωντανό σύνολο εμπειριών που περιστρέφονται γύρω από την εξέλιξη του Θορ και την μεταμόρφωσή του από ένα ονειροπόλο παιδί σε έναν νέο ενήλικα ο οποίος αντιμετωπίζει απίστευτα αρνητικές συγκυρίες που απειλούν την επιβίωσή του… Και αυτό είναι μόνο η αρχή της πολλά υποσχόμενης αυτής επικής σειράς για νεαρούς ενήλικες.”
--Midwest Book Review (D. Donovan, Βιβλιοκριτικός για eBooks)
“To Μια Αναζήτηση για Ήρωες έχει όλα εκείνα τα απαραίτητα συστατικά για να γίνει επιτυχία: συνωμοσίες, αντί-συνωμοσίες, μυστήριο, γενναίους ιππότες, σχέσεις που αναπτύσσονται αλλά και ραγισμένες καρδιές, εξαπάτηση και προδοσία. Θα σας διασκεδάσει για ώρες, ικανοποιώντας όλες τις ηλικίες. Προτείνεται για μια μόνιμη θέση στις βιβλιοθήκες του αναγνωστικού κοινού ιστοριών φαντασίας.”
--Books and Movie Reviews, Roberto Mattos
“Η διασκεδαστική επική ιστορία φαντασίας της Ράις [ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΜΑΓΟΥ] περιλαμβάνει κλασικά χαρακτηριστικά του είδους—μια δυνατή τοποθεσία, η οποία έχει εμπνευσθεί από την αρχαία Σκοτία και την ιστορία της, καθώς και μια καλή δόση από βασιλικές ίντριγκες.”
—Kirkus Reviews
“Πραγματικά αγάπησα τον τρόπο που η Μόργκαν Ράις έχτισε τον χαρακτήρα του Θορ και τον κόσμο στον οποίο ζούσε. Τα τοπία και τα πλάσματα που υπήρχαν εκεί περιγράφονται με μεγάλη λεπτομέρεια… Μου άρεσε [η πλοκή]. Ήταν σύντομη και ωραία.... Το μίγμα δευτερευόντων χαρακτήρων ήταν ακριβώς όπως έπρεπε προκειμένου να μη μπερδεύομαι. Υπήρχαν περιπέτειες και οδυνηρές στιγμές, αλλά η δράση που περιγράφεται δεν ήταν υπερβολικά αποκρουστική. Το βιβλίο είναι τέλειο για το εφηβικό κοινό… Όλα δείχνουν ότι πρόκειται για το ξεκίνημα κάτι σπουδαίου…”
--San Francisco Book Review
“Στο πρώτο βιβλίο της γεμάτης δράση επικής ιστορίας φαντασίας Το Δακτυλίδι του Μάγου (που αισίως έχει φθάσει τα 14 βιβλία), η Ράις παρουσιάζει στους αναγνώστες τον 14χρονο Θόργκριν "Θορ" ΜακΛέοντ, του οποίου το όνειρο είναι να μπει στο Αργυρό Τάγμα όπου υπηρετούν οι κορυφαίοι ιππότες του Βασιλιά… Ο τρόπος γραφής είναι καλός και το όλο σενάριο ενδιαφέρον.”
--Publishers Weekly
“To [ΜΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΗΡΩΕΣ] είναι εύκολο και γρήγορο στην ανάγνωση. Τα κεφάλαια τελειώνουν με τέτοιο τρόπο που θέλετε να διαβάσετε και το επόμενο, με αποτέλεσμα να μην θέλετε να αφήσετε κάτω το βιβλίο. Έχει ορισμένα ορθογραφικά λάθη αλλά και μπερδεμένα ονόματα, αλλά αυτά δεν αναιρούν την ποιότητα της ιστορίας. Το τέλος του βιβλίου με έκανε να θέλω να πάρω να διαβάσω και το επόμενο, και, βασικά, αυτό ακριβώς έκανα. Όλα τα βιβλία της σειράς Το Δακτυλίδι του Μάγου μπορείτε να τα βρείτε στο Kindle ενώ το Μια Αναζήτηση για Ήρωες προσφέρεται δωρεάν για να ξεκινήσετε το διάβασμα! Αν ψάχνετε για κάτι γρήγορο και ευχάριστο για να διαβάσετε όταν βρίσκεστε σε διακοπές, τότε αυτό το βιβλίο θα σας καλύψει απόλυτα.”
--FantasyOnline.net
Βιβλία από την Μόργκαν Ράις
ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΙ ΜΑΓΟΙ
Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΔΡΑΚΩΝ (Βιβλίο #1)
ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΜΑΓΟΥ
ΜΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΗΡΩΕΣ (Βιβλίο #1)
Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ (Βιβλίο #2)
Η ΜΟΙΡΑ ΤΩΝ ΔΡΑΚΩΝ (Βιβλίο #3)
ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ ΤΙΜΗΣ (Βιβλίο #4)
ΜΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΔΟΞΑΣ (Βιβλίο #5)
ΜΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΝΔΡΕΙΑΣ(Βιβλίο #6)
Η ΤΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΣΠΑΘΙΩΝ (Βιβλίο #7)
ΜΙΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΟΠΛΩΝ (Βιβλίο #8)
ΕΝΑΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΜΕ ΜΑΓΙΑ (Βιβλίο #9)
ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΣΠΙΔΕΣ (Βιβλίο #10)
Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΑΤΣΑΛΙΟΥ (Βιβλίο #11)
Η ΓΗ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ (Βιβλίο #12)
Η ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΣΣΩΝ (Βιβλίο #13)
Ο ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ (Βιβλίο #14)
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΩΝ ΘΝΗΤΩΝ (Βιβλίο #15)
ΜΙΑ ΚΟΝΤΑΡΟΜΑΧΙΑ ΙΠΠΟΤΩΝ (Βιβλίο #16)
ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ (Βιβλίο #17)
Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ
ΑΡΕΝΑ ΕΝΑ: ΣΚΛΑΒΟΙ ΔΡΟΜΕΙΣ (Book #1)
ΑΡΕΝΑ ΔΥΟ (Book #2)
ΤΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΒΑΜΠΙΡ
ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΜΕΝΟΣ (Βιβλίο #1)
ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ (Βιβλίο #2)
ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΣ (Βιβλίο #3)
ΠΡΟΟΡΙΣΜΕΝΟΣ (Βιβλίο (#4)
ΕΠΙΘΥΜΗΤΟΣ (Book #5)
ΜΝΗΣΤΕΥΜΕΝΟΣ (Βιβλίο #6)
ΤΑΜΕΝΟΣ (Βιβλίο #7)
ΕΝΤΟΠΙΣΜΕΝΟΣ Βιβλίο (#8)
ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΣ (Βιβλίο #9)
ΠΟΘΗΤΟΣ (Βιβλίο #10)
ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΣ (Βιβλίο #11)


Ακούστε τη σειρά ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΜΑΓΟΥ σε μορφή ηχητικού βιβλίου!
Πνευματικά Δικαιώματα © 2012 / Μόργκαν Ράις
Διατηρούνται όλα τα πνευματικά δικαιώματα. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που επιτρέπονται από το νόμο προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων των Η.Π.Α. του 1976 (U.S. Copyright Act of 1976), κανένα τμήμα αυτού του βιβλίου δεν μπορεί να αναπαραχθεί, διανεμηθεί ή μεταδoθεί υπό οποιαδήποτε μορφή ή μέσο, ή να αποθηκευτεί σε βάση δεδομένων ή άλλο σύστημα ανάκτησης, χωρίς την προηγούμενη άδεια της συγγραφέως.
Η άδεια χρήσης αυτού του ηλεκτρονικού βιβλίου προορίζεται μόνο για την προσωπική σας ευχαρίστηση. Το ηλεκτρονικό βιβλίο δεν μπορεί να μεταπωληθεί ή να χαριστεί σε άλλους. Αν θέλετε να μοιραστείτε αυτό το βιβλίο με άλλα άτομα τότε θα πρέπει να αγοράσετε ξεχωριστά αντίγραφα για τον κάθε παραλήπτη. Αν διαβάζετε αυτό το βιβλίο αλλά δεν το έχετε αγοράσει, ή δεν το έχουν αγοράσει άλλοι για δική σας χρήση, τότε παρακαλείστε να το επιστρέψετε ή να αγοράσετε ένα δικό σας αντίγραφο. Ευχαριστούμε που σέβεστε τη σκληρή δουλειά αυτής της συγγραφέως.
Αυτό το έργο αποτελεί προϊόν φαντασίας. Ονόματα, χαρακτήρες, επιχειρήσεις, οργανισμοί, μέρη ή γεγονότα, αποτελούν προϊόν της φαντασίας της συγγραφέως ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, ζωντανά ή πεθαμένα, είναι εντελώς συμπτωματική.
Τα πνευματικά δικαιώματα της εικόνας του εξωφύλλου ανήκουν στη RazoomGame και χρησιμοποιούνται κατόπιν αδείας από το Shutterstock.com

“Ανήσυχο είναι το κεφάλι που φοράει το στέμμα.”
—Γουίλιαμ ΣαίξπηρΕρίκος IV, Μέρος II
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Το αγόρι στεκόταν στο πιο ψηλό σημείο ενός λοφίσκου στη πεδιάδα του Δυτικού Βασιλείου του Δακτυλιδιού και αγναντεύοντας προς τον βορρά παρακολουθούσε τον πρώτο από τους ήλιους που ανέτειλαν. Όσο έφτανε η ματιά του έβλεπε μια σειρά από πράσινους λόφους που έμοιαζαν με καμπούρες καμήλας έτσι όπως ανεβοκατέβαιναν σχηματίζοντας υψώματα και κοιλάδες. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου με το βαθύ πορτοκαλί τους χρώμα περνούσαν μέσα από την πρωινή καταχνιά που τις έκανε να λαμπυρίζουν με ένα μαγικό τρόπο που ταίριαζε με την διάθεση του αγοριού. Σπάνια ξυπνούσε τόσο πρωί και σπάνια τολμούσε να απομακρυνθεί τόσο πολύ από το σπίτι του και ποτέ δεν ανέβαινε τόσο ψηλά επειδή ήξερε καλά ότι μετά θα έπρεπε να αντιμετωπίσει την οργή του πατέρα του. Αλλά σήμερα δεν τον ένοιαζε. Σήμερα είχε αγνοήσει τους μύριους κανόνες και τις σκληρές δουλειές που τον καταπίεζαν εδώ και δεκατέσσερα χρόνια. Γιατί η σημερινή μέρα ήταν διαφορετική. Ήταν η μέρα που το πεπρωμένο του είχε φτάσει.
Το αγόρι, ο Θόργκριν του Δυτικού Βασιλείου της Νότιας Επαρχίας της γενιάς των ΜακΛέοντ, ήταν γνωστός ως Θορ σε όλους όσοι τον συμπαθούσαν και ήταν ο νεότερος από τα τέσσερα αγόρια στην οικογένειά του, αλλά και ο λιγότερο αγαπητός του πατέρα του. Την σημερινή μέρα την περίμενε με λαχτάρα γι’ αυτό και είχε μείνει ξάγρυπνος όλη νύχτα στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι του, ενώ τώρα με τα μάτια του θολά περίμενε ανυπόμονα την ανατολή του πρώτου ήλιου. Μια μέρα σαν κι αυτή ερχόταν μια φορά κάθε πολλά χρόνια κι αν την έχανε, θα ήταν καταδικασμένος να μείνει σ’ αυτό το χωριό και να προσέχει τα κοπάδια του πατέρα του για την υπόλοιπη ζωή του. Κι’ αυτή ήταν μια σκέψη που δεν την άντεχε.
Ημέρα Στρατολόγησης. Αυτή ήταν η μέρα που ο Στρατός του Βασιλιά όργωνε τις επαρχίες για να διαλέξει έναν-έναν ξεχωριστά τους εθελοντές για την Βασιλική Λεγεώνα. Όλα τα χρόνια της σύντομης ζωής του ο Θορ δεν ονειρεύονταν τίποτα άλλο. Γι’ αυτόν, ζωή σήμαινε ένα και μόνο πράγμα: να γίνει μέλος στo Αργυρό Τάγμα, το επίλεκτο τάγμα ιπποτών του Βασιλιά που το κοσμούσαν οι πιο λαμπρές πανοπλίες και τα πιο εκλεκτά όπλα που υπήρχαν και στα δύο βασίλεια. Αλλά κανείς δεν έμπαινε στο Αργυρό Τάγμα αν δεν έμπαινε πρώτα στην Λεγεώνα, στην ομάδα με τους βοηθούς των ιπποτών που ήταν όλοι νεαρά αγόρια από δεκατεσσάρων ως δεκαεννιά χρονών. Και αν κάποιος δεν ήταν γιος ενός ευγενούς, ή ενός ξακουστού πολεμιστή, δεν υπήρχε τρόπος για να μπει στη Λεγεώνα.
Η ημέρα της Στρατολόγησης ήταν η μόνη εξαίρεση, η σπάνια ευκαιρία που παρουσιάζονταν κάθε λίγα χρόνια, όταν η Λεγεώνα πήγαινε σε μικρά και μεγάλα χωριά και οι άντρες του Βασιλιά έψαχναν να βρουν καινούργια μέλη. Όλοι γνώριζαν ότι τα παλικάρια που επιλέγονταν από τον απλό λαό ήταν λίγα και ακόμα λιγότερα ήταν όσα τελικά θα έμπαιναν πραγματικά στη Λεγεώνα.
Ο Θορ είχε τα μάτια του καρφωμένα στον ορίζοντα, ψάχνοντας για κάποια κίνηση. Ήξερε πως το Αργυρό Τάγμα θα έπαιρνε τον μοναδικό δρόμο που οδηγούσε στο χωριό και ήθελε να είναι ο πρώτος που θα τους έβλεπε. Το κοπάδι με τα πρόβατα διαμαρτύρονταν ολόγυρά του με ενοχλητικά γρυλίσματα που τον παρότρυναν να τα κατεβάσει από το βουνό για να πάνε εκεί που η βοσκή ήταν άφθονη. Προσπάθησε να μην δίνει σημασία ούτε στο θόρυβο που έκαναν ούτε στη δυσοσμία που ανέδυαν. Έπρεπε να συγκεντρωθεί.
Το μόνο πράγμα που όλα αυτά τα χρόνια τον έκανε να αντέχει να είναι υπηρέτης του πατέρα του και των μεγαλύτερων αδελφών του, αλλά και το γεγονός ότι τον φόρτωναν με όλες τις αγγαρείες χωρίς κανείς να νοιάζεται πραγματικά γι’ αυτόν ήταν η ιδέα ότι μια μέρα θα έφευγε απ’ αυτόν τον τόπο. Μια μέρα, όταν θα ερχόταν το Αργυρό Τάγμα, η επιλογή του θα μπορούσε να εκπλήξει όλους εκείνους που τον είχαν υποτιμήσει όλα αυτά τα χρόνια. Με μια γρήγορη κίνηση, θα ανέβαινε στην άμαξά τους και θα άφηνε πίσω του όλα αυτά.
Φυσικά, ο πατέρας του Θορ ποτέ δεν τον είχε δει σοβαρά σαν υποψήφιο για τη Λεγεώνα. Στην πραγματικότητα, δεν τον είχε δει ποτέ υποψήφιο για τίποτα. Αντιθέτως, ο πατέρας του πάντα έδινε την αμέριστη προσοχή και την αγάπη του στους τρεις μεγαλύτερους αδελφούς του. Ο πιο μεγάλος ήταν δεκαεννιά και οι άλλοι δύο, με ένα χρόνο διαφορά ο ένας από τον άλλον, δεκαοχτώ και δεκαεφτά αντίστοιχα, ενώ ο Θορ ήταν ο μόνος που είχε τρία χρόνια διαφορά από τον μικρότερο. Οι τρεις τους ήταν πολύ δεμένοι μεταξύ τους και αγνοούσαν σχεδόν ολοκληρωτικά την ύπαρξη του Θορ ίσως επειδή αυτοί ήταν πιο κοντά στην ηλικία ή επειδή έμοιαζαν αρκετά ο ένας με τον άλλον και δεν είχαν καμία ομοιότητα με τον Θορ.
Ακόμα χειρότερα, εκείνοι ήταν ψηλότεροι, πιο σωματώδεις και δυνατότεροι απ’ αυτόν, και ο Θορ, που ήξερε ότι δεν ήταν κοντός, ένιωθε παρ’ όλα αυτά μικρός δίπλα τους και ένιωθε τα δυνατά και μυώδη πόδια του αδύναμα μπροστά στα δικά τους που έμοιαζαν σαν κορμοί βελανιδιάς. Ο πατέρας του δεν έκανε καμιά κίνηση για να βελτιώσει τα πράγματα – στην πραγματικότητα φαίνονταν να απολαμβάνει την κατάσταση – και άφηνε τον Θορ να προσέχει τα πρόβατα και να ακονίζει τα όπλα, ενώ τα αδέλφια του είχαν χρόνο για εκπαίδευση. Δεν το είχαν πει ποτέ, αλλά άφηναν πάντα να εννοηθεί ότι ο Θορ θα περνούσε τη ζωή του στο περιθώριο, εξαναγκασμένος να βλέπει τους αδελφούς του να μεγαλουργούν. Η μοίρα του, αν γινόταν όπως ήθελαν και οι τρεις τους, θα ήταν να μείνει εδώ, θαμμένος σ’ αυτό το χωριό για να τους προσφέρει τη βοήθεια που απαιτούσαν.
Και το πιο παράδοξο ήταν ότι ο Θορ αισθανόταν ότι τα αδέλφια του ένιωθαν να απειλούνται από αυτόν, αλλά ίσως και να τον μισούσαν. Κι’ αυτό το έβλεπε σε κάθε τους ματιά και σε κάθε τους χειρονομία. Δεν καταλάβαινε το γιατί, αλλά ήταν σαν να τους προκαλούσε κάτι σαν φόβο ή ζήλια. Ίσως επειδή ήταν διαφορετικός απ’ αυτούς, δεν τους έμοιαζε και δεν μιλούσε με το ίδιο στυλ και ύφος. Ούτε καν ντυνόταν σαν αυτούς, αφού ο πατέρας του κρατούσε τα καλύτερα – τους μοβ και βαθυκόκκινους μανδύες και τα χρυσοποίκιλτα όπλα – για τους αδελφούς του, ενώ ο Θορ έμενε πάντα να φοράει τα πιο τραχιά και παλιά ρούχα.
Παρ’ όλα αυτά, ο Θορ πάντα έβρισκε ένα τρόπο για να κάνει τα ρούχα του να φαίνονται όμορφα, δένοντας τον χιτώνα του με ένα πλατύ ζωνάρι γύρω από τη μέση του, και τώρα που ήταν καλοκαίρι, έκοβε τα μανίκια του για να αφήσει τα τονισμένα μπράτσα του στο χάιδεμα της αύρας. Το πουκάμισό του το ταίριαζε με ένα χοντρό λινό παντελόνι – το μοναδικό που είχε – ενώ οι μπότες του, που ήταν φτιαγμένες από το πιο φτηνό δέρμα, έδεναν ψηλά στις γάμπες του. Μπορεί το δέρμα τους να μην είχε καμία σχέση με την ποιότητα του δέρματος που είχαν τα παπούτσια των αδελφών του, αλλά φαίνονταν καλές στα πόδια του. Η όλη του εμφάνιση ήταν χαρακτηριστική ενός βοσκού.
Όμως, το παρουσιαστικό του δεν έδειχνε βοσκό. Ο Θορ ήταν ψηλός και λεπτός, με μια υπερηφάνεια στο πρόσωπο, πηγούνι που θύμιζε ευγενή, ψηλά ζυγωματικά και γκρίζα μάτια που όλα μαζί τον έκαναν να μοιάζει σαν ένα πολεμιστή που είχε φύγει από το στράτευμα. Τα ίσια, καστανά του μαλλιά έπεφταν σαν κύματα λίγο πιο κάτω από τα αυτιά του, ενώ πίσω από τις τούφες στο μέτωπό του, τα μάτια του έλαμπαν στο φως σαν ασημόπετρες.
Τα αδέλφια του Θορ μπορούσαν να κοιμούνται το πρωί, να τρώνε ένα χορταστικό γεύμα και να φεύγουν για την Επιλογή με τα πιο καλά τους όπλα και τις ευλογίες του πατέρα τους – ενώ σ’ αυτόν δεν επιτρέπονταν καν να παρακολουθήσει. Μια φορά μόνο προσπάθησε να συζητήσει το θέμα με τον πατέρα του. Ήταν μια κουβέντα που δεν εξελίχθηκε καθόλου καλά. Ο πατέρας του έκλεισε συνοπτικά το θέμα και από τότε ο Θορ δεν ξαναπροσπάθησε. Απλά τον έπνιγε η αδικία.
Όμως ο Θορ ήταν αποφασισμένος να ξεφύγει από την μοίρα που ο πατέρας του σχεδίαζε γι’ αυτόν. Με το που θα έβλεπε το βασιλικό καραβάνι, θα έτρεχε πίσω στο σπίτι του για να αντιμετωπίσει τον πατέρα του, και είτε εκείνος ήθελε ή όχι, θα πήγαινε να συστηθεί στους άντρες του Βασιλιά. Θα πήγαινε να παραταχθεί στη σειρά για την επιλογή μαζί με τους άλλους. Ο πατέρας του δεν θα μπορούσε να τον σταματήσει. Στη σκέψη αυτή ένιωσε το στομάχι του να δένεται κόμπος.
Ο πρώτος ήλιος ανέβηκε ψηλότερα και όταν ο δεύτερος ήλιος, που είχε το πράσινο χρώμα της μέντας, άρχισε να ανατέλλει φωτίζοντας ακόμα πιο πολύ τον μοβ ουρανό, ο Θορ τους είδε να έρχονται.
Στάθηκε ολόρθος νιώθοντας μια ανατριχίλα σαν να είχε ηλεκτριστεί. Εκεί, στο βάθος του ορίζοντα, φάνηκε αμυδρά το περίγραμμα μιας ιππήλατης άμαξας που οι ρόδες της σήκωναν σκόνη ως τον ουρανό. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα όταν άλλη μια άμαξα φάνηκε στο βάθος, και μετά άλλη μια. Ακόμα και από τόσο μακριά, οι χρυσαφιές άμαξες γυάλιζαν κάτω από το φως των δύο ήλιων σαν ασημόψαρα που ξεπετάγονταν μέσα απ’ το νερό.
Όταν είχε μετρήσει δώδεκα άμαξες, δεν άντεχε να περιμένει άλλο. Με την καρδιά του να χτυπά τρελά στο στήθος του και αγνοώντας το κοπάδι του για πρώτη φορά στη ζωή του, ο Θορ έκανε στροφή και κατέβηκε τον λόφο σαν σίφουνας που κατρακυλούσε, αποφασισμένος να μην σταματήσει με τίποτα ώσπου να πάει να δηλώσει την παρουσία του.
*
Ο Θορ δεν σταμάτησε πουθενά για να πάρει μια ανάσα καθώς κατηφόριζε στους λόφους και έτσι όπως πέρναγε ανάμεσα στα δέντρα ένιωθε τις γρατσουνιές από τα κλαδιά, αλλά δεν τον ένοιαζε. Έφτασε σ’ ένα ξέφωτο και από εκεί είδε το χωριό του κάτω. Ήταν μια νυσταγμένη επαρχιακή κωμόπολη γεμάτη με μονώροφα σπίτια χτισμένα με άσπρη λάσπη και αχυρένιες στέγες στα οποία έμεναν αρκετές δεκάδες οικογένειες. Καπνός υψώνονταν από τις καμινάδες μιά και οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν ήδη ξυπνήσει και ετοίμαζαν το πρωινό τους γεύμα. Ήταν ένα ειδυλλιακό μέρος, αν και απείχε αρκετά μακριά – μια ολόκληρη μέρα με άλογο – από το παλάτι το Βασιλιά, κάτι που μπορούσε να αποτρέψει τους περαστικούς. Ήταν άλλο ένα αγροτικό χωριό στα όρια του Δακτυλιδιού, ένα ακόμα γρανάζι στον τροχό του Δυτικού Βασιλείου.
Ο Θορ μπήκε με ορμή στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής του και έφτασε στην πλατεία του χωριού, σηκώνοντας το χώμα καθώς έτρεχε. Κότες και σκυλιά έτρεχαν να φύγουν από το πέρασμά του, και μια γριά που κάθονταν ανακούρκουδα έξω απ’ το σπίτι της, μπροστά σ’ ένα καζάνι με νερό που έβραζε, του φώναξε με τσιριχτή φωνή.
«Πιο σιγά, παιδί μου!» φώναξε καθώς ο Θορ πέρασε δίπλα της με ορμή, σηκώνοντας σκόνη που πήγε πάνω στη φωτιά της.
Αλλά ο Θορ δεν σκόπευε να σταματήσει – ούτε γι’ αυτήν, ούτε για κανέναν. Έστριψε σ’ ένα παράδρομο, μετά σε άλλον, και συνέχισε να στρίβει στα δρομάκια που ήξερε απ’ έξω, ώσπου έφτασε σπίτι του.
Ήταν ένα συνηθισμένο μικρό σπίτι που δεν ξεχώριζε από τα άλλα, με τους τοίχους του από άσπρη λάσπη και την τριγωνική του αχυρένια στέγη. Όπως τα περισσότερα σπίτια, το μοναδικό του δωμάτιο ήταν χωρισμένο, με τον πατέρα του να κοιμάται στην μια πλευρά και τα τρία αδέλφια του στην άλλη. Σε αντίθεση με πολλά άλλα σπίτια του χωριού, είχε ένα μικρό κοτέτσι στο πίσω μέρος, και εδώ ήταν που ο Θορ είχε εξοριστεί για να κοιμάται. Στην αρχή κοιμόταν μαζί με τα αδέλφια του, αλλά με το πέρασμα του χρόνου, αυτοί γίνονταν πιο σωματώδεις, αλλά και πιο κακοί, και ήθελαν να έχουν την αποκλειστικότητα του μέρους, ενώ το έδειχναν με περηφάνια πως δεν του άφηναν χώρο. Ο Θορ είχε πληγωθεί, αλλά τώρα απολάμβανε τον δικό του χώρο και προτιμούσε να βρίσκεται μακριά από την παρουσία τους. Απλώς επιβεβαιώνονταν πως αυτός ήταν ο εξόριστος στην οικογένεια, κάτι που ήδη ήξερε.
Ο Θορ έτρεξε στην εξώπορτα και μπήκε μέσα με ορμή χωρίς να σταματήσει καθόλου.
«Πατέρα!» φώναξε, με κομμένη ανάσα. «Οι Αργυροί! Έρχονται!»
Ο πατέρας του και τα τρία αδέλφια του κάθονταν σκυμμένοι πάνω από το τραπέζι με το πρωινό τους, ήδη ντυμένοι με τα καλύτερά τους ρούχα. Με το που άκουσαν τα λόγια του, πετάχτηκαν επάνω και καθώς έτρεχαν να βγουν απ’ το δωμάτιο τον σκούντησαν στους ώμους και βγήκαν έξω στο δρόμο.
Ο Θορ τους ακολούθησε και όλοι μαζί στάθηκαν αγναντεύοντας τον ορίζοντα.
«Δεν βλέπω κανένα», είπε ο Ντρέικ, ο μεγαλύτερος, με την βαθιά του φωνή. Με τους φαρδείς ώμους του, τα κοντοκομμένα μαλλιά του, όπως και τα αδέλφια του, τα καστανά του μάτια, και τα λεπτά του χείλη που έδειχναν αποδοκιμασία, κοίταξε βλοσυρά τον Θορ, ως συνήθως.
«Ούτε εγώ», συμφώνησε ο Ντρος, ένα χρόνο μικρότερος από τον Ντρέικ, παίρνοντας το μέρος του όπως έκανε πάντα.
«Έρχονται!» ο Θορ τους φώναξε ξανά. «Το ορκίζομαι!»
Ο πατέρας του γύρισε προς το μέρος του και τον άρπαξε απ’ τους ώμους αυστηρά.
«Και πώς το ξέρεις;» τον ρώτησε.
«Τους είδα».
«Πώς; Από πού;»
Ο Θορ δίστασε. Ο πατέρας του τον είχε πιάσει στα πράσα. Γιατί εκείνος ήξερε ότι το μόνο μέρος απ’ το οποίο ο Θορ θα μπορούσε να τους είχε εντοπίσει ήταν η κορυφή του μικρού λόφου. Τώρα ο Θορ δεν ήξερε τι να του απαντήσει.
«Α…Ανέβηκα στον λόφο —»
«Με το κοπάδι; Το ξέρεις πως δεν πρέπει να απομακρυνθούν».
«Μα σήμερα είναι διαφορετικά. Έπρεπε να δω».
Ο πατέρας του τον κάρφωσε με το βλέμμα του.
«Μπες μέσα αμέσως και φέρε τα σπαθιά των αδελφών σου και γυάλισε τα θηκάρια τους για να φαίνονται αστραφτερά όταν φτάσουν οι άντρες του Βασιλιά».
Κι’ αφού τέλειωσε την κουβέντα μαζί του, ο πατέρας του γύρισε πίσω στ’ αδέλφια του που στέκονταν απ’ έξω αγναντεύοντας το δρόμο.
«Πιστεύεις πως θα μας διαλέξουν;» ρώτησε ο Ντουρς, ο μικρότερος απ’ τους τρεις τους που είχε τρία ολόκληρα χρόνια διαφορά από τον Θορ.
«Θα είναι χαζοί να μην το κάνουν», είπε ο πατέρας του. «Έχουν έλλειψη αντρών φέτος. Δεν κατάφεραν να στρατολογήσουν πολλούς – αλλιώς δεν θα έμπαιναν στον κόπο να έλθουν. Απλά, σταθείτε ολόισια κι’ οι τρεις σας, το πηγούνι ψηλά και τα στήθη προτεταμένα. Μην τους κοιτάτε κατευθείαν στα μάτια, αλλά μην κοιτάτε και μακριά. Να φαίνεστε δυνατοί και σίγουροι για τον εαυτό σας. Μην δείχνετε αδυναμία. Αν θέλετε να μπείτε στην Βασιλική Λεγεώνα, θα πρέπει να φέρεστε σαν να ήσασταν ήδη εκεί».
«Ναι, Πατέρα», τα τρία του παιδιά απάντησαν με μιας, και πήραν την πρέπουσα στάση. Εκείνος γύρισε και αγριοκοίταξε τον Θορ.
«Τι στέκεσαι ακόμα εκεί; τον ρώτησε. «Μπες μέσα!»
Ο Θορ στάθηκε εκεί συντετριμμένος. Δεν ήθελε να δείξει ανυπακοή στον πατέρα του, αλλά έπρεπε να του μιλήσει. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά όταν συζητούσαν. Αποφάσισε ότι θα ήταν καλύτερα να υπακούσει, να πάει πρώτα να φέρει τα σπαθιά, και μετά να αντιμετώπιζε τον πατέρα του. Η εξ αρχής ανυπακοή δεν θα τον βοηθούσε.
Ο Θορ μπήκε τρέχοντας μέσα στο σπίτι, βγήκε από την πίσω μεριά και κατευθύνθηκε στην αποθηκούλα με τα όπλα. Βρήκε τα τρία σπαθιά των αδελφών του – πολύ όμορφα αντικείμενα και τα τρία που κατέληγαν σε θαυμάσιες ασημένιες λαβές, πολύτιμα δώρα για τα οποία ο πατέρας του είχε κοπιάσει για χρόνια. Τα άρπαξε και τα τρία, έκπληκτος όπως πάντα με το βάρος τους, και έτρεξε πίσω περνώντας πάλι μέσα από το σπίτι.
Βιαστικά, πλησίασε τ’ αδέλφια του, έβαλε από ένα ξίφος στο χέρι του καθενός και μετά στράφηκε προς τον πατέρα του.
«Τι, δεν τα γυάλισες;» είπε ο Ντρέικ.
Ο πατέρας του γύρισε και τον κοίταξε αποδοκιμαστικά, αλλά πριν προλάβει να πει τίποτα, ο Θορ του μίλησε.
«Πατέρα, σε παρακαλώ. Πρέπει να σου μιλήσω!»
«Σου είπα να γυαλίσεις—»
«Σε παρακαλώ, Πατέρα!»
Ο πατέρας του αντί για απάντηση γύρισε και τον αγριοκοίταξε. Όμως, βλέποντας το πόσο σοβαρό φαινόταν το πρόσωπο του Θορ, τελικά είπε, «Λοιπόν;»
«Θέλω να πάω στην αξιολόγηση. Μαζί με τους άλλους. Για την Λεγεώνα».
Τα τρανταχτά γέλια των αδελφών του που ακούστηκαν πίσω του, έκαναν το πρόσωπό του να γίνει κατακόκκινο.
Αλλά ο πατέρας του δεν γέλασε. Αντιθέτως, συνοφρυώθηκε περισσότερο.
«Αλήθεια;» ρώτησε.
Ο Θορ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του με σθένος.
«Είμαι δεκατεσσάρων. Μπορώ να επιλεγώ».
Το κατώτατο όριο είναι δεκατέσσερα», είπε ο Ντρέικ υποτιμητικά πάνω από τον ώμο του. «Αν έπαιρναν εσένα, θα ήσουν ο μικρότερος. Πιστεύεις ότι θα σε διάλεγαν σε σύγκριση με κάποιον σαν εμένα, πέντε χρόνια μεγαλύτερό σου;”
«Είσαι αυθάδης», είπε ο Ντουρς. «Πάντα ήσουν».
Ο Θορ γύρισε προς το μέρος τους. «Δεν ρωτάω εσάς», είπε.
Γύρισε πίσω στον πατέρα του που ήταν ακόμα συνοφρυωμένος.
«Πατέρα, σε παρακαλώ», είπε. «Δώσε μου την ευκαιρία. Είναι το μόνο που σου ζητώ. Ξέρω, είμαι μικρός, αλλά με τον καιρό θα αποδείξω την αξία μου».
Ο πατέρας του κούνησε το κεφάλι του.
«Δεν είσαι στρατιώτης, αγόρι μου. Δεν είσαι σαν τα αδέλφια σου. Εσύ είσαι βοσκός. Η ζωή σου είναι εδώ. Μαζί μου. Θα κάνεις τις δουλειές σου και θα τις κάνεις καλά. Δεν πρέπει να κάνεις πολύ μεγάλα όνειρα. Αποδέξου την ζωή σου και μάθε να την αγαπάς».
Ο Θορ ένιωσε την καρδιά του να γίνεται κομμάτια καθώς έβλεπε την ζωή του να καταρρέει μπροστά στα μάτια του.
Όχι, σκέφτηκε. Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό.
«Αλλά, Πατέρα—»
«Σιωπή!» φώναξε δυνατά, και η φωνή του ήταν τόσο διαπεραστική που έσχισε τον αέρα. Αρκετά μαζί σου. Νάτοι, έρχονται. Φύγε απ΄ τη μέση και να προσέχεις τη συμπεριφορά σου όσο είναι εδώ».
Ο πατέρας του έκανε ένα γρήγορο βήμα και με το ένα του χέρι παραμέρισε τον Θορ σαν να ήταν ένα αντικείμενο που δεν ήθελε να βλέπει. Ο Θορ ένιωσε στο στήθος του τον πόνο από την στιβαρή του παλάμη.
Ακούστηκε μια μεγάλη βοή και οι άνθρωποι του χωριού ξεχύθηκαν από τα σπίτια τους και παρατάχθηκαν στις άκρες των δρόμων. Ένα σύννεφο σκόνης που υψώνονταν στον αέρα ήταν ο προάγγελος του της πομπής που ερχόταν. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα είχαν φτάσει δώδεκα ιππήλατες άμαξες με ένα θόρυβο που έμοιαζε με μεγάλο μπουμπουνητό.
Η είσοδός τους στο χωριό έμοιαζε με εισβολή και σταμάτησαν κοντά στο σπίτι του Θορ. Τα άλογά τους έκαναν επί τόπου καλπασμό ξεφυσώντας. Πήρε αρκετή ώρα για να κατακαθίσει το σύννεφο της σκόνης και ο Θορ προσπαθούσε με αγωνία να ρίξει μια ματιά στις πανοπλίες τους και στον οπλισμό τους. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά αφού ποτέ πριν στη ζωή του δεν είχε βρεθεί τόσο κοντά στο Αργυρό Τάγμα.
Ο στρατιώτης που ήταν στο άλογο που προπορεύονταν ξεπέζεψε. Βρίσκονταν εκεί μπροστά του, ένα πραγματικό μέλος του Αργυρού Τάγματος καλυμμένος με την αστραφτερή αλυσιδωτή πανοπλία του και ένα μακρύ σπαθί στη ζώνη του. Φαινόταν γύρω στα τριάντα, ένας αληθινός άντρας με γένια στο πρόσωπο, ουλές στο μάγουλό του και μια μύτη παραμορφωμένη από τις μάχες. Ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος που ο Θορ είχε δει ποτέ του, διπλάσιος σε φάρδος από τους άλλους και με μια όψη που μαρτυρούσε ότι αυτός ήταν ο επικεφαλής.
Ο στρατιώτης πήδηξε κάτω στον χωμάτινο δρόμο με τα σπιρούνια του να κουδουνίζουν καθώς πλησίαζε τα αγόρια που είχαν παραταχθεί.
Παντού στους δρόμους του χωριού, δεκάδες αγόρια στέκονταν προσοχή, ελπίζοντας. Αν γίνονταν δεκτοί στο Αργυρό Τάγμα αυτό θα σήμαινε μια ζωή τιμής, μάχης, αναγνώρισης – και όλα αυτά συνοδεύονταν από γη, τίτλους και πλούτη. Όλα αυτά με τη σειρά τους σήμαιναν την καλύτερη νύφη, την πιο επίλεκτη γη και μια ζωή δόξας. Σήμαινε επίσης τιμή για την οικογένειά τους και η είσοδος στη Λεγεώνα ήταν το πρώτο βήμα.
Ο Θορ κοίταζε την κάθε λεπτομέρεια στις μεγάλες χρυσές άμαξες, γνωρίζοντας ότι ο αριθμός των νεοσύλλεκτων θα έπρεπε να είναι τόσος ώστε να χωράει σ’ αυτές. Ήταν ένα μεγάλο βασίλειο και είχαν πολλές πόλεις να επισκεφτούν. Ξεροκατάπιε, καθώς συνειδητοποιούσε ότι οι πιθανότητές του ήταν ακόμα πιο μικρές απ’ ό,τι νόμιζε. Θα έπρεπε να υπερνικήσει όλα αυτά τα αγόρια – πολλά από αυτά ήταν σπουδαίοι μαχητές – και μέσα σ’ αυτά και τα ίδια τα τρία αδέλφια του. Ένιωσε σαν να βυθίζεται.
Ο Θορ μόλις και μετά βίας ανέπνεε καθώς ο στρατιώτης βημάτιζε σιωπηλός, επιθεωρώντας τις σειρές με τους υποψήφιους. Ο στρατιώτης άρχισε από την μακρινή πλευρά του δρόμου κάνοντας κύκλους σιγά σιγά. Ο Θορ, φυσικά, γνώριζε όλα τα άλλα αγόρια. Ήξερε επίσης ό,τι κατά βάθος κάποιοι από αυτούς δεν ήθελαν να επιλεγούν αν και οι οικογένειές τους ήθελαν να τους ξεφορτωθούν. Αυτοί όμως φοβόντουσαν ότι δεν θα γίνονταν καλοί στρατιώτες.
Ο Θορ καιγόταν από την ταπείνωση. Αισθάνονταν ότι οι πιθανότητες να τον επιλέξουν έπρεπε να είναι τουλάχιστον όσες και οι δικές τους. Το γεγονός ότι τα αδέλφια του ήταν μεγαλύτεροι και πιο σωματώδεις δεν σήμαινε ότι δεν έπρεπε να έχει το δικαίωμα να παραταχθεί για να επιλεγεί. Καιγόταν επίσης κι’ από μίσος για τον πατέρα του και ένιωθε έτοιμος να σκάσει καθώς ο στρατιώτης τον πλησίασε.
Ο στρατιώτης σταμάτησε, για πρώτη φορά, μπροστά στους αδελφούς του. Τους κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια και φάνηκε εντυπωσιασμένος. Άπλωσε το χέρι του, άρπαξε ένα από τα θηκάρια τους και το τράβηξε απότομα, σαν να ήθελε να δοκιμάσει πόσο σταθερό ήταν.
Μετά έσκασε ένα χαμόγελο.
«Δεν έχεις ακόμα χρησιμοποιήσει το σπαθί σου σε μάχη, έτσι δεν είναι;» ρώτησε τον Ντρέικ.
Ο Θορ κατάλαβε ότι ο Ντρέικ ένιωθε αμηχανία για πρώτη φορά στη ζωή του. Ο Ντρέικ ξεροκατάπιε.
«Όχι, άρχοντά μου. Αλλά το έχω χρησιμοποιήσει πολλές φορές για εξάσκηση και ελπίζω να —»
«Για εξάσκηση!»
Ο στρατιώτης ξέσπασε σ’ ένα τρανταχτό γέλιο και καθώς στράφηκε προς τους υπόλοιπους στρατιώτες, άρχισαν κι’ αυτοί να γελάνε δυνατά κατάμουτρα στον Ντρέικ.
Ο Ντρέικ έγινε κατακόκκινος. Ήταν η πρώτη φορά που ο Θορ έβλεπε τον Ντρέικ να ντροπιάζεται – αφού συνήθως εκείνος ήταν που έκανε τους άλλους να νιώθουν έτσι.
«Λοιπόν, τότε θα πρέπει σίγουρα να πούμε στους εχθρούς μας να σε φοβούνται – εσένα που χρησιμοποιείς το σπαθί σου για εξάσκηση!»
Όι στρατιώτες άρχισαν και πάλι να γελάνε.
Ο στρατιώτης στράφηκε μετά στα άλλα αδέλφια του Θορ.
«Τρία αγόρια από την ίδια φαμίλια», είπε τρίβοντας τα γένια στο πηγούνι του. «Αυτό μπορεί να είναι χρήσιμο. Είστε όλοι σωματώδεις. Αν και άπειροι. Θα χρειαστείτε πολλή εκπαίδευση για να μπορείτε να τα καταφέρετε στο στράτευμα.
Μετά σταμάτησε για λίγο.
«Υποθέτω πως μπορούμε να βρούμε χώρο».
Έκανε ένα νεύμα προς την πίσω άμαξα.
«Μπείτε μέσα, γρήγορα. Πριν αλλάξω γνώμη».
Και οι τρεις αδελφοί του Θορ έτρεξαν προς την άμαξα με τα πρόσωπά τους να ακτινοβολούν από χαρά». Ο Θορ πρόσεξε ότι και το πρόσωπο του πατέρα του ακτινοβολούσε επίσης από χαρά.
Ο ίδιος όμως αισθανόταν σαν να του είχαν κόψει τα φτερά, έτσι όπως τους έβλεπε να απομακρύνονται.
Ο στρατιώτης γύρισε για να πάει προς το διπλανό σπίτι. Ο Θορ δεν άντεξε άλλο.
«Ιππότη!» Φώναξε ο Θορ δυνατά.
Ο πατέρας του γύρισε και τον αγριοκοίταξε, αλλά τον Θορ δεν τον ένοιαζε πια.
Ο στρατιώτης σταμάτησε, με την πλάτη προς το μέρος του, και μετά γύρισε αργά αργά.
Ο Θορ, με την καρδιά του να χτυπά δυνατά, έκανε δύο βήματα μπροστά και πρόταξε το στήθος του όσο πιο πολύ μπορούσε.
«Εμένα δεν με είδατε, ιππότη μου», είπε.
Ο στρατιώτης ξαφνιάστηκε, κοίταξε τον Θορ από πάνω ως κάτω σαν να ήταν κάτι αστείο.
«Δεν σε είδα;» ρώτησε, και ξέσπασε σε γέλια.
Και οι υπόλοιποι στρατιώτες ξέσπασαν σε γέλια επίσης. Αλλά ο Θορ δεν έδωσε σημασία. Αυτή ήταν η δική του στιγμή. Και ήταν τώρα ή ποτέ.
«Θέλω να μπω στη Λεγεώνα!» είπε ο Θορ.
Ο στρατιώτης προχώρησε προς το μέρος του Θορ.
«Τώρα θέλεις;»
Φαινόταν ότι το διασκέδαζε.
«Έχεις κλείσει τα δεκατέσσερα;»
«Μάλιστα, ιππότη μου. Πριν δύο εβδομάδες».
«Πριν δύο εβδομάδες!»
Ο στρατιώτης γελούσε με ένα παράξενο γέλιο και το ίδιο έκαναν και οι άντρες πίσω του.
«Στην περίπτωσή σου, οι εχθροί μας θα τρέμουν μόλις σε δουν».
Ο Θορ ένιωσε σαν να είχε πάρει φωτιά από την ταπείνωση. Έπρεπε να κάνει κάτι. Δεν μπορούσε να το αφήσει να τελειώσει έτσι. Ο στρατιώτης γύρισε για να φύγει – αλλά ο Θορ δεν μπορούσε να επιτρέψει κάτι τέτοιο.
Έκανε μερικά βήματα μπροστά και φώναξε δυνατά: «Ιππότη! Κάνετε λάθος!»
Το πλήθος έκανε ένα τρομοκρατημένο «ααα» και κράτησε την ανάσα του καθώς ο στρατιώτης σταμάτησε και γύρισε αργά αργά προς τα πίσω.
Τώρα ήταν συνοφρυωμένος και τον αγριοκοίταζε.
«Χαζό παιδί», είπε ο πατέρας του και άρπαξε τον Θορ από τον ώμο, «μπες μέσα γρήγορα!»
«Δεν μπαίνω!» φώναξε ο Θορ, και απελευθερώθηκε από την λαβή του πατέρα του.
Ο στρατιώτης πλησίασε τον Θορ και ο πατέρας του έκανε πίσω.
«Ξέρεις την τιμωρία για προσβολή του Αργυρού Τάγματος;» ρώτησε κοφτά ο στρατιώτης.
Η καρδιά του Θορ χτυπούσε δυνατά, αλλά δεν έκανε πίσω.
«Παρακαλώ, άρχοντά μου, συγχωρείστε τον», είπε ο πατέρας του. «Είναι μικρός και—»
«Δεν μιλάω σε σένα», είπε ο στρατιώτης και κοιτάζοντάς τον με τα μάτια μισόκλειστα, εξανάγκασε τον πατέρα του Θορ να απομακρυνθεί.
Ο στρατιώτης στράφηκε στον Θορ.
«Απάντησέ μου!» είπε.
Ο Θορ ξεροκατάπιε, αλλά δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη. Δεν το είχε φανταστεί έτσι.
«Η προσβολή προς το Αργυρό Τάγμα είναι προσβολή προς τον ίδιο τον Βασιλιά», ψέλλισε ο Θορ ταπεινά, λέγοντας ό,τι θυμόταν από όσα είχε μάθει.
«Ναι», είπε ο στρατιώτης. «Πράγμα που σημαίνει σαράντα χτυπήματα με μαστίγιο αν το αποφασίσω».
«Δεν ήθελα να σας προσβάλλω, ιππότη μου», είπε ο Θορ. «Απλά ήθελα να επιλεγώ. Σας παρακαλώ. Είναι κάτι που το ονειρεύομαι όλη μου τη ζωή. Παρακαλώ, επιτρέψτε μου να ενταχθώ στο Τάγμα σας».
Ο στρατιώτης τον κοίταξε και σιγά σιγά η όψη του μαλάκωσε. Μετά από αρκετές στιγμές, κούνησε το κεφάλι του.
«Είσαι μικρός, αγόρι μου. Έχεις περήφανη καρδιά. Αλλά δεν είσαι έτοιμος ακόμα. Έλα ξανά όταν μεγαλώσεις».
Λέγοντας αυτά, γύρισε και έφυγε σαν σίφουνας και χωρίς να κοιτάξει τα άλλα αγόρια. Βιαστικά ανέβηκε στο άλογό του.
Ο Θορ, εντελώς αποκαρδιωμένος, παρακολουθούσε καθώς η πομπή ξεκίνησε ξανά. Όσο γρήγορα είχαν έλθει, τόσο γρήγορα έφυγαν.
Το τελευταίο πράγμα που είδε ο Θορ ήταν τα αδέλφια του να κάθονται στο πίσω μέρος της τελευταίας άμαξας και να τον κοιτάζουν κοροϊδευτικά και με αποδοκιμασία. Εκεί, μπροστά στα μάτια του, έφευγαν μακριά απ’ τον τόπο αυτό, για μια καλύτερη ζωή.
Μέσα του, ο Θορ ένιωθε σαν να πέθαινε.
Καθώς ο ενθουσιασμός στο χωριό σιγά σιγά υποχωρούσε, οι χωρικοί άρχισαν να γυρίζουν σπίτι τους.
«Μπορείς να συνειδητοποιήσεις πόσο ανόητα φέρθηκες, χαζό παιδί;» του είπε απότομα ο πατέρας του, αρπάζοντάς τον από τους ώμους. «Καταλαβαίνεις ότι θα μπορούσες να είχες καταστρέψει την ευκαιρία των αδελφών σου;»
Ο Θορ έσπρωξε απότομα τα χέρια του πατέρα του, αλλά εκείνος του έδωσε ένα χαστούκι στο πρόσωπο με την ανάποδη του χεριού του.
Ο Θορ ένιωσε έντονα τον πόνο στο πρόσωπό του και αγριοκοίταξε τον πατέρα του. Για πρώτη φορά, ένα μέρος του εαυτού του ήθελε να ανταποδώσει το χτύπημά του. Αλλά συγκρατήθηκε.
«Πήγαινε να βρεις τα πρόβατά μου και να τα φέρεις πίσω. Τώρα! Και όταν γυρίσεις, μην περιμένεις να βρεις φαΐ από μένα. Απόψε δεν έχει φαγητό για να σκεφτείς αυτό που έκανες».
«Μπορεί και να μην γυρίσω καθόλου!» φώναξε ο Θορ δυνατά και έφυγε για τους λόφους τρέχοντας για να απομακρυνθεί από το σπίτι του.
«Θορ!» ούρλιαξε ο πατέρας του. Κάποιοι χωρικοί που ήταν ακόμα στο δρόμο σταμάτησαν και κοίταζαν.
Ο Θορ έτρεχε στην αρχή πιο αργά, αλλά στη συνέχεια το τρέξιμό του έγινε πολύ γρήγορο, θέλοντας να φύγει απ’ αυτό το μέρος όσο πιο μακριά μπορούσε. Σχεδόν δεν είχε καταλάβει ότι έκλαιγε και τα δάκρυά του πλημμύριζαν το πρόσωπό του, τώρα που όλα του τα όνειρα είχαν γίνει κομμάτια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Βράζοντας από θυμό, ο Θορ περιπλανήθηκε για ώρες στους λόφους ώσπου τελικά διάλεξε ένα λόφο και κάθισε αγναντεύοντας τον ορίζοντα με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στα πόδια του. Έβλεπε τις άμαξες να ξεμακραίνουν και να χάνονται μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης που παρέμενε για ώρες στον αέρα.
Δεν θα υπήρχαν άλλες τέτοιες επισκέψεις. Τώρα ήταν καταδικασμένος να μείνει στο χωριό για χρόνια, περιμένοντας μια άλλη ευκαιρία – αν αυτοί ξαναγύριζαν ποτέ. Και αν ο πατέρας του το επέτρεπε. Από δω και πέρα, θα ήταν αυτός κι’ ο πατέρας του, μόνοι στο σπίτι, και ο πατέρας του σίγουρα θα ξέσπαγε επάνω του όλη του την οργή. Θα συνέχιζε να είναι υπηρέτης του, τα χρόνια θα πέρναγαν και θα κατέληγε να γίνει σαν κι’ αυτόν, κολλημένος σ’ αυτό το χωριό να ζει μια ασήμαντη, ταπεινωτική ζωή – ενώ τα αδέλφια του θα αποκτούσαν δόξα και φήμη. Το αίμα στις φλέβες του έβραζε απ’ όλη αυτή την ταπείνωση. Δεν μπορεί να ήταν γραφτό του να ζήσει μια τέτοια ζωή. Αυτό το ήξερε.
Ο Θορ βασάνιζε το μυαλό του για το τι έπρεπε να κάνει και για το πως θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή του. Αλλά δεν έβρισκε τίποτα. Αυτά ήταν τα χαρτιά που η τράπουλα της ζωής του είχε μοιράσει.
Αφού είχε καθίσει εκεί για ώρες, σηκώθηκε και πήρε θλιμμένα τον δρόμο της επιστροφής ανεβαίνοντας στους γνώριμους λόφους, όλο και πιο ψηλά. Αναπόφευκτα, ο δρόμος του τον πήγε πίσω στο κοπάδι του, πάνω στον πιο ψηλό λόφο. Καθώς ανέβαινε, ο πρώτος ήλιος έδυε στον ουρανό, ενώ ο δεύτερος είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του χρωματίζοντας τον ουρανό με μια πρασινωπή απόχρωση. Περπατούσε αργά και χωρίς να το σκεφτεί έβγαλε τη σφεντόνα από την μέση του. Μια σφεντόνα που η δερμάτινη λαβή της ήταν φθαρμένη μετά από τόσα χρόνια χρήσης. Έψαξε μέσα στον σάκο που είχε δεμένο στο γοφό του και τα δάχτυλά του ψηλάφισαν την συλλογή του από πέτρες, η μια πιο λεία από την άλλη, όλες μαζεμένες μια-μια από τα πιο διαλεχτά ρυάκια. Μερικές φορές στόχευε πουλιά, άλλες φορές τρωκτικά. Ήταν μια συνήθεια που του είχε γίνει βίωμα με τα χρόνια. Στην αρχή, δεν πετύχαινε τίποτα, μετά, μια φορά, πέτυχε ένα κινούμενο στόχο. Από τότε ο στόχος του ήταν πραγματικός. Τώρα, το να ρίχνει πέτρες με τη σφεντόνα είχε γίνει αναπόσπαστο μέρος της ζωής του – και τον βοηθούσε να απελευθερώνει ένα μέρος του θυμού του. Τα αδέλφια του μπορεί να ήταν ικανοί να περάσουν ένα σπαθί μέσα από ένα κορμό δέντρου – αλλά δεν θα μπορούσαν ποτέ να πετύχουν με μια πέτρα ένα πουλί που πέταγε στον αέρα.
Χωρίς να το πολυσκεφτεί, ο Θορ έβαλε μια πέτρα στην σφεντόνα, έγειρε προς τα πίσω και την εκσφενδόνισε με όλη του τη δύναμη, σαν να είχε στόχο τον πατέρα του. Χτύπησε ένα κλαδί σε ένα μακρινό δέντρο, ρίχνοντάς το κάτω με μιας. Από τότε που είχε ανακαλύψει ότι μπορούσε να σκοτώσει ζώα εν κινήσει, είχε σταματήσει να τα στοχεύει επειδή αυτή η δύναμη που είχε τον τρόμαζε και επειδή δεν ήθελε να βλάψει κανένα ζώο. Τώρα πια οι στόχοι του ήταν μόνο κλαδιά δέντρων. Εκτός, φυσικά, κι’ αν καμιά αλεπού ερχόταν για το κοπάδι του. Με τον καιρό, κι’ αυτές είχαν μάθει να μένουν μακριά, κι’ έτσι τα πρόβατα του Θορ ήταν τα πιο ασφαλή στο χωριό.
Ο Θορ σκεφτόταν που να ήταν τώρα τα αδέλφια του και ένιωσε και πάλι τον θυμό του να αυξάνεται. Μετά από μιας μέρας διαδρομή, θα έφταναν στην Αυλή του Βασιλιά. Μπορούσε να φέρει την εικόνα στο μυαλό του. Τους έβλεπε να φτάνουν μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα όπου τους υποδέχονταν άνθρωποι ντυμένοι με τα καλά τους. Και οι πολεμιστές τους υποδέχονταν – τα μέλη του Αργυρού Τάγματος. Μετά θα τους πήγαιναν μέσα όπου θα τους παραχωρούσαν ένα μέρος για να μείνουν στους στρατώνες της Λεγεώνας, ένα μέρος όπου θα εκπαιδεύονταν στη χρήση των πιο καλών όπλων του Βασιλιά. Στον καθένα θα δίνονταν και ο τίτλος του ακόλουθου ενός διάσημου ιππότη. Μια μέρα, θα γίνονταν κι’ αυτοί ιππότες, θα τους έδιναν δικό τους άλογο, δικό τους θυρεό και δικό τους ακόλουθο. Θα έπαιρναν μέρος σε όλες τις γιορτές και θα δειπνούσαν στο τραπέζι του Βασιλιά. Μια ζωή ζηλευτή που του είχε ξεγλιστρήσει μέσα απ’ τα χέρια.
Ο Θορ ένιωθε άρρωστος και προσπάθησε να το βγάλει από το μυαλό του. Αλλά δεν μπορούσε. Ένα κομμάτι του εαυτού του, ένα κομμάτι στο βάθος της ύπαρξής του, του φώναζε δυνατά. Του έλεγε να μην εγκαταλείψει τον αγώνα και ότι είχε σίγουρα μια καλύτερη μοίρα απ’ αυτή. Δεν ήξερε ποια ήταν, αλλά ήξερε ότι δεν βρίσκονταν σ’ αυτό το μέρος. Ένιωθε πως ήταν διαφορετικός. Ίσως και ξεχωριστός. Ότι κανείς δεν τον καταλάβαινε. Και ότι όλοι τον υποτιμούσαν. Ο Θορ έφτασε στον ψηλότερο λόφο και εντόπισε το κοπάδι του. Καλά εκπαιδευμένο, ήταν ακόμα όλο συγκεντρωμένο, και τα πρόβατα μασουλούσαν με ευχαρίστηση το χορτάρι που μπορούσαν να βρουν. Ο Θορ τα μέτρησε κοιτάζοντας τα κόκκινα σημάδια που είχε βάψει στις πλάτες τους. Μόλις τελείωσε το μέτρημα πάγωσε. Ένα πρόβατο έλειπε.
Ο Θορ έβαλε μια τρεχάλα και φτάνοντας στην κορυφή του λόφου τα μάτια του έψαξαν ερευνητικά σε όλο το πλάτος του ορίζοντα ώσπου το εντόπισε, πολύ μακριά, αρκετούς λόφους μακριά – ένα μοναχικό πρόβατο με το κόκκινο σημάδι στη ράχη του. Ήταν το πιο άγριο του κοπαδιού. Ο Θορ ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά όταν συνειδητοποίησε ότι το πρόβατο δεν είχε απλά απομακρυνθεί, αλλά είχε πάει δυτικά κι’ απ’ όλα τα μέρη που υπήρχαν γύρω του είχε διαλέξει το Σκοτεινό Δάσος.
Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του Θορ. Το Σκοτεινό Δάσος ήταν απαγορευμένο – όχι μόνο για τα πρόβατα, αλλά και για τους ανθρώπους. Βρίσκονταν έξω από τα όρια του χωριού, και από τότε που ο Θορ είχε αρχίσει να κάνει τα πρώτα του βήματα ήξερε πως δεν έπρεπε να τολμήσει να πάει ποτέ εκεί. Και δεν είχε πάει. Ο θρύλος έλεγε πως αν κάποιος πήγαινε εκεί είχε σίγουρο θάνατο αφού εκεί δεν υπήρχαν χαραγμένα μονοπάτια και το δάσος ήταν γεμάτο με μοχθηρά ζώα.
Ο Θορ κοίταξε τον ουρανό που σκοτείνιαζε και στάθμισε την κατάσταση. Δεν μπορούσε να αφήσει το πρόβατό του να χαθεί. Σκέφτηκε πως αν δρούσε γρήγορα, θα το έφερνε πίσω εγκαίρως.
Μετά από μια τελευταία ματιά πίσω του, έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε με κατεύθυνση προς τα δυτικά και το Σκοτεινό Δάσος, ενώ μαύρα σύννεφα μαζεύονταν στον ουρανό. Είχε ένα δυσάρεστο συναίσθημα, όμως τα πόδια του φαίνονταν ότι συνέχιζαν από μόνα τους. Ένιωθε πως δεν υπήρχε επιστροφή, ακόμα κι’ αν το ήθελε.
Ήταν σαν να έμπαινε μέσα σ’ έναν εφιάλτη.
*
Χωρίς να σταματήσει ούτε μια στιγμή, κατέβηκε τρέχοντας μια σειρά από λόφους και μπήκε κάτω από τον πυκνό θόλο που σχημάτιζαν τα δέντρα στο Σκοτεινό Δάσος. Τα μονοπάτια τελείωναν εκεί που άρχιζε το δάσος, έτσι ο Θορ μπήκε σε μια περιοχή χωρίς κανένα διακριτικό πέρασμα, ενώ άκουγε τα καλοκαιρινά φύλλα να συνθλίβονταν κάτω από τα πόδια του.
Από την στιγμή που μπήκε στο δάσος, ένιωσε το σκοτάδι να τον περιτυλίγει αφού τα πανύψηλα πεύκα δεν επέτρεπαν στο φως να περάσει. Επίσης, εδώ ήταν πιο κρύα και μόλις μπήκε στα όρια του δάσους, ένιωσε να τον διαπερνάει ένα ρίγος. Δεν ήταν μόνο από το κρύο και το σκοτάδι – ήταν κι’ από κάτι άλλο. Κάτι που δεν μπορούσε να πει τι ήταν. Ήταν μια αίσθηση… σαν κάποιος να τον παρακολουθούσε.
Ο Θορ σήκωσε τα μάτια του ψηλά και είδε τα γέρικα κλαδιά που ήταν ροζιασμένα, πιο χοντρά ακόμα κι’ από το σώμα του, να τρίζουν στον αέρα που φυσούσε. Δεν είχε προλάβει να κάνει πενήντα βήματα μέσα στο δάσος όταν άρχισε να ακούει περίεργους θορύβους από ζώα. Στράφηκε προς τα πίσω, άλλά δεν μπορούσε να δει σχεδόν καθόλου το άνοιγμα απ’ όπου είχε μπει. Ήδη ένιωθε ότι δεν υπήρχε διέξοδος. Κοντοστάθηκε.
Το Σκοτεινό Δάσος βρίσκονταν πάντα ως κάτι βαθύ και μυστηριώδες τόσο στα όρια της πόλης όσο και στα όρια της συνείδησης του Θορ. Όποιος βοσκός είχε τύχει να χάσει κάποιο πρόβατο στο δάσος δεν είχε ποτέ τολμήσει να πάει ως εκεί για να το βρει. Ούτε και ο ίδιος ο πατέρας του. Οι ιστορίες γι’ αυτό το μέρος ήταν πολύ σκοτεινές και δεν άλλαζαν με το πέρασμα του χρόνου.
Αλλά σήμερα υπήρχε κάτι διαφορετικό που έκανε τον Θορ να μην τον νοιάζει πια, κάτι που τον έκανε να αψηφήσει κάθε προειδοποίηση ή προληπτικό μέτρο. Ένα μέρος του εαυτού του ήθελε να τεντώσει το σκοινί ως τα άκρα, να φύγει απ’ το σπίτι του όσο πιο μακριά γινόταν, και να αφήσει την ίδια τη ζωή να τον πάει όπου αυτή ήθελε.
Με τόλμη, μπήκε ακόμα πιο βαθιά στο δάσος, μετά σταμάτησε για λίγο, αβέβαιος για ποια κατεύθυνση ν’ ακολουθήσει. Είδε κάποια σημάδια και κάποια λυγισμένα κλαδιά απ’ όπου μπορεί να είχε περάσει το πρόβατό του και στράφηκε προς αυτή την κατεύθυνση. Μετά από λίγο, όμως, ξαναγύρισε.
Πριν περάσει μια ακόμη ώρα, είχε χαθεί απελπιστικά. Προσπάθησε να θυμηθεί την κατεύθυνση απ’ όπου είχε έρθει – αλλά δεν ήταν πια σίγουρος. Ένιωθε το στομάχι του να σφίγγεται από ένα δυσάρεστο συναίσθημα, αλλά σκέφτηκε πως ο μόνος τρόπος για να βγει ήταν να πάει ίσια μπροστά – κι’ έτσι συνέχισε.
Στο βάθος, ο Θορ εντόπισε μια δέσμη από ηλιαχτίδες και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Όταν βρέθηκε μπροστά σ’ ένα μικρό ξέφωτο, σταμάτησε στην άκρη, αλλά ξαφνικά κοκάλωσε. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε.
Εκεί μπροστά του, με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του, στέκονταν ένας άντρας ντυμένος με ένα μακρύ σατέν μανδύα. Όχι, δεν ήταν άντρας – ο Θορ μπορούσε να το αισθανθεί από το σημείο που βρίσκονταν. Ήταν κάτι άλλο. Ένας Δρυίδης, ίσως. Έτσι όπως στεκόταν φαινόταν ψηλός και ευθυτενής, με το κεφάλι του καλυμμένο με κουκούλα, απόλυτα ακίνητος, σαν να μην είχε καμία έννοια για τον κόσμο.
Ο Θορ δεν ήξερε τι να κάνει. Είχε ακούσει για τους Δρυίδες, αλλά δεν είχε ποτέ συναντήσει κανέναν. Κρίνοντας από τα περίτεχνα χρυσά σιρίτια πάνω στον μανδύα του, αυτός δεν ήταν ένας απλός Δρυίδης, αφού αυτά ήταν βασιλικά διακριτικά. Από την Βασιλική Αυλή. Ο Θορ δεν μπορούσε να καταλάβει. Τι έκανε εδώ ένας βασιλικός Δρυίδης;
Μετά από λίγες στιγμές που του φάνηκαν σαν αιωνιότητα, ο Δρυίδης γύρισε αργά και καθώς τον κοίταξε, ο Θορ αναγνώρισε το πρόσωπό του. Ήταν ένα από τα πιο διάσημα πρόσωπα στο βασίλειο: ο προσωπικός Δρυίδης του Βασιλιά. Ήταν ο Άργκον, ο σύμβουλος των βασιλέων του Δυτικού Βασιλείου για αιώνες. Τι έκανε εδώ, μακριά από την βασιλική αυλή, στη μέση του Σκοτεινού Δάσους; Αυτό ήταν μυστήριο. Ο Θορ άρχισε να αναρωτιέται μήπως τα φαντάζονταν όλα αυτά.
«Δεν σε ξεγελούν τα μάτια σου», είπε ο Άργκον, κοιτάζοντας τον Θορ κατάματα.
Η φωνή του ήταν βαθιά, αρχαία, σαν να ήταν τα δέντρα που μιλούσαν γι’ αυτόν. Τα μεγάλα σχεδόν διάφανα μάτια του έμοιαζαν να διαπερνούν τον Θορ και να διαβάζουν τις σκέψεις του. Ο Θορ ένιωσε μια έντονη ενέργεια να εκπέμπεται από τον Δρυίδη – έτσι όπως όταν κάποιος στέκεται απέναντι από τον ήλιο.
Ο Θορ αμέσως γονάτισε και υποκλίθηκε σκύβοντας το κεφάλι του.
«Άρχοντά μου», είπε. «Λυπάμαι που σας ενόχλησα».
Έλλειψη σεβασμού προς έναν σύμβουλο του Βασιλιά θα μπορούσε να καταλήξει σε φυλάκιση ή ακόμη και θάνατο. Αυτό ήταν κάτι που το ήξερε καλά ο Θορ από τότε που γεννήθηκε.
«Σήκω, παιδί μου», είπε ο Άργκον. «Αν ήθελα να υποκλιθείς, θα σου το είχα πει».
Αργά αργά, ο Θορ σηκώθηκε και τον κοίταξε. Ο Άργκον έκανε μερικά βήματα προς το μέρος του και τον πλησίασε. Μετά σταμάτησε και κοίταξε έντονα τον Θορ, σε βαθμό που ο Θορ άρχισε να νιώθει άβολα.
«Έχεις τα μάτια της μητέρας σου», είπε ο Άργκον.
Ο Θορ ξαφνιάστηκε. Δεν είχε γνωρίσει ποτέ την μητέρα του και δεν είχε γνωρίσει κανέναν, εκτός από τον πατέρα του, που να την ήξερε. Του είχαν πει ότι είχε πεθάνει στη γέννα, κάτι που πάντα προκαλούσε στον Θορ ένα αίσθημα ενοχής, ενώ πάντα είχε την υποψία ότι αυτός ήταν ο λόγος που η οικογένειά του τον μισούσε.
«Νομίζω πως με μπερδεύετε με κάποιον άλλον», είπε ο Θορ. «Εγώ δεν έχω μητέρα».
«Δεν έχεις;» Ο Άργκον ρώτησε με ένα χαμόγελο. «Δηλαδή εσύ γεννήθηκες μόνο από άντρα;»
«Εννοούσα, άρχοντά μου, ότι η μητέρα μου πέθανε στη γέννα. Νομίζω πως με μπερδεύετε με κάποιον άλλο».
«Είσαι ο Θόργκριν, από την οικογένεια των ΜακΛέοντ. Είσαι ο πιο μικρός από τέσσερα αδέλφια. Αυτός που δεν επιλέχθηκε».
Τα μάτια του Θορ άνοιξαν διάπλατα. Πραγματικά δεν ήξερε τι συμπέρασμα να βγάλει απ’ όλα αυτά. Το γεγονός ότι κάποιος με το κύρος του Άργκον γνώριζε ποιος ήταν – υπερέβαινε την δυνατότητά του να το καταλάβει. Ούτε και είχε ποτέ του φανταστεί πως κάποιος έξω από το χωριό του μπορεί να τον γνώριζε.
«Πώς… το ξέρετε αυτό;»
Ο Άργκον του χαμογέλασε, αλλά δεν απάντησε.
Ο Θορ ξαφνικά ένιωσε να τον κυριεύει η περιέργεια».
«Πώς…», πρόσθεσε ο Θορ, ψάχνοντας να βρει τις κατάλληλες λέξεις, «…πώς ξέρετε την μητέρα μου;» «Την είχατε γνωρίσει; Ποια ήταν;
Ο Άργκον γύρισε και απομακρύνθηκε.
«Ερωτήματα για κάποια άλλη στιγμή», είπε.
Ο Θορ, προβληματισμένος, τον παρακολουθούσε καθώς απομακρυνόταν. Αυτή ήταν μια τόσο μυστηριώδης συνάντηση και όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα που ένιωθε ζαλισμένος. Αποφάσισε πως δεν έπρεπε να αφήσει τον Άργκον να φύγει κι’ έτσι έτρεξε πίσω του.
«Τι κάνετε εδώ;» ρώτησε ο Θορ τρέχοντας να τον προλάβει. Ο Άργκον, χρησιμοποιώντας το ραβδί του, ένα αρχαίο αντικείμενο από ελεφαντόδοντο, περπατούσε φαινομενικά γρήγορα. «Με περιμένατε, έτσι δεν είναι;»
«Ποιον άλλον;» ρώτησε ο Άργκον.
Ο Θορ έτρεξε να τον προλάβει, ακολουθώντας τον μέσα στο δάσος και αφήνοντας πίσω του το ξέφωτο.
«Αλλά γιατί εμένα; Πώς ξέρατε ότι θα ήμουν εδώ; Τι είναι αυτό που θέλετε;»
«Πολλές ερωτήσεις», είπε ο Άργκον. «Έχουν γεμίσει τον αέρα. Αντί για ερωτήσεις, θα έπρεπε να ακούς».
Ο Θορ τον ακολούθησε, και οι δυό τους συνέχισαν να περπατάνε μέσα στο πυκνό δάσος, ενώ ο Θορ συγκρατούσε τον εαυτό του για να μείνει σιωπηλός.
«Έχεις έρθεις να βρεις το πρόβατό σου που χάθηκε», δήλωσε ο Άργκον. «Μεγαλόψυχη προσπάθεια. Αλλά χάνεις τον χρόνο σου. Δεν πρόκειται να επιβιώσει».
Τα μάτια του Θορ άνοιξαν διάπλατα.
«Πώς το ξέρετε αυτό;»
«Εγώ ξέρω κόσμους που εσύ δεν θα τους μάθεις ποτέ, αγόρι μου. Τουλάχιστον, όχι ακόμα».
Ο Θορ αναρωτιόταν καθώς βημάτιζε γρήγορα για να τον προφτάσει.
«Εσύ δεν θα ακούς, όμως. Αυτός είναι ο χαρακτήρας σου. Πεισματάρης. Σαν την μητέρα σου. Θα συνεχίσεις να ψάχνεις το πρόβατο, αποφασισμένος να το σώσεις».
Ο Θορ κοκκίνισε καθώς ο Άργκον διάβαζε τις σκέψεις του.
«Είσαι μαχητικό παιδί», πρόσθεσε. Αποφασιστικός. Πολύ υπερήφανος. Θετικά χαρακτηριστικά. Αλλά μια μέρα αυτά μπορεί να είναι η καταστροφή σου».
Ο Άργκον άρχισε να ανεβαίνει σε ένα ύψωμα γεμάτο βρύα και ο Θορ τον ακολούθησε.
«Θέλεις να μπεις στη Λεγεώνα του Βασιλιά», είπε ο Άργκον.
«Ναι!» απάντησε ο Θορ με ενθουσιασμό. «Υπάρχει καμία πιθανότητα για μένα; Μπορείτε εσείς να κάνετε κάτι γι’ αυτό;»
Ο Άργκον γέλασε, με ένα βαθύ, υπόκωφο ήχο και ο Θορ ένιωσε μια ανατριχίλα να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά του.
«Μπορώ να κάνω τα πάντα να συμβούν, ή τίποτα. Η μοίρα σου είναι ήδη γραμμένη. Αλλά είναι στο χέρι σου να την επιλέξεις».
Ο Θορ δεν κατάλαβε.
Έφτασαν στην κορυφή του υψώματος και εκεί ο Άργκον σταμάτησε και τον κοίταξε κατάματα. Ο Θορ σταμάτησε περίπου ένα μέτρο μακριά του και αισθανόταν την ενέργεια του Άργκον να τον διαπερνά σαν κάτι καυτό.
« Η μοίρα σου είναι σπουδαία», του είπε. «Μην την εγκαταλείψεις».
Τα μάτια του Θορ ήταν διάπλατα. Η μοίρα του; Σπουδαία; Ένιωσε να φουσκώνει από υπερηφάνεια.
«Δεν καταλαβαίνω. Μιλάτε με γρίφους. Σας παρακαλώ, πείτε μου κάτι περισσότερο».
Ο Άργκον εξαφανίστηκε.
Ο Θορ έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Κοίταγε γύρω γύρω προς όλες τις κατευθύνσεις, προσπαθούσε να ακούσει κάτι και αναρωτιόταν. Μήπως τα είχε φανταστεί όλα αυτά; Μήπως ήταν κάποια ψευδαίσθηση;
Ο Θορ κοίταξε εξεταστικά το δάσος γύρω του. Από αυτό το σημείο πάνω στο ύψωμα, μπορούσε να δει πολύ πιο μακριά απ’ ό,τι πριν. Καθώς κοίταζε, είδε κάποια κίνηση στο βάθος. Άκουσε ένα θόρυβο και ήταν σίγουρος πως ήταν το πρόβατό του.
Κατέβηκε σκοντάφτοντας από το ύψωμα με τα βρύα και έτρεξε προς την κατεύθυνση απ’ όπου ερχόταν ο ήχος, πίσω μέσα στο δάσος. Καθώς πήγαινε, δεν μπορούσε να διώξει απ’ τη σκέψη του την συνάντησή του με τον Άργκον. Το μυαλό του δεν μπορούσε καν να συλλάβει ότι είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Τι έκανε εκεί, στο συγκεκριμένο μέρος, ο Δρυίδης του Βασιλιά; Τον περίμενε. Αλλά γιατί; Και τι εννοούσε για την μοίρα του;
Όσο πιο πολύ ο Θορ προσπαθούσε να ξεδιαλύνει το μυστήριο, τόσο λιγότερα καταλάβαινε. Ο Άργκον τον είχε προειδοποιήσει να μην συνεχίσει, ενώ συγχρόνως τον παρότρυνε να το κάνει. Τώρα, καθώς περπατούσε, ο Θορ ένιωσε ένα κακό προαίσθημα ότι κάτι εξαιρετικά σημαντικό επρόκειτο να συμβεί.
Καθώς έστριψε σε κάποιο σημείο, τα βήματά του πάγωσαν επί τόπου με το θέαμα που αντίκρισε. Όλοι οι χειρότεροι εφιάλτες του είχαν επιβεβαιωθεί μέσα σε μια μόνο στιγμή. Τα μαλλιά του σηκώθηκαν όρθια, και τότε συνειδητοποίησε ότι είχε κάνει ένα τραγικό λάθος που μπήκε τόσο βαθιά στο Σκοτεινό Δάσος.
Απέναντί του, λιγότερο από τριάντα βήματα μακριά, βρίσκονταν ένα Σάιμπολντ. Αυτό το ογκώδες και μυώδες ζώο που είχε περίπου το μέγεθος ενός αλόγου, στεκόταν στα τέσσερα και ήταν το πιο φοβερό ζώο στο Σκοτεινό Δάσος, ίσως και σ’ ολόκληρο το βασίλειο. Ο Θορ δεν είχε ποτέ δει ένα τέτοιο ζώο, αλλά είχε ακούσει αρκετούς θρύλους. Έμοιαζε με λιοντάρι, αλλά ήταν μεγαλύτερο, με πιο πλατύ σώμα, το δέρμα του είχε ένα βαθυκόκκινο χρώμα και τα μάτια του ένα κίτρινο που έλαμπε. Ο θρύλος έλεγε ότι το βαθυκόκκινο χρώμα του οφείλονταν στο αίμα αθώων παιδιών.
Στη ζωή του, ο Θορ είχε ακούσει για κάποιες εμφανίσεις του ζώου, αλλά και πάλι όλες αυτές οι ιστορίες φαίνονταν αμφίβολης αξιοπιστίας. Αυτό ίσως συνέβαινε επειδή κανείς δεν είχε επιζήσει μετά από μια τέτοια συνάντηση. Κάποιοι θεωρούσαν ότι το Σάιμπολντ ήταν ο Θεός του Δάσους και ένας οιωνός. Όμως, τι είδους οιωνός ήταν, ο Θορ δεν είχε ιδέα.
Με πολλή προσοχή, έκανε ένα βήμα πίσω.
Το Σάιμπολντ, με τα τεράστια σαγόνια του μισάνοιχτα και με σάλια να τρέχουν από τα μυτερά του δόντια, τον κοίταξε έντονα με τα κίτρινα μάτια του. Στο στόμα του είχε το πρόβατο του Θορ που στρίγγλιζε κρεμασμένο ανάποδα και με το μισό του σώμα τρυπημένο από τους κυνόδοντες του κτήνους. Ήταν σχεδόν πεθαμένο. Το Σάιμπολντ φαινόταν ότι απολάμβανε τον τρόπο που πέθαινε και δεν βιαζόταν να το αποτελειώσει – αντιθέτως, φαινόταν ότι χαιρόταν που το βασάνιζε.
Ο Θορ δεν άντεχε τις κραυγές του. Το πρόβατο, αβοήθητο, κουνιόταν σπασμωδικά, και ο Θορ ένιωσε ότι αυτός ήταν υπεύθυνος.
Η πρώτη παρόρμηση που ένιωσε ο Θορ ήταν να τραπεί σε φυγή, αλλά ήδη ήξερε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν μάταιο. Τίποτα δεν μπορούσε να ξεφύγει από ένα τέτοιο θηρίο. Ίσα-ίσα, αν άρχιζε να τρέχει, το κτήνος θα αγρίευε περισσότερο. Αλλά δεν ήθελε να αφήσει το πρόβατό του να έχει έναν τέτοιο θάνατο.
Στεκόταν εκεί, παγωμένος από φόβο, αλλά ήξερε ότι έπρεπε να κάνει κάτι.
Τα αντανακλαστικά του λειτούργησαν. Αργά αργά, το χέρι του πήγε στο σακκούλι του, έβγαλε μια πέτρα και την έβαλε στη σφεντόνα του. Με το χέρι του να τρέμει, τεντώθηκε, έκανε ένα βήμα μπροστά και έριξε.
Η πέτρα έσχισε τον αέρα και χτύπησε το στόχο της. Ήταν μια τέλεια βολή. Χτύπησε το πρόβατο κατευθείαν στο βολβό του ματιού του και διαπερνώντας τον πέρασε στον εγκέφαλό του..
Το πρόβατο παρέλυσε. Ήταν νεκρό. Ο Θορ είχε γλιτώσει το ζώο από το μαρτύριό του.
Η ματιά του Σάιμπολντ αγρίεψε. Ήταν εξοργισμένο που ο Θορ είχε σκοτώσει το παιχνιδάκι του. Άνοιξε αργά τα τεράστια σαγόνια του και άφησε το πρόβατο να πέσει. Αυτό προσγειώθηκε με γδούπο στο έδαφος του δάσους. Μετά, το κτήνος κάρφωσε τα μάτια του στον Θορ.
Γρύλισε και ένα βαθύ, μοχθηρό μουγκρητό βγήκε από τα σπλάχνα του. Καθώς κινήθηκε προς το μέρος του, και με την καρδιά του να χτυπάει δυνατά, ο Θορ έβαλε άλλη μια πέτρα στη σφεντόνα του και ετοιμάστηκε να ρίξει για άλλη μια φορά.
Το Σάιμπολντ άρχισε να τρέχει και ήταν ό,τι γρηγορότερο ο Θορ είχε δει στη ζωή του. Κάνοντας ένα βήμα μπροστά, εκσφενδόνισε την πέτρα, με την προσευχή να χτυπήσει το ζώο, γνωρίζοντας ότι δεν θα είχε χρόνο να ρίξει άλλη πέτρα πριν το κτήνος τον φτάσει.
Η πέτρα χτύπησε το κτήνος στο δεξί του μάτι, ρίχνοντάς το κάτω. Ήταν μια τρομακτική πτώση που θα είχε εξουδετερώσει οποιοδήποτε μικρότερο ζώο.
Αλλά αυτό δεν ήταν ένα μικρότερο ζώο. Ήταν ένα θηρίο που δεν σταματούσε με τίποτα. Έβγαζε δυνατές κραυγές από τον πόνο του, αλλά δεν σταμάτησε να τρέχει. Ακόμα και χωρίς το ένα του μάτι, ακόμα και με την πέτρα σφηνωμένη στον εγκέφαλό του, συνέχισε αλόγιστα την επίθεσή του ενάντια στον Θορ – που δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο.
Μια στιγμή αργότερα, το θηρίο είχε πέσει πάνω του. Σήκωσε το πόδι του και με το τεράστιο νύχι του τον χτύπησε δυνατά στον ώμο. Ο Θορ στρίγκλισε. Ένιωσε σαν να του είχαν σκίσει τη σάρκα τρία μαχαίρια ταυτόχρονα, ενώ ένιωθε το αίμα του, καυτό, να αναβλύζει ορμητικά μέσα από το τραύμα του. Το θηρίο τον καθήλωσε στο έδαφος και με τα τέσσερα πόδια του. Το βάρος του ήταν τεράστιο, σαν να στεκόταν ένας ελέφαντας πάνω στο στήθος του. Ο Θορ αισθάνθηκε τη θωρακική του κοιλότητα να συνθλίβεται. Το θηρίο έκανε πίσω το κεφάλι του, άνοιξε διάπλατα τα σαγόνια του αποκαλύπτοντας τα τεράστια κοφτερά του δόντια, και άρχισε να πλησιάζει απειλητικά το πρόσωπο του Θορ.
Βλέποντας αυτό, ο Θορ άπλωσε τα χέρια του και το άρπαξε από τον λαιμό. Ήταν σαν να έπιανε μια σταθερή μάζα μυών. Μετά βίας μπορούσε να το κρατήσει μακριά του. Τα μπράτσα του άρχισαν να τρέμουν καθώς τα δόντια του κτήνους πλησίαζαν όλο και περισσότερο. Ένιωσε την καυτή του ανάσα στο πρόσωπό του και τα σάλια του να στάζουν στο λαιμό του. Ένας βρυχηθμός βγήκε από το στήθος του ζώου, καίγοντας τα αυτιά του Θορ. Ήξερε ότι θα πέθαινε.
Ο Θορ έκλεισε τα μάτια του.
Σε παρακαλώ, Θεέ μου. Δώσε μου δύναμη. Βοήθησέ με να νικήσω αυτό το πλάσμα. Σε παρακαλώ. Σε ικετεύω. Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις. Θα σου χρωστάω μεγάλη χάρη.
Εκείνη τη στιγμή κάτι συνέβη. Ο Θορ ένιωσε μια έντονη θερμότητα να ανεβαίνει μέσα στο σώμα του και να κυλά μέσα στις φλέβες του, σαν να τον διαπερνούσε ένα ενεργειακό πεδίο. Άνοιξε τα μάτια του και είδε κάτι που τον ξάφνιασε: από τις παλάμες του εκπέμπονταν ένα κίτρινο φως, και όπως έσπρωξε προς τα πίσω το λαιμό του θηρίου, είδε με έκπληξη ότι η δύναμή του ήταν τώρα αρκετή για να το κρατήσει μακριά του.
Ο Θορ συνέχισε να σπρώχνει έως ότου κατάφερε να το απωθήσει αρκετά. Η δύναμή του συνέχισε να αυξάνεται και αισθάνθηκε σαν να τον διαπερνούσε μια οβίδα κανονιού γεμάτη ενέργεια. Μέσα σε δευτερόλεπτα το θηρίο εκσφενδονίστηκε στον αέρα και προσγειώθηκε με την πλάτη δέκα μέτρα μακριά από τον Θορ.
Ο Θορ ανασηκώθηκε, χωρίς να έχει απολύτως συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει. Το κτήνος ξανασηκώθηκε στα πόδια του και λυσσομανώντας επιτέθηκε ξανά – αλλά αυτή τη φορά ο Θορ ένιωθε διαφορετικά. Η ενέργεια έρρεε μέσα στο σώμα του και αισθανόταν πιο δυνατός από κάθε άλλη φορά.
Καθώς το θηρίο έκανε ένα άλμα στον αέρα, ο Θορ έσκυψε, το άρπαξε από την κοιλιά, και το εκσφενδόνισε με τέτοια φόρα που μεταφέρθηκε μέτρα μακριά.
Το θηρίο πετώντας μέσα από το δάσος, έπεσε ορμητικά πάνω σ’ ένα δέντρο και κατέρρευσε στο έδαφος.
Ο Θορ το κοίταζε έκπληκτος. Είχε εκσφενδονίσει ένα Σάιμπολντ;
Το θηρίο ανοιγόκλεισε τα μάτια του δύο φορές και μετά κοίταξε τον Θορ. Σηκώθηκε πάνω για να επιτεθεί ξανά.
Αυτή τη φορά, όμως, καθώς προσπάθησε να ορμήσει, ο Θορ το άρπαξε από τον λαιμό. Έπεσαν και οι δύο στο έδαφος με το θηρίο πάνω στον Θορ. Αλλά ο Θορ έκανε μια στροφή και βρέθηκε από πάνω του. Το κράτησε εκεί και προσπάθησε να το πνίξει και με τα δυό του χέρια καθώς το κτήνος προσπαθούσε να σηκώσει το κεφάλι του για να μπήξει τα δόντια του στη σάρκα του Θορ. Όμως αστόχησε. Νιώθοντας ακόμα πιο έντονη τη δύναμη μέσα του, ο Θορ το καθήλωσε με τα χέρια του και δεν το άφηνε να κουνηθεί. Καθώς η ενέργεια τον διαπερνούσε, με έκπληξη κατάλαβε ότι ένιωθε πιο δυνατός από το θηρίο.
Του έσφιγγε τόσο δυνατά τον λαιμό που ο θάνατός του ήταν βέβαιος. Τελικά το θηρίο παρέλυσε.
Ο Θορ συνέχισε να του σφίγγει το λαιμό για ένα ολόκληρο λεπτό ακόμα.
Μετά, με κομμένη την ανάσα σηκώθηκε αργά αργά κοιτάζοντάς το με ορθάνοιχτα μάτια καθώς κρατούσε το λαβωμένο του μπράτσο. Τι είχε στ’ αλήθεια συμβεί; Εκείνος, ο Θορ, είχε μόλις σκοτώσει ένα Σάιμπολντ;
Ένιωσε ότι αυτό ήταν ένα σημάδι, εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα, και όχι κάποια άλλη. Ένιωθε ότι είχε γίνει κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Είχε σκοτώσει το πιο γνωστό και το πιο τρομακτικό θηρίο του βασιλείου του. Εντελώς μόνος του. Χωρίς όπλο. Φαινόταν εξωπραγματικό. Κανείς δεν θα τον πίστευε.
Αισθανόταν τον κόσμο να γυρίζει γύρω του, καθώς αναρωτιόταν για τη δύναμη που τον είχε κατακλύσει, τι σήμαινε αυτό, και ποιος πραγματικά ήταν. Τα μόνα άτομα που ήταν γνωστό πως είχαν τέτοια δύναμη ήταν οι Δρυίδες. Αλλά ο πατέρας του και η μητέρα του δεν ήταν Δρυίδες, έτσι κι’ αυτός δεν θα μπορούσε να είναι Δρυίδης.
Ή μήπως ήταν;
Νιώθοντας ότι κάποιος βρισκόταν πίσω του, ο Θορ γύρισε και είδε τον Άργκον να στέκεται εκεί και να κοιτάζει το ζώο.
«Πώς ήρθατε εδώ;» ρώτησε ο Θορ έκπληκτος.
Ο Άργκον τον αγνόησε.
«Είδατε τι συνέβη;» ρώτησε ο Θορ, μην πιστεύοντας ακόμα όλα όσα είχαν γίνει. «Δεν ξέρω πώς το έκανα».
«Και όμως, ξέρεις», απάντησε ο Άργκον. «Βαθιά μέσα σου, ξέρεις. Είσαι διαφορετικός από τους άλλους».
Ήταν σαν… ένα κύμα ενέργειας», είπε ο Θορ. «Σαν μια δύναμη που δεν ήξερα ότι είχα».
«Το ενεργειακό πεδίο», είπε ο Άργκον. «Θα έρθει μια μέρα που θα το καταλάβεις αρκετά καλά. Πιθανόν θα μάθεις και να το ελέγχεις».
Ο Θορ κρατούσε σφιχτά τον ώμο του. Ο πόνος ήταν ανυπόφορος και βασανιστικός. Καθώς έσκυψε το κεφάλι του είδε το χέρι του γεμάτο αίματα. Ένιωθε να ζαλίζεται και αναρωτιόταν τι θα γινόταν αν έμενε έτσι αβοήθητος.
Ο Άργκον έκανε τρία βήματα μπροστά, άπλωσε το χέρι του, άρπαξε το ελεύθερο χέρι του Θορ και το κράτησε σφιχτά πάνω στην πληγή του. Το κράτησε εκεί, έγειρε προς τα πίσω και έκλεισε τα μάτια του.
Ο Θορ αισθάνθηκε μια ζεστασιά να διαπερνάει το μπράτσο του.
Μέσα σε δευτερόλεπτα, το παχύρρευστο αίμα που κολλούσε στο χέρι του ξεράθηκε, ενώ κατάλαβε ότι και ο πόνος του άρχισε να ελαττώνεται σιγά σιγά.
Έριξε μια ματιά στο τραύμα του και δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν: είχε θεραπευτεί. Το μόνο που είχε μείνει ήταν τρεις ουλές εκεί που τον είχαν τραυματίσει τα νύχια του ζώου. Όμως οι πληγές είχαν κλείσει και φαινόταν παλιές – σαν να είχαν γίνει αρκετές μέρες πριν. Και δεν έτρεχε άλλο αίμα.
Ο Θορ κοίταξε τον Άργκον με έκπληξη.
«Πώς το κάνατε αυτό;» ρώτησε.
Ο Άργκον χαμογέλασε.
«Δεν το έκανα εγώ. Εσύ το έκανες. Εγώ απλά κατεύθυνα τη δύναμή σου».
«Αλλά εγώ δεν έχω δύναμη να θεραπεύω», απάντησε ο Θορ σαστισμένος.
«Δεν έχεις;» απάντησε ο Άργκον.
«Δεν καταλαβαίνω. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν βγάζει νόημα», είπε ο Θορ, νιώθοντας ότι η υπομονή του είχε σχεδόν εξαντληθεί. «Σας παρακαλώ, πείτε μου».
Ο Άργκον απέφυγε να τον κοιτάξει.
«Κάποια πράγματα θα τα μάθεις με τον καιρό».
Ο Θορ σκέφτηκε κάτι.
«Αυτό σημαίνει ότι μπορώ να ενταχθώ στη Λεγεώνα του Βασιλιά;» ρώτησε με ενθουσιασμό. «Σίγουρα, αν μπορώ να σκοτώσω ένα Σάιμπολντ, θα μπορώ να φανώ και αντάξιος των άλλων αγοριών».
«Σίγουρα μπορείς», του απάντησε.
«Αλλά αυτοί διάλεξαν τα αδέλφια μου – δεν διάλεξαν εμένα».
«Τα αδέλφια σου δεν θα μπορούσαν να έχουν σκοτώσει ένα τέτοιο θηρίο».
Ο Θορ κοίταξε προς τα πίσω σκεφτικός.
«Αλλά αυτοί με έχουν ήδη απορρίψει. Πώς θα μπορούσα να μπω στην Λεγεώνα;»
«Από πότε ένας πολεμιστής χρειάζεται πρόσκληση;» ρώτησε ο Άργκον.
Τα λόγια του βρήκαν στόχο. Ο Θορ ένιωσε το σώμα του να αναθερμαίνεται.
«Εννοείτε πως θα πρέπει απλά να πάω να εμφανιστώ μπροστά τους; Απρόσκλητος;»
Ο Άργκον χαμογέλασε.
«Εσύ δημιουργείς τη μοίρα σου. Όχι οι άλλοι».
Ο Θορ ανοιγόκλεισε τα μάτια του – και μέσα σε μια στιγμή ο Άργκον είχε εξαφανιστεί.
Για άλλη μια φορά.
Ο Θορ έκανε μια στροφή κοιτώντας ολόγυρά του προς κάθε κατεύθυνση, αλλά δεν υπήρχε κανένα ίχνος του.
«Από εδώ!» ακούστηκε μια φωνή.
Ο Θορ γύρισε και είδε ένα τεράστιο βράχο μπροστά του. Αισθάνθηκε ότι η φωνή ερχόταν από την κορυφή του βράχου και άρχισε να ανεβαίνει.
Όταν έφτασε στην κορυφή, εξεπλάγη που ο Άργκον δεν ήταν εκεί.
Από αυτό το ψηλό σημείο, όμως, μπορούσε να δει τις κορυφές των δέντρων στο Σκοτεινό Δάσος. Έβλεπε που τελείωνε το δάσος και τον δεύτερο ήλιο που έδυε μέσα σ’ ένα βαθυπράσινο χρώμα. Και ακόμα πιο μακριά, έβλεπε τον δρόμο που οδηγούσε στην Αυλή του Βασιλιά.
«Ο δρόμος είναι δικός σου για να τον βαδίσεις», ακούστηκε πάλι η φωνή. «Αν τολμάς».
Ο Θορ γύρισε αλλά δεν είδε κανέναν. Ήταν απλά μια φωνή που αντηχούσε.
Όμως, ήξερε πως ο Άργκον ήταν κάπου εκεί για να τον ενθαρρύνει. Και βαθιά μέσα του, ήξερε ότι είχε δίκιο.
Χωρίς να διστάσει ούτε μια στιγμή, ο Θορ κατέβηκε από τον βράχο και, περνώντας μέσα από το δάσος, ξεκίνησε για τον μακρινό δρόμο.
Μια πορεία προς το πεπρωμένο του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Ο Βασιλιάς ΜακΓκιλ – γεροδεμένος, με πλατύ, δυνατό στέρνο, με μια πυκνή γενειάδα που είχε ήδη γκριζάρει αρκετά, μακριά μαλλιά που ταίριαζαν με τα γένια του και ένα πλατύ μέτωπο που είχε πολλές ρυτίδες από τις μάχες – στεκόταν ψηλά πάνω στις επάλξεις του κάστρου, με την Βασίλισσα δίπλα του και παρακολουθούσε τις πολυάριθμες εορταστικές εκδηλώσεις της ημέρας. Η βασιλική έκταση απλώνονταν από κάτω με όλη της τη δόξα και εκτείνονταν τόσο μακριά όσο μπορούσε να δει το μάτι. Ήταν μια πόλη στην ακμή της που περιβάλλονταν από αρχαία πέτρινα τείχη. Ήταν η Αυλή του Βασιλιά. Αυτή διασυνδέονταν με ένα λαβύρινθο από στριφογυριστά δρομάκια με πέτρινα κτίσματα όλων των σχημάτων και μεγεθών – για τους πολεμιστές, τους επιστάτες, τα άλογα, το Αργυρό Τάγμα, τη Λεγεώνα, τους φρουρούς, τους στρατώνες, την οπλαποθήκη, την αποθήκη με τις πανοπλίες και τα εξαρτήματα τους – και ανάμεσα σ’ όλα αυτά, εκατοντάδες κατοικίες για ένα πλήθος ανθρώπων που είχαν επιλέξει να μένουν μέσα στα τείχη της πόλης. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δρομάκια απλώνονταν στρέμματα με χορτάρι, βασιλικοί κήποι, λιθόστρωτες πλατείες και σιντριβάνια με νερά που ξεχείλιζαν. Η Αυλή του Βασιλιά είχε βελτιωθεί μέσα στους αιώνες από τον πατέρα του, και τον παππού του πριν από αυτόν – και τώρα ήταν στο αποκορύφωμα της δόξας της. Χωρίς αμφιβολία, ήταν τώρα το ασφαλέστερο οχυρό μέσα σ’ όλο το Δυτικό Βασίλειο του Δαχτυλιδιού.
Ο ΜακΓκιλ είχε την τύχη να έχει τους καλύτερους και τους πιο πιστούς πολεμιστές απ’ ό,τι είχαν όλοι οι προηγούμενοι βασιλείς, και κατά τη διάρκεια της δικής του βασιλείας, κανένας δεν είχε τολμήσει να του επιτεθεί. Ήταν ο έβδομος ΜακΓκιλ που είχε ανέβει στο θρόνο και διατηρούσε το βασιλικό του αξίωμα για τριάντα δύο χρόνια. Ήταν ένας καλός και σοφός βασιλιάς. Ο τόπος του είχε γνωρίσει μεγάλη ευημερία κατά τη διάρκεια της βασιλείας του. Είχε διπλασιάσει το μέγεθος του στρατού του, είχε επεκτείνει τις πόλεις του, είχε φέρει αφθονία στον λαό του και ούτε ένα παράπονο δεν μπορούσε κανείς ν’ ακούσει από τους υπηκόους του. Ήταν γνωστός ως γενναιόδωρος βασιλιάς και από τότε που ανέβηκε στο θρόνο ο λαός διήνυε μια περίοδο αφθονίας και ειρήνης που ήταν πρωτόγνωρη.
Παραδόξως, αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που κρατούσε τον ΜακΓκιλ ξάγρυπνο τα βράδια. Επειδή ο ΜακΓκιλ ήξερε την ιστορία του τόπου: σε όλες τις περασμένες εποχές, ποτέ πριν δεν υπήρχε μια τόσο μακροχρόνια περίοδος χωρίς πόλεμο. Δεν αναρωτιόταν πια αν θα υπήρχε επίθεση – αλλά πότε. Και από ποιον.
Η μεγαλύτερη απειλή, φυσικά, ήταν πέρα από το Δαχτυλίδι, από την αυτοκρατορίας των Αγρίων που κυβερνούσαν την μακρινή περιοχή και είχαν υποτάξει όλους τους λαούς έξω από το Δαχτυλίδι, πέρα από το Φαράγγι. Για τον ΜακΓκιλ, και τις εφτά γενιές πριν απ’ αυτόν, οι Άγριοι δεν είχαν ποτέ αποτελέσει άμεση απειλή. Λόγω της μοναδικής γεωγραφικής θέσης του βασιλείου, το οποίο σχημάτιζε ένα κύκλο – ένα δαχτυλίδι – και χωρίζονταν από τον υπόλοιπο κόσμο με ένα βαθύ φαράγγι που ήταν ένα μίλι πλατύ, αλλά και λόγω της προστασίας που είχε από το ενεργειακό πεδίο που ήταν ενεργό από την περίοδο της βασιλείας του ΜακΓκιλ του πρώτου, ο τόπος δεν διέτρεχε κίνδυνο από τους Άγριους. Παρότι είχαν προσπαθήσει αρκετές φορές να επιτεθούν, να διεισδύσουν περνώντας μέσα από την ασπίδα του ενεργειακού πεδίου, ή να διασχίσουν το φαράγγι, ούτε μια φορά δεν τα είχαν καταφέρει. Εφ’ όσον αυτός και ο λαός του έμεναν μέσα στο Δαχτυλίδι, δεν διέτρεχαν κίνδυνο εξωτερικής απειλής.
Αυτό δεν σήμαινε, όμως, πως δεν υπήρχε απειλή από το εσωτερικό. Και αυτό ήταν που κρατούσε ξύπνιο τον ΜακΓκιλ τα βράδια τώρα τελευταία. Στην πραγματικότητα, αυτός ήταν και ο σκοπός των εορτασμών της ημέρας: ο γάμος της μεγαλύτερης κόρης του. Ένας γάμος που είχε κανονιστεί ειδικά για να κατευνάσει τους εχθρούς του, και να διατηρήσει την εύθραυστη ειρήνη μεταξύ του Ανατολικού και του Δυτικού Βασιλείου του Δαχτυλιδιού.
Ενώ το Δαχτυλίδι εκτείνονταν περισσότερο από πεντακόσια μίλια προς κάθε κατεύθυνση, χωριζόταν στη μέση από μια οροσειρά – τα Χάιλαντς. Στην άλλη πλευρά των Χάιλαντς βρίσκονταν το Ανατολικό Βασίλειο που κυβερνούσε το άλλο μισό του Δαχτυλιδιού. Αυτό το βασίλειο, επί αιώνες κυβερνιόταν από τους αντιπάλους του, τους ΜακΚλάουντ, που πάντα προσπαθούσαν να σπάσουν την εύθραυστη εκεχειρία με τους ΜακΓκιλ. Οι ΜακΚλάουντ ήταν αχάριστοι και πάντα δυσαρεστημένοι με ό,τι κι’ αν είχαν, ενώ πίστευαν ότι η πλευρά του δικού τους βασιλείου βρίσκονταν σε έδαφος λιγότερο εύφορο. Επίσης, διεκδικούσαν και όλη την οροσειρά των Χάιλαντς, επιμένοντας ότι όλα τα βουνά ήταν δικά τους, ενώ τουλάχιστον η μισή οροσειρά ανήκε στους ΜακΓκιλ. Υπήρχαν μόνιμες αψιμαχίες στα σύνορα και συνεχείς απειλές για εισβολή.
Καθώς ο ΜακΓκιλ συλλογίζονταν όλα αυτά, ένιωθε εκνευρισμένος. Οι ΜακΚλάουντ θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένοι. Ήταν ασφαλείς μέσα στο Δαχτυλίδι, προστατευμένοι από το Φαράγγι, βρίσκονταν σε επίλεκτη γη και δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν. Γιατί να μην είναι ευχαριστημένοι με το δικό τους μισό του Δαχτυλιδιού; Και μόνο επειδή, για πρώτη φορά στην ιστορία, ο ΜακΓκιλ είχε κάνει το στρατό του τόσο ισχυρό, οι ΜακΚλάουντ δεν είχαν αποτολμήσει μια επίθεση. Αλλά ο ΜακΓκιλ, επειδή ήταν σοφός βασιλιάς, αισθανόταν κάτι στον ορίζοντα – ήξερε ότι η ειρήνη δεν θα κρατούσε για πολύ ακόμα. Έτσι, είχε κανονίσει η μεγαλύτερη κόρη του να παντρευτεί τον μεγαλύτερο πρίγκιπα των ΜακΚλάουντ. Και τώρα η μέρα είχε φτάσει.
Καθώς κοίταξε κάτω, είδε να απλώνονται μπροστά του χιλιάδες υπήκοοι ντυμένοι με χιτώνες με έντονα χρώματα που προσέρχονταν από κάθε γωνιά του βασιλείου και από τις δύο πλευρές των Χάιλαντς. Όλος σχεδόν ο πληθυσμός του Δαχτυλιδιού συνέρρεε μέσα στα δικά του τείχη. Οι άνθρωποί του, επί μήνες, είχαν κάνει όλες τις προετοιμασίες ακολουθώντας τη διαταγή να κάνουν τα πάντα να δείχνουν δύναμη και ευημερία. Αυτή δεν ήταν απλά μια ημέρα γάμου. Ήταν η μέρα για να στείλει ένα μήνυμα στους ΜακΚλάουντ.
Ο ΜακΓκιλ επιθεώρησε τους εκατοντάδες στρατιώτες που είχαν στρατηγικά παραταχθεί κατά μήκος των επάλξεων, στους δρόμους και στα τείχη. Οι στρατιώτες ήταν πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να χρειαστεί – και ένιωσε ικανοποιημένος. Ήταν ακριβώς η επίδειξη δύναμης που ήθελε. Παρ’ όλα αυτά, αισθανόταν επίσης και μια ένταση. Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη, ώριμη για μια σύγκρουση. Ήλπιζε να μην υπάρξουν κάποιοι θερμοκέφαλοι, και από τις δύο πλευρές, που παρασυρμένοι από το ποτό, θα προξενούσαν αναταραχή.
Είχε ρίξει μια ματιά στα γήπεδα για τις κονταρομαχίες και για τα άλλα αγωνίσματα και σκεφτόταν ότι η μέρα που θα ξημέρωνε θα ήταν γεμάτη με αγωνίσματα, κονταρομαχίες και όλων των ειδών τις εορταστικές εκδηλώσεις. Τα πράγματα θα ήταν έντονα. Οι ΜακΚλάουντ θα έρχονταν σίγουρα με τον μικρό τους στρατό, και κάθε κονταρομαχία, κάθε πάλη, κάθε συναγωνισμός, θα αποκτούσε ξεχωριστό μήνυμα. Αν, όμως, έστω και ένα απ’ όλα αυτά πήγαινε στραβά, θα εξελίσσονταν σε μάχη.
«Βασιλιά μου;»
Ένιωσε επάνω του ένα απαλό άγγιγμα και γύρισε να δει την Βασίλισσα Κρέα. Ήταν ακόμα η πιο όμορφη γυναίκα που είχε γνωρίσει ποτέ του. Ήταν παντρεμένη και ευτυχισμένη μαζί του σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας του και του είχε χαρίσει πέντε παιδιά, τα τρία από αυτά αγόρια, και δεν είχε παραπονεθεί ούτε μια φορά. Επιπλέον, είχε γίνει και ο πιο έμπιστος σύμβουλός του. Με το πέρασμα του χρόνου, είχε καταλάβει ότι αυτή ήταν σοφότερη από όλους τους άντρες του. Στην πραγματικότητα, πιο σοφή κι’ από τον ίδιο.
«Είναι μια πολιτική ημέρα», του είπε . «Αλλά είναι επίσης και ο γάμος της κόρης μας. Προσπάθησε να τον χαρείς. Δεν συμβαίνει κάθε μέρα».
«Ανησυχούσα λιγότερο όταν δεν είχα τίποτα», απάντησε ο Βασιλιάς. «Τώρα που έχουμε τα πάντα, όλα με ανησυχούν. Είμαστε ασφαλείς. Αλλά δεν νιώθω αυτή την ασφάλεια».
Τον κοίταξε με τα μεγάλα καστανά της μάτια που ήταν γεμάτα συμπόνια και φαίνονταν σαν να κατείχαν όλη τη σοφία του κόσμου. Τα βλέφαρά της έγερναν, όπως έκαναν πάντα, σαν να νύσταζε λίγο, και πλαισιώνονταν από τα όμορφα, ίσια καστανά της μαλλιά που είχαν μέσα τους κάποιες πινελιές του γκρι και έπεφταν με χάρη και στις δύο πλευρές του προσώπου της. Μπορεί να είχε λίγες ρυτίδες παραπάνω, αλλά δεν είχε αλλάξει καθόλου.
«Αυτό συμβαίνει επειδή δεν είσαι ασφαλής», του είπε. «Αλλά κανένας βασιλιάς δεν είναι ασφαλής. Στην αυλή μας υπάρχουν περισσότεροι κατάσκοποι απ’ όσους βάζει ο νους σου. Αλλά έτσι γίνεται συνήθως».
Έσκυψε, τον φίλησε και χαμογέλασε.
«Προσπάθησε να το απολαύσεις», του είπε. «Στο κάτω-κάτω πρόκειται για γάμο».
Με τα λόγια αυτά, γύρισε και απομακρύνθηκε από το προπύργιο.
Αφού την παρακολούθησε να απομακρύνεται, γύρισε μετά και κοίταξε την αυλή του. Είχε δίκιο. Πάντα είχε δίκιο. Πράγματι ήθελε να απολαύσει τη σημερινή ημέρα. Αγαπούσε την μεγάλη του κόρη και σήμερα ήταν ο γάμος της. Ήταν η πιο όμορφη μέρα της πιο όμορφης εποχής του χρόνου, η άνοιξη στο αποκορύφωμά της, το καλοκαίρι να πλησιάζει, οι δύο ήλιοι τέλειοι στον ουρανό, και με ένα ελαφρό αεράκι να φυσάει απαλά. Όλα ήταν ανθισμένα και τα δέντρα ολόγυρα δημιουργούσαν μια παλέτα χρωμάτων με ροζ, μοβ, πορτοκαλί και λευκό. Δεν ήθελε τίποτα άλλο από το να κατέβει κάτω και να πάει να καθίσει μαζί με τους άντρες του, να δει την κόρη του να παντρεύεται και να πιει τόση μπύρα που να μην μπορεί να πιει άλλο.
Αλλά δεν μπορούσε. Είχε μια μεγάλη λίστα καθηκόντων να εκτελέσει πριν να μπορέσει να βγει από το κάστρο του. Στο κάτω-κάτω, η ημέρα του γάμου της κόρης του σήμαινε υποχρεώσεις για έναν βασιλιά: έπρεπε να έχει συναντήσεις με το συμβούλιό του, με τα παιδιά του, και με μια μακριά γραμμή ικετών που είχαν δικαίωμα να δουν τον βασιλιά εκείνη την ημέρα. Θα ήταν τυχερός αν μπορούσε να φύγει εγκαίρως από το κάστρο του για την γαμήλια τελετή το ηλιοβασίλεμα.
Ο ΜακΓκιλ, ντυμένος με την καλύτερη βασιλική του ενδυμασία, με βελούδινο μαύρο παντελόνι, χρυσή ζώνη, ένα βασιλικό χιτώνα φτιαγμένο από το καλύτερο μοβ και χρυσό μετάξι, ένα λευκό μανδύα, γυαλιστερές δερμάτινες μπότες ως τις κνήμες, και φορώντας το στέμμα του – μια περίτεχνη χρυσή λωρίδα με ένα μεγάλο ρουμπίνι στο κέντρο της – περπατούσε καμαρωτά στις αίθουσες του κάστρου πλαισιωμένος από τους συνοδούς του. Περνούσε από τη μια αίθουσα στην άλλη και κατεβαίνοντας τα σκαλιά από την πλευρά του κιγκλιδώματος μπήκε μέσα στα βασιλικά διαμερίσματα περνώντας κάτω από μια τεράστια αψιδωτή αίθουσα με πανύψηλο ταβάνι και σειρές με βιτρό. Τελικά, έφτασε σε μια αρχαία δρύινη πόρτα, τόσο παχιά όσο ένας κορμός δέντρου, την οποία άνοιξαν οι ακόλουθοί του και στη συνέχεια παραμέρισαν. Ήταν η Αίθουσα του Θρόνου.
Οι σύμβουλοί του στάθηκαν προσοχή καθώς ο ΜακΓκιλ μπήκε μέσα, κλείνοντας με θόρυβο την πόρτα πίσω του.
«Καθίστε», είπε πιο απότομα απ’ ό,τι συνήθως. Ήταν κουρασμένος, ειδικά σήμερα, από τις ατέλειωτες επίσημες διαδικασίες της διακυβέρνησης του βασιλείου και ήθελε να τελειώνει μ’ αυτά.
Διέσχισε την Αίθουσα του Θρόνου, η οποία δεν έπαψε ποτέ να τον εντυπωσιάζει. Τα ταβάνια της είχαν 15 μέτρα ύψος και είχαν ένα ολόκληρο γυάλινο πάνελ από βιτρό, ενώ τα πατώματα και οι τοίχοι ήταν φτιαγμένα από πέτρα πάχους 30 εκατοστών. Η αίθουσα μπορούσε άνετα να χωρέσει εκατό αξιωματούχους. Αλλά σε μια μέρα σαν κι’ αυτή όταν συγκαλείται το Συμβούλιο, ήταν αυτός και μια χούφτα σύμβουλοί του μέσα σ’ αυτόν τον τεράστιο χώρο. Στην αίθουσα δέσποζε ένα τεράστιο τραπέζι σε σχήμα ημικυκλίου, πίσω από το οποίο στέκονταν οι σύμβουλοί του.
Καμαρωτά, πέρασε από την είσοδο, προχώρησε προς το κέντρο και κατευθύνθηκε προς τον θρόνο του. Ανέβηκε τα πέτρινα σκαλιά και περνώντας από τα σκαλιστά χρυσά λιοντάρια, βούλιαξε στο κόκκινο βελούδινο μαξιλάρι που στόλιζε το θρόνο του ο οποίος ήταν εξ ολοκλήρου σφυρηλατημένος από χρυσάφι. Σ’ αυτό το θρόνο είχε καθίσει ο πατέρας του, ο παππούς του, και όλοι οι ΜακΓκιλ πριν απ’ αυτούς. Όταν κάθισε, ο ΜακΓκιλ αισθάνθηκε επάνω του το βάρος όλων των γενεών των προγόνων του.
Κοίταξε προσεκτικά τους συμβούλους του που παρευρίσκονταν. Εκεί ήταν ο Μπρομ, ο μεγάλος στρατηγός του και σύμβουλός του σε στρατιωτικά θέματα. Ο Κολκ, ο στρατηγός στην Λεγεώνα των αγοριών, ο Άμπερθολ, ο γηραιότερος απ’ όλη την ομάδα, λόγιος και ιστορικός καθώς και μέντορας τριών γενεών βασιλέων. Ο Φερθ ήταν ο σύμβουλός του σε εσωτερικά θέματα της Αυλής, ένας σκελετωμένος άντρας με κοντά γκρίζα μαλλιά και βαθουλωτά μάτια που ποτέ δεν έμεναν ακίνητα. Ο Φερθ ήταν ο άνθρωπος που ο ΜακΓκιλ δεν είχε εμπιστευτεί ποτέ του και ποτέ δεν είχε καταλάβει τον τίτλο του. Αλλά ο πατέρας του, και ο πατέρας του πριν απ’ αυτόν, διατηρούσαν ένα σύμβουλο για θέματα της αυλής, και έτσι τον είχε κρατήσει στη θέση του από σεβασμό προς τους προγόνους του. Μετά, εκεί ήταν ό Όουεν, ο ταμίας και θησαυροφύλακάς του, ο Μπραντάιγκ, ο σύμβουλός του σε εξωτερικές υποθέσεις, ο Ήμαν, ο εισπράκτορας των φόρων, ο Ντιουγουέιν, ο σύμβουλός του για τον λαό, και ο Κέλβιν, ο εκπρόσωπος των ευγενών.
Φυσικά, ο Βασιλιάς είχε την απόλυτη εξουσία. Αλλά το βασίλειό του ήταν φιλελεύθερο και οι πρόγονοί του πάντα υπερηφανεύονταν ότι επέτρεπαν και στους ευγενείς να έχουν λόγο για όλα τα ζητήματα και αυτό γινόταν μέσω του εκπροσώπου τους. Ιστορικά, αυτή ήταν μια δύσκολη ισορροπία ισχύος μεταξύ του βασιλιά και των ευγενών. Τώρα υπήρχε αρμονία, αλλά σε άλλες εποχές υπήρχαν εξεγέρσεις και διαμάχες εξουσίας ανάμεσα στους ευγενείς και στην βασιλεία. Ήταν μια λεπτή ισορροπία.
Καθώς ο ΜακΓκιλ παρατηρούσε την αίθουσα, είδε ότι ένα άτομο έλειπε. Ήταν το άτομο με το οποίο ήθελε να μιλήσει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον – ο Άργκον. Ως συνήθως, το πότε και που αυτός εμφανιζόταν ήταν απρόβλεπτο. Αυτό εξόργιζε τον ΜακΓκιλ στο έπακρο, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή από το να αποδεχτεί. Ο τρόπος των Δρυίδων του ήταν ανεξήγητος, αλλά χωρίς τον Άργκον παρόντα, ο ΜακΓκιλ ένιωθε περισσότερη βιασύνη. Ήθελε να τελειώνει με την συνάντηση αυτή για να προχωρήσει στα χιλιάδες άλλα πράγματα που τον περίμεναν πριν τον γάμο.
Η ομάδα των συμβούλων κάθισε απέναντί του στο ημικυκλικό τραπέζι σε απόσταση τριών μέτρων ο ένας από τον άλλον. Όλοι κάθονταν σε παλιές δρύινες καρέκλες με περίτεχνα σκαλίσματα στα ξύλινα μπράτσα τους.
«Βασιλιά μου, αν μπορώ να αρχίσω», είπε δυνατά ο Όουεν.
«Μπορείς. Και να είσαι σύντομος. Ο χρόνος μου είναι περιορισμένος σήμερα».
«Η κόρη σας θα λάβει πάρα πολλά δώρα σήμερα, κάτι που όλοι ελπίζουμε πως θα γεμίσει τα σεντούκια της. Οι χιλιάδες ανθρώπων καταθέτουν ένα φόρο τιμής, φέρνοντας δώρα για εσάς προσωπικά. Αυτοί που γεμίζουν τις ταβέρνες μας και τους οίκους ανοχής μας, θα γεμίσουν και τα ταμεία μας, επίσης. Παρ’ όλα αυτά, οι προετοιμασίες για τις σημερινές εορταστικές εκδηλώσεις θα στερήσουν ένα μεγάλο τμήμα του βασιλικού θησαυροφυλακίου. Συνιστώ αύξηση φόρων στο λαό και στους ευγενείς. Ένας εφάπαξ φόρος που θα μειώσει την οικονομική πίεση εξ αιτίας αυτού του μεγάλου γεγονότος».
Ο ΜακΓκιλ είδε την ανησυχία στο πρόσωπο του θησαυροφύλακά του και ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι με την ιδέα της μείωσης των πόρων του ταμείου του. Όμως δεν επρόκειτο να αυξήσει ξανά τους φόρους.
«Καλύτερα να έχεις φτωχό ταμείο και πιστούς υπηκόους», απάντησε ο ΜακΓκιλ. «Ο πλούτος μας βρίσκεται στην ευτυχία των υπηκόων μας. Δεν θα επιβληθούν νέοι φόροι».
«Αλλά, Βασιλιά μου, αν δεν το κάνουμε—»
«Έχω αποφασίσει. Τι άλλο;»
Ο Όουεν κάθισε κάτω, απογοητευμένος.
«Βασιλιά μου», είπε ο Μπρομ με τη βαθιά φωνή του. « Σύμφωνα με τις διαταγές σας, έχουμε σταθμεύσει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών μας στην Αυλή για την σημερινή εκδήλωση. Η επίδειξη ισχύος θα είναι εντυπωσιακή. Αλλά είμαστε σε οριακό σημείο. Αν υπάρξει μια επίθεση σε οποιοδήποτε άλλο σημείο του βασιλείου, θα είμαστε ευάλωτοι».
Ο ΜακΓκιλ κούνησε το κεφάλι του, καθώς σκεφτόταν το θέμα.
«Οι εχθροί μας δεν πρόκειται να μας επιτεθούν την ώρα που εμείς τους έχουμε στρώσει το τραπέζι για φαγητό».
Οι άντρες γέλασαν.
«Και τι νέα έχουμε από τα Χάιλαντς;»
«Δεν έχει αναφερθεί καμία κίνηση για εβδομάδες. Φαίνεται ότι τα στρατεύματα έχουν κατέβει στα πεδινά για τις προετοιμασίες του γάμου. Ίσως είναι έτοιμοι να κάνουν ειρήνη».
Ο ΜακΓκιλ δεν ήταν και τόσο σίγουρος.
«Αυτό μπορεί να σημαίνει είτε ότι ο γάμος που κανονίσαμε έχει πετύχει το στόχο του ή ότι περιμένουν να μας επιτεθούν σε κάποια άλλη στιγμή. Εσύ, που είσαι και γηραιότερος, τι πιστεύεις πως θα γίνει;» ρώτησε ο ΜακΓκιλ γυρίζοντας προς τον Άμπερθολ.
Ο Άμπερθολ ξερόβηξε και με την βραχνή του φωνή απάντησε: «Βασιλιά μου, ο πατέρας σας και ο πατέρας σας πριν απ’ αυτόν δεν εμπιστεύτηκαν ποτέ τους ΜακΚλάουντ. Το γεγονός ότι έχουν ξαπλώσει και κοιμούνται, δεν σημαίνει ότι δεν θα ξυπνήσουν».
Ο ΜακΓκιλ κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, εκτιμώντας την άποψή του.
«Και τι γίνεται με την Λεγεώνα;» ρώτησε γυρίζοντας προς τον Κολκ.
«Σήμερα υποδεχόμαστε τους νεοσύλλεκτους», απάντησε ο Κολκ με ένα γρήγορο νεύμα.
«Είναι και ο γιος μου ανάμεσά τους;» ρώτησε ο ΜακΓκιλ.
«Στέκεται υπερήφανα μαζί με τους άλλους και είναι ένα θαυμάσιο παιδί».
Ο ΜακΓκιλ κούνησε το κεφάλι του και μετά στράφηκε στον Μπραντάιγκ.
«Και τι νέα έχουμε πέρα από το Φαράγγι;»
«Βασιλιά μου, οι περιπολίες μας έχουν δει αρκετές φορές να γίνονται προσπάθειες για δημιουργία γέφυρας στο Φαράγγι τις τελευταίες εβδομάδες. Αυτά μπορεί να είναι σημάδια ότι οι Άγριοι κινητοποιούνται για επίθεση».
Ένας πνιχτός ψίθυρος ακούστηκε μεταξύ των αντρών. Ο ΜακΓκιλ ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται στη σκέψη αυτή. Η ενεργειακή ασπίδα ήταν ανίκητη, και όμως, όλα αυτά δεν ήταν καλός οιωνός.
«Και τι θα γίνει αν υπάρξει επίθεση σε πλήρη κλίμακα;» ρώτησε.
Εφ’ όσον η ασπίδα είναι ενεργή, δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε. Οι Άγριοι για αιώνες δεν έχουν καταφέρει να περάσουν το Φαράγγι. Δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστεύουμε κάτι διαφορετικό».
Ο ΜακΓκιλ δεν ήταν και τόσο σίγουρος. Μια εξωτερική επίθεση ήταν κάτι που το περίμεναν πολλά χρόνια, και δεν μπορούσε να μην σκέφτεται πότε θα γινόταν.
«Βασιλιά μου», είπε ο Φερθ με την ένρινη φωνή του. «Αισθάνομαι υποχρεωμένος να προσθέσω ότι σήμερα η Αυλή μας είναι γεμάτη με πολλούς αξιωματούχους από το βασίλειο των ΜακΚλάουντ. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προσβολή εκ μέρους σας αν δεν τους δεξιωθείτε, ανεξάρτητα από το αν είναι αντίπαλοι ή όχι. Θα σας συμβούλευα να χρησιμοποιήσετε τις απογευματινές ώρες για να υποδεχτείτε τον καθένα από αυτούς. Έχουν φέρει μεγάλη συνοδεία, πολλά δώρα – και όπως λέγεται, και πολλούς κατασκόπους».
«Και ποιος μας λέει ότι οι κατάσκοποι δεν είναι ήδη εδώ;» αντέστρεψε το ερώτημα ο ΜακΓκιλ, κοιτάζοντας προσεκτικά τον Φερθ – καθώς αναρωτιόταν, όπως πάντα, αν κι’ αυτός δεν ήταν ένας από τους κατασκόπους.
Ο Φερθ άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει, αλλά ο ΜακΓκιλ αναστέναξε και σήκωσε την παλάμη του, αποτρέποντάς τον να συνεχίσει. «Αν αυτά ήταν όλα, πρέπει να φύγω για να πάω στο γάμο της κόρης μου».
«Βασιλιά μου», είπε ο Κέλβιν, ξεροβήχοντας, «φυσικά υπάρχει κάτι ακόμα. Η παράδοση, την ημέρα του γάμου της μεγαλύτερης κόρης σας. Κάθε ΜακΓκιλ έχει ορίσει τον διάδοχό του. Ο λαός περιμένει ότι θα κάνετε και εσείς το ίδιο. Το κρυφοσυζητάνε. Και δεν θα ήταν σωστό να τους απογοητεύσουμε. Ειδικά με το Σπαθί του Πεπρωμένου να παραμένει ακίνητο».
«Εννοείτε ότι θέλετε να ορίσω διάδοχο ενώ είμαι ακόμα στην ακμή της βασιλείας μου;» ρώτησε ο ΜακΓκιλ.
«Βασιλιά μου, δεν ήθελα να σας προσβάλω», ψέλλισε ο Κέλβιν, ενώ έδειχνε ανήσυχος.
Ο ΜακΓκιλ σήκωσε το χέρι του. «Ξέρω την παράδοση. Και πράγματι, θα ορίσω τον διάδοχό μου σήμερα».
«Μήπως θα μπορούσατε να μας πληροφορήσετε για το ποιος είναι;» ρώτησε ο Φερθ.
Ενοχλημένος, ο ΜακΓκιλ του έριξε μια υποτιμητική ματιά. Ο Φερθ ήταν κουτσομπόλης και δεν τον εμπιστεύονταν καθόλου.
«Θα το μάθεις όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή».
Ο ΜακΓκιλ σηκώθηκε, και οι άλλοι σηκώθηκαν, επίσης. Υποκλίθηκαν και βγήκαν βιαστικά από την αίθουσα.
Ο ΜακΓκιλ έμεινε εκεί βυθισμένος στις σκέψεις του. Ούτε που κατάλαβε για πόση ώρα. Κάποιες μέρες σαν την σημερινή, εύχονταν να μην ήταν βασιλιάς.
*
Ο ΜακΓκιλ κατέβηκε από το θρόνο του, και με τις μπότες του να αντηχούν μέσα στη σιωπή, διέσχισε την αίθουσα. Άνοιξε μόνος του την αρχαία δρύινη πόρτα, τραβώντας το σιδερένιο πόμολο και μπήκε σε μια διπλανή αίθουσα.
Όπως πάντα, του άρεσε η γαλήνη και η μοναξιά αυτού του βολικού δωματίου με το ψηλό, θολωτό ταβάνι που όμως δεν ήταν πάνω από είκοσι βήματα προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Το δωμάτιο ήταν φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από πέτρα, με ένα μικρό παράθυρο με βιτρό στον ένα τοίχο. Το φως έμπαινε μέσα από τα κίτρινα και τα κόκκινα χρώματα φωτίζοντας ένα και μόνο αντικείμενο στο κατά τα άλλα γυμνό δωμάτιο.
Το Σπαθί του Πεπρωμένου.
Αυτό βρισκόταν εκεί στο κέντρο του δωματίου, ξαπλωμένο οριζόντια πάνω σε σιδερένια δίκρανα σαν να ήταν μια γυναίκα-πειρασμός. Όπως έκανε από τότε που ήταν παιδί, ο ΜακΓκιλ το πλησίασε, έκανε ένα κύκλο γύρω του και το κοίταξε ερευνητικά. Το Σπαθί του Πεπρωμένου. Το σπαθί του θρύλου, η πηγή της δύναμης και της εξουσίας ολόκληρου του βασιλείου του, από τη μια γενιά στην άλλη. Όποιος θα είχε τη δύναμη να το υψώσει, θα ήταν ο Εκλεκτός, αυτός που επρόκειτο να κυβερνήσει το βασίλειο για όλη του τη ζωή και να το απαλλάξει από κάθε απειλή, μέσα και έξω από το Δαχτυλίδι. Είχε μεγαλώσει μ’ αυτόν τον όμορφο μύθο, και μόλις χρίστηκε Βασιλιάς, ο ΜακΓκιλ προσπάθησε κι’ αυτός να το υψώσει, αφού μόνο οι βασιλιάδες ΜακΓκιλ επιτρέπονταν να προσπαθήσουν. Οι βασιλιάδες πριν από αυτόν είχαν, όλοι τους, αποτύχει. Ήταν σίγουρος ότι αυτός θα ήταν διαφορετικός. Ήταν σίγουρος ότι θα ήταν o Ένας.
Αλλά έκανε λάθος. Όπως και όλοι οι βασιλιάδες ΜακΓκιλ πριν απ’ αυτόν. Και η αποτυχία του είχε σημαδέψει τη βασιλεία του από τότε.
Καθώς το κοιτούσε τώρα, εξέτασε τη μακριά του λεπίδα, φτιαγμένη από ένα μυστηριώδες μέταλλο που κανένας δεν είχε ποτέ αποκρυπτογραφήσει. Η προέλευση του σπαθιού ήταν ακόμα πιο μυστηριώδης αφού ο θρύλος έλεγε ότι είχε βγει μέσα από τη γη στη διάρκεια ενός σεισμού.
Καθώς το εξέταζε για άλλη μια φορά, ένιωσε το τσίμπημα της αποτυχίας. Μπορεί να ήταν καλός βασιλιάς, αλλά δεν ήταν Ο Ένας. Και ο λαός του το ήξερε. Μπορεί να ήταν καλός βασιλιάς, αλλά άσχετα απ’ ό,τι κι’ αν έκανε, δεν θα ήταν ποτέ Ο Ένας.
Αν ήταν, υποψιαζόταν ότι θα υπήρχε λιγότερη αναταραχή στην Αυλή του και λιγότερες δολοπλοκίες. Ο λαός του θα τον εμπιστεύονταν περισσότερο και οι εχθροί του ούτε καν θα σκέφτονταν για επίθεση. Ένα κομμάτι του εαυτού του ευχόταν να εξαφανιστεί το σπαθί και μαζί μ’ αυτό και ο θρύλος. Αλλά ήξερε πως αυτό δεν γινόταν. Αυτή ήταν η κατάρα – και η δύναμη – ενός θρύλου. Πιο δυνατός ακόμα κι’ από το στρατό.
Καθώς το κοίταζε για εκατοστή φορά, ο ΜακΓκιλ δεν μπορούσε να μην αναρωτηθεί για άλλη μια φορά ποιος μπορεί να ήταν ο Εκλεκτός. Ποιος από τη γενιά του ήταν προορισμένος να το σηκώσει; Καθώς σκεφτόταν ότι έπρεπε να ορίσει διάδοχό του, αναρωτήθηκε ποιος, αν υπήρχε κάποιος, που θα ήταν προορισμένος να το σηκώσει.
«Το βάρος της λεπίδας είναι μεγάλο», ακούστηκε μια φωνή.
Ο ΜακΓκιλ έκανε μια στροφή, έκπληκτος που είχε παρέα στο μικρό δωμάτιο.
Εκεί, μπροστά του στην είσοδο της πόρτας στέκονταν ο Άργκον. Ο ΜακΓκιλ αναγνώρισε τη φωνή του πριν καν τον δει και ένιωθε εκνευρισμένος που ο Άργκον δεν είχε έρθει νωρίτερα, αλλά και ευχαριστημένος που τον είχε τώρα εκεί.
«Άργησες», είπε ο ΜακΓκιλ.
«Εγώ δεν έχω αίσθηση του χρόνου», απάντησε ο Άργκον.
Ο ΜακΓκιλ στράφηκε πίσω στο σπαθί.
«Πίστεψες ποτέ σου ότι θα μπορούσα να το σηκώσω;» ρώτησε με στοχασμό. «Εκείνη τη μέρα που έγινα Βασιλιάς;»
«Όχι», απάντησε ο Άργκον κατηγορηματικά.
Ο ΜακΓκιλ γύρισε και τον κοίταξε.
«Το ήξερες ότι δεν θα μπορούσα να το κάνω. Το έβλεπες, έτσι δεν είναι;»
«Ναι».
Ο ΜακΓκιλ φαινόταν πολύ σκεφτικός.
«Με τρομάζει όταν απαντάς έτσι κοφτά. Δεν το συνηθίζεις».
Ο Άργκον έμεινε σιωπηλός και τελικά ο ΜακΓκιλ κατάλαβε ότι δεν θα έλεγε τίποτα άλλο.
«Θα ορίσω τον διάδοχό μου σήμερα», είπε ο ΜακΓκιλ. «Αλλά αισθάνομαι ότι δεν έχει νόημα να ορίζεται ο διάδοχος μια τέτοια μέρα. Στερεί τη χαρά του βασιλιά την ημέρα του γάμου του παιδιού του».
«Ίσως είναι γραφτό να μετριάζεται μια τέτοια χαρά».
«Αλλά μου μένουν πολλά χρόνια βασιλείας ακόμα», δήλωσε ο ΜακΓκιλ.
«Ίσως όχι τόσα πολλά όσα νομίζεις», του απάντησε ο Άργκον.
Ο ΜακΓκιλ μισόκλεισε τα μάτια του και αναρωτήθηκε. Μήπως αυτό ήταν ένα μήνυμα;
Αλλά ο Άργκον δεν είπε τίποτα άλλο.
«Έξι παιδιά. Ποιο να διαλέξω;» ρώτησε ο ΜακΓκιλ.
«Γιατί ρωτάς εμένα; Έχεις ήδη αποφασίσει».
Ο ΜακΓκιλ τον κοίταξε. «Βλέπεις πολλά. Ναι. Έχω αποφασίσει. Αλλά και πάλι θέλω να μάθω τη γνώμη σου».
«Νομίζω πως έχεις κάνει σωστή επιλογή», είπε ο Άργκον. «Αλλά να θυμάσαι: ένας βασιλιάς δεν μπορεί να κυβερνάει μέσα από τον τάφο του. Ανεξάρτητα από το ποιον εσύ νομίζεις ότι διάλεξες, η μοίρα έχει τον τρόπο της να διαλέγει εκείνη αυτόν που θέλει».
«Θα ζήσω Άργκον;» ο ΜακΓκιλ ρώτησε σοβαρά, κάνοντας την ερώτηση που ήθελε να κάνει από τότε που είχε ξυπνήσει το προηγούμενο βράδυ από έναν τρομερό εφιάλτη.
«Ονειρεύτηκα ένα κοράκι χθες βράδυ», πρόσθεσε. «Ήρθε και έκλεψε το στέμμα μου. Μετά άλλο ένα ήρθε και πήρε εμένα μακριά. Καθώς με έπαιρνε, είδα το βασίλειό μου να απλώνεται από κάτω. Και καθώς απομακρυνόμουν, έγινε κατάμαυρο. Άγονο. Ένας έρημος τόπος».
«Κοίταξε τον Άργκον, και τα μάτια του είχαν βουρκώσει.
«Ήταν απλώς ένα όνειρο; Ή ήταν κάτι περισσότερο;»
«Τα όνειρα πάντα είναι κάτι περισσότερο, δεν είναι;» ρώτησε ο Άργκον.
Ο ΜακΓκιλ ένιωσε ένα συναίσθημα σαν να βυθιζόταν.
«Πού είναι ο κίνδυνος; Μόνο αυτό πες μου».
Ο Άργκον τον πλησίασε και τον κοίταξε στα μάτια τόσο έντονα που ο ΜακΓκιλ αισθάνθηκε σαν να έμπαινε σε μια άλλη διάσταση.
Ο Άργκον έγειρε προς τα εμπρός και του ψιθύρισε:
«Είναι πάντα πιο κοντά απ’ όσο νομίζεις».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Ο Θορ κρύφτηκε μέσα στα άχυρα στο πίσω μέρος μιας άμαξας καθώς αυτή πέρναγε δίπλα του στον επαρχιακό δρόμο. Είχε καταφέρει να φτάσει ως το δρόμο το προηγούμενο βράδυ και περίμενε υπομονετικά ώσπου να περάσει κάποια άμαξα που να ήταν αρκετά μεγάλη για να ανέβει χωρίς να τον καταλάβουν. Είχε σκοτεινιάσει και η άμαξα πήγαινε αρκετά αργά για να τρέξει τόσο ώστε να την προλάβει και να πηδήξει επάνω από την πίσω πλευρά. Είχε πέσει μέσα στο άχυρο, χώθηκε από κάτω και κρύφτηκε καλά. Ευτυχώς, ο οδηγός δεν τον είχε δει. Ο Θορ δεν μπορούσε να ξέρει με βεβαιότητα αν η άμαξα πήγαινε πράγματι στην Αυλή του Βασιλιά, αλλά κινούνταν προς αυτή την κατεύθυνση, και μια άμαξα αυτού του μεγέθους, ειδικά με αυτά τα διακριτικά, δεν θα μπορούσε να πηγαίνει σε πολλά άλλα μέρη.
Στη διάρκεια της διαδρομής μέσα στη νύχτα, έμεινε ξύπνιος για ώρες, και σκεφτόταν την συνάντηση που είχε με το Σάιμπολντ. Με τον Άργκον. Σκεφτόταν το πεπρωμένο του. Το σπίτι του. Τη μητέρα του. Ένιωθε ότι το σύμπαν του είχε απαντήσει και του είχε πει ότι η μοίρα του ήταν διαφορετική. Έμεινε ξαπλωμένος εκεί, με τα χέρια κάτω από το κεφάλι του να κοιτάζει τον νυχτερινό ουρανό που φαινόταν μέσα από τον σχισμένο καμβά. Έβλεπε το σύμπαν, τόσο λαμπερό, με τα κόκκινα αστέρια του τόσο μακριά. Ήταν ενθουσιασμένος. Για πρώτη φορά στη ζωή του ταξίδευε. Δεν ήξερε προς τα που, αλλά ταξίδευε. Με τον ένα η τον άλλο τρόπο, θα κατάφερνε να φτάσει στην Αυλή του Βασιλιά.
Όταν ο Θορ άνοιξε τα μάτια του ήταν πια πρωί και το φως περνούσε μέσα και πλημμύριζε την άμαξα. Κατάλαβε ότι είχε αποκοιμηθεί. Ανακάθισε γρήγορα και κοιτάζοντας γύρω του, κατέκρινε τον εαυτό του που άφησε να τον πάρει ο ύπνος. Θα έπρεπε να ήταν πιο προσεκτικός – ήταν τυχερός που δεν τον είχαν ανακαλύψει.
Η άμαξα συνέχισε να κινείται, αλλά δεν ταρακουνιόταν τόσο πολύ. Αυτό σήμαινε ένα πράγμα: καλύτερο δρόμο. Έπρεπε να ήταν κοντά σε πόλη. Ο Θορ κοίταξε κάτω και είδε πόσο ομαλός ήταν ο δρόμος, χωρίς πέτρες και χαντάκια, αλλά στρωμένος με λεπτά άσπρα χαλίκια. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά γρηγορότερα – πλησίαζαν στην Αυλή του Βασιλιά.
Ο Θορ κοίταξε έξω από την πίσω πλευρά της άμαξας και έμεινε άναυδος. Οι άψογοι δρόμοι ήταν γεμάτοι ζωντάνια. Δεκάδες άμαξες, όλων των σχημάτων και μεγεθών, πλημμύριζαν τους δρόμους και κουβαλούσαν όλων των ειδών τα εμπορεύματα. Το ένα ήταν φορτωμένο με γουναρικά, το άλλο με χαλιά, άλλο ένα με κοτόπουλα. Ανάμεσά τους περπατούσαν εκατοντάδες έμποροι, μερικοί καθοδηγούσαν βοοειδή, άλλοι κουβαλούσαν καλάθια με διάφορα προϊόντα στο κεφάλι τους. Τέσσερις άνδρες κουβαλούσαν ένα μπόγο με μεταξωτά που τα εξισορροπούσαν πάνω σε ραβδιά. Ήταν μια στρατιά ανθρώπων που όλοι κατευθύνονταν προς μια κατεύθυνση.
Ο Θορ αισθάνθηκε ζωντάνια. Δεν είχε δει ποτέ του τόσους πολλούς ανθρώπους μαζεμένους, τόσα πολλά αγαθά, και τόση κίνηση. Είχε περάσει όλη τη ζωή του σε ένα μικρό χωριό και τώρα βρίσκονταν σε ένα κόμβο γεμάτο με αθρώπους.
Άκουσε ένα δυνατό θόρυβο, το τρίξιμο αλυσίδων και το χτύπημα ενός τεράστιου κομματιού ξύλου που ήταν τόσο δυνατό που σείστηκε το έδαφος. Δευτερόλεπτα αργότερα ακούστηκε ένας διαφορετικός ήχος από οπλές αλόγων που κάλπαζαν πάνω στο ξύλο. Κοίταξε χαμηλά και συνειδητοποίησε ότι διέσχιζαν μια γέφυρα κάτω απ’ την οποία υπήρχε μια τάφρος. Ήταν μια κινητή γέφυρα.
Ο Θορ έβγαλε έξω το κεφάλι του και είδε τεράστιες πέτρινες κολόνες, ενώ πιο πάνω υπήρχε μια σιδερένια πύλη με μυτερά σιδερένια δόντια. Περνούσαν μέσα από την Βασιλική Πύλη.
Ήταν η μεγαλύτερη πύλη που είχε δει ποτέ. Κοίταξε τα σιδερένια δόντια και σκέφτηκε με δέος πως αν η πύλη κατέβαινε ξαφνικά, θα τον έκοβε στη μέση. Εντόπισε τέσσερις στρατιώτες του Αργυρού Τάγματος του Βασιλιά να φρουρούν την είσοδο και η καρδιά του άρχισε να χτυπά ακόμα πιο δυνατά.
Πέρασαν μέσα από ένα μακρύ πέτρινο τούνελ, και αμέσως μετά ο ουρανός φάνηκε ξανά. Βρίσκονταν μέσα στην Αυλή του Βασιλιά.
Ο Θορ δεν μπορούσε να το πιστέψει. Εδώ υπήρχε πολύ μεγαλύτερη κίνηση, και όσο απίθανο κι’ αν ήταν – χιλιάδες άνθρωποι φαίνονταν να πηγαίνουν προς κάθε κατεύθυνση. Υπήρχαν τεράστιες εκτάσεις με πράσινο χορτάρι, τέλεια κομμένο, και ανθισμένα λουλούδια παντού. Ο δρόμος έγινε πιο πλατύς και στις άκρες του υπήρχαν κιόσκια, πωλητές και πέτρινα κτίρια. Και ανάμεσα σ’ όλα αυτά, οι άντρες του Βασιλιά. Στρατιώτες με λαμπερές πανοπλίες. Ο Θορ τα είχε καταφέρει.
Μέσα στον ενθουσιασμό του ξεχάστηκε και σηκώθηκε όρθιος. Αμέσως η άμαξα σταμάτησε επί τόπου κάνοντάς τον να πέσει απότομα προς τα πίσω και να προσγειωθεί με την πλάτη μέσα στο άχυρο. Πριν προλάβει να σηκωθεί, άκουσε τον ήχο από ένα ξύλο που κατέβαινε και σηκώνοντας τα μάτια του είδε έναν θυμωμένο γέρο, καραφλό και κουρελή να τον αγριοκοιτάζει. Ο αμαξάς άπλωσε το χέρι του, άρπαξε τον Θορ από τους αστραγάλους και με τα κοκαλιάρικα χέρια του τον τράβηξε έξω.
Ο Θορ, σαν να πέταγε, προσγειώθηκε άγαρμπα με την πλάτη στο χώμα του δρόμου, σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης. Ολόγυρά του, ξέσπασαν δυνατά γέλια.
«Την άλλη φορά που θα ανέβεις στην άμαξά μου, θα σε δέσω χειροπόδαρα! Τώρα είσαι τυχερός που δεν φωνάζω τους στρατιώτες!»
Ο γέρος έκανε στροφή, έφτυσε, ανέβηκε βιαστικά πάνω στην άμαξα και με το μαστίγιο χτύπησε τα άλογά του για να ξεκινήσουν.
Ντροπιασμένος, ο Θορ μάζεψε το κουράγιο του αργά αργά και σηκώθηκε όρθιος. Κοίταξε γύρω. Κάποιοι περαστικοί γελούσαν αλλά όταν κι’ ο Θορ τους κοίταξε κοροϊδευτικά, έστρεψαν αλλού το βλέμμα τους. Τίναξε τη σκόνη από πάνω του και με τα χέρια του ξεσκόνισε τα μπράτσα του – είχε πληγωθεί η περηφάνια του, αλλά όχι το σώμα του.
Η καλή του διάθεση επέστρεψε καθώς κοιτούσε γύρω του θαμπωμένος και συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε να είναι χαρούμενος που είχε φτάσει τουλάχιστον ως εδώ. Τώρα που είχε βγει από την άμαξα μπορούσε να κοιτάει γύρω του ελεύθερα και αυτό που έβλεπε ήταν πραγματικά ένα υπέροχο θέαμα: η Αυλή απλώνονταν τόσο μακριά όσο έφτανε η ματιά του. Στο κέντρο της βρίσκονταν ένα εξαίσιο πέτρινο παλάτι που ήταν οχυρωμένο γύρω γύρω με πανύψηλα τείχη. Πάνω στην κορυφή τους τα τείχη ήταν διακοσμημένα με στηθαία που έμοιαζαν σαν στέμμα και εκεί περιπολούσε ο στρατός του Βασιλιά. Ολόγυρά του ήταν καταπράσινες εκτάσεις, άψογα συντηρημένες, πέτρινες πλατείες, σιντριβάνια και συστάδες δέντρων. Ήταν μια μεγάλη πόλη. Και ήταν πλημμυρισμένη με κόσμο.
Η καρδιά του για μια στιγμή σκίρτησε καθώς, στο βάθος, είδε ένα ιπποδρόμιο για κονταρομαχίες, με τον χωμάτινο διάδρομό του και το διαχωριστικό σχοινί στη μέση. Σε ένα άλλο γήπεδο, μπορούσε να δει στρατιώτες που έριχναν δόρατα σε μακρινούς στόχους, ενώ σ’ ένα άλλο υπήρχαν τοξότες που έριχναν σε στόχους από άχυρο. Φαινόταν ότι παντού υπήρχαν αγωνίσματα και συναγωνισμοί. Υπήρχε και μουσική: λαούτα και φλάουτα και κύμβαλα και ομάδες μουσικών να περιφέρονται. Και κρασί σε τεράστια βαρέλια που τα κυλούσαν για να τα φέρουν έξω. Για τα φαγητά ετοιμάζονταν πελώρια τραπέζια που απλώνονταν ως εκεί που μπορούσε να δει η ματιά του. Έμοιαζε σαν να είχε φτάσει στη μέση μιας πολύ μεγάλης γιορτής. Όμως, όσο εκθαμβωτικά κι’ αν ήταν όλα αυτά, ο Θορ ένιωθε την ανάγκη να πάει να βρει την Λεγεώνα. Είχε ήδη αργήσει και έπρεπε να παρουσιαστεί.
Έτρεξε βιαστικά προς τον πρώτο άνθρωπο που είδε, έναν μεσόκοπο άντρα με ματωμένα ρούχα που έμοιαζε ότι ήταν χασάπης και κατηφόριζε βιαστικά στο δρόμο. Όλοι εδώ βιάζονταν πολύ.
«Με συγχωρείτε, κύριε», είπε ο Θορ αρπάζοντάς τον από το μπράτσο.
Ο άντρας κοίταξε το χέρι του Θορ υποτιμητικά.
«Τι θες, αγόρι μου;»
«Ψάχνω τη Λεγεώνα του Βασιλιά. Μήπως ξέρετε που εκπαιδεύονται;»
«Σου μοιάζω για χάρτης;» είπε ο άντρας με συριχτή φωνή και έφυγε τρέχοντας.
Ο Θορ αιφνιδιάστηκε από την αγένειά του.
Πλησίασε βιαστικά το επόμενο άτομο που είδε – μια γυναίκα που ζύμωνε με το αλεύρι της σε ένα μακρύ τραπέζι. Υπήρχαν αρκετές γυναίκες στο ίδιο τραπέζι και όλες τους δούλευαν σκληρά. Ο Θορ υπέθεσε ότι κάποια απ’ αυτές θα ήξερε.
«Με συγχωρείτε, δεσποινίς», είπε. «Μήπως τυχόν ξέρετε που εκπαιδεύεται η Λεγεώνα του Βασιλιά;»
Κοίταξε η μια την άλλη και άρχισαν να χαχανίζουν – μερικές από αυτές δεν ήταν πολύ πιο μεγάλες απ’ αυτόν.
«Ψάχνεις σε λάθος μέρος», αυτή είπε. «Εδώ εμείς προετοιμαζόμαστε για τη γιορτή».
«Μου είπαν, όμως, ότι εκπαιδεύονται στην Αυλή του Βασιλιά», είπε ο Θορ μπερδεμένος.
Οι γυναίκες άρχισαν να γελούν ξανά, πιο συγκρατημένα αυτή τη φορά. Η πιο μεγάλη έβαλε τα χέρια της στους γοφούς της και κούνησε το κεφάλι της.
«Κάνεις σαν να είναι η πρώτη σου φορά στην Αυλή του Βασιλιά. Δεν έχεις ιδέα πόσο μεγάλη είναι;»
Ο Θορ κοκκίνισε καθώς οι άλλες γυναίκες άρχισαν πάλι να γελάνε, έτσι γύρισε κι’ έφυγε σαν σίφουνας. Δεν του άρεσε να τον κοροϊδεύουν.
Μπροστά του έβλεπε καμιά δεκαριά δρόμους να περνάνε και να στρίβουν από κάθε πέρασμα μέσα στην Αυλή του Βασιλιά, ενώ διάσπαρτες στα πέτρινα τείχη ήταν τουλάχιστον δώδεκα είσοδοι. Το μέγεθος και το εύρος αυτού του τόπου ήταν κάτι το συγκλονιστικό. Είχε το κακό προαίσθημα ότι ακόμα κι’ αν έψαχνε μέρες δεν θα εύρισκε τη Λεγεώνα.
Τότε του ήρθε μια ιδέα. Ένας στρατιώτης θα ήξερε σίγουρα που εκπαιδεύονταν οι άλλοι. Ένιωθε αμηχανία στην ιδέα ότι θα πλησίαζε έναν πραγματικό στρατιώτη του Βασιλιά, αλλά καταλάβαινε ότι έπρεπε.
Γύρισε και πήγε βιαστικά προς το τείχος, στον στρατιώτη που στέκονταν φρουρός στην πιο κοντινή είσοδο, ελπίζοντας ότι δεν θα τον πέταγε έξω. Ο στρατιώτης στέκονταν καμαρωτός και κοίταζε ευθεία μπροστά.
«Ψάχνω την Λεγεώνα του Βασιλιά», είπε ο Θορ, επιστρατεύοντας την πιο γενναία φωνή του.
Ο στρατιώτης συνέχισε να κοιτάει ευθεία μπροστά, αγνοώντας τον.
«Είπα, ψάχνω για την Λεγεώνα του Βασιλιά!» ο Θορ επέμεινε, πιο δυνατά και πιο αποφασιστικά για να κάνει τον στρατιώτη να τον προσέξει.
Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, ο στρατιώτης έριξε μια περιφρονητική ματιά προς το μέρος του.
«Μπορείτε να μου πείτε πού είναι;» είπε ο Θορ πιεστικά.
«Και τι δουλειά έχεις εσύ μαζί τους;»
Πολύ σημαντική δουλειά», ο Θορ είπε με πειστικό τρόπο, ελπίζοντας ότι ο στρατιώτης δεν θα ρώταγε περισσότερα.
Ο στρατιώτης ξαναπήρε την ίδια στάση και κοιτάζοντας ευθεία μπροστά τον αγνόησε για άλλη μια φορά. Ο Θορ ένιωσε βαθιά θλίψη μέσα του, ενώ φοβόταν ότι δεν θα έπαιρνε ποτέ απάντηση από κανέναν.
Μετά από λίγο, που του φάνηκε όμως σαν αιωνιότητα, ο στρατιώτης απάντησε: «Πάρε την ανατολική πύλη και πήγαινε βόρεια όσο πιο μακριά μπορείς. Πάρε την τρίτη πύλη στ’ αριστερά σου, μετά στρίψε δεξιά στη διακλάδωση, και ξανά δεξιά. Πέρασε μέσα από την δεύτερη πέτρινη αψίδα και το στρατόπεδό τους είναι πέρα από την πύλη. Αλλά σου λέω, χάνεις τον χρόνο σου. Δεν δέχονται επισκέπτες».
Ο Θορ δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτα άλλο. Χωρίς να χάσει στιγμή, έστριψε και διέσχισε τρέχοντας το χωράφι, ακολουθώντας τις οδηγίες, ενώ τις επαναλάμβανε συνεχώς στο μυαλό του. Έβλεπε τον ήλιο ψηλά στον ουρανό και προσευχήθηκε να μην ήταν ήδη πολύ αργά όταν θα έφτανε.
*
Ο Θορ κατηφόρισε στα άψογα μονοπάτια που ήταν στρωμένα με λεπτό χαλικάκι διασχίζοντας την Αυλή του Βασιλιά. Προσπαθούσε να ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες, ελπίζοντας πως δεν θα χαθεί. Όταν έφτασε στην άλλη άκρη της αυλής, είδε όλες τις πύλες και διάλεξε την τρίτη στ’ αριστερά του. Πέρασε από κάτω και μετά ακολούθησε τις διακλαδώσεις στρίβοντας στο ένα μονοπάτι μετά το άλλο. Έτρεχε κόντρα στις άμαξες, στους χιλιάδες ανθρώπους που συνέρρεαν στην πόλη και στα πλήθη που γίνονταν όλο και πυκνότερα από λεπτό σε λεπτό. Πέρναγε ξυστά από τους οργανοπαίχτες με τα λαούτα, τους ζογκλέρ, τους γελωτοποιούς και όλους όσοι ήταν εκεί για να διασκεδάσουν τα πλήθη. Ήταν όλοι τους ντυμένοι με τα καλύτερά τους ρούχα.
Ο Θορ δεν άντεχε στην ιδέα ότι η επιλογή θα άρχιζε χωρίς αυτός να είναι εκεί και προσπαθούσε να συγκεντρωθεί όσο πιο πολύ μπορούσε για να βρίσκει τα σωστά μονοπάτια, το ένα μετά το άλλο, ψάχνοντας ταυτόχρονα για κάποιο σημάδι ότι πλησίαζε στο στρατόπεδο εκπαίδευσης. Πέρασε κάτω από μια αψίδα, κατηφόρισε σ’ άλλον ένα δρόμο, και μετά, εκεί στο βάθος, είδε αυτό που δεν μπορούσε παρά να είναι το πεπρωμένο του – ένα μίνι Κολοσσαίο, χτισμένο με πέτρα σε τέλειο κύκλο. Στρατιώτες φρουρούσαν την τεράστια πύλη στο κέντρο του. Ο Θορ άκουσε συγκρατημένες επευφημίες πίσω από τους τοίχους του και η καρδιά του άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά. Εδώ ήταν το μέρος.
Συνέχισε να τρέχει ενώ τα πνευμόνια του κόντευαν να σκάσουν. Μόλις έφτασε στην πύλη, δύο φρουροί βγήκαν μπροστά και κατέβασαν τις λόγχες τους κλείνοντάς του το δρόμο. Ένας τρίτος φρουρός ήρθε μπροστά και σήκωσε την παλάμη του.
«Σταμάτα εκεί που είσαι», τον πρόσταξε.
Ο Θορ σταμάτησε απότομα, λαχανιασμένος, αλλά μετά βίας μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό του.
«Δεν… δεν… καταλαβαίνετε», είπε ασθμαίνοντας, με τις λέξεις να κόβονται καθώς προσπαθούσε να αναπνεύσει. «Πρέπει να μπω μέσα. Άργησα».
«Άργησες για ποιο πράγμα;»
«Για την επιλογή».
Ο φρουρός, ένας κοντός, βαρύς άντρας με δέρμα γεμάτο σημάδια, γύρισε και κοίταξε τους άλλους, οι οποίοι με τη σειρά τους τον κοίταξαν κυνικά. Γύρισε και εξέτασε τον Θορ με ένα υποτιμητικό βλέμμα.
«Οι νεοσύλλεκτοι έφτασαν εδώ πριν από ώρες, με τα βασιλικά οχήματα. Αν δεν έχεις προσκληθεί, δεν μπορείς να μπεις».
«Αλλά δεν καταλαβαίνετε. Πρέπει —»
Ο φρουρός άπλωσε το χέρι του και άρπαξε τον Θορ από το πουκάμισο.
«Εσύ δεν καταλαβαίνεις, μικρό, θρασύ αγόρι. Πώς τολμάς να έρχεσαι εδώ και να προσπαθείς να περάσεις με το ζόρι; Τώρα φύγε – πριν σε αλυσοδέσω».
Έσπρωξε τον Θορ, που έκανε αρκετά βήματα πίσω παραπατώντας.
Ο Θορ ένιωσε ένα πόνο στο στήθος εκεί που τον είχε ακουμπήσει το χέρι του φρουρού – αλλά πιο πολύ απ’ αυτό, ένιωθε τον πόνο της απόρριψης. Ήταν αγανακτισμένος. Δεν είχε έρθει τόσο δρόμο για να τον διώξει ένας φρουρός χωρίς καν να τον δουν. Ήταν αποφασισμένος να μπει μέσα.
Ο φρουρός γύρισε πίσω στους άντρες του και ο Θορ απομακρύνθηκε αργά αργά πηγαίνοντας γύρω από το κυκλικό κτίριο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Είχε ένα σχέδιο. Περπάτησε ώσπου οι άντρες να μην μπορούν να τον δουν πια, και μετά άρχισε να τρέχει ελαφρά και αθόρυβα κατά μήκος των τειχών. Έλεγξε για να βεβαιωθεί ότι οι φρουροί δεν τον παρακολουθούσαν και μετά άρχισε να τρέχει πολύ πιο γρήγορα. Όταν είχε φτάσει στα μισά της διαδρομής γύρω από το κτίριο, εντόπισε άλλο ένα άνοιγμα που οδηγούσε μέσα στην αρένα. Ψηλά πάνω στο πέτρινο τείχος υπήρχαν αψιδωτά ανοίγματα τα οποία, όμως, προστατεύονταν με σιδερένια κάγκελα. Σε ένα από αυτά τα ανοίγματα έλειπαν τα κάγκελα. Άκουσε κι’ άλλες επευφημίες και ανεβαίνοντας πάνω στο περβάζι, κοίταξε κάτω.
Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα. Μέσα στο τεράστιο κυκλικό στρατόπεδο εκπαίδευσης βρίσκονταν δεκάδες νεοσύλλεκτοι – συμπεριλαμβανομένων και των αδελφών του. Ήταν παρατεταγμένοι απέναντι από μια ομάδα στρατιωτών του Αργυρού Τάγματος. Οι άντρες του βασιλιά βάδιζαν ανάμεσά τους συναθροίζοντάς τους.
Μία άλλη ομάδα νεοσύλλεκτων στέκονταν στην άλλη πλευρά κάτω από το άγρυπνο μάτι ενός στρατιώτη και έριχναν ακόντια σε ένα μακρινό στόχο. Ένας από αυτούς αστόχησε.
Οι φλέβες του Θορ έκαιγαν από την αγανάκτηση. Αυτός θα μπορούσε να είχε χτυπήσει τους στόχους. Ήταν το ίδιο καλός όσο οποιοσδήποτε άλλος από αυτούς. Δεν ήταν δίκαιο να τον αφήσουν έξω μόνο και μόνο επειδή ήταν μικρότερος σε ηλικία και λίγο πιο μικρόσωμος.
Ξαφνικά, ο Θορ ένιωσε ένα χέρι στην πλάτη του και καθώς αυτό τον τράβηξε πίσω, έφυγε απότομα προς τα κάτω και έπεσε με γδούπο στο έδαφος σαν κουβάρι. Σήκωσε τα μάτια του και είδε τον φρουρό από την πύλη να του χαμογελά ειρωνικά.
«Τι σου είπα, νεαρέ;»
Πριν μπορέσει να αντιδράσει, ο φρουρός πήρε φόρα και κλώτσησε δυνατά τον Θορ που ένιωσε ένα δυνατό πόνο στα πλευρά του, ενώ ο φρουρός ετοιμαζόταν να τον ξανακλωτσήσει.
Αυτή τη φορά, ο Θορ άρπαξε το πόδι του φρουρού στον αέρα. Το τράβηξε δυνατά και εκείνος έχασε την ισορροπία του και έπεσε.
Ο Θορ σηκώθηκε αμέσως, αλλά και ο φρουρός έκανε το ίδιο. Ο Θορ τον κοίταξε, σοκαρισμένος απ’ αυτό που είχε κάνει. Απέναντί του ο φρουρός τον αγριοκοίταγε.
«Όχι μόνο θα σε δέσω», είπε ο φρουρός με συριχτή φωνή, «αλλά θα σε κάνω να πληρώσεις γι’ αυτό. Κανείς δεν αγγίζει έναν φρουρό του Βασιλιά! Ξέχνα το να μπεις στη Λεγεώνα – τώρα θα σαπίσεις στα μπουντρούμια! Θα είσαι τυχερός αν ποτέ ξαναβγείς από εκεί.!»
Ο φρουρός έβγαλε μια αλυσίδα με λουκέτο στην άκρη. Πλησίασε τον Θορ με την εκδίκηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
Το μυαλό του Θορ πήρε γρήγορες στροφές. Δεν μπορούσε να αφήσει τον εαυτό του να τον αλυσοδέσουν – και σίγουρα δεν ήθελε να βλάψει ένα Φρουρό του Βασιλιά. Έπρεπε να σκεφτεί κάτι – γρήγορα.
Θυμήθηκε τη σφεντόνα του. Μόλις την έπιασε, τα αντανακλαστικά του ανέλαβαν τη συνέχεια. Την άρπαξε, έβαλε μέσα την πέτρα, σημάδεψε, και την άφησε να φύγει.
Η πέτρα έσχισε τον αέρα και χτύπησε τις αλυσίδες από το χέρι του φρουρού που είχε μείνει άναυδος. Χτύπησε επίσης και τα δάκτυλά του. Ο φρουρός, έκανε ένα βήμα πίσω και κούνησε το χέρι του, ουρλιάζοντας από πόνο, καθώς οι αλυσίδες έπεφταν με θόρυβο στο έδαφος.
Ο φρουρός έριξε μια θανατηφόρα ματιά στον Θορ και τράβηξε το σπαθί του. Αυτό βγήκε από τη θήκη του με τον χαρακτηριστικό μεταλλικό του ήχο.
«Αυτό ήταν το τελευταίο σου λάθος», τον απείλησε ο φρουρός με κακία και όρμησε κατά πάνω του.
Ο Θορ δεν είχε καμία άλλη επιλογή. Αυτός ο άνθρωπος δεν επρόκειτο να τον αφήσει να φύγει. Έβαλε άλλη μια πέτρα στη σφεντόνα και του την έριξε. Ο στόχος του ήταν καλά μελετημένος – δεν ήθελε να σκοτώσει τον φουρό, αλλά έπρεπε να τον σταματήσει. Έτσι, αντί να στοχεύσει στην καρδιά του, τη μύτη, τα μάτια, ή το κεφάλι του, ο Θορ στόχευσε στο μοναδικό μέρος που ήξερε ότι θα τον σταματούσε, χωρίς όμως να τον σκοτώσει.
Ανάμεσα στα πόδια του.
Άφησε την πέτρα να φύγει – όχι με όλη του τη δύναμη, αλλά αρκετή για να τον ρίξει κάτω.
Ήταν το τέλειο χτύπημα.
Ο φρουρός διπλώθηκε στα δύο, και ρίχνοντας το σπαθί του, έβαλε σφιχτά τα χέρια του γύρω από τα γεννητικά του όργανα. Μετά κατέρρευσε στο έδαφος και κουλουριάστηκε σαν μπάλα.
«Θα σε κρεμάσουν γι’ αυτό που έκανες!» φώναξε απειλητικά ανάμεσα σε βογγητά πόνου. «Φρουροί! Φρουροί!»
Ο Θορ σήκωσε τα μάτια του και είδε στο βάθος αρκετούς φρουρούς του Βασιλιά να τρέχουν προς το μέρος του.
Ήταν τώρα ή ποτέ.
Χωρίς να χάσει στιγμή, έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς το περβάζι του παραθύρου. Θα έπρεπε να περάσει μέσα απ’ αυτό, να πηδήξει κάτω στην αρένα και να πάει να παρουσιαστεί. Και ήταν αποφασισμένος να δώσει μάχη με όποιον θα προσπαθούσε να μπει εμπόδιο στο δρόμο του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Ο ΜακΓκιλ καθόταν στην επάνω αίθουσα του κάστρου του, στην προσωπική του αίθουσα, εκείνη που χρησιμοποιούσε για τις προσωπικές του υποθέσεις. Καθόταν στον ατομικό του θρόνο, που ήταν φτιαγμένος από σκαλιστό ξύλο, και κοίταζε τα τέσσερα παιδιά του που στέκονταν μπροστά του. Εκεί ήταν ο Κέντρικ, ο μεγαλύτερος γιος του που στα είκοσι πέντε του ήταν εξαιρετικός πολεμιστής και πραγματικός τζέντλεμαν. Απ’ όλα του τα παιδιά, αυτός έμοιαζε στον ΜακΓκιλ περισσότερο – πραγματική ειρωνεία μια και ήταν εξώγαμος. Ήταν το μόνο του παραστράτημα με μια άλλη γυναίκα που την είχε προ πολλού ξεχάσει. Ο ΜακΓκιλ είχε αναθρέψει τον Κέντρικ μαζί με τα νόμιμα παιδιά του, παρά τις αρχικές διαμαρτυρίες της Βασίλισσας, υπό τον όρο ότι δεν θα ανέβαινε ποτέ στον θρόνο. Τώρα αυτό ήταν κάτι που τον πονούσε πραγματικά αφού, ο Κέντρικ ήταν ο πιο εξαίρετος άνθρωπος που γνώριζε, και ένας γιος που ήταν περήφανος που είχε. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει ποτέ καλύτερος διάδοχος στο βασίλειό του.
Δίπλα στον Κέντρικ, και σε πλήρη αντίθεση μ’ αυτόν, στεκόταν ο Γκάρεθ, ο δευτερότοκος γιος του – δηλαδή ο πρωτότοκος νόμιμος γιος του. Ο Γκάρεθ ήταν είκοσι τριών, λεπτός με βαθουλωτά μάγουλα και μεγάλα καστανά μάτια που δεν σταματούσαν να κινούνται. Ο χαρακτήρας του δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετικός από τον μεγαλύτερο αδελφό του. Ο Γκάρεθ ήταν ακριβώς ό,τι δεν ήταν ο Κέντρικ. Ενώ ο αδελφός του ήταν ευθύς και ειλικρινής, ο Γκάρεθ έκρυβε τις πραγματικές τους σκέψεις. Εκεί που ο αδελφός του ήταν υπερήφανος και ευγενής, ο Γκάρεθ ήταν δόλιος και ανέντιμος. Το γεγονός ότι αντιπαθούσε τον ίδιο του το γιο πονούσε πραγματικά τον ΜακΓκιλ. Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να διορθώσει τον χαρακτήρα του, αλλά μετά από κάποιο σημείο, όταν το αγόρι ήταν στην εφηβεία του, ο ΜακΓκιλ αποφάσισε ότι ο χαρακτήρας του ήταν έμφυτος. Ο Γκάρεθ ήταν δολοπλόκος, διψούσε για εξουσία και ήταν φιλόδοξος, αλλά με την αρνητική έννοια της λέξης. Ο ΜακΓκιλ ήξερε επίσης ότι ο Γκάρεθ δεν είχε καμία προτίμηση για τις γυναίκες, αλλά είχε αρκετούς άντρες εραστές. Άλλοι βασιλιάδες θα είχαν διώξει ένα τέτοιο γιο, αλλά ο ΜακΓκιλ ήταν πιο ανοιχτόμυαλος, και σε ό,τι τον αφορούσε, αυτός δεν ήταν λόγος να μην τον αγαπάει. Δεν τον κατέκρινε γι’ αυτό. Γι’ αυτό, όμως που πράγματι τον κατέκρινε, ήταν ο ραδιούργος χαρακτήρας του – κάτι που δεν μπορούσε να παραβλέψει.
Ακριβώς δίπλα στον Γκάρεθ στεκόταν η δευτερότοκη κόρη του ΜακΓκιλ, η Γκουέντολιν. Είχε μόλις κλείσει τα δεκάξι της χρόνια και ήταν ένα από τα ομορφότερα κορίτσια που υπήρχαν – ενώ η ομορφιά του χαρακτήρα της επισκίαζε ακόμα και την εμφάνισή της. Ήταν ευγενική, γενναιόδωρη, έντιμη – η πιο εξαιρετική κοπέλα απ’ όσες ήξερε. Από την άποψη αυτή, έμοιαζε πολύ με τον Κέντρικ. Κοιτούσε τον ΜακΓκιλ με την αγάπη μιας κόρης για τον πατέρα της και σε κάθε της ματιά ένιωθε πάντα την πίστη της σ’ αυτόν. Ήταν πολύ πιο περήφανος γι’ αυτή παρά για τους γιους του.
Δίπλα ακριβώς στην Γκουέντολιν, ήταν ο πιο μικρός γιος του ΜακΓκιλ, ο Ρις, ένα περήφανο παλικάρι γεμάτο ζωντάνια και θάρρος που στα δεκατέσσερά του άρχιζε να γίνεται άντρας. Ο ΜακΓκιλ είχε παρακολουθήσει την ένταξή του στη Λεγεώνα, και ήδη μπορούσε να δει τι άντρας επρόκειτο να γίνει. Ο ΜακΓκιλ δεν είχε καμία αμφιβολία. Ο Ρις θα ήταν ο καλύτερός του γιος και θα γινόταν εξαιρετικός κυβερνήτης. Αλλά αυτή η μέρα δεν είχε φτάσει ακόμα. Ήταν ακόμα πολύ μικρός και είχε πολλά να μάθει.
Ο ΜακΓκιλ είχε ανάμεικτα συναισθήματα καθώς κοίταζε προσεκτικά αυτά τα τέσσερα παιδιά, τους τρεις γιους του και την κόρη του, να στέκονται μπροστά του. Ένιωθε υπερηφάνεια ανάμικτη με απογοήτευση. Ένιωθε επίσης θυμό και δυσαρέσκεια που δύο από τα παιδιά του δεν ήταν εκεί. Η μεγαλύτερη, η κόρη του η Λουάντα, φυσικά ετοιμαζόταν για τον γάμο της, και αφού μετά το γάμο της θα έφευγε για άλλο βασίλειο, δεν είχε λόγο να παραβρίσκεται σ’ αυτή την συζήτηση σχετικά με την διαδοχή. Όμως, ο άλλος του γιος, ο δεκαοκτάχρονος Γκόντφρι, ο μεσαίος, ήταν απών και ο ΜακΓκιλ είχε κοκκινίσει από την περιφρόνηση που του έδειχνε.
Από τότε που ήταν μικρό παιδί, ο Γκόντφρι έδειχνε την περιφρόνησή του για τη βασιλεία και ήταν σαφές ότι ποτέ του δεν θα νοιαζόταν για τον θεσμό ή για να κυβερνήσει. Αλλά η μεγαλύτερη απογοήτευση του ΜακΓκιλ ήταν ότι ο Γκόντφρι προτιμούσε να περνάει τον καιρό του σε μπυραρίες με κακές παρέες, προκαλώντας συνεχώς στην βασιλική οικογένεια όλο και μεγαλύτερη ντροπή και ατίμωση. Ήταν ένας τεμπέλης που κοιμόταν τη μισή ημέρα ενώ την άλλη μισή την περνούσε στο ποτό. Από τη μια πλευρά, ο ΜακΓκιλ ένιωθε ανακουφισμένος που δεν είχε έρθει, όμως από την άλλη, αυτή ήταν μια προσβολή που δεν μπορούσε να αντέξει. Στην πραγματικότητα, ήταν κάτι που περίμενε και γι’ αυτό το λόγο είχε στείλει τους άντρες του από νωρίς να χτενίσουν τις μπυραρίες, για να τον βρουν και να τον φέρουν πίσω. Ο ΜακΓκιλ καθόταν σιωπηλός και περίμενε, έως ότου οι φρουροί εκτέλεσαν την εντολή.
Η βαριά δρύινη πόρτα τελικά άνοιξε με θόρυβο και μέσα μπήκαν οι βασιλικοί φρουροί που έσερναν τον Γκόντφρι ανάμεσά τους. Του έδωσαν μια σπρωξιά και ο Γκόντφρι μπήκε παραπατώντας μέσα στην αίθουσα καθώς οι φρουροί έκλειναν την πόρτα πίσω του.
Τα αδέλφια του γύρισαν όλα και τον κοίταξαν. Ο Γκόντφρι ήταν απεριποίητος, βρωμούσε μπύρα, ήταν αξύριστος και μισοντυμένος. Τους χαμογέλασε. Αυθάδης, όπως πάντα.
«Γεια σου Πατέρα», είπε ο Γκόντφρι. «Έχασα κάτι καλό;»
«Στάσου εκεί μαζί με τα αδέλφια σου και περίμενε να σας μιλήσω. Αν δεν το κάνεις, μάρτυράς μου ο Θεός, θα σε αλυσοδέσω και θα σε στείλω στα μπουντρούμια μαζί με τους υπόλοιπους κοινούς κρατούμενους, και δεν πρόκειται να δεις φαγητό – πόσο μάλλον μπύρα – για τρεις ολόκληρες μέρες.
Προκλητικά, ο Γκόντφρι αγριοκοίταξε τον πατέρα του. Σ’ αυτή την ματιά, ο ΜακΓκιλ μπορούσε να διακρίνει κάποια βαθιά αποθέματα δύναμης, κάτι από τον εαυτό του, μια σπίθα που κάποια μέρα θα έφερνε κάτι καλό για τον Γκόντφρι. Αν μπορούσε ποτέ να ξεπεράσει την ίδια του την προσωπικότητα.
Επαναστατικός ως το τέλος, ο Γκόντφρι περίμενε περίπου δέκα δευτερόλεπτα πριν τελικά υπακούσει και κάνει μερικά βαριεστημένα βήματα για να πάει να σταθεί μαζί με τους άλλους.
Ο ΜακΓκιλ κοίταζε προσεκτικά τα πέντε παιδιά που στέκονταν μπροστά του: τον νόθο, τον διεστραμμένο, τον μέθυσο, την κόρη του και τον μικρότερο γιο του. Ήταν ένα παράξενο μείγμα και σχεδόν δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν όλοι τους δικά του παιδιά. Και τώρα, την ημέρα του γάμου της μεγάλης του κόρης, το καθήκον του ήταν να διαλέξει ένα διάδοχο από αυτή την ομάδα. Πώς ήταν δυνατόν;
Ήταν μια δοκιμασία ματαιότητας. Στο κάτω κάτω, βρισκόταν ακόμα στην ακμή του και θα μπορούσε να κυβερνήσει για άλλα τριάντα χρόνια. Όποιον διάδοχο κι’ αν διάλεγε σήμερα, μπορεί να μην ανέβαινε στον θρόνο για δεκαετίες. Όλη αυτή η παράδοση τον ενοχλούσε. Μπορεί να ήταν καλή για την εποχή των προγόνων του, αλλά δεν είχε καμία θέση στο σήμερα.
Ξερόβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό του.
«Συγκεντρωθήκαμε εδώ σήμερα ακολουθώντας την παράδοση. Όπως γνωρίζετε, την σημερινή ημέρα, την ημέρα του γάμου της μεγαλύτερης κόρης μου, το καθήκον μου είναι να ορίσω διάδοχο του θρόνου. Ένας διάδοχος που θα κυβερνήσει αυτό το βασίλειο. Σε περίπτωση που πεθάνω, δεν υπάρχει κανένας καταλληλότερος για να κυβερνήσει από την μητέρα σας. Άλλά οι νόμοι του βασιλείου μας ορίζουν ότι μόνο ένας απόγονος του βασιλιά μπορεί να γίνει διάδοχος. Επομένως, πρέπει να επιλέξω.
Ο ΜακΓκιλ κράτησε την ανάσα του καθώς σκεφτόταν. Μια βαριά σιωπή απλώνονταν στον αέρα και μπορούσε να αισθανθεί το βάρος της προσμονής. Κοίταζε μέσα στα μάτια τους και έβλεπε διαφορετικές εκφράσεις στον καθένα. Το εξώγαμο παιδί του φαινόταν ότι είχε ήδη παραιτηθεί, ξέροντας ότι δεν επρόκειτο να είναι αυτός που θα επιλέγονταν. Τα μάτια του διεστραμμένου γυάλιζαν από φιλοδοξία, καθώς περίμενε ότι ήταν φυσικό ο κλήρος να πέσει σ’ αυτόν. Ο μέθυσος κοίταζε έξω από το παράθυρο – δεν τον ένοιαζε καθόλου. Η κόρη του τον κοίταγε με αγάπη, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν μέρος αυτής της συζήτησης, αλλά αγαπούσε τον πατέρα της ούτως ή άλλως. Το ίδιο και ο μικρότερος γιος του.
«Κέντρικ, πάντα σε θεωρούσε έναν αληθινό γιο. Αλλά οι νόμοι του βασιλείου μας με εμποδίζουν να περάσω την βασιλεία σε οποιονδήποτε άλλο που δεν έχει πλήρη νομιμότητα».
Ο Κέντρικ υποκλίθηκε. «Πατέρα, δεν περίμενα κάτι τέτοιο. Είμαι ευχαριστημένος με όσα έχω. Σε παρακαλώ, μην στεναχωριέσαι».
Ο ΜακΓκιλ ένιωσε πόνο με την απάντησή του. Ήξερε πόσο αληθινός ήταν και όλο και πιο πολύ ήθελε να μπορούσε να τον ορίσει διάδοχό του.
«Επομένως μένετε τέσσερις. Ρις, εσύ είσαι ένας καταπληκτικός νέος, από τους καλύτερους που έχω δει ποτέ. Αλλά είσαι πολύ μικρός για να πάρεις μέρος σε μια τέτοια συζήτηση».
«Και εγώ το ίδιο πιστεύω, Πατέρα», απάντησε ο Ρις με μια ελαφρά υπόκλιση.
«Γκόντφρι, είσαι ένας από τους τρεις νόμιμους γιους μου – αλλά εσύ έχεις διαλέξει να σπαταλάς τον χρόνο σου στις μπυραρίες με τους βρωμιάρηδες. Σου έδωσα όλα τα προνόμια στη ζωή, αλλά εσύ τα έχεις απορρίψει όλα. Αν έχω μια μεγάλη απογοήτευση στη ζωή μου, αυτή είσαι εσύ».
Ο Γκόντφρι αντί για απάντηση έκανε μια γκριμάτσα και κινήθηκε άβολα.
«Λοιπόν, υποθέτω πως εγώ δεν έχω άλλη δουλειά εδώ και μπορώ να ξαναπάω στη μπυραρία, εντάξει, Πατέρα;»
Με μια γρήγορη κοροϊδευτική υπόκλιση, ο Γκόντφρι έκανε στροφή και με καμαρωτό βήμα κατευθύνθηκε προς την έξοδο.
«Γύρνα πίσω αμέσως!» φώναξε κοφτά ο ΜακΓκιλ. «ΤΩΡΑ!»
Ο Γκόντφρι, αγνοώντας τον, συνέχισε να περπατάει κορδωτά. Διέσχισε την αίθουσα, τράβηξε την πόρτα και την άνοιξε. Δύο φρουροί στέκονταν απ’ έξω.
Ο ΜακΓκιλ έβραζε από θυμό καθώς οι δύο φρουροί τον κοίταζαν με απορία.
Αλλά ο Γκόντφρι δεν περίμενε. Πέρασε ανάμεσά τους στην ανοιχτή αίθουσα.
«Συλλάβετέ τον!» φώναξε ο ΜακΓκιλ. «Και βάλτε τον κάπου που να μην τον δει η Βασίλισσα. Δεν θέλω η μητέρα του να στεναχωρεθεί βλέποντάς τον την ημέρα του γάμου της κόρης της».
«Μάλιστα, Βασιλιά μου», είπαν, κλείνοντας την πόρτα καθώς έτρεξαν για να τον συλλάβουν.
Ο ΜακΓκιλ κάθισε εκεί και παίρνοντας βαθιές ανάσες προσπάθησε να ηρεμήσει. Για χιλιοστή φορά, αναρωτήθηκε τι κακό είχε κάνει για να αξίζει ένα τέτοιο παιδί.
Κοίταξε ξανά τα παιδιά του που είχαν μείνει στην αίθουσα. Και οι τέσσερις τον κοίταζαν περιμένοντας μέσα σε απόλυτη σιωπή. Ο ΜακΓκιλ πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί.
«Μετά απ’ αυτό, έχετε μείνει δύο», συνέχισε. «Και από εσάς τους δύο, έχω διαλέξει τον διάδοχό μου».
Ο ΜακΓκιλ στράφηκε προς την κόρη του.
«Γκουέντολιν, ο διάδοχός μου είσαι εσύ».
Ένα ψιθυριστό «ααα» ακούστηκε στην αίθουσα. Όλα τα παιδιά του φαίνονταν σοκαρισμένα, και περισσότερο απ’ όλους η ίδια η Γκουέντολιν.
«Πατέρα, μιλάς σοβαρά;» ρώτησε ο Γκάρεθ. «Είπες, Γκουέντολιν;»
«Πατέρα, με τιμά η απόφασή σου», είπε η Γκουέντολιν. «Αλλά δεν μπορώ να δεχτώ. Είμαι γυναίκα».
«Είναι αλήθεια, δεν έχει ποτέ καθίσει γυναίκα στον θρόνο των ΜακΓκιλ. Αλλά, εγώ αποφάσισα ότι έχει έρθει η ώρα για να αλλάξει η παράδοση. Γκουέντολιν, έχεις το πιο εξαιρετικό μυαλό και χαρακτήρα από οποιαδήποτε άλλη κοπέλα γνωρίζω. Είσαι νέα, αλλά με το θέλημα του Θεού, δεν θα πεθάνω τώρα σύντομα, και όταν θα έρθει η ώρα, θα έχεις γίνει αρκετά σοφή για να κυβερνήσεις. Το βασίλειο θα είναι δικό σου».
«Αλλά Πατέρα!» φώναξε ο Γκάρεθ με το πρόσωπό του κάτωχρο. «Εγώ είμαι ο μεγαλύτερος νόμιμος γιος σου! Ανέκαθεν, σε όλη την ιστορία των ΜακΓκιλ, η βασιλεία έχει πάει στον μεγαλύτερο γιο!»
«Εγώ είμαι ο Βασιλιάς», ο ΜακΓκιλ απάντησε έντονα, «και εγώ επιβάλλω την παράδοση».
«Αλλά αυτό δεν είναι δίκαιο!» ο Γκάρεθ είπε παρακλητικά με φωνή που ακούγονταν σαν κλαψούρισμα. «Υποτίθεται ότι εγώ θα γινόμουν βασιλιάς. Όχι η αδελφή μου. Όχι μια γυναίκα!»
«Μάζεψε τα λόγια σου, αγόρι μου!» φώναξε ο ΜακΓκιλ, τρέμοντας από την οργή του. «Τολμάς να αμφισβητείς την κρίση μου;»
«Δηλαδή εγώ παραγκωνίζομαι για μια γυναίκα; Αυτή είναι η γνώμη σου για μένα;”
«Έχω πάρει την απόφασή μου», είπε ο ΜακΓκιλ. «Και εσύ θα την σεβαστείς και θα την υπακούσεις πιστά, όπως κάθε άλλος υπήκοος στο βασίλειό μου. Τώρα, μπορείτε να φύγετε όλοι σας».
Τα παιδιά του υποκλίθηκαν σκύβοντας το κεφάλι και βγήκαν βιαστικά από την αίθουσα.
Αλλά ο Γκάρεθ σταμάτησε στην πόρτα, μην μπορώντας να πείσει τον εαυτό του να φύγει.
Γύρισε πίσω, και, μόνος του, ήρθε αντιμέτωπος με τον πατέρα του.
Ο ΜακΓκιλ μπορούσε να δει την απογοήτευση στο πρόσωπό του. Ήταν σαφές ότι περίμενε πως αυτός θα ορίζονταν σήμερα ως διάδοχος. Και πιο σημαντικό: το ήθελε. Απελπισμένα. Κάτι που δεν εξέπληξε καθόλου τον ΜακΓκιλ – και αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που δεν του έδωσε τη διαδοχή.
«Γιατί με μισείς, Πατέρα;» τον ρώτησε.
«Δεν σε μισώ. Απλά δεν σε θεωρώ κατάλληλο για να κυβερνήσεις το βασίλειό μου».
«Και γιατί πιστεύεις κάτι τέτοιο;» επέμεινε πιεστικά ο Γκάρεθ.
«Γιατί ακριβώς αυτό είναι που επιδιώκεις».
Το πρόσωπο του Γκάρεθ έγινε κατακόκκινο. Ο ΜακΓκιλ τον είχε κάνει να δει τον πραγματικό του εαυτό. Ο ΜακΓκιλ παρακολουθούσε τα μάτια του και τα είδε να καίνε με τόσο μίσος γι’ αυτόν που δεν μπορούσε ποτέ να το φανταστεί.
Χωρίς να πει άλλη κουβέντα, ο Γκάρεθ όρμησε προς την έξοδο και κοπάνησε την πόρτα πίσω του.
Η αντήχηση που απλώθηκε στην αίθουσα έκανε τον ΜακΓκιλ να ανατριχιάσει. Έφερε στο νου του τη ματιά του γιου του και αισθάνθηκε το μίσος του τόσο βαθύ που ήταν βαθύτερο ακόμα και από το μίσος των εχθρών του. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε τον Άργκον και τα λόγια που του είχε πει ότι ο κίνδυνος ήταν κοντά.
Μήπως ήταν όντως τόσο κοντά;
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Ο Θορ διέσχισε το τεράστιο γήπεδο της αρένας με όλη την ταχύτητα που μπορούσαν να τρέξουν τα πόδια του. Πίσω του άκουγε τα βήματα των φρουρών του Βασιλιά να τον πλησιάζουν απειλητικά. Τον κυνηγούσαν μέσα σ’ αυτό το ζεστό και γεμάτο σκόνη γήπεδο, βρίζοντας καθώς έτρεχαν. Μπροστά του βρίσκονταν τα μέλη – και οι νεοσύλλεκτοι – της Λεγεώνας, δεκάδες αγόρια ακριβώς σαν κι’ αυτόν, όμως μεγαλύτερα σε ηλικία και δυνατότερα. Εκπαιδεύονταν και ελέγχονταν σε διάφορους σχηματισμούς. Κάποιοι εκσφενδόνιζαν δόρατα, άλλοι έριχναν ακόντια, ενώ λίγοι ήταν εκείνοι που έκαναν εξάσκηση σε λαβές λόγχης. Έριχναν σε μακρινούς στόχους και σπάνια αστοχούσαν. Αυτά ήταν τα αγωνίσματα που του άρεσαν και τώρα του φαινόταν εκπληκτικοί.
Ανάμεσα στους νεοσύλλεκτους υπήρχαν δεκάδες πραγματικοί ιππότες, μέλη του Αργυρού Τάγματος, που στέκονταν σε ένα ευρύ ημικύκλιο παρακολουθώντας τα αγωνίσματα. Έκριναν και αποφάσιζαν ποιος θα έμενε και ποιος θα γύριζε σπίτι του.
Ο Θορ ήξερε ότι έπρεπε να αποδείξει την αξία του, έπρεπε να εντυπωσιάσει αυτούς τους άντρες. Μέσα σε λίγα λεπτά, οι φρουροί θα είχαν πέσει επάνω του, και αν έπρεπε να τους εντυπωσιάσει, τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή. Αλλά πώς; Το μυαλό του δούλευε γρήγορα καθώς έτρεχε μέσα στο γήπεδο, αποφασισμένος να κάνει τα πάντα για να μην τον διώξουν.
Καθώς ο Θορ διέσχιζε τρέχοντας το γήπεδο, κάποιοι άρχισαν να βλέπουν ότι κάτι ασυνήθιστο συνέβαινε. Μερικοί από τους νεοσύλλεκτους σταμάτησαν ό,τι έκαναν και γύρισαν να δουν τι γινόταν, ενώ το ίδιο έκαναν και μερικοί από τους ιππότες. Μέσα σε λίγες στιγμές, ο Θορ ένιωσε όλη την προσοχή στραμμένη επάνω του. Όσοι τον κοίταζαν, φαίνονταν σαστισμένοι και ο Θορ συνειδητοποίησε ότι όλοι αυτοί θα αναρωτιόντουσαν ποιος ήταν αυτός που έτρεχε μέσα στο γήπεδο. Όμως δεν ήταν αυτός ο τρόπος που ήθελε να κάνει εντύπωση. Όλη του τη ζωή, όταν ονειρευόταν να μπει στη Λεγεώνα, δεν το είχε φανταστεί να γίνεται έτσι.
Καθώς ο Θορ έτρεχε και σκέφτονταν τι έπρεπε να κάνει, η λύση ήρθε από μόνη της. Ένα μεγαλόσωμο αγόρι, ένας νεοσύλλεκτος, αποφάσισε να αναλάβει δράση, έτσι ώστε να εντυπωσιάσει τους άλλους σταματώντας τον Θορ. Ψηλός, εξαιρετικά μυώδης και σχεδόν διπλάσιος σε μέγεθος από τον Θορ, ύψωσε το ξύλινο σπαθί του για να τον εμποδίσει να περάσει. Ο Θορ μπορούσε να δει ότι ήταν αποφασισμένος να τον χτυπήσει και να τον ρίξει στο έδαφος, να τον γελοιοποιήσει μπροστά σε όλους τους άλλους και να κερδίσει το πλεονέκτημα για τον εαυτό του σε σχέση με τους υπόλοιπους νεοσύλλεκτους.
Αυτό έκανε τον Θορ έξαλλο. Δεν είχε τίποτα να χωρίσει με αυτό το αγόρι και το να παλέψει μαζί του δεν ήταν αυτό που ήθελε να κάνει. Όμως, τώρα έπρεπε να επωφεληθεί από αυτή την πρόκληση για να αποκτήσει ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τους άλλους.
Καθώς πλησίασε, ο Θορ δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το αγόρι ήταν τόσο σωματώδες. Μπροστά του φαίνονταν τεράστιος, είχε τη μεγαλύτερη και πιο τετράγωνη σιαγόνα που ο Θορ είχε δει ποτέ και τον κοίταζε άγρια ενώ τα πυκνά, μαύρα μαλλιά του έπεφταν στο μέτωπό του. Δεν έβλεπε τον τρόπο που θα μπορούσε να νικήσει αυτό το αγόρι.
Το αγόρι του επιτέθηκε με το ξύλινο σπαθί του και ο Θορ κατάλαβε ότι αν δεν έκανε μια γρήγορη κίνηση, το αγόρι θα τον έβγαζε νοκ άουτ.
Τα αντανακλαστικά του Θορ μπήκαν σε δράση. Ενστικτωδώς, έβγαλε την σφεντόνα του, και έριξε μια πέτρα στο χέρι του αγοριού. Η πέτρα βρήκε το στόχο της και το σπαθί έπεσε από τα χέρια του τη στιγμή που ήταν έτοιμος να το κατεβάσει πάνω στον Θορ. Καθώς το σπαθί έπεφτε, το αγόρι ούρλιαξε από πόνο και κράτησε σφιχτά το χέρι του.
Ο Θορ δεν έχασε χρόνο. Εκμεταλλευόμενος τη στιγμή, του επιτέθηκε πηδώντας στον αέρα και έριξε μια κλωτσιά στο στήθος του αγοριού. Αλλά το αγόρι ήταν τόσο χοντρό που ήταν σαν να κλωτσούσε τον κορμό μιας βελανιδιάς. Το αγόρι έκανε πίσω μερικά εκατοστά, ενώ ο Θορ κοκάλωσε χωρίς να μπορεί να κάνει βήμα παρά πέρα αλλά το απότομο σταμάτημά του τον έκανε να πέσει κάτω, μπροστά στα πόδια του αγοριού.
Αυτός δεν είναι καλός οιωνός, σκέφτηκε ο Θορ, καθώς έπεσε στο έδαφος με γδούπο και με ένα δυνατό βόμβο στ’ αυτιά του.
Προσπάθησε να ξανασηκωθεί στα πόδια του, αλλά το αγόρι ήταν ήδη ένα βήμα μπροστά απ’ αυτόν. Έσκυψε και άρπαξε τον Θορ από την πλάτη και τον πέταξε μακριά με το πρόσωπο μέσα στο χώμα.
Ένα πλήθος από άλλα αγόρια γρήγορα μαζεύτηκαν σ’ ένα κύκλο γύρω τους και άρχισαν να φωνάζουν ενθαρρυντικά. Ο Θορ κοκκίνισε από ντροπή.
Γύρισε για να σηκωθεί, αλλά το αγόρι ήταν πολύ γρήγορο. Ήταν ήδη πάνω του και τον είχε καθηλώσει στο έδαφος. Και πριν ο Θορ το καταλάβει, όλο αυτό είχε γίνει ένας αγώνας πάλης με έναν αντίπαλο που το βάρος του ήταν τεράστιο.
Ο Θορ μπορούσε να ακούσει τις πνιχτές φωνές των άλλων νεοσύλλεκτων καθώς είχαν σχηματίσει ένα κύκλο γύρω τους και έβγαζαν κραυγές ανυπομονώντας να δουν αίμα.
Το πρόσωπο του αγοριού είχε αγριέψει πραγματικά και απλώνοντας τους αντίχειρές του τους κατεύθυνε προς τα μάτια του Θορ. Ο Θορ δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το αγόρι ήθελε πραγματικά να του κάνει κακό. Ήταν στ’ αλήθεια τόσο απελπισμένος για αναγνώριση;
Την τελευταία στιγμή, ο Θορ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και έτσι τα χέρια του αγοριού καρφώθηκαν με δύναμη στο χώμα. Ο Θορ άρπαξε την ευκαιρία, γύρισε το σώμα του στο πλάι και ξεφύγε από το πλάκωμα του σώματός του.
Ξανασηκώθηκε στα πόδια του και κοίταξε στα μάτια το αγόρι το οποίο είχε επίσης σηκωθεί. Αυτός επιτέθηκε ξανά, αυτή τη φορά στοχεύοντας το πρόσωπο του Θορ, αλλά ο Θορ έσκυψε την τελευταία στιγμή. Σκύβοντας, αισθάνθηκε την ορμή του αέρα από τη γροθιά του αγοριού που αστόχησε. Ο Θορ συνειδητοποίησε ότι αν αυτή η γροθιά τον είχε πετύχει, θα του είχε σπάσει τη σιαγόνα. Άπλωσε το χέρι του και έριξε μια μπουνιά στην κοιλιά του αγοριού, αλλά δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Ήταν σαν να χτυπούσε ένα δέντρο.
Πριν ο Θορ μπορέσει να αντιδράσει, το αγόρι τον χτύπησε στο πρόσωπο με τον αγκώνα του.
Ο Θορ έκανε δύο βήματα πίσω, παραπατώντας από το χτύπημα. Ήταν σαν να είχε δεχτεί χτύπημα από σφυρί, και τα αυτιά του βούιζαν.
Ενώ ο Θορ παραπατούσε, προσπαθώντας να πάρει μια ανάσα, το αγόρι έκανε άλλη μια επίθεση και τον κλώτσησε δυνατά στο στήθος. Ο Θορ πετάχτηκε στον αέρα και έπεσε στο έδαφος με την πλάτη. Τα άλλα αγόρια ξέσπασαν σε ζητωκραυγές.
Ο Θορ, ζαλισμένος, προσπάθησε να ανακαθίσει, αλλά το αγόρι, για άλλη μια φορά, κινήθηκε εναντίον του, τον ταρακούνησε και άρχισε να του ρίχνει γροθιές στο πρόσωπο μέχρι που τον πέταξε κάτω με την πλάτη κολλημένη στο έδαφος. Αυτή τη φορά ήταν κάτω για τα καλά.
Έμεινε ξαπλωμένος εκεί, ακούγοντας τις ζητωκραυγές των άλλων και νιώθοντας την αλμυρή γεύση του αίματος που έτρεχε από τη μύτη του και το τραύμα στο πρόσωπό του. Βογγούσε από τον πόνο. Σήκωσε τα μάτια του και είδε το τεράστιο αγόρι να αλλάζει κατεύθυνση και να προχωράει προς τους φίλους του, γιορτάζοντας ήδη τη νίκη του.
Ο Θορ ήθελε να καταθέσει τα όπλα. Το αγόρι ήταν τεράστιο, το να παλεύει μαζί του ήταν ανώφελο, και δεν άντεχε άλλο τον πόνο. Αλλά κάτι μέσα του τον έσπρωχνε. Δεν ήταν δυνατόν να χάσει. Όχι μπροστά σ’ όλον αυτόν τον κόσμο.
Μην τα παρατάς. Σήκω. Σήκω!
Ο Θορ κατάφερε να μαζέψει όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει. Με βογγητά κυλίστηκε με τα χέρια και τα γόνατα και μετά, σιγά σιγά, σηκώθηκε όρθιος. Αιμόφυρτος, με πρησμένα μάτια, χωρίς να μπορεί να δει καλά, και αναπνέοντας με δυσκολία ύψωσε τις γροθιές του.
«Θα έπρεπε να μείνεις στο έδαφος», τον απείλησε το αγόρι και άρχισε πάλι να προχωράει προς το μέρος του.
«ΑΡΚΕΤΑ!» ακούστηκε μια δυνατή φωνή. «Έλντεν, κάνε πίσω!»
Ένας ιππότης εμφανίστηκε ξαφνικά και μπήκε ανάμεσά τους, απλώνοντας την παλάμη του και εμποδίζοντας τον Έλντεν να πλησιάσει τον Θορ. Το πλήθος ησύχασε, καθώς όλοι κοίταζαν τον ιππότη. Ήταν φανερό ότι αυτός ήταν ένας άνθρωπος που απαιτούσε σεβασμό.
Η παρουσία του ιππότη έκανε τον Θορ να σηκώσει τα μάτια του και να τον κοιτάξει με δέος. Ήταν γύρω στα είκοσι, ψηλός, με φαρδείς ώμους, τετράγωνο σαγόνι και καστανά, περιποιημένα μαλλιά. Ο Θορ τον συμπάθησε αμέσως. Η πανοπλία του ήταν πρώτης κατηγορίας, αλυσόπλεκτη, φτιαγμένη από στιλβωμένο ασήμι και καλυμμένη με τα βασιλικά σήματα: το γεράκι που ήταν έμβλημα της οικογένειας ΜακΓκιλ. Δεν μπορούσε να το πιστέψει.
«Για εξήγησέ μας, νεαρέ», είπε στον Θορ. «Γιατί όρμησες απρόσκλητος μέσα στην αρένα μας;»
Αλλά πριν μπορέσει ο Θορ να δώσει μια απάντηση, τα τρία μέλη της Βασιλικής φρουράς μπήκαν μέσα στον κύκλο που σχημάτιζαν οι νεοσύλλεκτοι. Ο επικεφαλής της φρουράς στάθηκε και ασθμαίνοντας έδειξε με το δάκτυλό του τον Θορ.
«Αυτός αψήφησε τις εντολές μας!» φώναξε ο φρουρός. «Θα τον αλυσοδέσω και θα τον πάω στα μπουντρούμια του Βασιλιά!»
«Δεν έκανα κάτι κακό!» διαμαρτυρήθηκε ο Θορ.
«Δεν το κατάλαβες;» φώναξε ο φρουρός. «Ότι μπήκες απρόσκλητος στην ιδιοκτησία του Βασιλιά;»
«Το μόνο που ήθελα ήταν μια ευκαιρία!» φώναξε ο Θορ. Μετά στράφηκε παρακλητικά προς τον ιππότη και μέλος της βασιλικής οικογένειας που ήταν μπροστά του. «Το μόνο που ήθελα ήταν μια ευκαιρία να γίνω μέλος της Λεγεώνας!» είπε.
«Αυτός ο χώρος εκπαίδευσης είναι μόνο για όσους έχουν προσκληθεί», απάντησε μια άγρια, εχθρική φωνή.
Μετά μέσα στον κύκλο μπήκε ένας πολεμιστής. Ήταν ένας άντρας στα πενήντα του, με πλατύ στέρνο, κοντός και γεροδεμένος, με φαλακρό κεφάλι, κοντή γενειάδα και ένα σημάδι από τη μια ως την άλλη πλευρά της μύτης του. Φαινόταν ότι ήταν επαγγελματίας στρατιώτης όλη του τη ζωή – και από τα χαρακτηριστικά της πανοπλίας του, τη χρυσή καρφίτσα στο στήθος, ήταν φανερό πως ήταν ο αρχηγός. Η καρδιά του Θορ άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα όταν τον είδε: ένας στρατηγός.
«Δεν έχω προσκληθεί, ιππότη μου», είπε ο Θορ. «Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά είναι το όνειρο της ζωή μου να έλθω εδώ. Το μόνο που θέλω είναι μια ευκαιρία να σας δείξω τι μπορώ να κάνω. Είμαι το ίδιο καλός όπως και οι υπόλοιποι νεοσύλλεκτοι. Δώστε μου μόνο μια ευκαιρία να το αποδείξω. Σας παρακαλώ. Το να γίνω μέλος της Λεγεώνας είναι το ένα και μοναδικό όνειρο στη ζωή μου».
«Αυτό το πεδίο μάχης δεν είναι για ονειροπόλους, αγόρι μου», ήρθε η απάντηση με την άγρια φωνή του. «Είναι για μαχητές. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις στους κανόνες μας: οι νεοσύλλεκτοι επιλέγονται».
Ο στρατηγός έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι του και ο φρουρός του Βασιλιά πλησίασε τον Θορ, κρατώντας τις αλυσίδες στα χέρια του.
Αλλά ξαφνικά, ο ιππότης που ήταν μέλος της βασιλικής οικογένειας, έκανε ένα βήμα μπροστά και απλώνοντας την παλάμη του, σταμάτησε τον φρουρό.
«Ίσως, σε μια τέτοια περίπτωση, να μπορούμε να κάνουμε μια εξαίρεση», είπε.
Ο φρουρός τον κοίταξε με ταραχή. Ήταν σαφές ότι ήθελε να μιλήσει, αλλά έπρεπε να συγκρατήσει τη γλώσσα του λόγω της παρουσίας του μέλους της βασιλικής οικογένειας.
«Θαυμάζω το πνεύμα σου, παιδί μου», συνέχισε ο ιππότης. «Πριν σε διώξουμε, όμως, θα ήθελα να δω τι μπορείς να κάνεις».
«Αλλά, Κέντρικ, εμείς έχουμε του κανόνες μας—» είπε ο στρατηγός φανερά δυσαρεστημένος.
«Η βασιλική οικογένεια φτιάχνει τους κανόνες», απάντησε αυστηρά ο Κέντρικ, «και η Λεγεώνα λογοδοτεί στην βασιλική οικογένεια».
«Εμείς λογοδοτούμε στον πατέρα σας, τον Βασιλιά – όχι σε σας», αποκρίθηκε ο στρατηγός με εξ ίσου εριστικό τρόπο.
Υπήρχε μια αντιπαράθεση και η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη από την ένταση. Ο Θορ δεν μπορούσε να πιστέψει τι φωτιά είχε ανάψει.
«Γνωρίζω τον πατέρα μου, και ξέρω τι θέλει. Και εκείνος θα ήθελε να δώσει μια ευκαιρία σ’ αυτό το παιδί. Κι’ εμείς θα κάνουμε το ίδιο».
Μετά από μερικές στιγμές έντασης, ο στρατηγός υποχώρησε.
Ο Κέντρικ στράφηκε στον Θορ. Τα μάτια του κοίταξαν τα δικά του, καστανά και έντονα, το πρόσωπο ενός πρίγκιπα, αλλά κι’ ενός πολεμιστή.
«Θα σου δώσω μια ευκαιρία», είπε στον Θορ. «Για να δούμε, μπορείς να χτυπήσεις εκείνον τον στόχο;»
Του έδειξε μια στοίβα άχυρα στην άλλη άκρη του στρατοπέδου, με μια μικρή, κόκκινη κουκκίδα στο κέντρο της. Αρκετά δόρατα ήταν καρφωμένες μέσα στο άχυρο, αλλά κανένα μέσα στον κόκκινο στόχο.
«Αν μπορείς να κάνεις αυτό που κανένα άλλο αγόρι δεν μπορεί να κάνει – αν μπορείς να χτυπήσεις εκείνο το σημάδι από εδώ – τότε θα μπορέσεις να μπεις στη Λεγεώνα μας».
Ο ιππότης παραμέρισε και ο Θορ μπορούσε να νιώσει όλα τα μάτια στραμμένα επάνω του.
Εντόπισε μια μεταλλική βάση με δόρατα και τα κοίταξε προσεκτικά. Ήταν εξαιρετικής ποιότητας, η καλύτερη που είχε δει ποτέ, φτιαγμένα από συμπαγές ξύλο βελανιδιάς και περιτυλιγμένα από το καλύτερο δέρμα. Η καρδιά του χτυπούσε καθώς έκανε ένα βήμα μπροστά, σκουπίζοντας το αίμα από τη μύτη του με το πίσω μέρος του χεριού του και νιώθοντας τόσο αμήχανος όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή του. Ήταν προφανές ότι του είχαν ζητήσει κάτι σχεδόν ακατόρθωτο. Αλλά έπρεπε να προσπαθήσει.
Ο Θορ άπλωσε το χέρι του και διάλεξε ένα δόρυ, ούτε πολύ μακρύ ούτε πολύ κοντό. Το ζύγισε στο χέρι του – ήταν βαρύ και σταθερό. Όχι σαν κι’ αυτά που χρησιμοποιούσε στο σπίτι του. Ένιωθε επίσης ότι αυτό ήταν το κατάλληλο. Και ίσως, απλά και μόνο «ίσως», να τα κατάφερνε να βρει το στόχο του. Στο κάτω-κάτω, το δυνατό του σημείο και η πιο ανεπτυγμένη του ικανότητα ήταν να ρίχνει το δόρυ ακριβώς όπως έριχνε πέτρες, και όλα αυτά τα χρόνια που περιφέρονταν στις ερημιές είχε την ευκαιρία να ρίξει σε άπειρους στόχους. Είχε την ικανότητα να χτυπάει στόχους που ούτε τα αδέλφια του μπορούσαν.
Ο Θορ έκλεισε τα μάτια του και πήρε μια βαθιά ανάσα. Αν αστοχούσε, θα τον άρπαζαν οι φρουροί και θα τον έσερναν στη φυλακή – ενώ η ευκαιρία του να μπει στη Λεγεώνα θα είχε χαθεί για πάντα. Αυτή εδώ η στιγμή ήταν όλα όσα είχε ονειρευτεί.
Προσευχήθηκε στο Θεό με όλη του την ψυχή.
Χωρίς δισταγμό, ο Θορ άνοιξε τα μάτια του, έκανε δύο βήματα μπροστά, μετά έγειρε το σώμα του ελαφρά προς τα πίσω και έριξε το δόρυ με φόρα.
Με κομμένη την ανάσα το έβλεπε να κατευθύνεται προς το στόχο του.
Σε παρακαλώ, Θεέ μου, Σε παρακαλώ.
Μέσα στην απόλυτη σιωπή μπορούσε να ακούσει τον ήχο από το δόρυ που έσχιζε τον αέρα και ένιωθε εκατοντάδες μάτια να παρακολουθούν την πορεία του.
Μετά, χρόνος που του φάνηκε σαν αιωνιότητα, ακούστηκε ένας ήχος, ο αναμφισβήτητος ήχος ενός δόρατος που διαπερνάει το άχυρο. Ο Θορ δεν χρειάστηκε καν να κοιτάξει. Ήξερε, έτσι απλά το ήξερε, ότι ήταν η τέλεια βολή. Ήταν η αίσθηση που είχε τη στιγμή που το δόρυ έφυγε από το χέρι του και η γωνία που είχε ο καρπός του χεριού του που του έλεγαν ότι η βολή θα ήταν επιτυχημένη.
Ο Θορ τόλμησε να κοιτάξει – και είδε με μεγάλη ανακούφιση, ότι είχε δίκιο. Το δόρυ είχε βρει το στόχο του στο κέντρο του κόκκινου σημαδιού – και ήταν το μοναδικό δόρυ σ’ αυτό το σημείο. Είχε καταφέρει αυτό που οι άλλοι νεοσύλλεκτοι δεν μπορούσαν να κάνουν.
Τον τύλιξε μια απόλυτη σιωπή καθώς ένιωθε ότι οι άλλοι νεοσύλλεκτοι – μαζί και οι ιππότες – τον κοίταζαν εμβρόντητοι.
Τελικά, ο Κέντρικ έκανε ένα βήμα μπροστά και με ικανοποίηση χτύπησε τον Θορ δυνατά στην πλάτη με την παλάμη του. Είχε ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό του.
«Είχα δίκιο», είπε. «Θα μείνεις!»
«Τι, άρχοντά μου!» κραύγασε ο φρουρός του Βασιλιά. «Δεν είναι δίκαιο! Αυτό το αγόρι έχει έρθει απρόσκλητο!»
«Ναι, αλλά χτύπησε το στόχο. Αυτή η πρόσκληση μου αρκεί».
«Είναι, όμως, πολύ πιο νέος και πιο μικρόσωμος από τους άλλους. Εδώ δεν είναι διμοιρία για νάνους», είπε ο στρατηγός.
«Προτιμώ ένα μικρόσωμο στρατιώτη που να μπορεί να χτυπήσει το στόχο από ένα μεγαλόσωμο κουτορνίθι που δεν μπορεί», απάντησε ο ιππότης.
«Απλά ήταν τυχερός!» φώναξε δυνατά το αγόρι που πριν λίγο πάλευε με τον Θορ. «Αν είχαμε και εμείς περισσότερες ευκαιρίες, θα χτυπούσαμε το στόχο!»
Ο ιππότης γύρισε και κοίταξε υποτιμητικά το αγόρι που φώναξε.
«Στ’ αλήθεια, θα τον χτύπαγες;» τον ρώτησε. «Να σε δω να το κάνεις τώρα; Και να στοιχηματίσουμε την παραμονή σου εδώ, ανάλογα με το αποτέλεσμα;»
Το αγόρι, σαστισμένο, κατέβασε το κεφάλι με ντροπή. Ήταν ξεκάθαρο ότι δεν ήθελε να αποδεχτεί μια τέτοια πρόκληση».
«Όμως, αυτό το αγόρι είναι ένας άγνωστος», διαμαρτυρήθηκε ο στρατηγός. «Δεν ξέρουμε καν από που κατάγεται».
« Κατάγεται από τα πεδινά», ακούστηκε μια φωνή.
Όλοι γύρισαν να δουν ποιος μίλησε, αλλά ο Θορ δεν χρειαζόταν να γυρίσει – είχε αναγνωρίσει τη φωνή. Ήταν η ίδια φωνή που τον βασάνιζε σ’ ολόκληρη την παιδική του ηλικία – η φωνή του μεγαλύτερου αδελφού του: του Ντρέικ.
Ο Ντρέικ βγήκε μπροστά, μαζί με τα άλλα δύο αδέλφια του, και αγριοκοίταξαν τον Θορ με αποδοκιμασία.
«Το όνομά του είναι Θόργκριν, από την γενιά των ΜακΛέοντ της Νοτίου Επαρχίας του Ανατολικού Βασιλείου. Είναι ο πιο μικρός από τέσσερα παιδιά. Όλοι εμείς είμαστε από την ίδια οικογένεια. Αυτός φροντίζει τα πρόβατα του πατέρα μας!»
Όλη η ομάδα των αγοριών, μαζί και οι ιππότες, ξέσπασαν όλοι σε δυνατά γέλια.
Ο Θορ ένιωσε το πρόσωπό του να γίνεται κατακόκκινο από ντροπή. Ήθελε να πεθάνει εκείνη τη στιγμή. Ποτέ του δεν είχε νιώσει τέτοια ντροπή στη ζωή του. Έτσι, όμως, ήταν πάντα ο αδελφός του. Ήθελε να του καταστρέψει τη στιγμή της δόξας του και έκανε ότι μπορούσε για να τον ταπεινώσει.
«Ώστε φροντίζει πρόβατα;» επανέλαβε ο στρατηγός.
«Τότε οι εχθροί μας θα πρέπει να τον φοβούνται!» φώναξε ένα άλλο αγόρι.
Ακούστηκε άλλη μια ομοβροντία από γέλια, ενώ η ταπείνωση που ένιωσε ο Θορ έγινε ακόμα πιο μεγάλη.
«Αρκετά!» φώναξε ο Κέντρικ αυστηρά.
Σιγά σιγά, τα γέλια σταμάτησαν.
«Θα προτιμούσα να έχω έναν βοσκό που μπορεί να χτυπήσει ένα στόχο ανά πάσα στιγμή, παρά όλους εσάς που είστε καλοί στα γέλια, αλλά σχεδόν σε τίποτα άλλο», πρόσθεσε ο Κέντρικ.
Με αυτά τα λόγια έπεσε σιωπή και όλα τα αγόρια σταμάτησαν να γελάνε.
Ο Θορ ένιωσε απέραντη ευγνωμοσύνη για τον Κέντρικ. Έκανε μια υπόκλιση για να του το ανταποδώσει με όποιο τρόπο μπορούσε. Άσχετα απ’ ό,τι είχε συμβεί στον Θορ, αυτός ο άνθρωπος είχε, τουλάχιστον, αποκαταστήσει την τιμή του.
«Και εσύ, νεαρέ μου, δεν ξέρεις ότι δεν είναι σωστό για έναν πολεμιστή να αποκαλύπτει τα μυστικά των φίλων του – και πολύ περισσότερο της οικογένειάς του, του αίματός του;» ο ιππότης ρώτησε τον Ντρέικ.
Ο Ντρέικ χαμήλωσε τα μάτια του με μεγάλη αμηχανία. Ήταν μια από τις σπάνιες στιγμές που ο Θορ τον είχε δει να τον επαναφέρουν στην τάξη.
Ωστόσο, ο άλλος του αδελφός, ο Ντρος, έκανε ένα βήμα μπροστά και διαμαρτυρήθηκε: «Ο Θορ, όμως, δεν επιλέχτηκε. Εμείς επιλεχθήκαμε. Αυτός απλώς μας ακολούθησε ως εδώ».
«Δεν ακολούθησα εσάς», ο Θορ τον αντέκρουσε με δυνατή φωνή. «Έχω έρθει εδώ για τη Λεγεώνα. Όχι για εσάς».
«Δεν έχει σημασία γιατί έχει έρθει εδώ», είπε ο στρατηγός ενοχλημένος, κάνοντας ένα βήμα μπροστά. «Απλά, σπαταλάει το χρόνο μας. Ναι, ήταν μια καλή βολή με το δόρυ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να μπει στην ομάδα μας. Δεν διαθέτει ιππότη για να γίνει ανάδοχός του, αλλά ούτε και ακόλουθο που να θέλει να συνεργαστεί μαζί του».
«Εγώ θα τον κάνω συνακόλουθό μου», ακούστηκε μια φωνή.
Ο Θορ γύρισε, όπως και οι υπόλοιποι. Προς έκπληξή του, είδε ένα αγόρι της ηλικίας του που στεκόταν λίγο πιο πέρα. Το αγόρι του έμοιαζε πολύ, εκτός από τα ξανθά του μαλλιά και τα λαμπερά πράσινα μάτια του. Φορούσε μια υπέροχη βασιλική πανοπλία: αλυσόπλεκτη και γεμάτη από βαθυκόκκινα και μαύρα διακριτικά – ήταν άλλο ένα μέλος της βασιλικής οικογένειας.
«Αδύνατον», είπε ο στρατηγός. «Η βασιλική οικογένεια δεν συνεργάζεται με κοινούς θνητούς».
«Θα κάνω ότι θέλω», το αγόρι αποκρίθηκε αμέσως. «Και λέω πως ο Θόργκριν θα γίνει δικός μου συνακόλουθος».
«Ακόμη κι’ αν αυτό το εγκρίνουμε», είπε ο στρατηγός, «δεν βοηθάει σε τίποτα. Αφού δεν έχει ιππότη για να γίνει ανάδοχός του».
«Εγώ θα γίνω ανάδοχός του», ακούστηκε μια φωνή.
Όλοι στράφηκαν προς την άλλη πλευρά αφήνοντας ένα πνιχτό επιφώνημα έκπληξης.
Ο Θορ γύρισε και είδε έναν ιππότη ανεβασμένο σε ένα άλογο, που φορούσε μια όμορφη, αστραφτερή πανοπλία και είχε κάθε είδους όπλο στη ζώνη του. Έλαμπε κυριολεκτικά και ο Θορ θαμπώθηκε – ήταν σαν να κοίταζε τον ήλιο. Από το ύφος του και το παράστημά του, αλλά και από τα διακριτικά στην περικεφαλαία του, ο Θορ μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν διαφορετικός από τους άλλους. Ήταν ένας από τους κορυφαίους.
Ο Θορ τον αναγνώρισε. Είχε δει ζωγραφιές να τον απεικονίζουν και είχε διαβάσει για τα θρυλικά κατορθώματά του. Ήταν ο Έρεκ. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ήταν ο σπουδαιότερος ιππότης του Δαχτυλιδιού.
«Αλλά, άρχοντά μου, εσείς είστε ήδη ανάδοχος κάποιου άλλου», διαμαρτυρήθηκε ο στρατηγός.
«Τότε θα είμαι ανάδοχος για δύο», απάντησε ο Έρεκ, με βαθιά, γεμάτη αυτοπεποίθηση φωνή.
Όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί βουβάθηκαν από έκπληξη.
«Επομένως, δεν έχουμε τίποτα άλλο να πούμε», είπε ο Κέντρικ. «Ο Θόργκριν έχει ανάδοχο και έχει γίνει δεκτός ως συνακόλουθος. Το ζήτημα κανονίστηκε. Είναι τώρα μέλος της Λεγεώνας».
«Έχετε, όμως, ξεχάσει εμένα!» φώναξε δυνατά ο φρουρός του Βασιλιά κάνοντας δύο βήματα μπροστά.
«Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν δικαιολογεί το γεγονός ότι αυτό το αγόρι χτύπησε ένα μέλος της Βασιλικής φρουράς, και πρέπει να τιμωρηθεί γι’ αυτό. Πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη!»
«Θα αποδοθεί δικαιοσύνη». Η φωνή του Κέντρικ θα μπορούσε να σπάσει ακόμα και ατσάλι. «Αλλά αυτό είναι στη δική μου διακριτική ευχέρεια. Όχι στη δική σου».
«Όμως, άρχοντά μου, πρέπει να τον δέσουμε στο κούτσουρο βασανισμού – στην ποδοκάκη. Πρέπει να τιμωρηθεί παραδειγματικά».
«Αν συνεχίσεις να μιλάς, τότε εσύ θα είσαι εκείνος που θα μπει στην ποδοκάκη», είπε ο Κέντρικ στον φρουρό, αγριοκοιτάζοντάς τον.
Τελικά, ο φρουρός υποχώρησε. Με αργό βήμα απομακρύνθηκε απρόθυμα. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο και φεύγοντας έριξε μια άγρια ματιά στον Θορ.
«Επομένως, είναι επίσημο» ο Κέντρικ ανακοίνωσε με δυνατή φωνή. «Θόργκριν, καλωσόρισες στην Λεγεώνα του Βασιλιά!»
Το πλήθος των ιπποτών και των αγοριών ζητωκραύγασαν δυνατά και μετά απομακρύνθηκαν για να γυρίσουν πίσω στα αγωνίσματά τους.
Ο Θορ ήταν τόσο σοκαρισμένος που είχε μουδιάσει ολόκληρος. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ήταν τώρα μέλος της Λεγεώνας του Βασιλιά. Ήταν σαν όνειρο.
Ο Θορ στράφηκε προς τον Κέντρικ – η ευγνωμοσύνη του γι’ αυτόν δεν μπορούσε να εκφραστεί με λόγια. Ποτέ πριν δεν είχε υπάρξει κάποιος στη ζωή του που να νοιάστηκε γι’ αυτόν. Κάποιος, που χωρίς να σκεφτεί τον εαυτό του, έκανε ότι μπορούσε για να τον προστατέψει. Ήταν ένα περίεργο συναίσθημα. Αισθάνονταν ήδη πολύ πιο κοντά σ’ αυτόν τον άνθρωπο απ’ ό,τι στον ίδιο του τον πατέρα.
«Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω», είπε ο Θορ. «Σας είμαι βαθιά ευγνώμων».
Ο Κέντρικ τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Το όνομά μου είναι Κέντρικ. Σιγά σιγά θα το μάθεις καλά. Είμαι ο μεγαλύτερος γιος του βασιλιά. Θαυμάζω το θάρρος σου. Θα γίνεις εξαιρετικό μέλος της ομάδας των νεοσύλλεκτων».
Ο Κέντρικ έκανε στροφή και απομακρύνθηκε. Αμέσως μετά, ο Έλντεν, το μεγαλόσωμο αγόρι που είχε παλέψει πιο πριν με τον Θορ, τον πλησίασε.
«Να προσέχεις τα νώτα σου», είπε το αγόρι. «Κοιμόμαστε στον ίδιο στρατώνα, ξέρεις. Και ούτε για μια στιγμή μην πιστέψεις ότι είσαι ασφαλής».
Το αγόρι γύρισε και έφυγε σαν σίφουνας πριν ο Θορ προλάβει να απαντήσει. Είχε ήδη κάνει έναν εχθρό.
Άρχισε να αναρωτιέται τι του επιφύλασσε το μέλλον εδώ, όταν ο μικρότερος γιος του Βασιλιά έτρεξε προς το μέρος του.
«Μην σε νοιάζει», είπε στον Θορ. «Αυτός πάντα προκαλεί καβγάδες. Εγώ είμαι ο Ρις».
«Σ’ ευχαριστώ», είπε ο Θορ, απλώνοντας το χέρι του «που με διάλεξες ως συνακόλουθο. Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς την βοήθειά σου».
«Χαίρομαι να βοηθάω οποιονδήποτε δείχνει το ανάστημά του σ’ αυτόν τον άξεστο», είπε χαρούμενα ο Ρις. «Αγωνίστηκες εξαιρετικά».
«Αστειεύεσαι;» ρώτησε ο Θορ, σκουπίζοντας το ξεραμένο αίμα από το πρόσωπό του και έπιασε την πληγή του που είχε πρηστεί. «Με σκότωσε».
«Όμως δεν κατέθεσες τα όπλα», είπε ο Ρις. «Εντυπωσιακό. Οποιοσδήποτε άλλος από εμάς θα είχε μείνει ξερός στο έδαφος. Και μετά έριξες μια απίστευτη βολή με το δόρυ. Πώς έμαθες να ρίχνεις τέτοιες βολές; Θα είμαστε συμπολεμιστές σε όλη μας τη ζωή!» Κοίταξε τον Θορ με νόημα καθώς του έσφιγγε το χέρι. «Και φίλοι, επίσης. Το διαισθάνομαι».
Καθώς ο Θορ έσφιγγε το χέρι του, αισθανόταν ότι είχε πράγματι αποκτήσει ένα φίλο για όλη του τη ζωή.
Ξαφνικά, ένιωσε ένα σκούντημα στο πλευρό του.
Γύρισε και είδε ένα μεγαλύτερο αγόρι να στέκεται δίπλα του. Είχε μακρόστενο πρόσωπο και το δέρμα του ήταν γεμάτο σημάδια – σαν βλογιοκομμένο.
«Είμαι ο Φέιθγκολντ. Ο ακόλουθος του Έρεκ. Εσύ είσαι τώρα ο δεύτερος ακόλουθός του. Αυτό σημαίνει ότι λογοδοτείς σε εμένα. Και έχουμε αγώνες σε λίγα λεπτά. Θα συνεχίσεις να στέκεσαι εδώ, τώρα που έγινες ακόλουθος στον πιο δημοφιλή ιππότη του βασιλείου; Ακολούθησέ με, γρήγορα!»
Ο Ρις είχε ήδη απομακρυνθεί. Ο Θορ γύρισε και ακολούθησε βιαστικά τον ακόλουθο που έτρεχε διασχίζοντας το στρατόπεδο. Δεν είχε ιδέα που πήγαιναν – αλλά δεν τον ένοιαζε. Μέσα του τραγουδούσε.
Τα είχε καταφέρει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
Βγάζοντας καπνούς απ’ τον θυμό του, ο Γκάρεθ διέσχισε την Αυλή του Βασιλιά ντυμένος με την πιο φανταχτερή βασιλική ενδυμασία του, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στα πλήθη που συγκεντρώνονταν απ’ όλα τα μέρη για το γάμο της αδελφής του. Δεν μπορούσε ακόμα να συνέλθει από την συνάντηση με τον πατέρα του. Πώς ήταν δυνατόν να τον παραγκωνίσει μ’ αυτόν τον τρόπο; Πώς ήταν δυνατόν να μην τον έχει επιλέξει για διάδοχό του; Μια τέτοια πράξη δεν είχε νόημα. Ήταν ο πρωτότοκος, νόμιμος γιος του. Έτσι γινόταν πάντα η διαδοχή. Από την ώρα που είχε γεννηθεί, πάντα ήξερε ότι αυτός θα ήταν που θα διαδεχόταν τον πατέρα του στο θρόνο – και ποτέ δεν είχε λόγο να σκεφτεί ότι θα γινόταν κάτι διαφορετικό.
Ήταν εξωφρενικό. Τον είχε παραγκωνίσει για ένα παιδί του που ήταν νεότερο σε ηλικία απ’ αυτόν – πόσο μάλλον που ήταν κορίτσι. Μόλις μαθεύονταν κάτι τέτοιο, θα γινόταν ο περίγελος του βασιλείου. Καθώς περπατούσε, ένιωσε σαν να μην είχε πια αέρα να αναπνεύσει.
Περνώντας με δυσκολία μέσα από τα πλήθη, κατευθύνθηκε προς το μέρος που θα γινόταν η γαμήλια τελετή της μεγάλης του αδελφής. Κοίταξε γύρω του και είδε μια θάλασσα από πολύχρωμα ενδύματα, μια ατέλειωτη ροή ανθρώπων, που φαίνονταν τόσο διαφορετικοί αφού έρχονταν από κάθε επαρχία του βασιλείου. Δεν του άρεσε καθόλου να βρίσκεται τόσο κοντά σε κοινούς θνητούς. Αυτή ήταν μια από τις λίγες περιπτώσεις που οι φτωχοί ανακατεύονταν με τους πλούσιους, και η μόνη φορά που οι βάρβαροι από το Ανατολικό Βασίλειο, από την άλλη πλευρά των Χάιλαντς, επιτρέπονταν να έρθουν εδώ. Ο Γκάρεθ ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει πως η αδελφή του παντρεύονταν με έναν από αυτούς. Απλά ήταν μια πολιτική κίνηση του πατέρα του, μια απελπισμένη προσπάθεια για να διατηρήσει την ειρήνη μεταξύ των δύο βασιλείων.
Και ακόμα πιο παράξενο ήταν πως, παραδόξως, στην αδελφή του άρεσε αυτός ο άνθρωπος. Ο Γκάρεθ δεν μπορούσε να καταλάβει το γιατί. Όμως, επειδή την ήξερε καλά, δεν ήταν ο άντρας που της άρεσε, αλλά ο τίτλος και η ευκαιρία να γίνει Βασίλισσα της δικής της περιφέρειας. Όμως, θα έπαιρνε ό,τι της άξιζε – όλοι αυτοί στην άλλη πλευρά των Χάιλαντς ήταν βάρβαροι και απολίτιστοι. Κατά τη γνώμη του Γκάρεθ, δεν είχαν τη δική του ευγένεια, τους λεπτούς τρόπους και την πολιτισμένη του διαπαιδαγώγηση. Αλλά αυτό δεν ήταν δικό του πρόβλημα. Αν η αδελφή του ήταν ευτυχισμένη, ας παντρευόταν και ας πήγαινε να ζήσει εκεί. Θα είχε λιγότερα αδέλφια να στέκονται εμπόδιο στα σχέδιά του για την κατάκτηση του θρόνου. Στην πραγματικότητα, όσο πιο μακριά πήγαινε, τόσο το καλύτερο.
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν τον ένοιαζαν πια. Μετά απ’ όσα είχαν συμβεί σήμερα, δεν θα γινόταν ποτέ βασιλιάς. Τώρα, τον είχε υποβιβάσει να είναι ένας ακόμα ανώνυμος πρίγκιπας στο βασίλειο του πατέρα του. Τώρα, δεν είχε πια δρόμο για την εξουσία και ήταν καταδικασμένος σε μια ζωή μετριότητας.
Ο πατέρας του τον είχε υποτιμήσει – πάντα αυτό έκανε. Θεωρούσε τον εαυτό του ότι είχε πολιτική οξυδέρκεια – αλλά ο Γκάρεθ ήταν πολύ πιο πονηρός απ’ αυτόν, πάντα ήταν. Για παράδειγμα, ο γάμος της Λουάντα με έναν ΜακΚλάουντ ήταν για τον πατέρα του μια έξυπνη πολιτική κίνηση. Αλλά ο Γκάρεθ ήταν πολύ πιο διορατικός από τον πατέρα του, ήταν σε θέση να διακρίνει περισσότερες επιπτώσεις αυτής της πράξης και έβλεπε πιο μακριά απ’ αυτόν. Ήξερε που θα οδηγούσε αυτή η ενέργεια. Τελικά, ο γάμος δεν θα μπορούσε να κατευνάσει τους ΜακΚλάουντ – αντιθέτως θα τους ξεσήκωνε. Ήταν άξεστοι και απολίτιστοι και θα έβλεπαν αυτή την κίνηση για ειρήνη όχι σαν ένα σημάδι δύναμης, αλλά ως ένα σημάδι αδυναμίας. Δεν θα τους ένοιαζε ο δεσμός ανάμεσα στις δύο οικογένειες, και μόλις θα έπαιρναν την αδελφή του, ο Γκάρεθ ήταν σίγουρος πως θα σχεδίαζαν μια επίθεση. Όλο αυτό ήταν ένα τέχνασμα. Είχε προσπαθήσει να το πει στον πατέρα του, αλλά αυτός δεν ήταν διατεθειμένος να ακούσει.
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν τον ενδιέφερε πια. Στο κάτω-κάτω ήταν ένας απλός πρίγκιπας, ένα ακόμα γρανάζι στον τροχό του βασιλείου. Αυτή η σκέψη τον έκανε να βράζει απ’ τον θυμό του και δεν πίστευε ποτέ ότι θα μπορούσε να νιώσει τόσο μίσος για τον πατέρα του. Καθώς περνούσε στριμωχτά μέσα στο πλήθος με τους ώμους του να ακουμπούν τους ανθρώπους γύρω του, άρχισε να σκέφτεται τρόπους για να πάρει εκδίκηση, και τρόπους που θα μπορούσε να πάρει πίσω τη διαδοχή στη βασιλεία. Ένα πράγμα ήταν σίγουρο , ότι δεν θα καθόταν με σταυρωμένα τα χέρια. Δεν μπορούσε να αφήσει το βασίλειο να πάει στη μικρή του αδελφή.
«Α, εδώ είσαι», ακούστηκε μια φωνή.
Ήταν ο Φερθ, που περπατούσε πλάι του με ένα χαρούμενο χαμόγελο που αποκάλυπτε τα τέλεια δόντια του. Ήταν δεκαοκτώ, ψηλός, λεπτός με διαπεραστική φωνή, λείο δέρμα και κόκκινα μάγουλα. Ο Φερθ ήταν ο εραστής του εκείνο τον καιρό. Ο Γκάρεθ συνήθως χαιρόταν όταν τον έβλεπε, αλλά τώρα δεν είχε καμία διάθεση γι’ αυτόν.
«Νομίζω ότι με αποφεύγεις όλη μέρα, σήμερα», είπε ο Φερθ πιάνοντάς τον αγκαζέ καθώς περπατούσαν.
Ο Γκάρεθ αμέσως του έσπρωξε το χέρι, κοιτάζοντας γύρω για να βεβαιωθεί ότι δεν τους είχε δει κανείς.
«Είσαι ηλίθιος;» τον κατσάδιασε ο Γκάρεθ. «Μην τολμήσεις ποτέ ξανά να με πιάσεις αγκαζέ δημοσίως. Ποτέ».
Ο Φερθ χαμήλωσε τα μάτια του και τα μάγουλά του έγιναν ακόμα πιο κόκκινα. «Συγγνώμη», είπε. «Δεν το σκέφτηκα».
«Σωστά, δεν το σκέφτηκες. Ξανακάντο άλλη μια φορά, και δεν πρόκειται να συναντηθούμε ποτέ ξανά», ο Γκάρεθ συνέχισε να τον επιπλήττει.
Ο Φερθ που είχε γίνει κατακόκκινος τον κοίταξε με απολογητικό ύφος. «Συγγνώμη», επανέλαβε.
Ο Γκάρεθ έριξε άλλη μια ματιά γύρω, σιγουρεύτηκε ότι κανείς δεν τους είχε δει, και ένιωσε κάπως καλύτερα.
«Τι κουτσομπολιά ακούς απ’ τον κόσμο;» ρώτησε ο Γκάρεθ, θέλοντας να αλλάξει θέμα και να διώξει τις μαύρες σκέψεις του.
Ο Φερθ αμέσως αναθάρρησε και το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη του.
«Όλοι περιμένουν ανυπόμονα. Όλοι περιμένουν την αναγγελία ότι έχεις οριστεί ως διάδοχος».
Ο Γκάρεθ έσκυψε το κεφάλι του. Ο Φερθ τον κοίταξε ερευνητικά.
«Δεν ορίστηκες;» ρώτησε ο Φερθ με δυσπιστία.
Ο Γκάρεθ κοκκίνισε και καθώς περπατούσε απέφυγε την ματιά του Φερθ.
«Όχι».
Ο Φερθ έμεινε άναυδος.
«Με παρέκαμψε. Μπορείς να φανταστείς; Για την αδελφή μου. Τη μικρότερη αδελφή μου».
Τώρα ο Φερθ ήταν εντελώς αποσβολωμένος.
«Αδύνατον», είπε. «Εσύ είσαι ο πρωτότοκος. Κι’ αυτή είναι γυναίκα. Δεν είναι δυνατόν», επανέλαβε.
Ο Γκάρεθ τον κοίταξε με ψυχρό βλέμμα. «Δεν σου λέω ψέματα».
Για λίγο και οι δύο τους περπατούσαν σιωπηλά και καθώς το πλήθος συγκεντρώνονταν όλο και περισσότερο, ο Γκάρεθ κοίταξε γύρω του αρχίζοντας να συνειδητοποιεί που βρισκόταν και τι είχε συμβεί. Η Αυλή του Βασιλιά ήταν πλημμυρισμένη από κόσμο – χιλιάδες άνθρωποι συνέρρεαν από κάθε είσοδο. Αργά αργά κατευθύνονταν προς την εξέδρα που θα γινόταν η γαμήλια τελετή. Γύρω από την εξέδρα είχαν τοποθετηθεί τα πιο όμορφα καθίσματα, με παχιά μαξιλάρια από κόκκινο βελούδο και χρυσή μπορντούρα. Ένας ολόκληρος στρατός από υπηρέτες ανεβοκατέβαιναν στους διαδρόμους για να βοηθήσουν τους επισκέπτες να καθίσουν και για να τους φέρουν ποτά.
Ο γαμήλιος διάδρομος, που το μήκος του φαίνονταν ατέλειωτο, ήταν στρωμένος με λουλούδια. Και στις δύο πλευρές του κάθονταν οι δύο οικογένειες – οι ΜακΓκιλ και οι ΜακΚλάουντ – φανερά διαχωρισμένοι μεταξύ τους. Σε κάθε πλευρά βρίσκονταν εκατοντάδες συγγενείς, όλοι ντυμένοι με τα πιο καλά τους ρούχα – οι ΜακΓκιλ με τα χαρακτηριστικά μωβ της οικογένειάς τους και οι ΜακΚλάουντ με τα σκούρα πορτοκαλί τους. Έτσι όπως τους έβλεπε ο Γκάρεθ, οι δύο φυλές δεν θα μπορούσαν να φαίνονται πιο διαφορετικές. Αν και οι δύο τους φορούσαν πλούσια ρούχα και στολίδια, οι ΜακΚλάουντ του φαίνονταν σαν μασκαράδες, σαν όλα επάνω τους να ήταν ψεύτικα. Παρά τα πλούσια ρούχα τους, ήταν βάρβαροι – το έβλεπε στις εκφράσεις του προσώπου τους, στον τρόπο που κινούνταν, στο πως έσπρωχνε ο ένας τον άλλον, και στα πολύ δυνατά γέλια τους. Κάτω από την μάσκα των βασιλικών ρούχων που φορούσαν, υπήρχε κάτι που δεν μπορούσε να κρυφτεί. Δυσανασχετούσε που όλοι αυτοί είχαν περάσει τις πύλες τους. Και δυσανασχετούσε με όλη αυτή την υπόθεση του γάμου. Ήταν άλλη μια ανόητη απόφαση του πατέρα του.
Αν ο Γκάρεθ ήταν βασιλιάς, θα τα έκανε όλα αλλιώς. Θα είχε κι’ αυτός κανονίσει να γίνει ο γάμος. Αλλά μετά θα περίμενε ως αργά το βράδυ, που όλοι οι ΜακΚλάουντ θα ήταν τύφλα από το ποτό, θα έβαζε τις μπάρες στις πόρτες της αίθουσας και θα τους έκαιγε όλους με μια τεράστια φωτιά. Θα είχε απαλλαγεί απ’ όλους αυτούς με μια μόνο επιχείρηση.
«Βάρβαροι», είπε ο Φερθ, καθώς κοίταζε εξεταστικά την άλλη πλευρά του γαμήλιου διαδρόμου. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο πατέρας σου τους άφησε να έρθουν εδώ».
«Θα έχουμε ενδιαφέροντα παιχνίδια στη συνέχεια», είπε ο Γκάρεθ. «Προσκαλεί τον εχθρό μέσα στην Αυλή μας και μετά διοργανώνει και αγωνίσματα με την ευκαιρία του γάμου. Δεν είναι αυτή συνταγή για σύγκρουση;»
«Αυτό πιστεύεις;» ρώτησε ο Φερθ. «Θα γίνει μάχη; Εδώ; Με όλους αυτούς τους στρατιώτες; Την ημέρα του γάμου της;»
Ο Γκάρεθ κούνησε τους ώμους του με αδιαφορία. Όλα τα περίμενε από τους ΜακΚλάουντ.
«Σεβασμός για την ημέρα του γάμου δεν σημαίνει τίποτα γι’ αυτούς».
«Μα έχουμε χιλιάδες στρατιώτες εδώ».
«Το ίδιο κι’ αυτοί».
Ο Γκάρεθ γύρισε και είδε μια μεγάλη σειρά στρατιωτών – ΜακΓκιλ και ΜακΚλάουντ – να είναι παραταγμένοι και στις δύο πλευρές των επάλξεων. Ήξερε ότι δεν θα είχαν φέρει τόσους πολλούς στρατιώτες αν δεν περίμεναν αψιμαχίες. Παρά την σπουδαιότητα της ημέρας, τις πολυτελείς ενδυμασίες, τον πλούτο της δεξίωσης, τα ατέλειωτα τραπέζια με τα φαγητά, το καλοκαιρινό ηλιοστάσιο σε όλη του τη δόξα, τα λουλούδια – παρά την όλη διοργάνωση, υπήρχε μια βαριά ένταση στον αέρα. Όλοι ήταν ανήσυχοι. Ο Γκάρεθ το έβλεπε από τον τρόπο που κάθονταν ο ένας κοντά στον άλλον και από τον τρόπο που τέντωναν τους αγκώνες τους. Δεν εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλον.
Ίσως και να ήταν τυχερός, σκέφτηκε ο Γκάρεθ, και ένας απ’ αυτούς να μαχαίρωνε τον πατέρα του στην καρδιά. Τότε ίσως να μπορούσε να γίνει βασιλιάς.
«Υποθέτω πως δεν μπορούμε να καθίσουμε μαζί», είπε ο Φερθ, με απογοήτευση στη φωνή του, καθώς πλησίαζαν στα καθίσματα.
Ο Γκάρεθ τον κοίταξε περιφρονητικά. «Πόσο βλάκας είσαι;» του είπε και η φωνή του ήταν σαν να έσταζε φαρμάκι.
Στ’ αλήθεια είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν ήταν καλή ιδέα να διαλέξει αυτό το αγόρι από τους στάβλους για εραστή του. Αν δεν κατάφερνε σύντομα να τον κάνει να σταματήσει τις βλακείες, θα προδίνονταν και οι δύο.
Ο Φερθ χαμήλωσε τα μάτια του ντροπιασμένος.
«Θα σε δω μετά στους στάβλους. Τώρα σε αποχαιρετώ», του είπε και του έδωσε μια μικρή σπρωξιά πριν εξαφανιστεί μέσα στο πλήθος.
Ξαφνικά, ο Γκάρεθ αισθάνθηκε ένα παγωμένο άγγιγμα στο χέρι του. Για μια στιγμή η καρδιά του σταμάτησε καθώς αναρωτήθηκε αν τον είχαν ανακαλύψει. Αλλά αμέσως ένιωσε μακριά νύχια και λεπτά δάκτυλα να χώνονται στο δέρμα του και αμέσως κατάλαβε ότι ήταν το άγγιγμα της γυναίκας του. Της Χελένα.
«Μην με φέρεις σε δύσκολη θέση μια τέτοια μέρα», είπε ψιθυριστά και με μίσος στη φωνή της.
Γύρισε και την κοίταξε προσεκτικά. Φαινόταν όμορφη, έτσι στολισμένη. Φορούσε ένα μακρύ σατέν φόρεμα, τα μαλλιά της ήταν πιασμένα ψηλά με καρφίτσες, φορούσε ένα υπέροχο διαμαντένιο κολιέ, και το πρόσωπό της φαινόταν λείο με το μακιγιάζ. Αντικειμενικά, ο Γκάρεθ μπορούσε να πει ότι ήταν όμορφη, τόσο όμορφη όσο ήταν και την μέρα του γάμου τους. Όμως ακόμα δεν ένιωθε καμία έλξη γι’ αυτή. Ήταν άλλη μια από τις ιδέες του πατέρα του – να προσπαθήσει να τον παντρέψει μαζί της, αντίθετα από τη φύση του. Το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να του φορτώσει μια μόνιμα στρυφνή σύντροφο – και να δημιουργήσει ακόμα περισσότερες εικασίες στην Αυλή σχετικά με τις πραγματικές του προτιμήσεις.
«Είναι η μέρα του γάμου της αδελφής σου», του είπε με έντονα επιπληκτικό τόνο. «Μπορείς να κάνεις ότι είμαστε ζευγάρι – έστω για μια φορά».
Τον έπιασε αγκαζέ και βάδισαν προς το χώρο που ήταν ειδικά για την βασιλική οικογένεια και περιβάλλονταν από ένα βελούδινο κορδόνι. Δύο βασιλικοί φρουροί τους άφησαν να περάσουν και μετά από λίγο αναμίχθηκαν με τα άλλα μέλη της βασιλικής οικογένειας στην άκρη του διαδρόμου.
Μια σάλπιγγα ακούστηκε, και σιγά σιγά, το πλήθος ησύχασε. Μετά ακούστηκε απαλή μουσική από ένα τσέμπαλο, ακόμα πιο πολλά λουλούδια σκορπίστηκαν στον ήδη γεμάτο διάδρομο και η βασιλική πομπή ξεκίνησε να κινείται κατά μήκος του διαδρόμου με τα ζευγάρια πιασμένα αγκαζέ. Ο Γκάρεθ ένιωσε το τράβηγμα της Χελένα και άρχισε να περπατάει στον διάδρομο μαζί της.
Ο Γκάρεθ ένιωθε ότι όλοι τον κοίταζαν και αυτό τον έκανε να αισθάνεται περισσότερη αμηχανία από ποτέ, αφού δεν ήξερε πως να προσποιηθεί ότι η αγάπη τους ήταν αληθινή. Αισθάνονταν εκατοντάδες μάτια επάνω του και είχε την αίσθηση ότι όλοι τον κοίταζαν επικριτικά, αν και ήξερε ότι στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Ο διάδρομος ήταν πολύ μακρύς και ανυπομονούσε να φτάσουν στο τέλος, να σταθούν δίπλα στην αδελφή του στο βωμό και να τελειώνουν με όλα αυτά. Δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται την συνάντηση που είχε με τον πατέρα του και αναρωτιόταν αν όλοι οι παρευρισκόμενοι ήξεραν ήδη τα νέα.
«Είχα άσχημα νέα σήμερα», ψιθύρισε στην Χελένα καθώς τελικά έφτασαν στο τέλος του διαδρόμου και τα μάτια δεν ήταν πια επάνω του.
«Νομίζεις ότι δεν τα ξέρω ήδη;» τον διέκοψε.
Γύρισε και την κοίταξε με έκπληξη.
Εκείνη του το ανταπέδωσε με μια υποτιμητική ματιά. «Έχω τους κατασκόπους μου», είπε.
Μισόκλεισε τα μάτια του και ήθελε να πει κάτι για να την πληγώσει. Πώς μπορούσε να είναι τόσο ατάραχη;
«Αν εγώ δεν γίνω Βασιλιάς, ούτε εσύ θα γίνεις ποτέ βασίλισσα», της είπε.
«Ποτέ μου δεν περίμενα ότι θα γίνω βασίλισσα», απάντησε.
Αυτό τον εξέπληξε ακόμα περισσότερο.
«Ποτέ δεν περίμενα ότι ο πατέρας σου θα όριζε εσένα», πρόσθεσε. «Γιατί να κάνει κάτι τέτοιο; Εσύ δεν είσαι αρχηγός. Είσαι εραστής. Αλλά όχι ο δικός μου εραστής».
Ο Γκάρεθ αισθάνθηκε να κοκκινίζει.
«Ούτε εσύ είσαι δική μου ερωμένη», της είπε.
Τώρα ήταν η δική της σειρά να κοκκινίσει. Αυτός δεν ήταν ο μόνος που είχε κρυφό εραστή. Ο Γκάρεθ είχε δικούς του κατασκόπους που τον πληροφορούσαν για τα κατορθώματά της. Την άφηνε, όμως, ήσυχη – εφ’ όσον και αυτή δεν μιλούσε και τον άφηνε ήσυχο.
«Δεν μου άφησες άλλη επιλογή», του απάντησε. «Περίμενες ότι θα μείνω χωρίς κάποια σχέση για όλη μου τη ζωή;»
«Ήξερες ποιος ήμουν», της απάντησε. «Και παρόλα αυτά δέχτηκες να με παντρευτείς. Διάλεξες την εξουσία, όχι τον έρωτα. Μην το παίζεις έκπληκτη».
«Ο γάμος μας ήταν προσυμφωνημένος», είπε. «Δεν ήταν δική μου επιλογή».
«Όμως δεν διαμαρτυρήθηκες», της απάντησε.
Ο Γκάρεθ δεν είχε κουράγιο να τσακωθεί μαζί της σήμερα. Για εκείνον ήταν ένα καλό προκάλυμμα, μια σύζυγος μαριονέτα. Μπορούσε να την ανέχεται και θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμη σε κάποιες περιπτώσεις – εφόσον δεν τον ενοχλούσε πολύ.
Ο Γκάρεθ παρακολουθούσε με υπέρτατο κυνισμό όταν όλοι έστρεψαν το βλέμμα τους για να δουν την μεγάλη αδελφή του να περπατάει στον διάδρομο δίπλα στον πατέρα του. Σ’ αυτό το πλάσμα που είχε το θράσος και την αδιαντροπιά να προσποιείται ότι ήταν λυπημένος σκουπίζοντας ένα δάκρυ καθώς περπατούσε μαζί της στον διάδρομο. Ένας ηθοποιός ως το τέλος. Αλλά στα μάτια του Γκάρεθ δεν ήταν τίποτα άλλο από έναν ανόητο που τα είχε κάνει θάλασσα. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ο πατέρας του ένιωθε πραγματική λύπη που η κόρη του παντρευόταν και θα έφευγε, αφού ο ίδιος την είχε ρίξει στους λύκους του βασιλείου των ΜακΚλάουντ. Ο Γκάρεθ ένιωθε ακριβώς την ίδια απαξίωση και για την Λουάντα που φαινόταν ότι απολάμβανε όλο αυτό το θέατρο. Έδειχνε πως δεν την ένοιαζε καθόλου που παντρευόταν κάποιον κατώτερο και θα πήγαινε σ’ ένα μέρος με απολίτιστους ανθρώπους. Γιατί, κι’ αυτή, κυνηγούσε την εξουσία. Ήταν μια ψυχρή υπολογίστρια. Κατά κάποιο τρόπο, απ’ όλα του τα αδέλφια, αυτή ήταν που έμοιαζε περισσότερο στον πατέρα τους. Υπήρχαν φορές που είχαν έρθει πιο κοντά, αλλά ποτέ δεν έτρεφαν θερμά συναισθήματα ο ένας για τον άλλον.
Καθώς στεκόταν εκεί, ο Γκάρεθ κουνήθηκε ανυπόμονα, περιμένοντας να τελειώσει όλο αυτό.
Υπέφερε σ’ όλη τη διάρκεια της τελετής με τον Άργκον να πρωτοστατεί στις ευλογίες, να απαγγέλλει τα μαγικά λόγια, και να εκτελεί τα τελετουργικά. Όλο αυτό ήταν μια παρωδία που τον αηδίαζε. Ήταν απλά η ένωση δύο οικογενειών για πολιτικούς λόγους. Γιατί δεν το έλεγαν με το όνομά του;
Σε λίγη ώρα, δόξα το Θεό, όλα τέλειωσαν. Το πλήθος σηκώθηκε και ζητωκραύγασε δυνατά καθώς το ζευγάρι φιλήθηκε. Μια μεγάλη σάλπιγγα ακούστηκε και η τέλεια τάξη της τελετής του γάμου διαλύθηκε σε ένα ελεγχόμενο χάος. Η βασιλική οικογένεια πέρασε πάλι από τον διάδρομο και κατευθύνθηκε προς τον χώρο της δεξίωσης.
Ακόμα και ο Γκάρεθ, όσο κυνικός κι’ αν ήταν, εντυπωσιάστηκε από το θέαμα – ο πατέρας του δεν είχε λυπηθεί τα χρήματα αυτή τη φορά. Μπροστά τους απλώνονταν όλων των ειδών τα τραπέζια με πλούσια εδέσματα, βαρελάκια με κρασί, και μια ατέλειωτη σειρά από χοιρινά, πρόβατα και αρνιά να ψήνονται.
Πίσω του, είχαν ήδη αρχίσει να προετοιμάζονται για την κύρια εκδήλωση: τα αγωνίσματα. Ετοιμάζονταν οι στόχοι για τη ρίψη πέτρας, ρίψη δόρατος, τοξοβολία – και στο κέντρο όλων αυτών η λωρίδα για την κονταρομαχία. Ήδη τα πλήθη είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονταν εκεί.
Και στις δύο πλευρές, τα πλήθη είχαν παραταχθεί για να ενθαρρύνουν τους ιππότες τους. Για τους ΜακΓκιλ, ο πρώτος που μπήκε ήταν, φυσικά, ο Κέντρικ έφιππος, φορώντας την λαμπερή πανοπλία του και ακολουθούμενος από δεκάδες μέλη του Αργυρού Τάγματος. Αλλά μόλις έφτασε ο Έρεκ, λίγο πιο πίσω από τους άλλους, πάνω στο λευκό του άλογο, το πλήθος σώπασε με δέος. Ήταν σαν μαγνήτης που τράβηξε τη προσοχή όλων. Ακόμα και η Χελένα έγειρε λίγο μπροστά για να τον δει και ο Γκάρεθ παρατήρησε την επιθυμία της γι’ αυτόν, κάτι που ένιωθαν και όλες οι άλλες γυναίκες.
«Είναι σε ηλικία επιλογής, και όμως δεν είναι παντρεμένος. Οποιαδήποτε γυναίκα στο βασίλειο θα τον παντρευόταν. Γιατί δεν διαλέγει κάποια από εμάς;»
«Κι’ εσένα τι σε νοιάζει;» ρώτησε ο Γκάρεθ, νιώθοντας ζήλια – κάτι που δεν ήταν του χαρακτήρα του. Κι’ αυτός θα ήθελε να είναι εκεί, με την πανοπλία του, πάνω στο άλογό του να συμμετέχει στις κονταρομαχίες για το όνομα του πατέρα του. Αλλά δεν ήταν πολεμιστής. Και όλοι το ήξεραν.
Η Χελένα τον αγνόησε με μια απορριπτική κίνηση του χεριού της. «Εσύ δεν είσαι άντρας», είπε κοροϊδευτικά. «Εσύ δεν καταλαβαίνεις αυτά τα πράγματα».
Ο Γκάρεθ κοκκίνισε. Ήθελε να την βρίσει, αλλά δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Αντιθέτως, τη συνόδεψε καθώς πήγε και κάθισε στην εξέδρα μαζί με τους άλλους για να δει τις εορταστικές εκδηλώσεις της ημέρας. Η σημερινή ημέρα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και ο Γκάρεθ ήδη ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Η ημέρα θα διαρκούσε για πολύ ακόμα, μια ημέρα με ευγένεια και ιπποτική συμπεριφορά, μεγαλοπρέπεια και προσποίηση. Με άντρες που θα λάβωναν ή και θα σκότωναν ο ένας τον άλλον. Μια ημέρα που αυτός δεν επρόκειτο να έχει καμία συμμετοχή. Μια ημέρα που αντιπροσώπευε όλα όσα απεχθάνονταν.
Καθώς καθόταν εκεί, οι σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό του. Σιωπηλά ευχόταν όλες αυτές οι εορταστικές εκδηλώσεις να γίνονταν μια κανονική μάχη και να υπήρχε μια μεγάλη αιματοχυσία εκεί μπροστά του και ότι καλό είχε αυτός ο τόπος να καταστρέφονταν, να γίνονταν κομμάτια.
Μια ημέρα θα γίνονταν αυτό που ήθελε. Μια ημέρα θα γίνονταν Βασιλιάς.
Μια ημέρα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8
Ο Θορ έκανε ό,τι μπορούσε για να προλαβαίνει τον ακόλουθο του Έρεκ που έτρεχε βολίδα κάνοντας ελιγμούς μέσα από τα πλήθη. Από την ώρα που βρέθηκε στην αρένα, ένιωθε ότι ζούσε μέσα σε μια δίνη και το μυαλό του δεν μπορούσε να επεξεργαστεί όσα συνέβαιναν γύρω του. Μέσα του έτρεμε ακόμα, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τον είχαν δεχτεί στην Λεγεώνα και ότι είχε γίνει ο δεύτερος ακόλουθος του Έρεκ.
«Σου είπα, αγόρι μου, να έρχεσαι μαζί μου!» φώναξε κοφτά ο Φέιθγκολντ.
Τον Θορ τον ενοχλούσε να τον αποκαλούν «αγόρι», ειδικά σ’ αυτή την περίπτωση που ο ακόλουθος μόλις και μετά βίας ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερός του. Ο Φέιθγκολντ έτρεχε σαν βέλος μέσα από το πλήθος, σχεδόν σαν να προσπαθούσε να κάνει τον Θορ να τον χάσει.
«Έχει πάντα τόσο κόσμο εδώ;» φώναξε ο Θορ προσπαθώντας να τον φτάσει.
«Και βέβαια όχι!» του απάντησε ο Φέιθγκολντ φωνάζοντας δυνατά. «Σήμερα δεν είναι μόνο το θερινό ηλιοστάσιο, δηλαδή η μεγαλύτερη ημέρα του χρόνου, αλλά είναι και η ημέρα που ο Βασιλιάς διάλεξε για να γίνει ο γάμος της κόρης του – αλλά και η μοναδική ημέρα στην ιστορία του βασιλείου μας που οι πόρτες άνοιξαν για τους ΜακΚλάουντ. Ποτέ στο παρελθόν δεν έχει έρθει τόσος κόσμος εδώ όσος σήμερα. Είναι κάτι πρωτοφανές. Δεν το περίμενα! Και φοβάμαι πως θ’ αργήσουμε!» είπε βιαστικά, καθώς συνέχισε να τρέχει μέσα στο πλήθος.
«Πού πάμε;» ρώτησε ο Θορ.
«Πάμε να κάνουμε ό,τι κάνει κάθε καλός ακόλουθος: να βοηθήσουμε τον ιππότη μας να προετοιμαστεί!»
«Να προετοιμαστεί για ποιο πράγμα;» ο Θορ τον ρώτησε επίμονα με κομμένη την ανάσα. Η ζέστη αυξανόταν λεπτό προς λεπτό και σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του.
«Για τις βασιλικές κονταρομαχίες!»
Τελικά έφτασαν στην άκρη του πλήθους και σταμάτησαν μπροστά σε έναν φρουρό του Βασιλιά ο οποίος αναγνώρισε τον Φέιθγκολντ και έκανε μια χειρονομία προς τους άλλους να τον αφήσουν να περάσει.
Πέρασαν κάτω από ένα σχοινί και μπήκαν σ’ ένα ξέφωτο που δεν είχε κόσμο. Ο Θορ δεν μπορούσε να το πιστέψει: εκεί, μπροστά του υπήρχαν διάδρομοι για κονταρομαχίες. Πίσω από τα σχοινιά στέκονταν πλήθη θεατών και πάνω-κάτω στις χωμάτινες λωρίδες στέκονταν πολεμικά άλογα – τα μεγαλύτερα που ο Θορ είχε δει ποτέ στη ζωή του – πάνω στα οποία βρίσκονταν ιππότες με όλη την εξάρτηση της πανοπλίας τους. Ανακατεμένοι μέσα στους άντρες του Αργυρού Τάγματος, βρίσκονταν ιππότες και από τα δύο βασίλεια, αλλά και από κάθε επαρχία. Κάποιοι ήταν ντυμένοι με μαύρες πανοπλίες, άλλοι με λευκές, φορούσαν περικεφαλαίες και έφεραν όπλα κάθε σχήματος και μεγέθους. Έμοιαζε σαν όλος ο κόσμος να είχε κατέβει σ’ αυτούς τους διαδρόμους για κονταρομαχίες.
Ήδη κάποια αγωνίσματα ήταν σε εξέλιξη, ενώ ιππότες από μέρη που ο Θορ δεν γνώριζε επιτίθονταν ο ένας στον άλλον, ενώ οι κλαγγή των δοράτων και των ασπίδων συνοδεύονταν πάντα από σύντομες ζητωκραυγές από το πλήθος. Κοιτάζοντάς τα από κοντά, ο Θορ δεν μπορούσε να πιστέψει τη δύναμη και την ταχύτητα αυτών των αλόγων και τον ήχο που έκαναν τα όπλα. Ήταν μια θανατηφόρα τέχνη.
«Αυτό δεν μοιάζει με άθλημα!» ο Θορ είπε στον Φέιθγκολντ καθώς τον ακολουθούσε περιμετρικά στις αγωνιστικές λωρίδες.
«Επειδή δεν είναι», φώναξε ο Φέιθγκολντ μέσα από τον θόρυβο που έκαναν τα άλογα και τα όπλα. «Είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση που της έχουν βάλει τη μάσκα του απλού αγωνίσματος. Άνθρωποι πεθαίνουν εδώ, κάθε μέρα. Γίνεται μάχη. Τυχεροί είναι όσοι τελικά γλιτώνουν χωρίς να τραυματιστούν. Αλλά αυτοί είναι ελάχιστοι».
Ο Θορ κοίταζε καθώς οι δύο ιππότες επιτίθονταν ο ένας στον άλλον και συγκρούονταν με όλη τους την ταχύτητα.
Ακουγόταν ο απαίσιος ήχος του μετάλλου που χτυπούσε το άλλο μέταλλο, ενώ στη συνέχεια ένας από αυτούς έπεσε από το άλογό του και προσγειώθηκε με την πλάτη, λίγα βήματα πιο πέρα από τον Θορ.
Το πλήθος έβγαλε μια πνιχτή κραυγή. Ο ιππότης δεν κουνήθηκε και ο Θορ είδε ένα κομμάτι από το ξύλινο κοντάρι να έχει τρυπήσει την πανοπλία του και να έχει καρφωθεί στα πλευρά του. Ούρλιαζε από τον πόνο, ενώ το αίμα έτρεχε ποτάμι από το στόμα του. Αρκετοί ακόλουθοι έτρεξαν για να τον βοηθήσουν και τον έσυραν έξω από τον διάδρομο. Ο ιππότης που είχε νικήσει έκανε παρέλαση, πηγαίνοντας αργά αργά και υψώνοντας το κοντάρι του κάτω από τις επευφημίες του πλήθους.
Ο Θορ ήταν έκπληκτος. Δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι το αγώνισμα αυτό ήταν τόσο θανατηφόρο.
«Αυτό που μόλις είδες να κάνουν τα παιδιά – αυτή είναι η δουλειά σου τώρα», είπε ο Φέιθγκολντ. «Τώρα είσαι ακόλουθος. Για την ακρίβεια, δεύτερος ακόλουθος».
Σταμάτησε και τον πλησίασε – τόσο πολύ που ο Θορ μπορούσε να μυρίσει την ανάσα του που βρομούσε.
«Και μην ξεχνάς. Εγώ λογοδοτώ στον Έρεκ. Και εσύ λογοδοτείς σε μένα. Η δουλειά σου είναι να με βοηθάς. Κατάλαβες;»
Ο Θορ κούνησε το κεφάλι του καταφατικά προσπαθώντας να συγκρατήσει όσα του είπε. Τα είχε φανταστεί όλα διαφορετικά και ακόμα δεν είχε καταλάβει ακριβώς τι του επιφύλασσε το μέλλον. Όμως αυτό που μπορούσε να καταλάβει ήταν πόσο πολύ ο Φέιθγκολντ αισθανόταν να απειλείται από την παρουσία του και ένιωθε ότι είχε κάνει έναν εχθρό.
«Δεν είναι πρόθεσή μου να παρέμβω στο ό,τι είσαι ακόλουθος του Έρεκ», είπε ο Θορ.
Ο Φέιθγκολντ γέλασε κοροϊδευτικά.
«Δεν θα μπορούσες να παρέμβεις σε ό,τι με αφορά, αγόρι μου, ακόμα κι’ αν ήθελες. Απλά μην ανακατεύεσαι στις δουλειές μου και κάνε ό,τι σου λέω».
Με αυτά τα λόγια ο Φέιθγκολντ γύρισε και απομακρύνθηκε βιαστικά μέσα από μια σειρά από στριφογυριστά μονοπάτια πίσω από τα σχοινιά. Ο Θορ τον ακολούθησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και σε λίγο βρέθηκε μέσα σ’ ένα λαβύρινθο από στάβλους. Κατηφόρισε σε ένα στενό διάδρομο όπου παντού γύρω του υπήρχαν άλογα που περπατούσαν καμαρωτά και ακόλουθοι που τα φρόντιζαν. Ο Φέιθγκολντ έστριψε πάλι και τελικά σταμάτησε μπροστά σε ένα γιγαντιαίο, υπέροχο άλογο. Ο Θορ σταμάτησε επίσης για να πάρει μια ανάσα. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι κάτι τόσο μεγάλο και τόσο όμορφο ήταν αληθινό – πόσο μάλλον ότι ήταν περιορισμένο πίσω από ένα φράχτη. Το άλογο φαίνονταν έτοιμο για πόλεμο.
«Γουόρκφιν», είπε ο Φέιθγκολντ. «Το άλογο του Έρεκ. Ή ένα από αυτά. Αυτό που προτιμάει για κονταρομαχίες. Δεν είναι εύκολο ζώο για να το δαμάσεις. Αλλά ο Έρεκ τα κατάφερε. Άνοιξε την πόρτα», τον πρόσταξε ο Φέιθγκολντ.
Ο Θορ τον κοίταξε προβληματισμένος, μετά κοίταξε την πόρτα και προσπάθησε να δει πως άνοιγε. Έκανε ένα βήμα μπροστά, τράβηξε ένα πάσσαλο ανάμεσα στις περσίδες, αλλά η πόρτα δεν άνοιξε. Την τράβηξε δυνατά μέχρι να κουνηθεί λιγάκι και μετά την άνοιξε απαλά.
Μόλις την άνοιξε, ο Γουόρκφιν χλιμίντρισε, πήρε φόρα και κλώτσησε το ξύλο που έγδαρε την άκρη του δακτύλου του Θορ.
Ο Θορ τράβηξε πίσω το χέρι του από τον πόνο.
Ο Φέιθγκολντ γέλασε.
«Γι’ αυτό έβαλα εσένα να την ανοίξεις. Την άλλη φορά να το κάνεις πιο γρήγορα, αγόρι μου. Ο Γουόρκφιν δεν περιμένει κανέναν. Ειδικά εσένα».
Ο Θορ έγινε έξαλλος. Ο Φέιθγκολντ είχε ήδη αρχίσει να του τη δίνει στα νεύρα και δεν μπορούσε να δει πώς θα τα έβγαζε πέρα μαζί του.
Άνοιξε γρήγορα τις ξύλινες πόρτες, αυτή τη φορά όμως απομακρύνθηκε από τα πόδια του αλόγου που δεν σταματούσαν να κινούνται.
«Να τον βγάλω έξω;» ρώτησε με τρόμο. Δεν ήθελε να πιάσει τα ηνία του Γουόρκφιν που κουνιόταν συνεχώς χτυπώντας τα πόδια του στο έδαφος.
«Και βέβαια όχι», είπε ο Φέιθγκολντ. «Αυτή είναι δικιά μου δουλειά. Η δικιά σου δουλειά είναι να τον ταΐζεις – όταν σου λέω. Και να φτυαρίζεις τα περιττώματά του».
Ο Φέιθγκολντ άρπαξε τα ηνία του Γουόρκφιν και τον τράβηξε έξω από το στάβλο. Ο Θορ ξεροκατάπιε καθώς τον παρακολουθούσε. Δεν είχε φανταστεί έτσι το ξεκίνημά του. Ήξερε ότι από κάπου θα άρχιζε, αλλά όλο αυτό ήταν ταπεινωτικό. Στο μυαλό του είχε εικόνες πολέμου, δόξας, μάχης, εκπαίδευσης και συναγωνισμού με άλλα αγόρια της ηλικίας του. Ποτέ δεν είχε δει τον εαυτό του ως υπηρέτη. Είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν είχε πάρει τη σωστή απόφαση.
Τελικά έφυγαν από τους σκοτεινούς στάβλους, βγήκαν στο λαμπερό φως της ημέρας και πήγαν πίσω στο μέρος που γίνονταν οι κονταρομαχίες. Ο Θορ μισόκλεισε τα μάτια του στο φως και για μια στιγμή ενθουσιάστηκε από τις φωνές του πλήθους που επευφημούσαν τους ιππότες που έπεφταν με θόρυβο ο ένας πάνω στον άλλον. Ποτέ δεν είχε ξανακούσει τέτοια κλαγγή μετάλλων και τη γη να σείεται από το μαζικό καλπασμό των αλόγων.
Ολόγυρά του υπήρχαν δεκάδες ιππότες μαζί με τους ακολούθους τους που έκαναν τις προετοιμασίες. Οι ακόλουθοι γυάλιζαν τις πανοπλίες των ιπποτών, γρασάριζαν τα όπλα, έλεγχαν τις σέλες και τα λουριά και έκαναν ένα δεύτερο έλεγχο στα όπλα καθώς οι ιππότες ανέβαιναν στα άλογά τους και περίμεναν να ακούσουν να φωνάζουν το όνομά τους.
«Έλμαλκιν!» ακούστηκε μια φωνή να αναγγέλλει τον επόμενο.
Ήταν ένας ιππότης από μια επαρχία που ο Θορ δεν ήξερε. Ήταν ένας μεγαλόσωμος άντρας με κόκκινη πανοπλία που βγήκε από την πύλη πάνω στο άλογό του που κάλπαζε γρήγορα. Παρά τρίχα να χτυπήσει τον Θορ που πήδηξε την τελευταία στιγμή έξω από τον διάδρομο. Ο ιππότης έκανε την επίθεσή του τρέχοντας στο διάδρομο και με το κοντάρι του πέταξε κάτω την ασπίδα του ανταγωνιστή του. Ακούστηκε ένας δυνατός μεταλλικός θόρυβος αλλά το κοντάρι του άλλου ιππότη χτύπησε τον Έλμαλκιν που πετάχτηκε προς τα πίσω και προσγειώθηκε με την πλάτη στο έδαφος. Το πλήθος ζητωκραύγαζε.
Ο Έλμαλκιν συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις του σηκώθηκε γρήγορα στα πόδια του και κάνοντας μια στροφή, άπλωσε το χέρι του στον ακόλουθό του που στέκονταν δίπλα στον Θορ.
«Το ρόπαλό μου!» φώναξε ο ιππότης.
Ο ακόλουθος δίπλα στον Θορ πετάχτηκε επάνω, άρπαξε ένα ρόπαλο από το ράφι με τα όπλα και έτρεξε βολίδα προς το κέντρο του διαδρόμου. Κατευθύνθηκε προς τον Έλμαλκιν, αλλά ο άλλος ιππότης, που είχε ήδη κάνει στροφή, ερχόταν κατά πάνω τους. Λίγο πριν προλάβει ο ακόλουθος να βάλει το ρόπαλο στο χέρι του αφέντη του, ο άλλος ιππότης έπεσε επάνω τους σαν κεραυνός. Ο ακόλουθος δεν πρόλαβε να φτάσει έγκαιρα στον Έλμαλκιν. Ο άλλος ιππότης έριξε ένα χτύπημα με το κοντάρι του που βρήκε το κεφάλι του ακόλουθου στο πλάι. Παραπατώντας από το δυνατό χτύπημα, ο ακόλουθος έκανε δύο στροφές και έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.
Δεν κουνήθηκε καθόλου. Από εκεί που στέκονταν ο Θορ μπορούσε να δει το αίμα να αναβλύζει από το κεφάλι του και να βάφει το χώμα.
Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του Θορ.
«Δεν είναι ωραίο θέαμα, ε;»
Ο Θορ γύρισε και είδε τον Φέιθγκολντ να στέκεται δίπλα του και να τον κοιτάζει.
«Πρέπει να γίνεις δυνατός σαν ατσάλι, αγόρι μου. Εδώ είναι μάχη. Και εμείς συμμετέχουμε σ’ αυτή».
Το πλήθος ξαφνικά ησύχασε καθώς άνοιξε ο κεντρικός διάδρομος των κονταρομαχιών. Ο Θορ μπορούσε να αισθανθεί στον αέρα την προσμονή του πλήθους γι’ αυτόν τον αγώνα. Στη μια πλευρά ήταν ο Κέντρικ που βγήκε στο διάδρομο πάνω στο άλογό του κρατώντας το δόρυ του.
Στην απέναντι πλευρά, αντικριστά του, βγήκε ένας ιππότης με την χαρακτηριστική πανοπλία των ΜακΚλάουντ.
«ΜακΓκιλ εναντίον ΜακΚλάουντ» ο Φέιθγκολντ ψιθύρισε στον Θορ. «Βρισκόμαστε σε πόλεμο εδώ και χίλια χρόνια. Και αμφιβάλω αν αυτός ο αγώνας θα τον τελειώσει».
Και οι δύο ιππότες κατέβασαν το γείσο τους, η σάλπιγγα ήχησε, και με μια κραυγή και οι δύο επιτέθηκαν ο ένας στον άλλον.
Ο Θορ ήταν έκπληκτος από την ταχύτητα που ανέπτυξαν πριν συγκρουστούν με δυνατό θόρυβο δευτερόλεπτα αργότερα. Ο Θορ παρά λίγο να κλείσει τα αυτιά του με τα χέρια του. Το πλήθος παρακολουθούσε με κομμένη ανάσα καθώς και οι δύο ιππότες έπεσαν από τα άλογά τους.
Και οι δύο σηκώθηκαν όρθιοι σχεδόν αμέσως και πέταξαν τις περικεφαλαίες τους καθώς οι ακόλουθοί τους έτρεξαν για να τους δώσουν δύο κοντά σπαθιά. Οι δύο ιππότες μάχονταν με όλη τους τη δύναμη. Καθώς έβλεπε τον Κέντρικ να κινείται και να επιτίθεται με το σπαθί του ο Θορ ένιωσε σαν υπνωτισμένος – το θέαμα είχε μοναδική χάρη και ομορφιά. Αλλά και ο ιππότης των ΜακΚλάουντ ήταν εξαιρετικός πολεμιστής. Έκαναν κινήσεις μπρος-πίσω μέχρι να εξαντλήσουν τον αντίπαλό τους, χωρίς κανείς από τους δύο να υποχωρεί στο παραμικρό.
Τελικά, τα ξίφη τους συναντήθηκαν σε μια μοναδική σύγκρουση καθώς και οι δύο πέταξαν το ξίφος του αντιπάλου τους στο έδαφος. Οι ακόλουθοί τους έτρεξαν με ρόπαλα στα χέρια, αλλά καθώς ο Κέντρικ άπλωσε το χέρι του για να πάρει το ρόπαλο, ο ακόλουθος του ΜακΚλάουντ έτρεξε πίσω του και τον χτύπησε δυνατά ρίχνοντάς τον στο έδαφος, ενώ το πλήθος κρατούσε την ανάσα του με τρόμο.
Ο ιππότης των ΜακΚλάουντ ξαναπήρε το ξίφος του, έκανε δύο βήματα μπροστά και το έβαλε στο λαιμό του Κέντρικ, καθηλώνοντάς τον στο έδαφος. Ο Κέντρικ δεν είχε άλλη επιλογή.
«Παραδίνομαι», φώναξε.
Μια κραυγή νίκης ακούστηκε από την πλευρά των ΜακΚλάουντ – αλλά μια κραυγή οργής από την πλευρά των ΜακΓκιλ.
«Έγινε απάτη!» κραύγασαν οι ΜακΓκιλ.
«Απάτη! Απάτη!» ακούστηκαν εν χορώ οι θυμωμένες κραυγές του πλήθους.
Ο όχλος θύμωνε όλο και περισσότερο και σύντομα ακούστηκε μια τόσο δυνατή ομοβροντία διαμαρτυριών που το πλήθος άρχισε να διαλύεται, ενώ και οι δύο πλευρές – οι ΜακΓκιλ και οι ΜακΚλάουντ – άρχισαν να βαδίζουν απειλητικά ο ένας προς τον άλλον.
«Αυτό δεν είναι καθόλου καλό», είπε ο Φέιθγκολντ στον Θορ καθώς κάθονταν στην άκρη και παρακολουθούσαν αυτά που συνέβαιναν.
Δευτερόλεπτα αργότερα, το πλήθος ξέσπασε. Άρχισαν να πέφτουν χτυπήματα από παντού και όλοι έκαναν επίθεση εναντίον όλων. Ήταν ένα χάος. Οι άντρες άρπαζαν ο ένας τον άλλον με κεφαλοκλειδώματα και έπεφταν στο έδαφος. Το πλήθος είχε εξαγριωθεί και όλο αυτό απειλούσε να μετατραπεί σε μια γενικευμένη σύρραξη.
Μια σάλπιγγα ακούστηκε και φρουροί και από τις δύο πλευρές μπήκαν μέσα και κατάφεραν να χωρίσουν το πλήθος. Μια άλλη, πιο δυνατή, σάλπιγγα ακούστηκε, και έπεσε απόλυτη σιωπή καθώς ο Βασιλιάς ΜακΓκιλ σηκώθηκε από τον θρόνο του.
«Δεν θέλουμε συμπλοκές σήμερα!» φώναξε με τη βροντερή φωνή του. «Όχι σήμερα που είναι μέρα γιορτής! Και όχι στην Αυλή μου!»
Σιγά σιγά το πλήθος ηρέμησε.
«Αν επιθυμείτε μια αναμέτρηση ανάμεσα στις δύο σπουδαίες φυλές μας, αυτή θα αποφασιστεί από έναν μαχητή, ένα κορυφαίο ιππότη, από κάθε πλευρά».
Ο ΜακΓκιλ κοίταξε τον βασιλιά ΜακΚλάουντ που καθόταν στην απέναντι πλευρά με τη συνοδεία του.
«Σύμφωνοι!» φώναξε δυνατά ο ΜακΓκιλ.
Ο ΜακΚλάουντ, με σοβαρό ύφος, σηκώθηκε όρθιος.
«Σύμφωνοι!» απάντησε.
Και από τις δύο πλευρές, το πλήθος ζητωκραύγασε.
«Επιλέξτε τον καλύτερο άντρα σας!» φώναξε ο ΜακΓκιλ.
«Τον έχω ήδη διαλέξει», είπε ο ΜακΚλάουντ.
Από την πλευρά των ΜακΚλάουντ εμφανίστηκε ένας φοβερός ιππότης καβάλα στο άλογό του. Ήταν ο πιο μεγαλόσωμος άνθρωπος που είχε δει ποτέ ο Θορ. Έμοιαζε με ογκόλιθο, ένα τεράστιο πλάσμα με μακριά γενειάδα και ένα άγριο βλέμμα που φαινόταν μόνιμο.
Ο Θορ αισθάνθηκε ένα ρεύμα αέρα καθώς πέρασε από κοντά του. Ακριβώς δίπλα του εμφανίστηκε ο Έρεκ καβάλα στον Γουόρκφιν που πέρασε μπροστά. Ο Θορ ξεροκατάπιε. Δεν μπορούσε να πιστέψει όσα συνέβαιναν γύρω του. Ένιωσε το στήθος του να φουσκώνει από υπερηφάνεια για τον Έρεκ.
Μετά όμως τον κατέλαβε μια βαθιά ανησυχία καθώς συνειδητοποίησε ότι βρίσκονταν σε υπηρεσία. Ήταν ακόλουθος και ο ιππότης του ήταν έτοιμος για μάχη.
«Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε τον Φέιθγκολντ με άγχος.
«Στάσου πίσω και κάνε ό,τι σου πω», του απάντησε αυτός.
Ο Έρεκ πέρασε μπροστά και μπήκε στο διάδρομο των κονταρομαχιών. Οι δύο ιππότες ήλθαν αντιμέτωποι, κοίταξαν ο ένας τον άλλον, ενώ τα άλογά τους χτυπούσαν τα πόδια τους στο έδαφος σε βήμα σημειωτόν. Η καρδιά του Θορ χτυπούσε σαν τρελή στο στήθος του καθώς περίμενε να δει την συνέχεια.
Ακούστηκε μια σάλπιγγα και η επίθεση άρχισε.
Ο Θορ θαύμασε την ομορφιά και τη χάρη του Γουόρκφιν – έμοιαζε σαν να έβλεπε ένα ψάρι να κάνει άλματα πάνω από τη θάλασσα. Ο άλλος ιππότης ήταν τεράστιος, αλλά ο Έρεκ ήταν ένας μαχητής γεμάτος λεπτότητα και χάρη. Διέσχισε τον αέρα με το κεφάλι του χαμηλωμένο και τις αλυσίδες της πανοπλίας του να κυματίζουν ελαφρά. Ήταν η πιο καλογυαλισμένη πανοπλία που ο Θορ είχε δει στη ζωή του.
Καθώς οι δύο άντρες συναντήθηκαν, ο Έρεκ κράτησε το δόρυ του σε τέλεια στόχευση και έγειρε προς το πλάι. Κατάφερε να κτυπήσει τον άλλον ιππότη στο κέντρο της ασπίδας του ενώ ταυτόχρονα απέφυγε το χτύπημά του.
Ο τεράστιος ιππότης που έμοιαζε σαν βουνό έπεσε πίσω και έπεσε στο έδαφος κάνοντας μια τούμπα. Έμοιαζε με πτώση ογκόλιθου.
Το πλήθος των ΜακΓκιλ ζητωκραύγασε καθώς ο Έρεκ πέρασε δίπλα του με το άλογό του και κάνοντας μια στροφή ξαναγύρισε εκεί που ήταν πεσμένος. Σήκωσε το γείσο της περικεφαλαίας του και έβαλε την άκρη του δόρατός του στον λαιμό του άντρα.
«Παραδώσου!» του φώναξε ο Έρεκ.
Ο ιππότης έφτυσε.
«Ποτέ!»
Μετά άπλωσε το χέρι του, έβγαλε ένα κρυμμένο σακούλι που είχε στη μέση του και παίρνοντας μια χούφτα χώμα την πέταξε στο πρόσωπο του Έρεκ πριν αυτός προφτάσει να αντιδράσει.
Ο Έρεκ, ξαφνιασμένος, έβαλε τα χέρια του στα μάτια του ρίχνοντας το δόρυ του και πέφτοντας από το άλογό του.
Το πλήθος των ΜακΓκιλ ούρλιαζε και φώναζε με αποδοκιμασία καθώς ο Έρεκ έπεσε στο έδαφος κρατώντας τα μάτια του. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο άλλος έτρεξε προς το μέρος του και τον χτύπησε με το γόνατο στα πλευρά.
Ο Έρεκ κυλίστηκε στο έδαφος, ενώ ο άλλος άρπαξε μια τεράστια πέτρα, τη σήκωσε ψηλά και ήταν έτοιμος να την κατεβάσει πάνω στο κεφάλι του.
«ΟΧΙ!» ούρλιαξε ο Θορ και πετάχτηκε μπροστά μη μπορώντας να συγκρατήσει τον εαυτό του.
Ο Θορ είδε με τρόμο τον ιππότη να είναι έτοιμος να χτυπήσει τον Έρεκ. Όμως την τελευταία στιγμή ο Έρεκ κατάφερε να κυλήσει στο πλάι και να ξεφύγει από τον στόχο του άλλου. Η πέτρα έπεσε με θόρυβο στο έδαφος και σφηνώθηκε εκεί ακριβώς που πριν δευτερόλεπτα ήταν το κεφάλι του Έρεκ.
Ο Θορ εξεπλάγη με την ταχύτητα του Έρεκ. Είχε ήδη σηκωθεί στα πόδια του και κοίταζε με αποδοκιμασία αυτόν τον «βρόμικο» μαχητή.
«Κοντά ξίφη!» φώναξαν και οι δύο βασιλιάδες.
Ο Φέιθγκολντ γύρισε ξαφνικά προς τον Θορ και τον κοίταζε με γουρλωμένα μάτια.
«Δώστο μου!» τσίριξε.
Ο Θορ πανικοβλήθηκε και ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Έκανε μια στροφή και άρχισε απελπισμένα να ψάχνει για το σπαθί στο ράφι με τα όπλα. Άπλωσε το χέρι του, το άρπαξε και το έβαλε στην παλάμη του Φέιθγκολντ.
«Χαζό παιδί! Αυτό είναι μέτριο ξίφος!» του φώναξε ο Φέιθγκολντ.
Ο Θορ ένιωσε το λαιμό του να ξεραίνεται και όλα τα μάτια του πλήθους να καρφώνονται επάνω του. Τα μάτια του είχαν θαμπώσει και δεν έβλεπε καλά από το άγχος του, ενώ ο πανικός του μεγάλωνε αφού δεν ήξερε ποιό σπαθί να διαλέξει. Δεν μπορούσε ούτε καν να συγκεντρωθεί.
Ο Φέιθγκολντ μπήκε μπροστά του, σπρώχνοντάς τον να φύγει από τη μέση, και άρπαξε το κοντό σπαθί μόνος του. Μετά έτρεξε βολίδα μέσα στο διάδρομο που γίνονταν οι κονταρομαχίες.
Ο Θορ τον παρακολουθούσε που έτρεχε και ένιωσε απαίσια. Ήταν άχρηστος. Ταυτόχρονα φαντάστηκε τον εαυτό του να τρέχει και να μπαίνει στον διάδρομο μπροστά σε όλον αυτόν τον κόσμο και τα γόνατά του λύγισαν.
Ο ακόλουθος του άλλου ιππότη έφτασε στον αφέντη του πρώτος, έτσι ο Έρεκ έπρεπε να κάνει ένα σάλτο για να αποφύγει παρά τρίχα το χτύπημά του. Τελικά ο Φέιθγκολντ έφτασε και έβαλε το σπαθί στο χέρι του Έρεκ. Μόλις το έκανε, ο άλλος του επιτέθηκε. Αλλά ο Έρεκ ήταν πολύ πιο έξυπνος. Περίμενε πάλι ως την τελευταία στιγμή και με ένα σάλτο έκανε στην άκρη.
Όμως, ο ιππότης συνέχισε την επίθεσή του και έπεσε κατ’ ευθείαν πάνω στον Φέιθγκολντ που, για κακή του τύχη, στεκόταν ακριβώς εκεί που ήταν ο Έρεκ πριν από ένα δευτερόλεπτο. Ο ιππότης γεμάτος οργή που αστόχησε με τον Έρεκ, άρπαξε τον Φέιθγκολντ απ’ τα μαλλιά με τα δύο του χέρια και του έδωσε μια κουτουλιά στο πρόσωπο.
Ακούστηκαν τα κόκαλά του που θρυμματίζονταν και το αίμα έτρεξε ποτάμι από τη μύτη του Φέιθγκολντ που έπεσε στο έδαφος, αναίσθητος.
Ο Θορ έμεινε με το στόμα ανοιχτό σε απόλυτο σοκ. Δεν μπορούσε να πιστέψει τι είχε γίνει. Αλλά ούτε και το πλήθος, που για άλλη μια φορά αποδοκίμαζε τον τεράστιο άντρα με φωνές και ουρλιαχτά.
Ο Έρεκ έκανε μια στροφή με το σπαθί στο χέρι, αλλά αστόχησε για λίγο. Για άλλη μια φορά ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο.
Ο Θορ ξαφνικά συνειδητοποίησε τη θέση του. Τώρα ήταν ο μοναδικός ακόλουθος του Έρεκ. Ο κόμπος ξανανέβηκε στο λαιμό του. Τι έπρεπε να κάνει; Δεν ήταν προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο. Και όλο το πλήθος τον κοίταζε.
Οι δύο ιππότες επιτέθηκαν ο ένας στον άλλον με κακία, το ένα χτύπημα μετά το άλλο. Ήταν ξεκάθαρο ότι ο ιππότης των ΜακΚλάουντ ήταν πολύ πιο δυνατός από τον Έρεκ – όμως ο Έρεκ ήταν καλύτερος μαχητής, γρηγορότερος και πιο ευκίνητος. Και οι δύο στριφογύριζαν καταφέροντας χτυπήματα που ο άλλος απέκρουε χωρίς κανείς από τους δύο να βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση.
Τελικά ο Βασιλιάς ΜακΓκιλ σηκώθηκε.
«Μακριά δόρατα!» φώναξε.
Η καρδιά του Θορ χτύπησε δυνατά. Έπρεπε να εκτελέσει την διαταγή – εκείνος ήταν πια υπεύθυνος.
Γύρισε, κοίταξε το ράφι και άρπαξε το όπλο που του φάνηκε πιο κατάλληλο. Καθώς κρατούσε την δερμάτινη λαβή του, προσευχήθηκε να είχε κάνει σωστή επιλογή.
Καθώς έτρεχε προς τον διάδρομο ένιωσε όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω του. Έτρεξε με όλη του τη δύναμη, θέλοντας να φτάσει στον Έρεκ όσο πιο γρήγορα μπορούσε, και μόλις έφτασε του έβαλε το δόρυ στο χέρι. Ένιωθε περήφανος που είχε φτάσει πρώτος.
Ο Έρεκ έκανε μια στροφή και ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει τον άλλο ιππότη. Και επειδή ήταν ο έντιμος και αξιοπρεπής χαρακτήρας που όλοι θαύμαζαν, περίμενε πρώτα να οπλιστεί και ο αντίπαλός του πριν του επιτεθεί. Ο Θορ έτρεξε και βγήκε από τον διάδρομο αμέσως, ώστε να μην βρεθεί στο δρόμο των αντρών και για να μην επαναλάβει το λάθος του Φέιθγκολντ. Καθώς έβγαινε, έσυρε και το αναίσθητο σώμα του Φέιθγκολντ έξω από τον διάδρομο.
Καθώς ο Θορ παρακολουθούσε την εξέλιξη της αναμέτρησης, αισθάνθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο αντίπαλος του Έρεκ είχε πάρει το δόρυ του, το σήκωσε ψηλά και μετά άρχισε να το κατεβάζει με μια παράξενη κίνηση. Βλέποντας αυτό, όλη η προσοχή του Θορ ξαφνικά εστιάστηκε εκεί. Ενστικτωδώς ήξερε ότι κάτι δεν ήταν εντάξει. Η ματιά του καρφώθηκε στην άκρη του δόρατος του ιππότη των ΜακΚλάουντ και καθώς την παρατηρούσε με απόλυτη προσοχή είδε ότι ήταν χαλαρή. Ο ιππότης ήταν έτοιμος να χρησιμοποιήσει την άκρη του δόρατος σαν μαχαίρι ρίψης.
Καθώς ο ιππότης κατέβασε το δόρυ του, η κεφαλή του αποσπάστηκε και έτσι όπως περιστρέφονταν διέσχιζε τον αέρα με τελικό στόχο την καρδιά του Έρεκ. Σε δευτερόλεπτα, ο Έρεκ θα ήταν νεκρός. Ο Θορ δεν έβλεπε πως μπορούσε να αντιδράσει εγκαίρως και έτσι όπως ήταν η οδοντωτή λεπίδα, θα μπορούσε να διαπεράσει την πανοπλία του.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Θορ αισθάνθηκε μια ζέστη στο σώμα του. Ένιωσε κάτι σαν γαργάλημα – ήταν η ίδια αίσθηση που είχε νιώσει και στο Σκοτεινό Δάσος, όταν έδωσε μάχη με το Σάιμπολντ. Ο κόσμος γύρω του ήταν σαν να πήγαινε πιο αργά. Έβλεπε την άκρη της λεπίδας να στριφογυρίζει σε αργή κίνηση, ένιωσε μια ενέργεια και μια ζέστη να ανεβαίνει μέσα στο σώμα του – μια ενέργεια που δεν ήξερε ότι είχε.
Πετάχτηκε μπροστά και ένιωσε μεγαλύτερος από την άκρη του δόρατος. Στο μυαλό του την ήθελε να σταματάει. Την διέταξε να σταματήσει. Δεν ήθελε να δει τον Έρεκ λαβωμένο. Ειδικά όχι με τέτοιο τρόπο.
«ΟΧΙ!» ο Θορ ούρλιαξε.
¨Εκανε άλλο ένα βήμα μπροστά και ύψωσε την παλάμη του μπροστά στο πέρασμα της λεπίδας.
Αυτή σταμάτησε επί τόπου και έμεινε κρεμασμένη στον αέρα λίγο πριν φτάσει στην καρδιά του Έρεκ.
Μετά, χωρίς να είναι πια επικίνδυνη, έπεσε στο έδαφος.
Και οι δύο ιππότες γύρισαν και κοίταξαν τον Θορ – το ίδιο έκαναν και οι δύο βασιλιάδες, καθώς και οι χιλιάδες θεατές. Αισθάνθηκε ότι όλος ο κόσμος είχε τα μάτια του καρφωμένα πάνω του και συνειδητοποίησε ότι όλοι είχαν δει αυτό που έκανε. Όλοι κατάλαβαν ότι αυτό δεν ήταν φυσιολογικό, ότι είχε κάποιου είδους δύναμη, ότι είχε επηρεάσει το αποτέλεσμα των αγώνων, είχε σώσει τη ζωή του Έρεκ – και είχε αλλάξει τη μοίρα του βασιλείου.
Ο Θορ στεκόταν μαρμαρωμένος στο ίδιο σημείο μη μπορώντας να καταλάβει τι είχε μόλις συμβεί.
Τώρα ήταν βέβαιος ότι δεν ήταν σαν όλους αυτούς τους ανθρώπους. Ήταν διαφορετικός.
Αλλά ποιος ακριβώς ήταν;
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9
Ξαφνικά ο Θορ είδε τον Ρις, τον μικρότερο γιο του Βασιλιά και τον καινούργιο του σύντροφο στα αγωνίσματα, να τον σηκώνει και να τον μεταφέρει μέσα από το πλήθος. Από την ώρα της κονταρομαχίας, όλα είχαν θαμπώσει στο μυαλό του. Ό,τι είχε κάνει εκεί, όποια δύναμη είχε χρησιμοποιήσει για να σταματήσει τη λόγχη και να την εμποδίσει να σκοτώσει τον Έρεκ είχαν τραβήξει την προσοχή όλου του βασιλείου. Οι αγώνες είχαν διακοπεί μετά απ’ ό,τι συνέβη, με απόφαση και των δύο βασιλέων που κήρυξαν ανακωχή. Κάθε ιππότης είχε αποσυρθεί στην δική του πλευρά, τα πλήθη διασκορπίστηκαν με τον κόσμο να νιώθει μια αναστάτωση, ενώ ο Ρις είχε πιάσει τον Θορ από το μπράτσο και τον τράβηξε μακριά.
Τον μετέφεραν με συνοδεία από άντρες του βασιλιά από την πίσω πλευρά που βρίσκονταν τα πλήθη. Σε όλη τη διαδρομή, ο Ρις τον τράβαγε κρατώντας τον από το μπράτσο. Ο Θορ ακόμα έτρεμε από όσα είχαν συμβεί εκείνη την ημέρα. Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε κάνει εκεί στον διάδρομο της κονταρομαχίας και πώς είχε επηρεάσει την εξέλιξη των πραγμάτων. Ο Θορ ήθελε απλά να είναι ανώνυμος, άλλος ένας από τους στρατιώτες στη Λεγεώνα του Βασιλιά. Δεν ήθελε να γίνει το επίκεντρο της προσοχής.
Ακόμα χειρότερα, δεν ήξερε που τον πήγαιναν και αν θα τον τιμωρούσαν για την επέμβασή του. Φυσικά, είχε σώσει τη ζωή του Έρεκ – αλλά είχε παρέμβει στη μάχη ενός ιππότη, κάτι που απαγορεύονταν σε έναν ακόλουθο. Δεν ήταν σίγουρος αν θα τον επιβράβευαν ή θα τον επέπλητταν.
«Πώς το έκανες αυτό; ρώτησε ο Ρις, καθώς τον τράβαγε μαζί του. Ο Θορ τον ακολουθούσε τυφλά, προσπαθώντας και ο ίδιος να τα επεξεργαστεί όλα αυτά. Καθώς προχωρούσαν ο κόσμος τον κοίταγε με έκπληξη σαν να ήταν κάτι το εξωπραγματικό.
«Δεν ξέρω», απάντησε ο Θορ με όλη του την ειλικρίνεια. «Απλά, ήθελα να τον βοηθήσω και…συνέβη».
Ο Ρις κούνησε το κεφάλι του.
«Έσωσες τη ζωή του Έρεκ. Το καταλαβαίνεις αυτό; Είναι ο πιο φημισμένος ιππότης μας. Και εσύ τον έσωσες».
Ο Θορ ένιωθε όμορφα καθώς έφερνε τα λόγια του Ρις ξανά και ξανά στο μυαλό του, ενώ ταυτόχρονα είχε και ένα αίσθημα ανακούφισης. Είχε συμπαθήσει τον Ρις από τη πρώτη στιγμή που τον γνώρισε – ήταν γαλήνιος και πάντα ήξερε τι να πει. Καθώς τα σκέφτονταν όλα αυτά, συνειδητοποίησε ότι μπορεί και να μην τον τιμωρούσαν για ό,τι έκανε. Μπορεί και να τον έβλεπαν σαν ένα είδος ήρωα.
«Δεν προσπάθησα να κάνω κάτι», είπε ο Θορ. «Απλά, δεν ήθελα να πεθάνει. Ήταν κάτι…φυσικό. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο».
«Δεν ήταν σπουδαίο;» ο Ρις επανέλαβε τα λόγια του. «Εγώ δεν θα μπορούσα να το είχα κάνει. Κανείς από εμάς δεν θα μπορούσε».
Έστριψαν στη γωνία, και ο Θορ είδε μπροστά του το κάστρο του Βασιλιά, με όλη του τη μεγαλοπρέπεια, να υψώνεται ψηλά στον ουρανό. Φαινόταν πελώριο. Οι στρατιώτες του Βασιλιά στέκονταν προσοχή, στη σειρά κατά μήκος του πλακόστρωτου δρόμου που οδηγούσε στην κινητή γέφυρα και κρατούσε τα πλήθη μακριά. Παραμέρισαν και άφησαν τον Ρις και τον Θορ να περάσουν.
Οι δυό τους ακολούθησαν το δρόμο, με τους στρατιώτες να στέκονται και στις δύο πλευρές, ως τις τεράστιες θολωτές πύλες που καλύπτονταν από σιδερένιες αμπάρες. Τέσσερις στρατιώτες τράβηξαν μια από τις πύλες και όταν άνοιξε παραμέρισαν και στάθηκαν προσοχή για να περάσουν. Ο Θορ δεν μπορούσε να πιστέψει την μεταχείριση που είχε – ένιωθε σαν να ήταν μέλος της βασιλικής οικογένειας.
Μόλις μπήκαν στο κάστρο, οι πόρτες έκλεισαν πίσω τους. Ο Θορ ήταν έκπληκτος από το θέαμα που έβλεπε μπροστά του: το εσωτερικό του κάστρου ήταν απέραντο, με τεράστιους τοίχους, 30 εκατοστά σε πάχος, να υψώνονται γύρω του, και με πελώριες ανοιχτές αίθουσες. Μπροστά τους πηγαινοέρχονταν βιαστικά εκατοντάδες μέλη της Βασιλικής Αυλής που φλυαρούσαν ακατάπαυστα. Στην ατμόσφαιρα, αισθανόταν την αναστάτωση και τον ενθουσιασμό, ενώ όλα τα μάτια γύρισαν και τον κοίταξαν μόλις μπήκε. Ένιωσε να κατακλύζεται από όλη αυτή την προσοχή.
Μαζεύτηκαν όλοι γύρω του, και όλα τα μάτια ήταν καρφωμένα επάνω τους, καθώς ο Θορ και ο Ρις μπήκαν στους διαδρόμους του κάστρου. Δεν είχε δει ποτέ τόσους πολλούς ανθρώπους ντυμένους με τόσο υπέροχα ρούχα. Έβλεπε δεκάδες κορίτσια όλων των ηλικιών, ντυμένα με πανέμορφες φορεσιές, να ψιθυρίζουν κάτι η μια στο αυτί της άλλης και να κρυφογελάνε καθώς περνούσε από μπροστά τους. Ένιωσε αμηχανία. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν τους άρεσε ή τον κορόιδευαν. Δεν ήταν συνηθισμένος να είναι το επίκεντρο της προσοχής – πόσο μάλλον μέσα στην βασιλική αυλή – και δεν ήξερε καθόλου πως να συμπεριφερθεί.
«Γιατί γελάνε με εμένα;» ρώτησε τον Ρις.
Ο Ρις γύρισε και του χαμογέλασε. «Δεν γελάνε κοροϊδευτικά», του είπε. «Σου δείχνουν την συμπάθειά τους. Έχεις γίνει διάσημος».
«Διάσημος;» ρώτησε έκπληκτος. «Τι εννοείς; Εγώ μόλις ήρθα εδώ».
Ο Ρις γέλασε και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του. Ήταν φανερό πως διασκέδαζε με όσα έλεγε ο Θορ.
«Στην αυλή του βασιλιά, τα νέα μαθαίνονται πολύ γρηγορότερα απ’ όσο φαντάζεσαι. Και ένας νεοφερμένος σαν κι’ εσένα – λοιπόν, δεν είναι κάτι που συμβαίνει κάθε μέρα».
«Πού πάμε;» ρώτησε, καταλαβαίνοντας ότι κάπου τον οδηγούσε.
«Ο πατέρας μου θέλει να σε γνωρίσει», του είπε, καθώς έστριβαν σ’ έναν άλλο διάδρομο.
Ο Θορ ξεροκατάπιε.
«Ο πατέρας σου; Εννοείς… ο Βασιλιάς;» Ξαφνικά τον έπιασε νευρικότητα. «Γιατί να θέλει να με γνωρίσει; Είσαι βέβαιος;»
Ο Ρις γέλασε.
«Είμαι απόλυτα βέβαιος. Μην έχεις τόση νευρικότητα. Είναι, απλά, ο πατέρας μου».
«Απλά, ο πατέρας σου;» είπε ο Θορ με δυσπιστία. «Είναι ο Βασιλιάς!»
«Δεν είναι τόσο κακός. Έχω την αίσθηση ότι θα σε ακούσει με χαρά. Στο κάτω-κάτω έσωσες τη ζωή του Έρεκ».
Ο Θορ ένιωσε ένα κόμπο να ανεβαίνει στο λαιμό του και οι παλάμες του ίδρωσαν καθώς μια ακόμα μεγάλη πόρτα άνοιξε και μπήκαν σε μια τεράστια αίθουσα. Σήκωσε τα μάτια του ψηλά και κοίταξε με δέος το πανύψηλο αψιδωτό ταβάνι που ήταν γεμάτο με περίτεχνα σχέδια. Γύρω γύρω, οι τοίχοι στολίζονταν από θολωτά παράθυρα με πολύχρωμα βιτρό. Μέσα στην αίθουσα υπήρχε ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων. Πρέπει να ήταν περίπου χίλιοι και η αίθουσα έσφυζε από κίνηση. Μεγάλα τραπέζια φαγητού απλώνονταν σε όλη την αίθουσα και ως εκεί που έφτανε η ματιά του ένα πλήθος ανθρώπων κάθονταν σε μεγάλους πάγκους που ήταν δίπλα στα τραπέζια και απολάμβαναν τα πλούσια εδέσματα. Ανάμεσα στα τραπέζια υπήρχε ένας στενός διάδρομος στρωμένος με ένα μακρύ, κόκκινο χαλί που οδηγούσε σε μια εξέδρα πάνω στην οποία βρισκόταν ο βασιλικός θρόνος. Ο κόσμος άνοιγε δρόμο καθώς ο Θορ και ο Ρις προχωρούσαν πάνω στο χαλί προς τον θρόνο του Βασιλιά.
«Και πού νομίζεις ότι τον πας;» ακούστηκε μια εχθρική, ένρινη φωνή.
Ο Θορ σήκωσε το βλέμμα του και είδε έναν άντρα να στέκεται από πάνω του, όχι πολύ μεγαλύτερό του, ντυμένο με μια βασιλική φορεσιά, προφανώς ένα πρίγκιπα, που τους έκοψε το δρόμο και τους αγριοκοίταζε.
«Είναι διαταγή του πατέρα», ο Ρις του απάντησε κοφτά. «Καλύτερα να φύγεις από μπροστά μας, εκτός κι’ αν θες να αψηφήσεις τις εντολές του».
Ο πρίγκιπας έμεινε εκεί, ακίνητος, και καθώς κοίταξε τον Θορ κατσούφιασε με αηδία σαν να είχε φάει κάτι σάπιο. Και στον Θορ δεν άρεσε καθόλου. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν θα μπορούσε να εμπιστευτεί – με λεπτά χαρακτηριστικά που δεν πρόδιδαν καμία ευγένεια, και με μάτια που δεν σταματούσαν να κινούνται.
«Αυτή δεν είναι αίθουσα για κοινούς θνητούς», απάντησε ο πρίγκιπας. «Θα πρέπει να αφήσεις τον συρφετό έξω, από εκεί που ήρθε.
Ο Θορ ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Ήταν προφανές ότι αυτός ο άνθρωπος τον μισούσε, αλλά δεν είχε ιδέα γιατί.
«Να πω στον Πατέρα αυτά που είπες;» ο Ρις επέμεινε χωρίς να κάνει ούτε βήμα πίσω.
Εντελώς απρόθυμα, ο πρίγκιπας γύρισε και έφυγε σαν σίφουνας.
«Ποιος ήταν αυτός; ο Θορ ρώτησε τον Ρις, καθώς συνέχισαν να βαδίζουν προς το θρόνο του Βασιλιά.
«Μην του δίνεις σημασία», απάντησε ο Ρις. «Είναι ο μεγαλύτερος αδελφός μου – ένας απ’ αυτούς. Ο Γκάρεθ, ο μεγαλύτερος. Όχι ακριβώς ο πιο μεγάλος – απλά ο πιο μεγάλος νόμιμος αδελφός μου. Ο Κέντρικ που συνάντησες στο χώρο των αγωνισμάτων είναι ο πιο μεγάλος».
«Και γιατί ο Γκάρεθ με μισεί; Ούτε καν τον ξέρω».
«Μην ανησυχείς – δεν έχει μίσος μόνο για σένα. Αυτός μισεί τους πάντες. Και βλέπει σαν απειλή όποιον πλησιάζει την οικογένεια. Μην του δίνεις σημασία. Είναι πολλοί σαν κι’ αυτόν».
Καθώς συνέχισαν να βαδίζουν, ο Θορ ένιωσε την ευγνωμοσύνη του για τον Ρις να αυξάνεται. Είχε την αίσθηση ότι γινόταν ένας πραγματικός φίλος.
«Γιατί με υπερασπίζεσαι;» ρώτησε ο Θορ με περιέργεια.
Ο Ρις ανασήκωσε τους ώμους του.
«Μου έδωσαν διαταγή να σε φέρω στον Πατέρα. Επιπλέον, είσαι και ο σύντροφός μου στα αγωνίσματα. Κι’ έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ήρθε εδώ κάποιος στην ηλικία μου που πραγματικά να αξίζει».
«Και τι με κάνει εμένα να αξίζω;» ρώτησε ο Θορ.
«Το αγωνιστικό σου πνεύμα. Αυτό δεν μπορεί να είναι κάτι προσποιητό».
Καθώς προχωρούσαν προς τον θρόνο του Βασιλιά, ο Θορ ένιωσε σαν να τον γνώριζε από πάντα – ήταν παράξενο, αλλά κατά κάποιο τρόπο ένιωθε σαν να ήταν δικός του αδελφός. Ποτέ του δεν είχε ένα πραγματικό αδελφό – και τώρα αισθανόταν όμορφα.
«Οι άλλοι μου αδελφοί δεν είναι σαν κι’ αυτόν, μην ανησυχείς», είπε ο Ρις καθώς πολλοί άνθρωποι συγκεντρώνονταν γύρω τους, προσπαθώντας να δουν τον Θορ. «Ο αδελφός μου ο Κέντρικ, αυτόν που γνώρισες – είναι ο καλύτερος απ’ όλους. Είναι ετεροθαλής αδελφός μου, αλλά εγώ τον θεωρώ ως αληθινό αδελφό – πιο πολύ κι’ από τον Γκάρεθ. Ο Κέντρικ είναι για μένα σαν δεύτερος πατέρας. Το ίδιο θα είναι και για σένα, είμαι σίγουρος. Δεν υπάρχει κάτι που δεν θα έκανε για μένα – ή για οποιονδήποτε. Είναι ο πιο αγαπητός από την βασιλική οικογένεια ανάμεσα στον λαό. Είναι πολύ κρίμα που δεν μπορεί να γίνει Βασιλιάς».
«Είπες ‘αδελφοί.’ Έχεις κι’ άλλον αδελφό;» ρώτησε ο Θορ.
Ο Ρις πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Έχω άλλον έναν, ναι. Τον Γκόντφρι. Αλλά δεν είμαστε πολύ κοντά. Δυστυχώς, περνάει το χρόνο του στα καπηλειά μαζί με τους εργάτες. Δεν είναι μαχητής, σαν εμάς. Δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτά – δεν ενδιαφέρεται για τίποτα στην πραγματικότητα. Εκτός από το ποτό – και τις γυναίκες».
Ξαφνικά σταμάτησαν απότομα καθώς ένα κορίτσι μπήκε μπροστά τους. Ο Θορ έμεινε εκεί μαγεμένος. Ίσως ήταν ένα-δύο χρόνια μεγαλύτερή του, με μπλε αμυγδαλωτά μάτια, τέλειο δέρμα και μακριά κόκκινα μαλλιά. Ήταν ντυμένη με ένα λευκό σατέν φόρεμα με δαντέλα στις άκρες, ενώ τα μάτια της ήταν λαμπερά και έμοιαζαν να χορεύουν από χαρά και από μια σκανταλιάρικη διάθεση. Κάρφωσε το βλέμμα της επάνω του και ήταν σαν να τον είχε αιχμαλωτίσει με τη γοητεία της. Δεν μπορούσε να κινηθεί ακόμα κι’ αν ήθελε. Ήταν το πιο όμορφο πλάσμα που είχε δει ποτέ του.
Τους χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας τα τέλεια, λευκά της δόντια – και σαν να μην ήταν αρκετά γοητευμένος ήδη, το χαμόγελό της τον καθήλωσε ακόμα περισσότερο και φώτισε την καρδιά του με μιάς. Ποτέ του δεν είχε ξανανιώσει τόσο ζωντανός.
Ο Θορ στεκόταν μπροστά της χωρίς να μπορεί να αρθρώσει κουβέντα. Ούτε να αναπνεύσει. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που ένιωθε έτσι.
«Δεν θα μας συστήσεις;» το κορίτσι ρώτησε τον Ρις. Η φωνή της διαπέρασε τον Θορ – ήταν ακόμα πιο γλυκιά κι’ από την εμφάνισή της.
Ο Ρις αναστέναξε.
«Λοιπόν, αυτή είναι η αδελφή μου», είπε χαμογελώντας. «Γκουέν, από εδώ ο Θορ. Θορ, από εδώ η Γκουέν».
Η Γκουέν υποκλίθηκε.
«Χαίρω πολύ!» είπε με χαμόγελο.
Ο Θορ στέκονταν εκεί παγωμένος. Τελικά η Γκουέν γέλασε.
«Όχι τόσα πολλά λόγια με μιας, παρακαλώ», είπε γελώντας.
Ο Θορ ένιωσε να κοκκινίζει και ξερόβηξε με αμηχανία.
«Συ… συ… συγγνώμη», είπε. «Είμαι ο Θορ».
Η Γκουέν γέλασε ξανά.
«Αυτό το ξέρω ήδη», είπε. Μετά γύρισε στον αδελφό της. «Λοιπόν, Ρις, ο φίλος σου φαίνεται ότι έχει πρόβλημα με τα λόγια».
«Ο πατέρας θέλει να τον γνωρίσει», είπε. «Θα αργήσουμε».
Ο Θορ ήθελε να της μιλήσει, να της πει πόσο όμορφη ήταν, πόσο χαρούμενος ήταν που την γνώρισε και πόσο την ευγνωμονούσε που σταμάτησε να του μιλήσει. Αλλά η γλώσσα του είχε δεθεί κόμπος. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει τόση αμηχανία. Έτσι, το μόνο που κατάφερε να πει ήταν:
«Σ’ ευχαριστώ».
Η Γκουέν γέλασε σιγά, και αμέσως μετά πιο δυνατά.
«Με ευχαριστείς γιατί;» ρώτησε. Τα μάτια της φωτίστηκαν. Το απολάμβανε όλο αυτό.
Ο Θορ ένιωσε να ξανακοκκινίζει.
«Ε…δεν ξέρω», ψιθύρισε.
Η Γκουέν γέλασε πιο δυνατά και ο Θορ ένιωσε ταπεινωμένος. Ο Ρις τον σκούντησε με τον αγκώνα του, προτρέποντάς τον να ξεκινήσει, και έτσι συνέχισαν τον δρόμο τους. Μετά από μερικά βήματα, ο Θορ γύρισε και κοίταξε πίσω. Η Γκουέν στεκόταν ακόμα στο ίδιο μέρος και τους κοίταζε.
Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Ήθελε να της μιλήσει, να μάθει τα πάντα γι’ αυτή. Ντρεπόταν τόσο πολύ που είχε χάσει τα λόγια του. Όμως, δεν είχε πείρα με τα κορίτσια στο μικρό χωριό που έμενε – αλλά και καμία δεν ήταν τόσο όμορφη. Και κανείς δεν του είχε μάθει ποτέ τι ακριβώς θα έπρεπε να πει και πως να φερθεί σε τέτοιες περιπτώσεις.
«Μιλάει πολύ», είπε ο Ρις καθώς συνέχισαν το δρόμο τους και καθώς πλησίαζαν προς τον Βασιλιά. «Μην της δίνεις σημασία».
«Πώς την λένε;» ρώτησε ο Θορ.
Ο Ρις τον κοίταξε παράξενα. «Μα, μόλις σου το είπε!» του απάντησε γελώντας.
«Συγγνώμη, ε…, συγγνώμη… το ξέχασα», απάντησε ο Θορ αμήχανα.
«Γκουέντολιν. Αλλά όλοι την φωνάζουν Γκουέν».
Γκουέντολιν. Ο Θορ στριφογύριζε το όνομά της στο μυαλό του ξανά και ξανά. Γκουέντολιν. Γκουέν. Δεν ήθελε να το βγάλει από το μυαλό του. Ήθελε να μείνει εκεί μέχρι να μπει στη συνείδησή του. Αναρωτιόταν αν θα είχε την ευκαιρία να την ξαναδεί. Υπέθετε πως μάλλον όχι, αφού αυτός ήταν ένας κοινός θνητός. Μια τέτοια σκέψη τον πόναγε.
Το πλήθος ησύχασε. Ο Θορ σήκωσε τη ματιά του και είδε ότι τώρα βρισκόταν πολύ κοντά στον Βασιλιά. Ο Βασιλιάς ΜακΓκιλ καθόταν στο θρόνο του, ντυμένος με τον βασιλικό πορφυρό του μανδύα, φορούσε το στέμμα του και έδειχνε επιβλητικός.
Ο Ρις γονάτισε μπροστά του και το πλήθος σώπασε εντελώς. Ο Θορ έκανε το ίδιο. Η σιωπή απλώθηκε παντού μέσα στην αίθουσα.
Μετά ο Βασιλιάς ξερόβηξε και μίλησε με μια βαθιά, εγκάρδια φωνή. Η φωνή του ακούστηκε σ’ όλη την αίθουσα.
«Θόργκριν από την Πεδιάδα της Νότιας Επαρχίας του Δυτικού Βασιλείου», ξεκίνησε. «Συνειδητοποιείς ότι σήμερα παρενέβης στις βασιλικές κονταρομαχίες;»
Ο Θορ αισθάνθηκε το λαιμό του να ξεραίνεται. Δεν ήξερε τι να απαντήσει – και αυτός δεν ήταν ο καλύτερος τρόπος για να αρχίσει. Αναρωτήθηκε αν επρόκειτο να τιμωρηθεί.
«Λυπάμαι, βασιλιά μου. Δεν είχα τέτοια πρόθεση».
Ο ΜακΓκιλ έγειρε λίγο μπροστά και σήκωσε το φρύδι του.
«Δεν είχες πρόθεση; Εννοείς ότι δεν είχες πρόθεση να σώσεις τη ζωή του Έρεκ;»
Ο Θορ σάστισε. Συνειδητοποίησε ότι τα είχε κάνει χειρότερα.
«Όχι, βασιλιά μου. Δεν είχα πρόθεση να—»
«Ώστε παραδέχεσαι ότι ήθελες να παρέμβεις;»
Ο Θορ ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. Τι μπορούσε να πει;
«Λυπάμαι, βασιλιά μου. Υποθέτω πως απλά… ήθελα να βοηθήσω».
«Ήθελες να βοηθήσεις! Τον Έρεκ! Τον σπουδαιότερο και πιο ξακουστό ιππότη μας!»
Όλη η αίθουσα ξέσπασε σε γέλια και ο Θορ ένιωσε το πρόσωπό του να κοκκινίζει, για πολλοστή φορά εκείνη την ημέρα. Τι μπορούσε να κάνει τώρα;
«Σήκω και έλα πιο κοντά, νεαρέ μου», τον πρόσταξε ο ΜακΓκιλ.
Ο Θορ με έκπληξή του είδε ότι ο Βασιλιάς του χαμογελούσε και τον κοίταζε εξεταστικά καθώς σηκώθηκε και τον πλησίασε.
«Διακρίνω ευγένεια στο πρόσωπό σου. Δεν είσαι ένα συνηθισμένο παιδί. Όχι, όχι, καθόλου συνηθισμένο.
Ο ΜακΓκιλ ξερόβηξε.
Ο Έρεκ είναι ο πιο αγαπητός μας ιππότης. Αυτό που έκανες σήμερα ήταν σπουδαίο. Κάτι εξαιρετικά σημαντικό για όλους μας. Ως ανταμοιβή, από σήμερα γίνεσαι δεκτός σαν μέλος της οικογένειάς μου και με τον ίδιο σεβασμό και τις τιμές που δικαιούται ο καθένας από τους γιους μου».
Ο Βασιλιάς έγειρε προς τα πίσω και φώναξε με βροντερή φωνή: «Αυτό να ανακοινωθεί!»
Μέσα σε όλη την αίθουσα, ακούστηκαν πολλές επευφημίες και οι άνθρωποι που ήταν εκεί χτυπούσαν τα πόδια τους δυνατά με ενθουσιασμό.
Ο Θορ κοίταξε γύρω του αποσβολωμένος και χωρίς να μπορεί να καταλάβει όσα του συνέβαιναν. Μέλος της βασιλικής οικογένειας! Αυτό ήταν πέρα κι’ από τα πιο τρελά του όνειρα. Το μόνο που είχε θελήσει ήταν να γίνει αποδεκτός και να του δοθεί μια θέση στη Λεγεώνα. Και τώρα αυτό! Αισθάνθηκε να κατακλύζεται από ευγνωμοσύνη και χαρά και δεν ήξερε τι να κάνει.
Πριν μπορέσει να απαντήσει, ξαφνικά όλη η αίθουσα ξέσπασε σε χορό και τραγούδια, ενώ πλήθη κόσμου γιόρταζαν τριγύρω του. Ήταν ένα κομφούζιο. Κοίταξε τον Βασιλιά και διέκρινε αγάπη, λατρεία και αποδοχή στο βλέμμα του. Ποτέ του δεν είχε νιώσει την αγάπη του πατέρα στη ζωή του. Τώρα, όμως, βρισκόταν εδώ και του έδειχνε αγάπη, όχι ένας απλός άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο βασιλιάς. Μέσα σε μια ημέρα ο κόσμος του είχε αλλάξει. Το μόνο που παρακαλούσε ήταν όλα αυτά να ήταν αληθινά.
*
Σπρώχνοντας η Γκουέντολιν άνοιξε δρόμο μέσα από το πλήθος θέλοντας να δει αυτό το αγόρι για άλλη μια φορά πριν τον οδηγούσαν έξω από τη βασιλική αυλή. Τον Θορ. Η καρδιά της χτυπούσε γρηγορότερα και μόνο με τη σκέψη του, ενώ το όνομά του στριφογύριζε στο μυαλό της ξανά και ξανά. Από την ώρα που τον είδε δεν μπορούσε να σταματήσει να τον σκέφτεται. Ήταν πιο μικρός από αυτήν, αλλά όχι μικρότερος από ένα ή δύο χρόνια – αλλά είχε κάτι που τον έκανε να δείχνει μεγαλύτερος, πιο ώριμος και πιο βαθυστόχαστος από τους άλλους. Από τη στιγμή που τον είδε, ένιωσε σαν να τον ήξερε. Χαμογέλασε καθώς θυμήθηκε πόσο σαστισμένος ήταν όταν συναντήθηκαν. Μπορούσε, όμως, να δει στα μάτια του ότι κι’ αυτός ένιωσε το ίδιο γι’ αυτήν.
Φυσικά, ούτε καν ήξερε το αγόρι. Αλλά είχε δει τι έκανε στο διάδρομο της κονταρομαχίας, και έβλεπε ότι ο μικρότερος αδελφός της του έδειχνε μεγάλη συμπάθεια. Από εκείνη τη στιγμή, η Γκουέντολιν τον παρακολουθούσε, αφού αισθανόταν ότι αυτός είχε κάτι το ξεχωριστό, κάτι διαφορετικό από τους άλλους. Όταν τον συνάντησε, η εντύπωσή της επιβεβαιώθηκε. Ήταν διαφορετικός από όλους τους βασιλικούς τύπους, απ’ όσους είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει στην βασιλική αυλή. Ήταν ένας ξένος. Ένας κοινός θνητός. Αλλά, παραδόξως, είχε βασιλικό παρουσιαστικό. Σαν να ήταν πολύ περήφανος γι’ αυτό που ήταν.
Η Γκουέν κατευθύνθηκε προς την άκρη του επάνω μπαλκονιού και κοίταξε κάτω. Μπορούσε να δει όλη τη βασιλική αυλή και το μάτι της έπιασε τον Θορ καθώς έβγαινε έξω μαζί με τον Ρις. Σίγουρα κατευθύνονταν προς τους στρατώνες, όπου θα εκπαιδεύονταν μαζί με τα άλλα αγόρια. Ένιωσε ένα τσίμπημα λύπης, ενώ μέσα της αναρωτιόταν, και έκανε σχέδια, για το πώς θα μπορούσε να τον ξανασυναντήσει.
Η Γκουέν έπρεπε να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν. Έπρεπε να μάθει. Γι’ αυτό το λόγο θα έπρεπε να μιλήσει στην μοναδική γυναίκα που ήξερε τα πάντα για όλους και για όλα όσα συνέβαιναν στο βασίλειο: την μητέρα της.
Η Γκουέν γύρισε πίσω και κόβοντας πάλι δρόμο μέσα από το πλήθος έστριψε στους πίσω διαδρόμους του κάστρου που τους ήξερε απ’ έξω. Το κεφάλι της γύριζε. Ήταν μια έντονη μέρα. Πρώτα ήταν η πρωινή συνάντηση με τον πατέρα της που την σόκαρε όταν ανακοίνωσε πως ήθελε εκείνη να γίνει διάδοχός του και να κυβερνήσει το βασίλειό του. Ήταν εντελώς απροετοίμαστη και ούτε σε ένα εκατομμύριο χρόνια δεν θα πίστευε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί. Ακόμα δεν μπορούσε να το διαχειριστεί. Πώς θα μπορούσε, στ’ αλήθεια, να κυβερνήσει ένα βασίλειο; Έδιωξε τη σκέψη από το μυαλό της ελπίζοντας ότι η μέρα αυτή δεν θα έφτανε ποτέ. Στο κάτω-κάτω, ο πατέρας της ήταν υγιής και δυνατός, και εκείνη, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, τον ήθελε να ζήσει. Να είναι εκεί, μαζί της. Να είναι ευτυχισμένος.
Αλλά δεν μπορούσε να διώξει την συνάντηση απ’ το μυαλό της. Κάπου μέσα της, είχε φυτευτεί ο σπόρος ότι κάποια μέρα, οποτεδήποτε κι’ αν ήταν η μέρα αυτή, εκείνη θα ήταν η επόμενη. Αυτή που θα τον διαδεχόταν. Και όχι κάποιος από τους αδελφούς της. Αλλά εκείνη. Αυτό την τρόμαζε, αλλά της έδινε μια αίσθηση σπουδαιότητας και αυτοπεποίθησης, κάτι που δεν είχε μέχρι τώρα. Την έβρισκε ικανή να κυβερνήσει – αυτήν – ενώ την θεωρούσε και πιο σοφή απ’ όλους τους άλλους.
Όμως, κατά κάποιο τρόπο, αυτό την ανησυχούσε. Υπέθετε ότι θα προκαλούσε μεγάλη κακία και ζήλια που αυτή, ένα κορίτσι, επιλέχθηκε για να κυβερνήσει. Ήδη αισθανόταν την ζήλια του Γκάρεθ. Κι’ αυτό την τρόμαζε. Ήξερε ότι ο μεγαλύτερος αδελφός της ήθελε να χειραγωγεί τους άλλους και ήταν άνθρωπος που δεν συγχωρούσε ποτέ. Τίποτα δεν τον σταματούσε να κάνει αυτό που ήθελε και την τρόμαζε η ιδέα ότι θα γίνονταν στόχος του. Είχε προσπαθήσει να του μιλήσει μετά την συνάντηση, αλλά δεν καταδέχτηκε ούτε να την κοιτάξει.
Η Γκουέν κατέβηκε τρέχοντας την γυριστή σκάλα με τα παπούτσια της να αντηχούν στις πλάκες. Έστριψε σε άλλον ένα διάδρομο, πέρασε μέσα από το πίσω παρεκκλήσι, μέσα από άλλη μια πόρτα, μπροστά από μερικούς φρουρούς και μπήκε στα ιδιωτικά διαμερίσματα του κάστρου. Η μητέρα της δεν άντεχε άλλο τις πολύωρες κοινωνικές εκδηλώσεις – της άρεσε να αποσύρεται στον ιδιωτικό της χώρο και να ξεκουράζεται όσο πιο συχνά μπορούσε.
Η Γκουέν πέρασε μπροστά από έναν ακόμη φρουρό, κατέβηκε σε άλλη μια αίθουσα, και τελικά σταμάτησε μπροστά στην πόρτα του βεστιάριου της μητέρας της. Ήταν έτοιμη να την ανοίξει, αλλά σταμάτησε. Πίσω από την πόρτα, άκουγε πνιχτές φωνές, με την έντασή τους να ανεβαίνει, και αισθάνθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ήταν η μητέρα της που λογομαχούσε με κάποιον. Άκουσε πιο προσεκτικά και κατάλαβε ότι ήταν η φωνή του πατέρα της. Τσακώνονταν. Αλλά γιατί;
Η Γκουέν ήξερε ότι δεν ήταν σωστό να κρυφακούει – αλλά δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Άπλωσε το χέρι της, έπιασε το σιδερένιο ρόπτρο και έσπρωξε απαλά την βαριά δρύινη πόρτα. Την άνοιξε μόνο μια χαραμάδα και άκουσε την συζήτηση.
«Αυτός δεν πρόκειται να μείνει στο σπίτι μου», η μητέρα της είπε κοφτά.
«Βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα αφού δεν ξέρεις ολόκληρη την ιστορία».
«Την ξέρω την ιστορία», του απάντησε το ίδιο κοφτά. «Αρκετά μ’ αυτό».
Η Γκουέν μπορούσε να διακρίνει το δηλητήριο που έσταζε η φωνή της μητέρας της και αιφνιδιάστηκε. Σπάνια άκουγε τους γονείς της να τσακώνονται – είχε συμβεί ελάχιστες φορές στη ζωή της – και ποτέ δεν είχε ακούσει τη μητέρα της τόσο νευριασμένη. Και δεν μπορούσε να καταλάβει το γιατί.
«Θα μείνει στους στρατώνες μαζί με τα άλλα παιδιά. Δεν τον θέλω μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Κατάλαβες;» τον πίεσε.
«Το κάστρο είναι πολύ μεγάλο», επέμεινε ο πατέρας της. «Δεν θα καταλάβεις καν την παρουσία του».
«Δεν με νοιάζει αν την καταλάβω ή όχι. Απλά, δεν τον θέλω εδώ. Αυτό είναι δικό σου πρόβλημα. Ήταν δική σου επιλογή να έρθει εδώ».
«Ούτε εσύ είσαι, όμως, τόσο αθώα», ανταπάντησε ο πατέρας της.
Άκουσε βήματα και παρακολούθησε τον πατέρα της να διασχίζει την αίθουσα καμαρωτά και να βγαίνει από την άλλη πλευρά χτυπώντας την πόρτα πίσω του τόσο δυνατά που σείστηκε όλη η αίθουσα. Η μητέρα της στεκόταν στο κέντρο του δωματίου και είχε αρχίσει να κλαίει.
Η Γκουέν ένιωσε απαίσια. Δεν ήξερε τι να κάνει. Από τη μια πλευρά σκεφτόταν να απομακρυνθεί αθόρυβα, αλλά από την άλλη δεν άντεχε να βλέπει τη μητέρα της να κλαίει και δεν άντεχε να την βλέπει έτσι. Όμως, μα το Θεό, δεν μπορούσε να καταλάβει τον λόγο της λογομαχίας τους. Υπέθετε ότι τσακώνονταν για τον Θορ. Αλλά γιατί; Γιατί την ένοιαζε για τον Θορ; Δεκάδες άνθρωποι ζούσαν στο κάστρο.
Η Γκουέν δεν μπορούσε να γυρίσει και να φύγει αφήνοντας τη μητέρα της σε τέτοια κατάσταση. Έπρεπε να της μιλήσει. Άπλωσε το χέρι της και έσπρωξε την πόρτα ελαφρά.
Η πόρτα έτριξε και η μητέρα της πετάχτηκε ξαφνιασμένη και την αγριοκοίταξε.
«Εσύ δεν χτυπάς πριν μπεις;» της είπε απότομα. Τώρα η Γκουέν κατάλαβε πόσο ταραγμένη ήταν και ένιωσε απαίσια.
«Είσαι καλά, Μητέρα;» ρώτησε περπατώντας αργά αργά προς το μέρος της. «Δεν έχω καμία πρόθεση να παρέμβω στα δικά σας, αλλά άκουσα να τσακώνεστε με τον Πατέρα».
«Έχεις δίκιο. Δεν πρέπει να χώνεις τη μύτη σου σε πράγματα που δεν σε αφορούν», της απάντησε αμέσως η μητέρα της.
Η Γκουέν ήταν έκπληκτη. Η μητέρα της έβγαινε συχνά εκτός ελέγχου, αλλά σπάνια βρίσκονταν σε τέτοια κατάσταση. Η ένταση του θυμού της έκανε την Γκουέν να σταματήσει επί τόπου, σε λίγη απόσταση από αυτή, νιώθοντας μεγάλη αβεβαιότητα.
«Πρόκειται για το καινούργιο αγόρι; Τον Θορ;» τη ρώτησε.
Η μητέρα της γύρισε και την κοίταξε σκουπίζοντας ένα δάκρυ.
«Δεν καταλαβαίνω», συνέχισε η Γκουέν. «Τι σε πειράζει που θα μείνει;»
«Οι υποθέσεις μου δεν σε αφορούν», της είπε με παγωμένο ύφος. Ήταν σαφές ότι ήθελε να σταματήσει αυτή τη συζήτηση. «Εσύ τι θέλεις; Γιατί ήρθες εδώ;»
Τώρα η Γκουέν ένιωσε πραγματικά αμήχανη. Ήθελε η μητέρα της να της πει όσα ήξερε για τον Θορ, αλλά δεν θα μπορούσε να είχε διαλέξει πιο άσχημη στιγμή. Ξερόβηξε με δισταγμό.
«Ήθελα… κι’ εγώ να σε ρωτήσω γι’ αυτόν. Τι ξέρεις γι’ αυτόν;»
Η μητέρα της γύρισε, μισόκλεισε τα μάτια της και την κοίταξε καχύποπτα.
«Γιατί;» τη ρώτησε με απόλυτη σοβαρότητα. Η Γκουέν κατάλαβε ότι την διάβαζε σαν ανοιχτό βιβλίο, μπορούσε να δει μέσα στην καρδιά της και να καταλάβει ότι ο Θορ της άρεσε. Προσπάθησε να κρύψει τα συναισθήματά της, αλλά ήταν ανώφελο.
«Απλά, από περιέργεια», είπε καθόλου πειστικά.
Ξαφνικά η βασίλισσα έκανε τρία βήματα προς το μέρος της, την άρπαξε άγρια από το μπράτσο και την κοίταξε κατάματα.
«Άκουσέ με», της είπε με συριχτή φωνή. «Θα σου το πω μόνο μία φορά. Μείνε μακριά από αυτό το αγόρι. Μ’ ακούς; Δεν θέλω να τον πλησιάσεις, σε καμία περίπτωση».
Η Γκουέν τρομοκρατήθηκε.
«Γιατί όμως; Είναι ένας ήρωας».
«Δεν είναι ένας από εμάς», της απάντησε η μητέρα της. «Αντίθετα με ό,τι μπορεί να πιστεύει ο πατέρας σου, εγώ θέλω να μείνεις μακριά του. Μ’ ακούς; Θέλω να μου το υποσχεθείς. Να μου το υποσχεθείς αμέσως τώρα».
«Δεν θα σου το υποσχεθώ», είπε η Γκουέν τραβώντας το χέρι της από την δυνατή λαβή της μητέρας της.
«Είναι ένας κοινός θνητός και εσύ είσαι Πριγκίπισσα», της φώναξε η μητέρα της. «Είσαι Πριγκίπισσα. Το καταλαβαίνεις; Αν τυχόν τον πλησιάσεις θα βάλω να τον εξορίσουν από εδώ. Κατάλαβες;»
Η Γκουέν δεν ήξερε τι να απαντήσει. Δεν είχε δει ποτέ τη μητέρα της σε τέτοια έξαλλη κατάσταση.
«Μην μου λες τι να κάνω, Μητέρα», της είπε τελικά.
Η Γκουέν έβαλε τα δυνατά της για να κάνει τη φωνή της να ακουστεί γενναία, αλλά μέσα της έτρεμε. Είχε έρθει εδώ θέλοντας να μάθει τα πάντα – αλλά τώρα ήταν τρομοκρατημένη. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε.
«Κάνε ό,τι θες», της απάντησε η μητέρα της. «Αλλά η μοίρα του βρίσκεται στα χέρια σου. Μην το ξεχνάς αυτό».
Με αυτά τα λόγια, η μητέρα της γύρισε και έφυγε γρήγορα από το δωμάτιο, χτυπώντας την πόρτα πίσω της και αφήνοντας την Γκουέν ολομόναχη μέσα στην απόλυτη σιωπή και με την χαρά της να έχει γίνει κομμάτια. Τι ήταν εκείνο που είχε προκαλέσει μια τόσο έντονη αντίδραση από την μητέρα της και τον πατέρα της.
Ποιο ήταν αυτό το αγόρι;
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10
Ο ΜακΓκιλ καθόταν στην αίθουσα δεξιώσεων και παρακολουθούσε τους υπηκόους του. Αυτός ήταν στη μια άκρη του τραπεζιού και ο Βασιλιάς ΜακΚλάουντ στην άλλη, ενώ εκατοντάδες άντρες και από τις δύο φυλές βρίσκονταν ανάμεσά τους. Οι εορτασμοί του γάμου είχαν κρατήσει ώρες, έως ότου τελικά, η ένταση ανάμεσα στις δύο φυλές είχε καταλαγιάσει μετά τις κονταρομαχίες της ημέρας. Και όπως υποψιαζόταν ο ΜακΓκιλ, το μόνο που ήθελαν οι άντρες ήταν κρέας και κρασί – και γυναίκες – για να τους κάνουν να ξεχάσουν τις διαφορές τους. Τώρα ήταν όλοι μαζί στο ίδιο τραπέζι, σαν συμπολεμιστές. Στην πραγματικότητα, έτσι όπως τους κοίταζε, ο ΜακΓκιλ δεν μπορούσε καν να πει ότι ανήκαν σε δύο διαφορετικές φυλές.
Ο ΜακΓκιλ ένιωσε δικαιωμένος. Το βασικό του σχέδιο, μετά απ’ όλα αυτά, φαίνονταν να επιτυγχάνει. Ήδη, οι δύο φυλές είχαν έρθει πιο κοντά. Είχε καταφέρει αυτό που μια μεγάλη σειρά βασιλέων ΜακΓκιλ, πριν από αυτόν, δεν είχαν επιτύχει: να ενοποιήσουν τις δύο πλευρές του Δακτυλιδιού και να τους κάνουν, αν όχι φίλους, τουλάχιστον φιλήσυχους γείτονες. Η κόρη του η Λουάντα καθόταν χέρι-χέρι μαζί με τον σύζυγό της, τον πρίγκιπα ΜακΚλάουντ, και φαινόταν ευχαριστημένη. Βλέποντάς τη, ο ΜακΓκιλ ένιωσε λιγότερη ενοχή. Μπορεί με τον γάμο της να έφευγε μακριά του, αλλά τουλάχιστον, της είχε εξασφαλίσει ένα θρόνο βασίλισσας.
Ο ΜακΓκιλ σκεφτόταν όλες τις προετοιμασίες που είχαν προηγηθεί από αυτό το γεγονός, και έφερνε στο νου του όλες εκείνες τις ημέρες που διαφωνούσε με τους συμβούλους του. Είχε πάει ενάντια σε όλες τις συμβουλές τους σε ό,τι αφορούσε αυτήν την ένωση. Ήταν ένας εύκολος τρόπος για ειρήνη, αλλά με το πέρασμα του χρόνου, οι ΜακΚλάουντ που θα είχαν ηρεμήσει στη δική τους πλευρά των Χάιλαντς, θα ξέχναγαν τον γάμο και μια ημέρα μπορεί να άρχιζαν πάλι τις εχθροπραξίες. Δεν ήταν αφελής. Αλλά, προς το παρόν τουλάχιστον, είχε δημιουργηθεί ένας δεσμός αίματος ανάμεσα στις δύο φυλές – και κυρίως, όταν θα γεννιόταν ένα παιδί, αυτό θα ήταν κάτι που δεν θα μπορούσαν να αγνοήσουν εύκολα. Κι’ αν αυτό το παιδί άκμαζε και μια μέρα κυβερνούσε την χώρα, ένα παιδί με αίμα και από τις δύο πλευρές του Δακτυλιδιού, θα μπορούσε να ενώσει ολόκληρο το Δακτυλίδι. Έτσι τα Χάιλαντς δεν θα ήταν πια ένα σύνορο διαμάχης και όλη η χώρα θα ευημερούσε κάτω από την ίδια διακυβέρνηση. Αυτό ήταν το όνειρό του. Όχι για τον εαυτό του αλλά για τους απογόνους του. Στο κάτω-κάτω, το Δακτυλίδι έπρεπε να μείνει δυνατό και ενωμένο για να μπορεί να προστατέψει το Φαράγγι και να κρατήσει μακριά τις ορδές των λαών πέρα απ’ αυτό. Αν, όμως, οι δύο φυλές παρέμεναν διηρημένες, θα παρουσίαζαν ένα εξασθενημένο μέτωπο στον υπόλοιπο κόσμο.
«Μια πρόποση», φώναξε ο ΜακΓκιλ και σηκώθηκε όρθιος.
Όλοι στο τραπέζι ησύχασαν και εκατοντάδες άντρες σηκώθηκαν επίσης, υψώνοντας τις κούπες τους.
«Στον γάμο του μεγαλύτερού μου παιδιού! Στην ένωση των ΜακΓκιλ και των ΜακΚλάουντ! Στην ειρήνη σε ολόκληρο το Δακτυλίδι!»
«ΜΠΡΑΒΟ ΜΠΡΑΒΟ!» φώναξαν όλοι μαζί. Όλοι ήπιαν και η αίθουσα για άλλη μια φορά γέμισε με γέλια και τους χαρούμενους ήχους του γλεντιού.
Ο ΜακΓκιλ ξανακάθισε κοιτάζοντας ερευνητικά γύρω στην αίθουσα για τα υπόλοιπα παιδιά του. Φυσικά, εκεί ήταν ο Γκόντφρι, πίνοντας και με τα δύο χέρια, με ένα κορίτσι σε κάθε του ώμο και με ένα πλήθος ανθρώπων αμφιβόλου ποιότητας να τον περιτριγυρίζουν. Αυτή ήταν πιθανόν η μοναδική βασιλική εκδήλωση που είχε παρευρεθεί με την θέλησή του. Εκεί ήταν και ο Γκάρεθ, καθισμένος πολύ κοντά στον εραστή του, τον Φερθ, και ψιθυρίζοντάς του κάτι στο αυτί. Κρίνοντας από τις ανήσυχες ματιές του προς όλες τις κατευθύνσεις, ο ΜακΓκιλ μπορούσε να καταλάβει ότι σχεδίαζε κάποια δολοπλοκία. Η σκέψη αυτή του έκανε το στομάχι άνω-κάτω και έστρεψε το βλέμμα του αλλού. Εκεί στην άλλη άκρη της αίθουσας ήταν ο γιος του ο Ρις που γλεντούσε στο τραπέζι με τους ακόλουθους παρέα με τον καινούργιο αγόρι, τον Θορ. Ήδη ένιωθε τον Θορ σαν παιδί του και ήταν ευχαριστημένος που ο μικρότερος γιος του είχε γίνει γρήγορα φίλος μαζί του.
Με την ερευνητική ματιά του έψαξε ανάμεσα στο πλήθος να βρει την μικρότερή κόρη του, την Γκουέντολιν, και τελικά τη βρήκε να κάθεται στην απέναντι πλευρά και να γελάει μαζί με τα κορίτσια της συνοδείας της που την περιτριγύριζαν. Ακολουθώντας το βλέμμα της, πρόσεξε ότι κοιτούσε τον Θορ. Παρατηρώντας την πιο προσεκτικά είδε ότι ήταν ερωτοχτυπημένη. Αυτό ήταν κάτι που δεν είχε προβλέψει και δεν ήταν απόλυτα σίγουρος πως θα το αντιμετώπιζε. Όμως αισθανόταν προβλήματα. Κυρίως από την γυναίκα του.
«Δεν είναι όλα όπως φαίνονται», ακούστηκε μια φωνή.
Ο ΜακΓκιλ γύρισε και είδε τον Άργκον να κάθεται δίπλα του και να παρακολουθεί τις δύο φυλές που έτρωγαν, έπιναν και γιόρταζαν μαζί.
«Εσύ τι γνώμη έχεις για όλα αυτά;» ρώτησε ο ΜακΓκιλ. «Θα υπάρξει ειρήνη στα δύο βασίλεια;»
«Η ειρήνη δεν είναι ποτέ κάτι στάσιμο», είπε ο Άργκον. «Πηγαινοέρχεται σαν την παλίρροια. Αυτό που βλέπεις τώρα μπροστά σου είναι μια επίφαση ειρήνης. Βλέπεις μόνο τη μια πλευρά του προσώπου της. Εσύ προσπαθείς να επιβάλεις ειρήνη σε μια αρχαία έχθρα. Αλλά εδώ υπάρχουν εκατοντάδες χρόνια αιματοχυσίας. Οι ψυχές φωνάζουν για εκδίκηση. Κι’ αυτό δεν μπορεί να κατευναστεί από ένα απλό γάμο».
«Τι λες;» ρώτησε ο ΜακΓκιλ, πίνοντας μια γουλιά από το κρασί του και νιώθοντας αμήχανα, όπως συνέβαινε συχνά όταν ήταν μαζί με τον Άργκον.
Ο Άργκον γύρισε και τον κοίταξε με τόση ένταση στη ματιά του που γέμισε πανικό την καρδιά του ΜακΓκιλ.
«Θα γίνει πόλεμος. Οι ΜακΚλάουντ θα επιτεθούν. Να είσαι έτοιμος. Όλοι αυτοί οι καλεσμένοι που βλέπεις μπροστά σου σύντομα θα κάνουν ό,τι μπορούν για να δολοφονήσουν την οικογένειά σου».
Ο ΜακΓκιλ ένιωσε ένα κόμπο στο λαιμό του.
«Δηλαδή, ήταν λάθος η απόφασή μου να την παντρέψω με έναν ΜακΚλάουντ;»
Ο Άργκον έστρεψε τη ματιά του μακριά και ο ΜακΓκιλ κατάλαβε ότι η συζήτησή τους γι’ αυτό το θέμα είχε τελειώσει. Είχε ένα εκατομμύριο ερωτήσεις που ήθελαν απάντηση, αλλά ήξερε ότι ο μάγος του δεν επρόκειτο να τις απαντήσει αν δεν ήταν έτοιμος. Έτσι αντί για άλλες ερωτήσεις, παρακολούθησε το βλέμμα του Άργκον που έπεσε πρώτα στην Γκουέντολιν και μετά στον Θορ.
«Τους βλέπεις μαζί;» ρώτησε ο ΜακΓκιλ που ξαφνικά ένιωσε την περιέργεια να μάθει.
«Ίσως», απάντησε ο Άργκον. «Υπάρχουν ακόμα πολλά που πρέπει να αποφασιστούν».
«Μιλάς με γρίφους».
Ο Άργκον ανασήκωσε τους ώμους του και κοίταξε μακριά, ενώ ο ΜακΓκιλ συνειδητοποίησε ότι δεν θα έπαιρνε άλλες απαντήσεις απ’ αυτόν.
«Είδες τι έγινε στις κονταρομαχίες σήμερα;» τον παρότρυνε να συνεχίσει ο ΜακΓκιλ. «Με το αγόρι».
«Το είδα πριν συμβεί», απάντησε ο Άργκον.
«Και τι λες γι’ αυτό; Ποια είναι η πηγή των δυνάμεων αυτού του παιδιού; Είναι σαν κι’ εσένα;»
Ο Άργκον γύρισε και κοίταξε τον ΜακΓκιλ κατάματα και, για άλλη μια φορά, με τόση ένταση που παρά λίγο να τον κάνει να στρέψει αλλού τη ματιά του.
«Αυτός είναι πιο ισχυρός από εμένα».
Ο ΜακΓκιλ τον κοίταξε σοκαρισμένος. Δεν είχε ποτέ ακούσει τον Άργκον να μιλάει έτσι.
«Πιο ισχυρός; Από εσένα; Πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Εσύ είσαι ο μάγος του Βασιλιά – δεν υπάρχει κανείς πιο ισχυρός σ’ όλη τη χώρα».
Ο Άργκον ανασήκωσε τους ώμους του.
«Η δύναμη δεν εκδηλώνεται μόνο με μια μορφή», είπε. «Το αγόρι έχει δυνάμεις πέρα απ’ ό,τι μπορείς να φανταστείς. Δυνάμεις πέρα απ’ όσα ξέρει. Δεν έχει ιδέα ποιος είναι. Ή από που έρχεται».
Ο Άργκον γύρισε και κοίταξε τον ΜακΓκιλ.
«Αλλά εσύ ξέρεις», πρόσθεσε.
Ο ΜακΓκιλ τον κοίταξε με απορία.
«Ξέρω εγώ;» ρώτησε ο ΜακΓκιλ. «Πες μου. Θέλω να μάθω».
Ο Άργκον κούνησε το κεφάλι του.
«Ψάξε τα συναισθήματά σου. Είναι αληθινά».
«Και πώς θα εξελιχθεί;» ρώτησε ο ΜακΓκιλ.
«Θα γίνει μεγάλος ηγέτης. Και σπουδαίος πολεμιστής. Θα κυβερνάει δικά του βασίλεια. Πολύ μεγαλύτερα βασίλεια από το δικό σου. Και θα γίνει πολύ πιο σπουδαίος βασιλιάς από εσένα. Είναι το πεπρωμένο του».
Για μια μόνο στιγμή, ο ΜακΓκιλ ένιωσε να τον καίει η ζήλια. Γύρισε και κοίταξε εξεταστικά το αγόρι, που γελούσε αθώα μαζί με τον Ρις, σε ένα τραπέζι με ακόλουθους. Ήταν ένας κοινός θνητός, ένας αδύναμος χωρικός, και ο πιο μικρός της παρέας. Δεν μπορούσε να φανταστεί πώς θα γίνονταν όσα είπε ο Άργκον. Και τώρα που τον κοίταζε πιο προσεκτικά, δεν φαινόταν και τόσο κατάλληλος για τη Λεγεώνα. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε μήπως ο Άργκον έκανε λάθος.
Αλλά ο Άργκον δεν είχε κάνει ποτέ του λάθος και ποτέ δεν έκανε δηλώσεις χωρίς λόγο.
«Και γιατί μου τα λες όλα αυτά;» ρώτησε ο ΜακΓκιλ.
Ο Άργκον γύρισε και τον κοίταξε.
«Γιατί είναι η ώρα σου να προετοιμαστείς. Το αγόρι χρειάζεται εκπαίδευση. Πρέπει να του παρέχεις ό,τι καλύτερο έχεις. Είναι δική σου ευθύνη».
«Δική μου; Και ο πατέρας του;»
«Τι ο πατέρας του;» ρώτησε ο Άργκον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11
Ο Θορ έτριψε τα μάτια του δυνατά για να ανοίξουν. Ένιωθε αποπροσανατολισμένος και αναρωτήθηκε που βρισκόταν. Ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα πάνω σε ένα σωρό άχυρα με το πρόσωπό του να έχει γείρει στο πλάι και τα μπράτσα του να βρίσκονται πάνω από το κεφάλι του. Σήκωσε το πρόσωπό του σκουπίζοντας τα σάλια από το στόμα του και αμέσως αισθάνθηκε έναν έντονο πόνο, σαν μαχαιριά μέσα στο κεφάλι του, πίσω από τα μάτια του. Ήταν ο χειρότερος πονοκέφαλος στη ζωή του. Θυμήθηκε την προηγούμενη νύχτα, τη γιορτή του Βασιλιά, το ποτό και την πρώτη φορά που ήπιε μπύρα. Το κεφάλι του γύριζε. Ο λαιμός του ήταν ξερός και εκείνη τη στιγμή ορκίστηκε πως δεν θα έπινε ποτέ ξανά.
Ο Θορ κοίταξε γύρω, προσπαθώντας να προσανατολιστεί μέσα στους δαιδαλώδεις στρατώνες. Παντού υπήρχαν σώματα που κείτονταν πάνω σε σωρούς από άχυρα, ενώ το δωμάτιο αντηχούσε από ροχαλητά. Γύρισε από την άλλη πλευρά και είδε τον Ρις, λίγο πιο πέρα, να κοιμάται επίσης. Βρίσκονταν στους στρατώνες της Λεγεώνας. Όλοι γύρω του ήταν αγόρια της ηλικίας του, γύρω στα πενήντα σε αριθμό.
Ο Θορ θυμόταν αμυδρά που ο Ρις του είχε δείξει το δρόμο τα ξημερώματα και πως είχε σωριαστεί σαν ξερός πάνω σ’ ένα βουναλάκι από άχυρα. Το φως της ημέρας περνούσε μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα και ο Θορ σύντομα κατάλαβε ότι ήταν ο μόνος που είχε ξυπνήσει. Κατεβάζοντας το βλέμμα του είδε πως είχε κοιμηθεί με τα ρούχα του. Σήκωσε το χέρι του και το πέρασε μέσα από τα μαλλιά του που ήταν λιγδωμένα. Και τι δεν θα έδινε για να μπορούσε να κάνει ένα μπάνιο – αν και δεν είχε ιδέα που. Και θα έκανε τα πάντα για ένα μεγάλο ποτήρι νερό. Το στομάχι του γουργούριζε – ήθελε και φαγητό, επίσης.
Όλα αυτά ήταν τόσο καινούργια για εκείνον. Καλά-καλά δεν ήξερε που βρισκόταν, που η ζωή θα τον οδηγούσε, και ποια θα ήταν η καθημερινή ρουτίνα στους στρατώνες. Αλλά ήταν ευτυχισμένος. Ήταν μια εκπληκτική βραδιά, μια από τις καλύτερες στη ζωή του. Στο πρόσωπο του Ρις είχε βρει έναν εξαιρετικό φίλο, ενώ είχε δει και την Γκουέντολιν να τον κοιτάζει μιά-δυό φορές. Είχε προσπαθήσει να της μιλήσει αλλά, κάθε φορά που την πλησίαζε, το θάρρος του τον εγκατέλειπε. Τώρα που το σκεφτόταν κατάλαβε ότι το είχε μετανιώσει. Αλλά ήταν τόσος κόσμος γύρω της. Αν βρισκόταν ποτέ μόνοι οι δυό τους, θα έβρισκε το κουράγιο. Θα μπορούσε, όμως, να υπάρξει στο μέλλον μια τέτοια στιγμή;
Πριν ο Θορ προλάβει να τελειώσει τη σκέψη του, ακούστηκαν δυνατά χτυπήματα στις πόρτες του στρατώνα και αμέσως μετά άνοιξαν με δύναμη, ενώ το φως πλημμύρισε το χώρο.
«Ακόλουθοι! Σηκωθείτε αμέσως!» ακούστηκε μια δυνατή φωνή.
Μετά μπήκαν μέσα δώδεκα μέλη του Βασιλικού Αργυρού Τάγματος, με τις αλυσίδες στις πανοπλίες τους να κάνουν τον γνώριμο χαρακτηριστικό ήχο τους. Οι στρατιώτες χτυπούσαν τους ξύλινους τοίχους με μεταλλικά ραβδιά. Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός και τα αγόρια που ήταν ξαπλωμένα γύρω από τον Θορ πετάχτηκαν επάνω.
Επικεφαλής της ομάδας ήταν ένας στρατιώτης πολύ άγριος στην όψη που ο Θορ είχε γνωρίσει στην αρένα την προηγούμενη ημέρα. Ήταν κοντός, χοντρός, γεροδεμένος, καραφλός και με ένα σημάδι στη μύτη. Ο Ρις του είχε πει ότι τον έλεγαν Κολκ.
Φαινόταν να αγριοκοιτάζει τον Θορ, ενώ σήκωσε το δάκτυλό του και το έστρεψε προς το μέρος του.
«Εσύ, εκεί, αγόρι!» ούρλιαξε. «Είπα, όρθιος!»
Ο Θορ δεν μπορούσε να καταλάβει. Ήταν ήδη όρθιος.
«Αλλά είμαι ήδη όρθιος, ιππότη μου», απάντησε.
Ο Κολκ έκανε ένα βήμα μπροστά και χαστούκισε τον Θορ με την ανάποδη πλευρά του χεριού του. Ο Θορ ένιωσε αγανάκτηση καθώς όλα τα μάτια στράφηκαν επάνω του.
«Μην τολμήσεις να ξανα-αντιμιλήσεις σε ανώτερό σου!» του φώναξε ο Κολκ επιτιμητικά.
Πριν ο Θορ μπορέσει να απαντήσει, οι άντρες είχαν απομακρυνθεί και συνέχισαν να περιφέρονται μέσα στον στρατώνα. Τραβούσαν δυνατά το ένα αγόρι μετά το άλλο μέχρι να σηκωθούν, ενώ μερικούς που αργούσαν να σηκωθούν τους κλωτσούσαν στα πλευρά.
«Μην ανησυχείς», ακούστηκε μια καθησυχαστική φωνή.
Γύρισε και είδε τον Ρις να στέκεται δίπλα του.
«Μην το παίρνεις προσωπικά. Έτσι είναι ο τρόπος τους. Είναι καψόνια για να μας σπάσουν το ηθικό».
«Αλλά δεν έκαναν κάτι τέτοιο σε σένα», του είπε ο Θορ.
«Εμένα, φυσικά, δεν θα με άγγιζαν λόγω του πατέρα μου. Αλλά δεν θα είναι ευγενικοί μαζί μου. Αυτό που θέλουν από εμάς είναι να είμαστε ετοιμοπόλεμοι, αυτό είναι όλο. Νομίζουν ότι έτσι θα μας κάνουν πιο σκληρούς. Μην τους δίνεις και μεγάλη σημασία».
Τα αγόρια βγήκαν έξω από τους στρατώνες με στρατιωτικό βηματισμό και ο Θορ μαζί με τον Ρις μπήκαν κι’ αυτοί στη σειρά. Μόλις βγήκαν έξω, το λαμπερό φως του ήλιου χτύπησε κατάματα τον Θορ που μισόκλεισε τα μάτια του και σήκωσε τα χέρια του για σκιά. Ξαφνικά, ένιωσε ένα αίσθημα ναυτίας και γυρνώντας στο πλάι, έσκυψε και έκανε εμετό.
Μπορούσε να ακούσει τα ειρωνικά γέλια των αγοριών γύρω του. Ένας φρουρός τον έσπρωξε και ο Θορ προχώρησε παραπατώντας και σκουπίζοντας το στόμα του, ενώ είχε μείνει στο τέλος της σειράς των αγοριών. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει πιο απαίσια.
Δίπλα του ο Ρις χαμογέλασε.
«Άσχημη νύχτα, ε..;» ρώτησε τον Θορ, χαμογελώντας πλατιά και σκουντώντας τον ελαφρά στα πλευρά με τον αγκώνα. «Σου είπα να σταματήσεις μετά την δεύτερη κούπα».
Ο Θορ ένιωσε να ζαλίζεται καθώς το φως τον χτυπούσε στα μάτια. Ποτέ του δεν είχε νιώσει τόσο χάλια όσο σήμερα. Είχε ήδη αρχίσει να κάνει ζέστη και ένιωθε τις σταγόνες του ιδρώτα να σχηματίζονται κάτω από το δερμάτινο γιλέκο του.
Ο Θορ προσπάθησε να θυμηθεί την προειδοποίηση του Ρις το προηγούμενο βράδυ, αλλά δεν μπορούσε να την θυμηθεί με τίποτα.
«Δεν μπορώ να θυμηθώ αυτή τη συμβουλή σου», του απάντησε.
Ο Ρις χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά. «Ακριβώς. Επειδή δεν άκουγες…» είπε γελώντας. «Και όλες αυτές οι αδέξιες προσπάθειές σου να μιλήσεις στην αδελφή μου…», πρόσθεσε, «…ήταν τουλάχιστον αξιολύπητες. Δεν νομίζω να έχω δει ποτέ στη ζωή μου ένα αγόρι να φοβάται τόσο πολύ ένα κορίτσι».
Ο Θορ κοκκίνισε καθώς προσπαθούσε να θυμηθεί. Αλλά δεν μπορούσε. Όλα ήταν θαμπά μέσα στο μυαλό του.
«Δεν είχα πρόθεση να σε προσβάλω…», του είπε ο Θορ, «…σχετικά με την αδελφή σου».
«Δεν μπορείς να με προσβάλεις. Αν εκείνη ήθελε να σε διαλέξει, εγώ θα χαιρόμουν πολύ».
Και οι δύο άρχισαν να βαδίζουν γρηγορότερα καθώς η ομάδα τους άρχισε να ανεβαίνει σ’ ένα λόφο. Ο ήλιος φαίνονταν ότι γίνονταν όλο και πιο καυτός με κάθε τους βήμα.
«Αλλά πρέπει να σε προειδοποιήσω: η Γκουέντολιν είναι το όνειρο κάθε αγοριού σε όλο το βασίλειο. Οι πιθανότητες να διαλέξει εσένα…, ας πούμε ότι είναι ελάχιστες».
Καθώς περπατούσαν γρήγορα πάνω στους κυματιστούς λόφους στην Αυλή του Βασιλιά, ο Θορ ένιωσε μια σιγουριά. Ένιωσε ότι είχε γίνει αποδεκτός από τον Ρις. Ήταν εκπληκτικό, αλλά συνέχιζε να νιώθει ότι ο Ρις ήταν κάτι περισσότερο από αδελφός για αυτόν. Όπως περπατούσαν, ο Θορ πρόσεξε ότι και τα τρία πραγματικά του αδέλφια περπατούσαν εκεί κοντά. Ο ένας γύρισε και τον αγριοκοίταξε, μετά σκούντησε τον άλλο του αδελφό που κι’ εκείνος γύρισε και τον κοίταξε με ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο. Κούνησαν το κεφάλι τους και απομακρύνθηκαν. Δεν είχαν ούτε μια ευγενική λέξη για τον Θορ. Αλλά δεν περίμενε και τίποτα περισσότερο απ’ αυτούς.
«Λεγεώνα! Στην γραμμή! Τώρα!»
Ο Θορ σήκωσε το βλέμμα του και είδε γύρω του αρκετούς ακόμα στρατιώτες από το Αργυρό Τάγμα που έσπρωχναν τα πενήντα αγόρια για να μπουν σε μια σφιχτή γραμμή σε δυάδες. Ένας από τους άντρες πλησίασε και χτύπησε το αγόρι που στέκονταν μπροστά στον Θορ δυνατά στην πλάτη με ένα μεγάλο ραβδί από καλάμι. Το αγόρι έβγαλε μια κραυγή και μπήκε πιο μέσα και πιο κοντά στον διπλανό του. Σε λίγο υπήρχαν δύο ευθυγραμμισμένες σειρές αγοριών που περπατούσαν μέσα στην Αυλή του Βασιλιά.
«Όταν κάνετε βηματισμό στη μάχη, θα περπατάτε σαν ένας!» φώναξε δυνατά ο Κολκ περπατώντας πάνω-κάτω δίπλα τους. «Εδώ δεν είναι η αυλή της μαμάς σας. Πηγαίνετε για πόλεμο!»
Ο Θορ συνέχισε να βηματίζει δίπλα στον Ρις, ιδρώνοντας κάτω από τον ήλιο, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόταν που πήγαιναν. Το στομάχι του ήταν ακόμα ανακατεμένο από την μπύρα και ήταν περίεργος πότε θα έτρωγαν πρωινό και πότε θα μπορούσε να πιει κάτι. Για άλλη μια φορά κατηγόρησε τον εαυτό του γιατί είχε πιει το προηγούμενο βράδυ.
Καθώς ανέβηκαν και κατέβηκαν στους λόφους, πέρασαν μετά από μια πέτρινη πύλη με αψίδα και μπήκαν σε ένα αμφιθέατρο όχι ιδιαίτερα όμορφο. Ήταν ο χώρος εκπαίδευσης της Λεγεώνας.
Μπροστά τους βρίσκονταν όλων των ειδών οι στόχοι για ρίψη δόρατος, εκτόξευση βέλους, και ρίψη πέτρας καθώς επίσης και σωροί με άχυρα για κοπή με σπαθί. Βλέποντας όλα αυτά, η καρδιά του Θορ άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα. Ήθελε να μπει μέσα, να χρησιμοποιήσει τα όπλα, να εκπαιδευτεί.
Αλλά καθώς πλησίασε στην περιοχή της εκπαίδευσης, ένιωσε ξαφνικά από πίσω του ένα χτύπημα από αγκώνα στα πλευρά του και είδε μια μικρή ομάδα έξι αγοριών, τα περισσότερα μικρότερα από τον ίδιο, να έχουν ξεφύγει από την σειρά τους. Ξαφνικά βρέθηκε μακριά από τον Ρις να οδηγείται προς την άλλη πλευρά του γηπέδου.
«Νομίζεις ότι θα κάνεις εκπαίδευση στα όπλα;» τον ρώτησε ο Κολκ κοροϊδευτικά καθώς τον χώρισε από τους άλλους σπρώχνοντάς τον μακριά από τους στόχους. «Σήμερα έχει άλογα για σένα».
Ο Θορ είδε προς τα που κατευθύνονταν. Στην απέναντι πλευρά του γηπέδου αρκετά άλογα κάλπαζαν τριγύρω. Ο Κολκ τον κοίταξε με ένα διαβολικό χαμόγελο.
«Ενώ οι άλλοι εκσφενδονίζουν δόρατα και κάνουν εξάσκηση με σπαθιά, εσύ σήμερα θα φροντίσεις τα άλογα και θα καθαρίσεις τις ακαθαρσίες τους. Όλοι από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε. Καλώς ήλθες στη Λεγεώνα».
Ο Θορ ένιωσε εντελώς αποκαρδιωμένος. Τα πράγματα δεν πήγαιναν έτσι όπως τα είχε φανταστεί.
«Νομίζεις ότι είσαι ξεχωριστός, αγόρι μου;» ο Κολκ ρώτησε περπατώντας δίπλα του και πλησιάζοντας πολύ κοντά στο πρόσωπό του. Ο Θορ καταλάβαινε ότι προσπαθούσε να του σπάσει το ηθικό. «Το ό,τι ο Βασιλιάς και ο γιος του σου έδειξαν συμπάθεια δεν λέει τίποτα για μένα. Τώρα είσαι στις διαταγές μου. Με καταλαβαίνεις; Δεν ξέρω τι κόλπα έκανες στις κονταρομαχίες. Είσαι απλά ένα μικρό αγόρι σαν όλα τα άλλα. Με καταλαβαίνεις;»
Ο Θορ ξεροκατάπιε. Τον περίμενε μεγάλη και δύσκολη εκπαίδευση.
Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα όταν ο Κολκ απομακρύνθηκε για να πάει να βασανίσει κάποιο άλλο αγόρι. Το αγόρι που ήταν μπροστά από τον Θορ, ένα μικρό κοντόχοντρο παιδί με πλακουτσωτή μύτη, γύρισε και του έκανε ένα σαρκαστικό μορφασμό.
«Εσύ δεν ανήκεις εδώ» του είπε. «Εσύ μπήκες εδώ με το έτσι θέλω. Δεν σε επέλεξαν. Δεν είσαι σαν όλους εμάς. Στ’ αλήθεια δεν είσαι. Και κανένας μας δεν σε συμπαθεί».
Ταυτόχρονα και το άλλο αγόρι που ήταν δίπλα στο κοντόχοντρο παιδί γύρισε και κοίταξε περιφρονητικά τον Θορ.
«Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να σε κάνουμε να τα παρατήσεις και να φύγεις», του είπε.
«Το να μπεις εδώ ήταν πολύ ευκολότερο από το να μείνεις εδώ».
Ο Θορ ξαφνιάστηκε απ’ το μίσος τους. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε ήδη αποκτήσει εχθρούς και δεν καταλάβαινε τι κακό είχε κάνει για να αξίζει κάτι τέτοιο. Το μόνο που ήθελε πάντα ήταν να μπει στη Λεγεώνα.
«Γιατί δεν κοιτάτε τον εαυτό σας;» ακούστηκε μια φωνή.
Ο Θορ σήκωσε τα μάτια του και είδε ένα ψηλό, κοκαλιάρικο αγόρι με κόκκινα μαλλιά, φακίδες σε όλο του το πρόσωπο και μικρά, πράσινα μάτια να τον υπερασπίζεται. «Και εσείς οι δύο είστε εδώ για φτυάρισμα μαζί με εμάς», πρόσθεσε. «Ούτε εσείς είστε κάτι το ξεχωριστό. Πηγαίνετε να ενοχλήσετε κανέναν άλλον».
«Κι’ εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου, γλείφτη», ένα από τα αγόρια του ανταπάντησε, «αλλιώς θα έχεις και εσύ να κάνεις μαζί μας».
«Για δοκιμάστε», απάντησε κοφτά ο κοκκινομάλλης.
«Θα μιλήσεις όταν εγώ σου πω», φώναξε ο Κολκ σε ένα από τα αγόρια, ρίχνοντάς του μια δυνατή καρπαζιά. Τα δύο άλλα αγόρια που ήταν μπροστά στον Θορ, ευτυχώς, έκαναν στροφή και έφυγαν.
Ο Θορ δεν ήξερε τι να πει. Πλησίασε τον κοκκινομάλλη με ευγνωμοσύνη.
«Σ’ ευχαριστώ» του είπε.
Ο κοκκινομάλλης γύρισε και του χαμογέλασε.
«Το όνομά μου είναι Ο’Κόνορ. Θα σου έσφιγγα το χέρι, αλλά θα μου ρίξουν σφαλιάρα αν το κάνω. Έτσι θεώρησέ το σαν μια αόρατη χειραψία».
Χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά και ο Θορ αισθάνθηκε αμέσως συμπάθεια γι’ αυτόν.
«Μην τους δίνεις σημασία», πρόσθεσε. «Απλά φοβούνται. Όπως και όλοι εμείς οι υπόλοιποι. Κανένας μας δεν ήξερε ακριβώς πως θα ήταν εδώ που ήρθαμε».
Σε λίγο η ομάδα έφτασε στην άκρη του γηπέδου και ο Θορ μέτρησε έξι άλογα που κάλπαζαν τριγύρω.
«Πιάσε τα χαλινάρια!» διέταξε ο Κολκ. «Κράτησέ τα σταθερά και πήγαινέ το γύρω γύρω στην αρένα μέχρι να το εξουθενώσεις. Κάντο τώρα!»
Ο Θορ έκανε ένα βήμα μπροστά για να πιάσει τα χαλινάρια ενός από τα έξι άλογα, αλλά μόλις το έκανε, το άλογο έκανε βήματα προς τα πίσω και έτσι όπως σήκωσε τα πίσω του πόδια παραλίγο να τον κλωτσήσει. Ο Θορ ξαφνιάστηκε και έκανε πίσω ενώ οι άλλοι στην ομάδα άρχισαν να γελάνε κοροϊδευτικά. Ο Κολκ του έριξε μια καρπαζιά και ο Θορ ένιωσε την επιθυμία να του ανταποδώσει το χτύπημα.
«Τώρα είσαι μέλος της Λεγεώνας και δεν υποχωρείς ποτέ. Μπροστά σε κανέναν. Ούτε σε άνθρωπο ούτε σε θηρίο. Τώρα πιάσε πάλι τα γκέμια!»
Ο Θορ έδωσε κουράγιο στον εαυτό του, έκανε μερικά βήματα μπροστά και άρπαξε τα χαλινάρια του αλόγου που χοροπηδούσε τινάζοντας τα πίσω του πόδια. Κατάφερε να κρατηθεί, ενώ το άλογο τον τραβούσε και κουνιόταν πέρα-δώθε και άρχισε να το οδηγεί γύρω γύρω στο χωμάτινο γήπεδο και να μπει στη σειρά με τους άλλους. Το άλογό του αντιστεκόταν και τράβαγε δυνατά τα χαλινάρια του, αλλά ο Θορ τα τράβαγε προς τα πίσω. Δεν θα τα παράταγε τόσο εύκολα.
«Βλέπω πως τα πας καλύτερα».
Ο Θορ γύρισε και είδε τον Ο’Κόνορ να πλησιάζει δίπλα του χαμογελώντας. «Θέλουν να μας κάνουν καψόνια, ξέρεις».
Ξαφνικά το άλογο του Θορ σταμάτησε. Όσο κι αν του τράβαγε τα χαλινάρια, αυτό δεν κουνιόταν. Μετά ο Θορ αισθάνθηκε μια απαίσια μυρωδιά. Έβγαιναν τόσα πολλά περιττώματα από το άλογο που ποτέ του δεν μπορούσε να φανταστεί. Φαίνονταν σαν να μην τελείωναν ποτέ.
Ο Θορ αισθάνθηκε να του βάζουν ένα μικρό φτυάρι στην παλάμη και χαμηλώνοντας το βλέμμα του είδε τον Κολκ δίπλα του να του χαμογελάει υποτιμητικά.
«Καθάρισέ τα!» τον πρόσταξε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12
Ο Γκάρεθ στέκονταν μέσα στην γεμάτη κόσμο αγορά φορώντας ένα μανδύα με κουκούλα παρά τη ζέστη του μεσημεριού. Αισθανόταν να ιδρώνει, αλλά προσπαθούσε να διατηρήσει την ανωνυμία του. Πάντα προσπαθούσε να αποφύγει αυτό το μέρος της Αυλής του Βασιλιά, αυτά τα στενά δρομάκια που ήταν γεμάτα κόσμο και είχαν την έντονη μυρωδιά των κοινών ανθρώπων. Ολόγυρά του ήταν άνθρωποι που έκαναν παζάρια για τις τιμές ή πουλούσαν τα εμπορεύματά τους προσπαθώντας να ανταγωνιστούν ο ένας τον άλλον. Ο Γκάρεθ στεκόταν σε ένα γωνιακό πάγκο και προσποιούμενος ότι τον ενδιέφεραν τα φρούτα του πωλητή είχε το κεφάλι του χαμηλωμένο. Λίγο πιο πέρα, στο βάθος ενός σκοτεινού περάσματος ήταν ο Φερθ που έκανε αυτό για το οποίο και οι δύο είχαν έρθει εδώ.
Ο Γκάρεθ στεκόταν σε μικρή απόσταση ώστε να μπορεί να ακούσει την συζήτηση έχοντας την πλάτη του γυρισμένη ώστε να μην μπορούν να τον δουν. Ο Φερθ του είχε πει ότι ένας άντρας, ένας μισθοφόρος, θα του πουλούσε ένα φιαλίδιο με δηλητήριο. Ο Γκάρεθ ήθελε κάτι δυνατό, κάτι που θα ήταν σίγουρα αποτελεσματικό. Δεν ήθελε να ρισκάρει. Στο κάτω-κάτω και η δική του ζωή βρίσκονταν σε κίνδυνο.
Αυτό δεν ήταν κάτι που μπορούσε να ζητήσει από τον τοπικό φαρμακοποιό. Ήταν ένα έργο που είχε αναθέσει στον Φερθ, ο οποίος αφού πρώτα έλεγξε τη μαύρη αγορά, τον είχε ενημερώσει για τη διαθεσιμότητα του δηλητηρίου. Ο Φερθ τον είχε οδηγήσει σήμερα εδώ που θα συναντούσε αυτόν τον ατημέλητο τύπο με τον οποίο τώρα μιλούσε στα κρυφά στην άκρη του μικρού δρόμου. Ο Γκάρεθ είχε επιμείνει να παρευρίσκεται στην τελική συναλλαγή για να είναι σίγουρος ότι όλα πήγαν καλά και για να βεβαιωθεί ότι δεν θα τον εξαπατούσαν και να του δώσουν ένα ψεύτικο δηλητήριο. Επιπλέον, δεν ήταν εντελώς σίγουρος για τις ικανότητες του Φερθ να φέρει εις πέρας τη δουλειά. Κάποια ζητήματα έπρεπε να τα φροντίζει μόνος του.
Είχε χρειαστεί να περιμένουν τον άντρα για μισή ώρα, με τον Γκάρεθ να στριμώχνεται μέσα στο πλήθος και να προσεύχεται να μην τον αναγνωρίσουν. Όμως, σκέφτηκε, πως ακόμα κι’ αν κάποιος τον αναγνώριζε, και εφ’ όσον η πλάτη του θα ήταν στραμμένη προς το δρομάκι, θα μπορούσε απλά να φύγει και κανείς δεν θα μπορούσε να συνδέσει τα δύο γεγονότα.
«Πού είναι το φιαλίδιο;» ρώτησε ο Φερθ τον άντρα που έμοιαζε σαν ηλίθιος, μόλις λίγα βήματα πιο πίσω του.
Ο Γκάρεθ γύρισε ελαφρά και κρατώντας το πρόσωπό του κρυμμένο, κρυφοκοίταξε από την άκρη του μανδύα του. Ακριβώς απέναντι από τον Φερθ στέκονταν ένας άντρας με διαβολική όψη, ατημέλητος, υπερβολικά αδύνατος, με βαθουλωτά μάγουλα και τεράστια μαύρα μάτια. Έμοιαζε κάπως με αρουραίο. Κοίταζε τον Φερθ χωρίς καν να ανοιγοκλείσει τα μάτια του.
«Πού είναι τα λεφτά;» ανταπέδωσε την ερώτηση.
Ο Γκάρεθ απλά ήλπιζε ότι ο Φερθ θα μπορούσε να χειριστεί την υπόθεση σωστά. Συνήθως, όμως, με κάποιο τρόπο τα έκανε θάλασσα.
«Θα σου δώσω τα λεφτά όταν μου δώσεις το φιαλίδιο». Ο Φερθ κρατούσε τη θέση του.
Ωραία, σκέφτηκε ο Γκάρεθ, εντυπωσιασμένος.
Στη συνέχεια, επικράτησε μια στιγμή σιωπής, και μετά ο άντρας είπε:
«Δώσε μου τα μισά λεφτά τώρα και εγώ θα σου πω που είναι το φιαλίδιο».
«Πού είναι;» ο Φερθ επανέλαβε, ενώ ο τόνος της φωνής του είχε ανέβει, μαρτυρώντας έκπληξη. «Εσύ μου είχες πει ότι θα το είχα».
«Ναι, σου είχα πει ότι θα το είχες. Δεν σου είπα ότι θα το έφερνα. Με νομίζεις ανόητο;» Υπάρχουν παντού κατάσκοποι. Δεν ξέρω ποιοι ακριβώς είναι οι σκοποί σου αλλά υποθέτω ότι δεν είναι κάτι ασήμαντο. Στο κάτω-κάτω, για ποιο άλλο λόγο να αγοράσεις ένα φιαλίδιο με δηλητήριο;»
Ο Φερθ σταμάτησε για λίγο, και ο Γκάρεθ κατάλαβε ότι είχε πιαστεί απροετοίμαστος.
Τελικά ο Γκάρεθ άκουσε το χαρακτηριστικό κουδούνισμα που κάνουν τα νομίσματα όταν κτυπούν μεταξύ τους. Κρυφοκοιτάζοντας, είδε τον βασιλικό χρυσό να βγαίνει από το πουγκί του Φερθ και να πηγαίνει στα χέρια του άντρα.
Ο Γκάρεθ περίμενε, τα δευτερόλεπτα του φαίνονταν αιώνες, ενώ συνεχώς αναρωτιόταν αν είχαν ξεγελαστεί.
«Θα πάρεις το δρόμο για το Μαύρο Δάσος», είπε τελικά ο άντρας. «Στο τρίτο μίλι της διαδρομής θα στρίψεις στο μονοπάτι που οδηγεί πάνω στον λόφο. Στην κορυφή, στρίψε αριστερά. Θα περάσεις μέσα από το πιο σκοτεινό δάσος που έχεις δει στη ζωή σου και θα φτάσεις σ’ ένα μικρό ξέφωτο. Στο σπιτάκι της μάγισσας. Θα σε περιμένει – μαζί με το φιαλίδιο που θέλεις».
Ο Γκάρεθ κρυφοκοίταγε κάτω από την κουκούλα του και είδε ότι ο Φερθ ήταν έτοιμος να φύγει. Μόλις έκανε ένα βήμα, ο άντρας ξαφνικά άπλωσε το χέρι του και τον άρπαξε απ’ το πουκάμισο.
«Τα λεφτά…», γρύλισε, «…δεν είναι αρκετά».
Ο Γκάρεθ μπορούσε να δει το φόβο να απλώνεται στο πρόσωπο του Φερθ και μετάνιωσε που τον είχε στείλει γι’ αυτή τη δουλειά. Αυτός ο άξεστος τύπος πρέπει να είχε καταλάβει το φόβο του – και τώρα το εκμεταλλευόταν. Ο Φερθ δεν ήταν φτιαγμένος για τέτοιες δουλειές.
«Μα σου έδωσα ακριβώς όσα ζήτησες», διαμαρτυρήθηκε ο Φερθ με τον τόνο της φωνής του να γίνεται τσιριχτός. Ακούγονταν θηλυπρεπής. Και αυτό έκανε τον άντρα ακόμα πιο θρασύ.
Τον κοίταξε με ένα διαβολικό χαμόγελο.
«Τώρα όμως θέλω περισσότερα».
Τα μάτια του Φερθ άνοιξαν διάπλατα από φόβο και αβεβαιότητα. Εκείνη τη στιγμή, ο Φερθ γύρισε και κοίταξε προς το μέρος του Γκάρεθ.
Ο Γκάρεθ γύρισε από την άλλη μεριά, ελπίζοντας ότι δεν ήταν πολύ αργά και ότι δεν τον είχαν εντοπίσει. Πώς μπορούσε ο Φερθ να είναι τόσο βλάκας; Μέσα του προσευχήθηκε να μην τον είχε προδώσει.
Η καρδιά του Γκάρεθ χτυπούσε δυνατά καθώς περίμενε. Με αγωνία ακουμπούσε τα φρούτα, προσποιούμενος ότι ενδιαφέρεται να τα αγοράσει. Υπήρξε μια ατέλειωτη σιωπή πίσω του, καθώς ο Γκάρεθ φανταζόταν όλα όσα θα μπορούσαν να πάνε στραβά.
Σε παρακαλώ, μην τον αφήσεις να έρθει προς τα εδώ, ο Γκάρεθ προσευχήθηκε μέσα του. Σε παρακαλώ, θα κάνω οτιδήποτε. Θα εγκαταλείψω το σχέδιό μου.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένιωσε μια χοντρή παλάμη να τον χτυπάει στην πλάτη. Γύρισε και κοίταξε.
Τα μεγάλα, μαύρα, άψυχα μάτια αυτού του κρετίνου είχαν καρφωθεί στα δικά του.
«Δεν μου είπες ότι είχες και συνεργό», γρύλισε. «Ή μήπως εσύ είσαι κατάσκοπος;»
Ο άντρας άπλωσε το χέρι του και πριν ο Γκάρεθ μπορέσει να αντιδράσει, κατέβασε την κουκούλα του Γκάρεθ. Κοίταξε προσεκτικά το πρόσωπο του και γούρλωσε τα μάτια του σοκαρισμένος.
«Ο Πρίγκιπας του Βασιλείου!» ψέλλισε. «Τι κάνετε εσείς εδώ;»
Όμως, ένα δευτερόλεπτο αργότερα, τα μάτια του έγιναν σαν δύο λεπτές σχισμές και χαμογελώντας με ικανοποίηση, απάντησε μόνος του στην ερώτηση έχοντας καταλάβει το σχέδιο.
«Κατάλαβα…», είπε ο άντρας, «…αυτό το φιαλίδιο – ήταν για εσένα, έτσι; Σκοπεύεις να δολοφονήσεις κάποιον, ε…; Αλλά ποιόν; Ναι, αυτό είναι το ερώτημα».
Το πρόσωπο του Γκάρεθ έγινε κατακόκκινο από την αγωνία του. Αυτός ο άντρας – ήταν τελικά πολύ πιο έξυπνος απ’ ό,τι φαινόταν. Αλλά ήταν πια αργά. Όλα του τα σχέδια είχαν αποκαλυφθεί. Ο Φερθ τα είχε κάνει θάλασσα. Αν ο άντρας πρόδιδε τον Γκάρεθ, η τιμωρία του θα ήταν θάνατος.
«Τον πατέρα σου, ίσως;» ρώτησε ο άντρας με τα μάτια του να φωτίζονται από την σκέψη αυτή. «Αυτό είναι, ε…; Επειδή σε προσπέρασε στη διαδοχή. Τον πατέρα σου. Σκοπεύεις να δολοφονήσεις τον πατέρα σου».
Ο Γκάρεθ δεν άντεξε άλλο. Χωρίς να διστάσει, έκανε ένα βήμα μπροστά, τράβηξε ένα μικρό στιλέτο κάτω από τον μανδύα του και το έχωσε στο στήθος του άντρα. Ο άντρας άνοιξε το στόμα του.
Ο Γκάρεθ δεν ήθελε να τον δουν οι περαστικοί και έτσι άρπαξε τον άντρα απ’ το χιτώνιό του και τον έφερε πολύ κοντά στο σώμα του, τόσο κοντά που μπορούσε να μυρίσει την ανάσα του που βρόμαγε σαν κάτι σάπιο. Με το ελεύθερο χέρι του του έκλεισε σφιχτά το στόμα μην τυχόν και έβγαζε καμία κραυγή. Ο Γκάρεθ ένιωσε το καυτό αίμα του άντρα να κυλάει στην παλάμη του και να περνάει μέσα από τα δάκτυλά του.
Ο Φερθ τον πλησίασε και άφησε μια κραυγή τρόμου.
Ο Γκάρεθ κράτησε τον άντρα λίγο περισσότερο από ένα λεπτό και μετά τον ένιωσε να καταρρέει στα χέρια του. Μετά τον άφησε να πέσει στο έδαφος και να σωριαστεί εκεί σαν μια άψυχη μάζα.
Ο Γκάρεθ γύρισε και κοίταξε μήπως τυχόν τον είχε δει κανείς. Ευτυχώς, μέσα στην πολύβουη αγορά, κανείς δεν είχε γυρίσει το κεφάλι του να κοιτάξει σ’ αυτό το σκοτεινό δρομάκι. Έβγαλε τον μανδύα του και το έριξε πάνω από τον άψυχο σωρό.
«Λυπάμαι, στ’ αλήθεια λυπάμαι, λυπάμαι πολύ», συνέχισε να επαναλαμβάνει ο Φερθ. Ακουγόταν σαν μικρό κοριτσάκι που έκλαιγε υστερικά και τρέμοντας πλησίασε τον Γκάρεθ. «Είσαι καλά; Είσαι καλά;»
Ο Γκάρεθ άπλωσε το χέρι του και του έριξε ένα ανάποδο χαστούκι.
«Κλείσε το στόμα σου και εξαφανίσου από εδώ» του είπε με συριχτή φωνή.
Ο Φερθ γύρισε και έφυγε τρέχοντας.
Ο Γκάρεθ ετοιμάστηκε να φύγει, αλλά σταμάτησε και γύρισε πίσω. Είχε κάτι ακόμα να κάνει. Έσκυψε, άρπαξε το σακουλάκι με τα νομίσματα από το χέρι του νεκρού και το έχωσε στο ζωνάρι του.
Ο νεκρός δεν θα τα χρειάζονταν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13
Ο Γκάρεθ περπατούσε γρήγορα μέσα στο μονοπάτι του δάσους με τον Φερθ δίπλα του και την κουκούλα πάνω στο κεφάλι του, παρά την ζέστη. Το μυαλό του δεν μπορούσε να συλλάβει το πώς είχε βρεθεί ακριβώς στην κατάσταση που ήθελε να αποφύγει. Τώρα υπήρχε ένα πτώμα, ένα ίχνος. Ποιος ήξερε σε ποιον μπορεί να είχε μιλήσει αυτός ο άντρας. Ο Φερθ θα έπρεπε να ήταν πιο επιφυλακτικός στη συναλλαγή μαζί του. Τώρα τα στοιχεία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον Γκάρεθ.
«Συγγνώμη», είπε ο Φερθ, τρέχοντας για να τον προλαβαίνει.
Ο Γκάρεθ τον αγνόησε και άρχισε να περπατάει δύο φορές πιο γρήγορα, βράζοντας από τον θυμό του.
«Αυτό που έκανες ήταν βλακώδες και έδειχνε αδυναμία», είπε ο Γκάρεθ. «Δεν θα έπρεπε ποτέ να είχες κοιτάξει προς το μέρος μου».
«Δεν το ήθελα. Δεν ήξερα τι να κάνω όταν άρχισε να ζητάει κι’ άλλα χρήματα».
Ο Φερθ είχε δίκιο. Ήταν μια επικίνδυνη κατάσταση. Ο τύπος ήταν εγωιστής, ένα άπληστο γουρούνι που άλλαξε τους όρους του παιχνιδιού και άξιζε να πεθάνει. Ο Γκάρεθ δεν λυπόταν καθόλου γι’ αυτόν. Το μόνο που προσευχόταν ήταν να μην είχε δει κανείς τον φόνο. Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν ήταν μια δίκη. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα υπήρχε εξονυχιστική έρευνα μετά την δολοφονία του πατέρα του και δεν έπρεπε να αφήσει πίσω του ούτε το παραμικρό ίχνος που θα τους οδηγούσε σ’ αυτόν.
Τουλάχιστον τώρα βρίσκονταν στο Μαύρο Δάσος. Παρά τον καλοκαιρινό ήλιο, ήταν σχεδόν σκοτάδι εδώ μέσα, με τους τεράστιους ευκάλυπτους να μπλοκάρουν και την παραμικρή αχτίδα του ήλιου. Ταίριαζε και με τη διάθεσή του. Ο Γκάρεθ μισούσε αυτό το μέρος. Συνέχισε να κατηφορίζει το στριφογυριστό μονοπάτι ακολουθώντας τις οδηγίες του άντρα. Ήλπιζε να του είχε πει την αλήθεια και να μην τον είχε εξαπατήσει. Όλο αυτό θα μπορούσε να είναι ένα ψέμα. Ή θα μπορούσε να τους είχε οδηγήσει σε μια παγίδα, σε κάποιους φίλους του που θα περίμεναν για να τους πάρουν κι’ άλλα χρήματα με ληστρικό τρόπο. Ο Γκάρεθ μέσα του κατηγορούσε τον εαυτό του. Ήταν λάθος του να δείξει τόση εμπιστοσύνη στον Φερθ. Θα έπρεπε να είχε χειριστεί την κατάσταση μόνος του. Έτσι όπως έκανε πάντα.
«Να παρακαλάς αυτό το μονοπάτι να μας βγάλει στη μάγισσα..», ο Γκάρεθ είπε επιγραμματικά, «…και να έχει και το δηλητήριο».
Συνέχισαν να κατηφορίζουν το ένα μονοπάτι μετά το άλλο έως ότου έφτασαν σε μια διχάλα του δρόμου – έτσι ακριβώς όπως είχε πει ο άντρας. Αυτό ήταν καλός οιωνός και ο Γκάρεθ ένιωσε μια ελαφριά ανακούφιση. Έστριψαν αριστερά, ανέβηκαν στο λόφο και σύντομα έστριψαν ξανά. Οι οδηγίες φαίνονταν αληθινές, και τώρα μπροστά τους ήταν, πράγματι, το πιο σκοτεινό μέρος δάσους που ο Γκάρεθ είχε δει ποτέ του. Τα δέντρα ήταν απίστευτα πυκνά και μπερδεμένα.
Ο Γκάρεθ μπήκε στο δάσος και αμέσως αισθάνθηκε μια ανατριχίλα στην ραχοκοκαλιά του – ένιωθε κάτι σατανικό να πλανάται στον αέρα. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν ακόμα μέρα.
Καθώς άρχισε να φοβάται και να σκέφτεται να γυρίσει πίσω, το μονοπάτι τελείωσε και μπροστά του είδε ένα μικρό ξέφωτο. Φωτίζονταν μόνο από μια δέσμη ακτίνων που διαπερνούσε τα δέντρα και στη μέση του βρισκόταν μια μικρή πέτρινη καλύβα. Η καλύβα της μάγισσας.
Η καρδιά του Γκάρεθ άρχισε να χτυπά πιο δυνατά. Μπήκε στο ξέφωτο κοιτάζοντας γύρω του για να βεβαιωθεί πως κανείς δεν τον παρακολουθούσε και για να βεβαιωθεί πως δεν ήταν παγίδα.
«Βλέπεις, έλεγε την αλήθεια», είπε ο Φερθ, με ενθουσιασμό στη φωνή του.
«Αυτό δεν σημαίνει τίποτα», είπε ο Γκάρεθ επικριτικά. «Εσύ μείνε απ’ έξω να προσέχεις. Χτύπα την πόρτα αν κάποιος πλησιάσει. Και κράτα το στόμα σου κλειστό».
Ο Γκάρεθ δεν μπήκε καν στον κόπο να χτυπήσει τη μικρή αψιδωτή ξύλινη πόρτα που ήταν μπροστά του. Έπιασε το σιδερένιο πόμολο, έσπρωξε την πόρτα που είχε πάχος περίπου πέντε εκατοστά, και σκύβοντας το κεφάλι του πέρασε από κάτω και μπήκε μέσα, κλείνοντάς την πίσω του.
Μέσα η καλύβα ήταν σκοτεινή και φωτίζονταν μόνο από μερικά κεριά που ήταν διάσπαρτα μέσα στο δωμάτιο. Απ’ ό,τι έβλεπε, υπήρχε μόνο ένα δωμάτιο, χωρίς καθόλου παράθυρα και με βαριά ατμόσφαιρα. Στάθηκε εκεί, νιώθοντας να πνίγεται από την απόλυτη σιωπή ενώ προετοίμαζε τον εαυτό του για οτιδήποτε. Μπορούσε να αισθανθεί το κακό εκεί μέσα κι’ αυτό έκανε το δέρμα του να ανατριχιάσει.
Μέσα στο μισοσκόταδο, το μάτι του έπιασε μια κίνηση και μετά άκουσε ένα θόρυβο.
Μπροστά του εμφανίστηκε μια γριά που κούτσαινε και ερχόταν προς το μέρος του. Ήταν ζαρωμένη και είχε καμπούρα. Σήκωσε ένα κερί που φώτισε το γεμάτο ρυτίδες και κρεατοελιές πρόσωπό της. Φαινόταν πολύ μεγάλη, αρχαία, μεγαλύτερη κι’ από τα δέντρα που υψώνονταν πάνω από την καλύβα της.
«Φοράς κουκούλα ακόμα και στο σκοτάδι», του είπε με ένα αποκρουστικό χαμόγελο και με φωνή που έτριζε σαν ξύλο που καίγεται στη φωτιά. «Η αποστολή σου δεν είναι αθώα».
«Ήρθα για το φιαλίδιο», είπε ο Γκάρεθ γρήγορα προσπαθώντας να ακούγεται γενναίος και με αυτοπεποίθηση, αλλά μπορούσε να καταλάβει το τρεμούλιασμα στη φωνή του. «Ρίζα Σελντρέικ. Μου είπαν ότι το έχεις».
Ακολούθησε μεγάλη σιωπή, αλλά μετά ακούστηκε ένα φρικτό γέλιο σαν κακάρισμα που αντήχησε σ’ ολόκληρο το δωμάτιο.
«Δεν έχει σημασία αν το έχω ή όχι. Το θέμα είναι εσύ τι το θέλεις;»
Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά καθώς προσπαθούσε να αρθρώσει μια απάντηση.
«Τι σε νοιάζει τι το θέλω;» τη ρώτησε τελικά.
«Θα με ευχαριστούσε να μάθαινα ποιον θα σκοτώσεις», είπε.
«Αυτό δεν σε αφορά. Όμως σου έχω φέρει λεφτά».
Ο Γκάρεθ έχωσε το χέρι του στο ζωνάρι του, έβγαλε ένα πουγκί με χρυσά νομίσματα και μαζί με εκείνο που είχε πάρει από τον νεκρό τα ακούμπησε και τα δύο πάνω στο μικρό ξύλινο τραπέζι της μάγισσας. Ο ήχος των χρυσών νομισμάτων αντήχησε στο μικρό δωμάτιο.
Μέσα του ο Γκάρεθ εύχονταν τα χρήματα να την ηρεμούσαν, να του έδινε αυτό που ήθελε και να έφευγε από αυτό το μέρος.
Η μάγισσα άπλωσε το δάκτυλό της, που είχε ένα μακρύ γαμψό νύχι, και σηκώνοντας το ένα πουγκί, άρχισε να το περιεργάζεται. Ο Γκάρεθ κράτησε την ανάσα του ελπίζοντας ότι δεν θα ζητούσε περισσότερα.
«Αυτά μπορεί να είναι αρκετά για να αγοράσουν τη σιωπή μου», είπε.
Γύρισε και απομακρύνθηκε κουτσαίνοντας μέσα στο μισοσκόταδο. Άκουσε έναν ελαφρύ ήχο σαν σφύριγμα και κάτω από το φως ενός κεριού ο Γκάρεθ την είδε να ανακατεύει ένα υγρό μέσα σ’ ένα μικρό γυάλινο φιαλίδιο. Το υγρό έβγαζε φουσκάλες και ξεχείλιζε, αλλά η μάγισσα του έβαλε ένα φελλό και το έκλεισε. Ο χρόνος φαίνονταν σαν να είχε σταματήσει όσο ο Γκάρεθ περίμενε, με την ανυπομονησία του να αυξάνεται συνεχώς. Ένα εκατομμύριο ανήσυχες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του. Τι θα γινόταν αν τον ανακάλυπταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή; Τι θα γινόταν αν του έδινε λάθος φιαλίδιο; Και αν το έλεγε σε κάποιον άλλο; Μήπως τον είχε αναγνωρίσει; Δεν είχε απαντήσεις.
Οι επιφυλάξεις του Γκάρεθ για το όλο εγχείρημα αυξάνονταν συνεχώς. Ποτέ του δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο δύσκολο ήταν να σκοτώσεις κάποιον.
Μετά από μια σιωπή που του φάνηκε ατελείωτη, η μάγισσα επέστρεψε. Του έβαλε στο χέρι το φιαλίδιο που ήταν τόσο μικρό που σχεδόν εξαφανίστηκε στην παλάμη του. Μετά η μάγισσα απομακρύνθηκε ξανά.
«Τόσο μικρό φιαλίδιο;» ρώτησε. «Θα κάνει δουλειά;»
Η μάγισσα χαμογέλασε.
«Θα εκπλαγείς πόσο λίγο χρειάζεται για να σκοτώσεις έναν άνθρωπο».
Ο Γκάρεθ γύρισε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα όταν ένιωσε ένα παγωμένο δάκτυλο στον ώμο του. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως η μάγισσα είχε καταφέρει να διασχίσει το δωμάτιο τόσο γρήγορα και αυτό τον τρόμαξε. Στάθηκε εκεί, τόσο παγωμένος από φόβο που δεν τολμούσε να γυρίσει να την κοιτάξει.
Αυτή έκανε δύο στροφές γύρω του, έγειρε προς το μέρος του – με μια απαίσια μυρωδιά να αναδύεται από το σώμα της – και σηκώνοντας ξαφνικά τα δυό της χέρια, άρπαξε τα μάγουλά του και τον φίλησε πιέζοντας τα ζαρωμένα χείλη της πάνω στα δικά του.
Ο Γκάρεθ αηδίασε. Ήταν το πιο σιχαμερό πράγμα που του είχε συμβεί ποτέ. Τα χείλη της ήταν σαν χείλη σαύρας και η γλώσσα της που την ένιωσε να πιέζει τη δική του ήταν σαν την γλώσσα ενός ερπετού. Προσπάθησε να αποτραβηχτεί, αλλά του κρατούσε το πρόσωπο τόσο σφιχτά τραβώντας τον προς το μέρος της.
Τελικά κατάφερε να τραβηχτεί μακριά της. Σκούπισε το στόμα του με το πίσω μέρος του χεριού του, ενώ αυτή έγειρε προς τα πίσω και άρχισε να γελάει.
«Η πρώτη φορά που σκοτώνεις κάποιον είναι δύσκολη», είπε. «Η επόμενη είναι πολύ ευκολότερη».
*
Ο Γκάρεθ βγήκε βολίδα από την καλύβα και φτάνοντας στο ξέφωτο βρήκε τον Φερθ να στέκεται εκεί και να τον περιμένει.
«Τι τρέχει; Τι έγινε;» ρώτησε ανήσυχα ο Φερθ. «Φαίνεσαι σαν να σ’ έχουν μαχαιρώσει. Τι σου έκανε;»
Ο Γκάρεθ σταμάτησε για να πάρει μια βαθιά ανάσα, σκουπίζοντας το στόμα του ξανά και ξανά. Δεν ήξερε τι να του απαντήσει.
«Πάμε να φύγουμε από εδώ», του είπε. «Τώρα!»
Καθώς άρχισαν να κατευθύνονται έξω από το ξέφωτο και πριν μπουν στο μαύρο δάσος, ο ήλιος ξαφνικά σκοτείνιασε από τα μαύρα σύννεφα που μαζεύτηκαν απίστευτα γρήγορα στον ουρανό κάνοντας την όμορφη μέρα κρύα και σκοτεινή. Ο Γκάρεθ δεν είχε δει ποτέ πριν στη ζωή του τόσα μαύρα σύννεφα να εμφανίζονται τόσο γρήγορα. Ήξερε ότι όλα αυτά που συνέβαιναν δεν ήταν φυσιολογικά. Την ίδια στιγμή, ένας ψυχρός άνεμος σηκώθηκε μέσα στο κατακαλόκαιρο, και καθώς τον αισθάνθηκε πίσω στο σβέρκο του, αναρωτήθηκε πόσο ισχυρές ήταν οι δυνάμεις αυτής της μάγισσας. Δεν μπορούσε να αποφύγει τη σκέψη ότι με εκείνο το φιλί τον είχε βάλει, με κάποιον τρόπο, κάτω από τον έλεγχό της ή του είχε ρίξει κάποιου είδους κατάρα.
«Τι έγινε εκεί μέσα;» ο Φερθ τον πίεσε να του πει.
«Δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό», είπε ο Γκάρεθ. «Δεν θέλω να ξανασκεφτώ αυτή την ημέρα ποτέ ξανά».
Οι δυό τους προχώρησαν βιαστικά στο μονοπάτι, κατηφόρισαν τον λόφο και σύντομα μπήκαν πάλι στο μονοπάτι του δάσους που θα τους έβγαζε πίσω στην Αυλή του Βασιλιά. Ο Γκάρεθ μόλις είχε αρχίσει να σπρώχνει όσα είχαν συμβεί στο πίσω μέρος του μυαλού του, όταν ξαφνικά άκουσε βήματα από μπότες πίσω του. Γύρισε και είδε μια ομάδα αντρών να περπατάνε προς το μέρος του. Δεν πίστευε στα μάτια του!
Ήταν ο αδελφός του ο Γκόντφρι. Φαινόταν μεθυσμένος και ερχόταν προς το μέρος του γελώντας. Μαζί του ήταν ένας αχρείος τύπος, ο Χάρι, και δύο άλλοι ταραχοποιοί φίλοι του. Σ’ ολόκληρο το βασίλειο έτυχε να συναντηθούν σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο και εκείνη τη στιγμή! Και μέσα στο δάσος – στη μέση του πουθενά! Εκείνη τη στιγμή, ο Γκάρεθ ένιωσε ότι όλο αυτό το ραδιούργο σχέδιό του ήταν καταδικασμένο.
Ο Γκάρεθ γύρισε το κεφάλι του από την άλλη πλευρά, τράβηξε την κουκούλα πάνω από το πρόσωπό του και άρχισε να περπατάει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, παρακαλώντας να μην τον αναγνωρίσουν.
«Γκάρεθ;» τον άκουσε να φωνάζει.
Ο Γκάρεθ δεν είχε άλλη επιλογή. Σταμάτησε επιτόπου, ανασήκωσε την κουκούλα του και γύρισε να κοιτάξει τον αδελφό του που προχωρούσε με χαρωπό βήμα προς το μέρος του.
«Τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε ο Γκόντφρι.
Ο Γκάρεθ άνοιξε το στόμα του για να πει κάτι, αλλά το έκλεισε αμέσως αφού δεν ήξερε τι να πει.
«Είχαμε πάει για περπάτημα», απάντησε ο Φερθ, σώζοντας την κατάσταση.
«Περπάτημα… πήγατε για περπάτημα;» ρώτησε ένας φίλος του Γκόντφρι κάνοντας τη φωνή του να ακούγεται γυναικεία για να κοροϊδέψει τον Φέρθ. Οι φίλοι του άρχισαν επίσης να γελάνε. Ο Γκάρεθ ήξερε πως ο αδελφός του και οι φίλοι του τον κατέκριναν για τις προδιαθέσεις του – αλλά αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που τον ένοιαζε αυτή τη στιγμή. Αυτό που ήθελε ήταν να αλλάξει τη συζήτηση. Δεν ήθελε να συνεχίσουν να αναρωτιούνται τι έκανε εκεί πέρα.
«Αλήθεια, εσείς τι κάνετε εδώ;» ρώτησε ο Γκάρεθ, αντιστρέφοντας τους όρους.
«Μια καινούργια ταβέρνα άνοιξε κοντά στο Σάουθγκουντ», απάντησε ο Γκόντφρι. «Μόλις την δοκιμάσαμε. Η καλύτερη μπύρα σε όλο το βασίλειο. Θέλεις λίγη;» ρώτησε, δείχνοντάς του ένα μικρό βαρελάκι.
Ο Γκάρεθ κούνησε το κεφάλι του γρήγορα. Ήξερε ότι έπρεπε να του στρέψει αλλού την προσοχή και τώρα είχε βρει την κατάλληλη ευκαιρία για να αλλάξει θέμα, έτσι τον επέπληξε έντονα.
«Ο Πατέρας θα γινόταν έξαλλος αν σε έπιανε να πίνεις μέρα μεσημέρι», είπε ο Γκάρεθ. «Σου προτείνω να αφήσεις κάτω το κρασί και να γυρίσεις στο παλάτι».
Τα λόγια αυτά πέτυχαν το στόχο τους. Ο Γκόντφρι συνοφρυώθηκε. Ήταν σαφές ότι δεν σκεφτόταν πια τον Γκάρεθ, αλλά τον πατέρα του και τον εαυτό του.
«Και από πότε, εσύ νοιάζεσαι για το τι θέλει ο Πατέρας;» του ανταπάντησε.
Ο Γκάρεθ είχε πετύχει αυτό που ήθελε και δεν είχε άλλο χρόνο να χάσει μ’ αυτόν τον μεθύστακα. Είχε αλλάξει το θέμα, είχε καταφέρει να στρέψει αλλού την προσοχή του αδελφού του και ήλπιζε ότι αυτός δεν θα σκεφτόταν πιο σοβαρά το λόγο που ο Γκάρεθ βρισκόταν εκεί.
Γύρισε και άρχισε να κατηφορίζει το μονοπάτι ακούγοντας κοροϊδευτικά γέλια πίσω του καθώς απομακρύνονταν. Αλλά δεν τον ένοιαζε πια. Σε λίγο θα ήταν εκείνος που θα γελούσε τελευταίος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14
Ο Θορ καθόταν σε ένα ξύλινο τραπεζάκι και με επιμέλεια προσπαθούσε να φτιάξει τα κομμάτια του τόξου και του βέλους που βρίσκονταν απλωμένα μπροστά του. Δίπλα του κάθονταν ο Ρις μαζί με αρκετά άλλα μέλη της Λεγεώνας. Ήταν όλοι σκυμμένοι πάνω από τα όπλα τους και δούλευαν σκληρά για να δώσουν σχήμα στα τόξα τους και να τεντώσουν τις χορδές τους.
«Ένας πολεμιστής ξέρει πως να φτιάξει τη χορδή του τόξου του», φώναξε δυνατά ο Κολκ, καθώς περπατούσε πάνω κάτω στις σειρές των αγοριών, σκύβοντας και εξετάζοντας τη δουλειά του καθενός. «Το τέντωμα της χορδής πρέπει να είναι ακριβώς αυτό που πρέπει. Αν είναι χαλαρό, το βέλος σας δεν θα φτάσει στο στόχο του. Αν είναι πολύ σφιχτό, δεν θα μπορέσετε να στοχεύσετε σωστά. Τα όπλα σπάνε στη μάχη. Τα όπλα σπάνε και στις πορείες. Πρέπει να ξέρετε πως θα τα επιδιορθώσετε εν κινήσει. Ο καλύτερος πολεμιστής είναι επίσης σιδηρουργός, ξυλουργός, μπαλωματής και επισκευαστής όλων των πραγμάτων που χαλάνε. Και δεν μπορείτε να ξέρετε το όπλο σας αρκετά καλά αν δεν το έχετε επισκευάσει μόνοι σας».
Ο Κολκ σταμάτησε δίπλα στον Θορ και έσκυψε πάνω από τον ώμο του. Τράβηξε το ξύλινο τόξο από τα χέρια του Θορ και η χορδή του του χτύπησε την παλάμη.
«Η χορδή δεν είναι αρκετά τεντωμένη», τον επέπληξε. «Είναι στραβή. Αν χρησιμοποιήσεις ένα τέτοιο όπλο στη μάχη, είσαι σίγουρα νεκρός. Αλλά θα πεθάνει και ο συμπολεμιστής που θα είναι δίπλα σου».
Ο Κολκ άφησε το τόξο με θόρυβο πάνω στο τραπέζι και απομακρύνθηκε. Μερικά παιδιά γύρω του γέλασαν ειρωνικά. Ο Θορ κοκκίνισε και αρπάζοντας πάλι τη χορδή την τράβηξε όσο πιο πολύ μπορούσε για να τη σφίξει, και μετά την τύλιξε γύρω από την εγκοπή του τόξου. Είχε δουλέψει μ’ αυτό για ώρες ως επιστέγασμα μιας εξουθενωτικής ημέρας σκληρού μόχθου και ταπεινών, χειρωνακτικών εργασιών.
Οι περισσότεροι άλλοι εκπαιδεύονταν, πάλευαν, ξιφομαχούσαν. Σήκωσε τα μάτια του και στο βάθος είδε τα αδέλφια του, και τους τρεις, να γελάνε καθώς χτυπούσαν τα ξύλινα σπαθιά τους. Ως συνήθως, ο Θορ ένιωσε ότι, για άλλη μια φορά, αυτοί έπαιρναν το πάνω χέρι, ενώ αυτός έμενε πίσω στη σκιά τους. Ήταν άδικο. Όλο και περισσότερο αισθανόταν ότι ήταν ανεπιθύμητος εδώ, σαν να μην ήταν αληθινό μέλος της Λεγεώνας.
«Μην ανησυχείς, σύντομα θα του πάρεις το κολάι», του είπε ο Ο’Κόνορ που βρίσκονταν δίπλα του.
Οι παλάμες του Θορ είχαν πληγιάσει από την προσπάθεια. Τράβηξε πίσω τον σπάγκο, με όλη του τη δύναμη αυτή τη φορά, και τελικά, προς έκπληξή του, άκουσε το κλικ. Τώρα ο σπάγκος είχε μπει σωστά μέσα στην εγκοπή και το Θορ, ιδρώνοντας, τον τράβηξε με όλη του τη δύναμη. Ένιωσε μια μεγάλη αίσθηση ικανοποίησης με το τόξο του που τώρα ήταν όσο δυνατό, όσο έπρεπε να είναι.
Είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει και το καταλάβαινε από τις σκιές που φαίνονταν τώρα πιο μακριές. Ο Θορ σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του με το πίσω μέρος του χεριού του και αναρωτήθηκε πόσο ακόμα θα συνεχιζόταν όλο αυτό. Άρχισε να αναλογίζεται τι σήμαινε να είσαι πολεμιστής. Στο μυαλό του είχε φτιάξει μια διαφορετική εικόνα. Το μόνο που φανταζόταν ήταν μια συνεχής εκπαίδευση. Αλλά, τώρα υπέθετε ότι κι’ αυτό ήταν ένα είδος εκπαίδευσης.
«Ούτε εγώ ήρθα εδώ γι’ αυτό το λόγο», είπε ο Ο’Κόνορ, σαν να είχε διαβάσει το μυαλό του.
Ο Θορ γύρισε και το συνεχές χαμόγελο του φίλου του τον έκανε να νιώσει πιο ήρεμος.
«Εγώ είμαι από την Βόρεια Επαρχία», συνέχισε. «Κι’ εγώ όλη μου τη ζωή ονειρευόμουν να μπω στη Λεγεώνα. Φανταζόμουν συνεχή εκπαίδευση, πάλη και μάχες. Όχι όλες αυτές τις χειρωνακτικές εργασίες. Αλλά τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα. Είναι επειδή είμαστε καινούργιοι. Είναι ένα είδος μύησης. Φαίνεται ότι εδώ υπάρχει μια ιεραρχία. Εμείς είμαστε οι μικρότεροι. Δεν βλέπω κανέναν δεκαεννιάχρονο να κάνει όλα αυτά. Δεν μπορεί αυτό να κρατήσει για πάντα. Εξ άλλου είναι κάποια πράγματα που πρέπει να μάθουμε να κάνουμε».
Μια σάλπιγγα ακούστηκε. Ο Θορ έριξε μια ματιά γύρω και είδε όλη τη Λεγεώνα να μαζεύεται δίπλα σε ένα τεράστιο πέτρινο τοίχο στο μέσο του γηπέδου εκπαίδευσης. Πολλά σχοινιά κρέμονταν επάνω του με απόσταση περίπου τριών μέτρων το ένα από το άλλο. Ο τοίχος πρέπει να ήταν περίπου εννέα μέτρα ψηλός, ενώ στη βάση του είχε στοίβες από άχυρο.
«Τι περιμένετε;» ούρλιαξε ο Κολκ. «ΚΟΥΝΗΘΕΙΤΕ!»
Το Αργυρό Τάγμα εμφανίστηκε ολόγυρά τους, φωνάζοντας. Πριν ο Θορ καταλάβει τι γινόταν, οι άλλοι πετάχτηκαν από τους πάγκους που κάθονταν και άρχισαν να διασχίζουν το γήπεδο με κατεύθυνση τα σχοινιά. Υπήρχε μια βουή στον αέρα καθώς όλα τα μέλη της Λεγεώνας στάθηκαν μαζί. Ο Θορ ένιωσε εκστασιασμένος που τελικά βρέθηκε ανάμεσά τους και πλησίασε τον Ρις που στεκόταν εκεί με έναν άλλο φίλο του. Μετά ήρθε και ο Ο’Κόνορ στην παρέα τους.
«Στις μάχες θα δείτε ότι όλες σχεδόν οι πόλεις είναι οχυρωμένες», φώναξε ο Κολκ, κοιτάζοντας πάνω από τα πρόσωπα των αγοριών. «Δουλειά ενός στρατιώτη είναι η παραβίαση των οχυρώσεων. Σε μια τυπική πολιορκία, χρησιμοποιούνται σχοινιά και γάντζοι στερέωσης, παρόμοιοι με αυτούς που έχουμε κρεμάσει στον τοίχο εδώ. Ένα από τα πιο επικίνδυνα πράγματα που θα αντιμετωπίσετε σε μια μάχη είναι να σκαρφαλώσετε σ’ ένα τέτοιο τοίχο. Σε ελάχιστες άλλες περιπτώσεις θα βρεθείτε τόσο εκτεθειμένοι και τόσο ευάλωτοι. Ο εχθρός θα ρίξει επάνω σας καυτό μόλυβδο. Θα σας χτυπήσουν με βέλη για να πέσετε. Θα σας πετάξουν πέτρες. Δεν πρέπει ποτέ να επιχειρήσετε να ανέβετε στα τείχη ενός οχυρού αν δεν είναι η απόλυτα κατάλληλη στιγμή. Και όταν το κάνετε θα αγωνίζεστε για τη ζωή σας – αλλιώς σας παραμονεύει ο θάνατος».
Ο Κολκ πήρε μια βαθιά ανάσα και φώναξε δυνατά: “ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ!»
Ολόγυρά του τα αγόρια μπήκαν στη δράση τρέχοντας να αρπάξουν ένα σχοινί ο καθένας. Ο Θορ έτρεξε να πιάσει ένα ελεύθερο, αλλά μόλις ήταν έτοιμος να το αρπάξει, ένα μεγαλύτερο αγόρι το έφτασε πρώτος και τον έσπρωξε να φύγει απ’ τη μέση. Ο Θορ παραπατώντας άρπαξε το πιο κοντινό που μπόρεσε να βρει, ένα χοντρό σχοινί με κόμπους. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά καθώς άρχισε να σκαρφαλώνει στον τοίχο.
Είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται ομίχλη στην ατμόσφαιρα και τα πόδια του Θορ γλιστρούσαν πάνω στην πέτρα. Παρ’ όλα αυτά έκανε καλό χρόνο και παρατήρησε ότι ήταν γρηγορότερος από πολλούς άλλους, σχεδόν ένας από τους πρώτους που σκαρφάλωναν προς την κορυφή. Για πρώτη φορά σήμερα, άρχισε να νιώθει καλά και να τον κατακλύζει μια αίσθηση υπερηφάνειας.
Ξαφνικά, κάτι σκληρό χτύπησε τον ώμο του. Έστρεψε τα μάτια του προς τα πάνω και είδε στην κορυφή του τοίχου τα μέλη του Αργυρού Τάγματος να πετάνε προς το μέρος τους μικρές πέτρες, ξύλα και άλλα τέτοια αντικείμενα. Το αγόρι που ήταν σκαρφαλωμένο στο σχοινί δίπλα στον Θορ άπλωσε το χέρι του για να προστατέψει το πρόσωπό του, έχασε τη λαβή του και έπεσε στο έδαφος με την πλάτη. Είχε πέσει περίπου από έξι μέτρα ύψος και προσγειώθηκε πάνω στον σωρό με τα άχυρα.
Κι’ ο Θορ ένιωσε να χάνει τη λαβή του, αλλά με κάποιον τρόπο κατάφερε να κρατηθεί. Ένα ρόπαλο κουνήθηκε πάνω από το κεφάλι του και παρότι χτύπησε τον Θορ στην πλάτη, αυτός συνέχισε να ανεβαίνει. Έκανε καλό χρόνο και σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να φτάσει πρώτος στην κορυφή, όταν ξαφνικά ένιωσε μια δυνατή κλωτσιά στα πλευρά του. Δεν μπορούσε να καταλάβει από που του ήρθε, έως ότου κοίταξε δίπλα του και είδε το αγόρι που ήταν πλάι του να αιωρείται πέρα δώθε. Πριν ο Θορ μπορέσει να αντιδράσει, το αγόρι τον ξανακλώτσησε.
Αυτή τη φορά έχασε τη λαβή του, και παραπαίοντας, βρέθηκε να πέφτει προς τα πίσω με την πλάτη. Προσγειώθηκε με την πλάτη μέσα στο άχυρο, σοκαρισμένος, αλλά χωρίς να έχει χτυπήσει.
Ο Θορ στηρίχτηκε στα χέρια και στα γόνατα, πήρε μια ανάσα και κοίταξε γύρω του. Πολλά αγόρια έπεφταν σαν μύγες από τα σχοινιά και προσγειώνονταν στο άχυρο. Κλωτσούσαν ή έσπρωχναν ο ένας τον άλλον, κι’ αν δεν το έκαναν αυτοί, τους κλωτσούσαν οι άντρες του Αργυρού Τάγματος που βρίσκονταν πάνω στον τοίχο. Όσους δεν τους κλωτσούσαν, τους έκοβαν τα σχοινιά, έτσι κι’ αυτοί έπεφταν με φόρα στο άχυρο. Ούτε ένα από τα αγόρια δεν κατάφερε να φτάσει στην κορυφή.
«Όλοι όρθιοι!» φώναξε ο Κολκ. Ο Θορ πετάχτηκε επάνω, όπως έκαναν και οι άλλοι.
«ΣΠΑΘΙΑ!»
Τα αγόρια έτρεξαν σε μια τεράστια βάση στήριξης με ξύλινα σπαθιά. Ο Θορ έτρεξε και άρπαξε ένα, αλλά ξαφνιάστηκε από το βάρος του. Ζύγιζε το διπλάσιο από οποιοδήποτε άλλο όπλο είχε σηκώσει. Μόλις και μετά βίας μπορούσε να το κρατήσει.
«Βαριά σπαθιά, ξεκινήστε!» ακούστηκε μια κραυγή.
Ο Θορ σήκωσε τα μάτια του και είδε τον Έλντεν, εκείνον τον ογκώδη βλάκα που του είχε πρωτοεπιτεθεί όταν είχαν συναντηθεί στη Λεγεώνα. Ο Θορ τον θυμόταν πολύ καλά αφού το πρόσωπό του ακόμα πονούσε από τους μώλωπες που του είχε κάνει ο Έλντεν. Τον πλησίαζε γρήγορα με το σπαθί του ψηλά και άγρια έκφραση στο πρόσωπό του.
Ο Θορ σήκωσε το σπαθί του την τελευταία στιγμή και κατάφερε να μπλοκάρει το χτύπημα του Έλντεν, αλλά το σπαθί ήταν τόσο βαρύ που δύσκολα μπορούσε να το συγκρατήσει. Ο Έλντεν ήταν πιο μεγαλόσωμος και δυνατότερος και κάνοντας μια στροφή κλώτσησε δυνατά τον Θορ στα πλευρά.
Ο Θορ γονάτισε από τον πόνο. Ο Έλντεν ξαναέκανε μια στροφή για να τον χτυπήσει στο πρόσωπο, αλλά ο Θορ κατάφερε να απλώσει το χέρι του και να αποτρέψει το χτύπημα την τελευταία στιγμή. Αλλά ο Έλντεν ήταν πολύ γρήγορος και δυνατός και γυρνώντας πάλι χτύπησε τον Θορ στο πόδι και τον πέταξε κάτω με τα πλευρά.
Ένα μικρό πλήθος αγοριών συγκεντρώθηκε γύρω τους, φωνάζοντας και επευφημώντας καθώς η συμπλοκή τους είχε γίνει το επίκεντρο της προσοχής. Ήταν φανερό ότι όλοι υποστήριζαν τον Έλντεν.
Ο Έλντεν έριξε άλλο ένα χτύπημα με το σπαθί του βάζοντας όλη του τη δύναμη, ενώ ο Θορ κατάφερε την τελευταία στιγμή να κυλιστεί στο πλάι για να αποφύγει το χτύπημα που είχε ως στόχο την πλάτη του. Ο Θορ επωφελήθηκε από μια στιγμή αδράνειας του αντιπάλου του. Γύρισε απότομα και χτύπησε αυτόν τον αγροίκο δυνατά πίσω από το γόνατό του. Ήταν ένα αδύναμο σημείο και το χτύπημα του Θορ ήταν αρκετό να τον κάνει να οπισθοχωρήσει και μετά να πέσει κάτω και να σωριαστεί με τα οπίσθια.
Ο Θορ άρπαξε πάλι την ευκαιρία και σηκώθηκε όρθιος. Ο Έλντεν σηκώθηκε επίσης για την τελική αναμέτρηση με το πρόσωπό του κατακόκκινο και πιο αγριεμένος από πριν.
Ο Θορ κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να στέκεται στο ίδιο μέρος, έτσι μετακινήθηκε και όρμησε. Αλλά αυτό το ξίφος εξάσκησης ήταν φτιαγμένο από ένα περίεργο ξύλο, ήταν υπερβολικά βαρύ και η κίνησή του ήταν προβλέψιμη. Ο Έλντεν το μπλοκάρισε εύκολα και μετά χτύπησε τον Θορ δυνατά στα πλευρά.
Το χτύπημα τον βρήκε σε ευαίσθητο σημείο και ο Θορ, ρίχνοντας το σπαθί του, κυλίστηκε στο έδαφος με κομμένη ανάσα.
Τα άλλα αγόρια φώναζαν με ευχαρίστηση. Ο Θορ κείτονταν εκεί σωριασμένος και άοπλος όταν αισθάνθηκε την άκρη του σπαθιού του Έλντεν να ακουμπά στο κάτω μέρος του λαιμού του.
«Παραδώσου!» απαίτησε ο Έλντεν.
Ο Θορ τον αγριοκοίταξε ενώ ταυτόχρονα ένιωθε στα χείλη του την αλμυρή γεύση από το αίμα του.
«Ποτέ», είπε περιφρονητικά.
Ο Έλντεν έκανε ένα μορφασμό, σήκωσε το σπαθί του και ετοιμάστηκε να τον χτυπήσει. Ο Θορ δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Το χτύπημα ήταν αναπόφευκτο.
Τη στιγμή που το σπαθί κατέβαινε επάνω του, ο Θορ έκλεισε τα μάτια του και συγκεντρώθηκε. Ένιωσε τα πάντα γύρω του να κινούνται σε αργή κίνηση και τον εαυτό του να μεταφέρεται σε άλλη διάσταση. Ξαφνικά, μπορούσε να αισθανθεί την πορεία και την κίνηση του σπαθιού στον αέρα και ζήτησε από το σύμπαν να το σταματήσει.
Ένιωσε μια ζέστη στο σώμα του, ένα μούδιασμα, και έτσι όπως ήταν συγκεντρωμένος αισθάνθηκε ότι κάτι συνέβαινε. Αισθάνθηκε ότι μπορούσε να το ελέγξει.
Ξαφνικά το ξίφος πάγωσε στον αέρα. Είχε καταφέρει να το σταματήσει χρησιμοποιώντας τη δύναμή του.
Καθώς ο Έλντεν κρατούσε το σπαθί ένιωσε μια σύγχυση. Τότε ο Θορ χρησιμοποίησε τη δύναμη του μυαλού του για να αρπάξει και να σφίξει δυνατά τον καρπό του χεριού του Έλντεν. Με το μυαλό του τον έσφιγγε όλο και πιο δυνατά, και μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, ο Έλντεν άφησε μια κραυγή πόνου και πέταξε κάτω το σπαθί του.
Όλα τα αγόρια βουβάθηκαν και στέκονταν παγωμένα κοιτάζοντας τον Θορ με μάτια γουρλωμένα από την έκπληξη.
«Είναι δαίμονας!» φώναξε κάποιος.
«Μάγος!» φώναξε ένας άλλος.
Ο Θορ ήταν καταβεβλημένος. Ο νους του δεν χωρούσε αυτό που είχε κάνει. Αλλά ήξερε ότι δεν ήταν φυσιολογικό. Ένιωθε ταυτόχρονα περήφανος αλλά και αμήχανος, θαρραλέος αλλά και φοβισμένος.
Ο Κολκ έκανε δύο βήματα μπροστά, μπήκε μέσα στον κύκλο, και στάθηκε ανάμεσα στον Θορ και στον Έλντεν.
«Εδώ δεν είναι μέρος για μάγια, όποιος κι’ αν είσαι», κατσάδιασε τον Θορ. Εδώ είναι μέρος για μάχη κι’ εσύ αγνόησες τους κανόνες της μάχης. Θα μετανιώσεις γι’ αυτό που έκανες. Θα σε στείλω σ’ ένα μέρος με πραγματικό κίνδυνο, και τότε θα δούμε αν τα μάγια σου θα μπορέσουν να σε υπερασπισθούν. Θα πας για αναφορά στην φρουρά περιπολίας στο Φαράγγι».
Είχε πέσει απόλυτη σιωπή και όλοι στη Λεγεώνα κοίταζαν με κομμένη την ανάσα. Ο Θορ δεν καταλάβαινε ακριβώς τι σήμαιναν τα λόγια του Κολκ, αλλά καταλάβαινε πως ό,τι κι’ αν ήταν δεν μπορεί να ήταν καλό.
«Δεν μπορείτε να τον στείλετε στο Φαράγγι!» διαμαρτυρήθηκε ο Ρις. «Είναι πολύ καινούργιος εδώ. Μπορεί να πάθει κακό».
«Θα κάνω ό,τι θέλω, αγόρι μου», είπε ο Κολκ κάνοντας ένα μορφασμό καθώς κοιτούσε τον Ρις. «Ο πατέρας σου δεν είναι τώρα εδώ για να προστατέψει εσένα – ή αυτόν. Και αυτή την Λεγεώνα την διευθύνω εγώ! Καλά θα κάνεις να προσέχεις τα λόγια σου – επειδή ανήκεις στη βασιλική οικογένεια, μην νομίσεις πως μπορείς να ξαναφωνάξεις από την γραμμή σου!»
«Ωραία», είπε ο Ρις. «Τότε θα πάω μαζί του!»
«Το ίδιο κι’ εγώ!» φώναξε και ο Ο’Κόνορ κάνοντας ένα βήμα μπροστά.
Ο Κολκ τους κοίταξε και κούνησε ελαφρά το κεφάλι του.
«Ανόητοι. Δική σας επιλογή. Να πάτε μαζί του αφού το θέλετε».
Ο Κολκ γύρισε και κοίταξε τον Έλντεν. «Μην νομίζεις ότι εσύ θα τη γλιτώσεις τόσο εύκολα», του είπε. «Εσύ ξεκίνησες αυτόν τον καβγά. Και πρέπει κι’ εσύ να πληρώσεις το τίμημα. Θα πας μαζί τους για περιπολία απόψε».
«Όμως, ιππότη μου, δεν μπορείτε να με στείλετε στο Φαράγγι!» διαμαρτυρήθηκε ο Έλντεν με τα μάτια του γεμάτα φόβο. Ήταν η πρώτη φορά που ο Θορ τον είχε δει να φοβάται κάτι.
Ο Κολκ έκανε ένα βήμα μπροστά, πλησίασε τον Έλντεν και έβαλε τα χέρια του στους γοφούς του. «Δεν μπορώ;» είπε. «Όχι μόνο μπορώ να σε στείλω εκεί – μπορώ να σε στείλω κάπου μακριά για πάντα, έξω από αυτή τη Λεγεώνα και στα πιο απόμακρα μέρη του βασιλείου αν συνεχίσεις να μου αντιμιλάς.
Ο Έλντεν έστρεψε αλλού το βλέμμα του. Ήταν πολύ σαστισμένος για να απαντήσει.
«Μήπως θέλει και κανένας άλλος να πάει μαζί τους;» φώναξε ο Κολκ.
Τα άλλα αγόρια, πιο μεγαλόσωμα, πιο μεγάλα και πιο δυνατά, όλοι έστρεψαν τα μάτια τους αλλού με φόβο. Ο Θορ ξεροκατάπιε καθώς κοίταξε τα φοβισμένα πρόσωπα των αγοριών και αναρωτήθηκε πόσο κακό θα μπορούσε να είναι το Φαράγγι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15
Ο Θορ βάδιζε σε ένα πολυ-περπατημένο χωματόδρομο έχοντας στο πλάι το τον Ρις, τον Ο’Κόνορ και τον Έλντεν. Και οι τέσσερις δεν είχαν πει κουβέντα ο ένας στον άλλον από την ώρα που ξεκίνησαν – ήταν ακόμα σοκαρισμένοι. Ο Θορ κοίταξε τον Ρις και τον Ο’Κόνορ με ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης που δεν είχε ξανανιώσει στη ζωή του. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι και οι δυό τους είχαν βάλει τη ζωή τους σε κίνδυνο για χάρη του. Ένιωθε ότι είχε βρει αληθινούς φίλους, περισσότερο και από αδελφούς. Δεν είχε ιδέα τι τους επιφύλασσε το Φαράγγι, αλλά ό,τι κι’ αν επρόκειτο να αντιμετωπίσουν, χαιρόταν που τους είχε στο πλευρό του.
Προσπαθούσε να μην κοιτάει τον Έλντεν. Τον παρακολουθούσε να κλωτσάει πέτρες, βράζοντας απ’ τον θυμό του και μπορούσε να καταλάβει πόσο θυμωμένος και ταραγμένος ήταν που βρίσκονταν εκεί, στην περιπολία μαζί τους. Αλλά ο Θορ δεν τον λυπόταν. Όπως είχε πει και ο Κολκ, αυτός ήταν που ξεκίνησε όλο αυτό. Και η τιμωρία του άξιζε.
Και οι τέσσερις, μια ετερόκλητη ομάδα, κατηφόριζαν στο δρόμο, ακολουθώντας τις οδηγίες που τους είχαν δοθεί. Περπατούσαν για ώρες, ήταν ήδη αργά το απόγευμα και τα πόδια του Θορ είχαν αρχίσει να βαραίνουν από την κούραση. Εκτός από το ό,τι πεινούσε. Του είχαν δώσει μόνο μια μικρή κούπα με βρασμένο κριθάρι για μεσημεριανό και ήλπιζε εκεί που πήγαιναν να έβρισκαν κάτι να φάνε.
Αλλά είχε μεγαλύτερες ανησυχίες απ’ αυτό. Κοίταζε την καινούργια του πανοπλία και καταλάβαινε ότι δεν θα του την είχαν δώσει αν δεν υπήρχε σοβαρός λόγος. Πριν ξεκινήσουν, είχαν δώσει και στους τέσσερις καινούργια πανοπλία για ακόλουθους – δερμάτινη και διακοσμημένη με αλυσίδες. Τους είχαν δώσει επίσης κοντά ξίφη από ακατέργαστο μέταλλο – που δεν έμοιαζε καθόλου με το λαμπερό ατσάλι απ’ το οποίο φτιάχνονταν τα σπαθιά των ιπποτών, αλλά σίγουρα ήταν καλύτερα από το τίποτα. Τους έδινε σιγουριά να έχουν ένα κανονικό όπλο στο ζωνάρι τους, εκτός βέβαια από την σφεντόνα του που την είχε πάντα μαζί του. Παρ’ όλα αυτά ήξερε ότι αν επρόκειτο να έρθουν αντιμέτωποι με δύσκολες καταστάσεις απόψε, τα όπλα και η πανοπλία που τους έδωσαν δεν θα ήταν αρκετά. Εύχονταν να είχε μια από τις υπέροχες πανοπλίες που είχαν οι στρατιώτες της Λεγεώνας – μέτρια και μακριά σπαθιά φτιαγμένα από το καλύτερο μέταλλο, κοντά δόρατα, ρόπαλα με καρφιά, στιλέτα, και λογχοπέλεκεις. Αλλά αυτά ήταν για τους στρατιώτες με φήμη και τιμή, γι’ αυτούς που ήταν από φημισμένες οικογένειες και μπορούσαν να καλύψουν το κόστος για όλα αυτά. Και ο Θορ, ο γιος ενός απλού βοσκού, δεν ήταν σίγουρα ένας από αυτούς.
Καθώς κατηφόριζαν στον ατέλειωτο δρόμο προς την μακρινή διχάλα του Φαραγγιού, και βλέποντας το δεύτερο ηλιοβασίλεμα στο βάθος του ορίζοντα και μακριά από τις φιλόξενες πύρες της Αυλής του Βασιλιά, ο Θορ δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται ότι όλο αυτό ήταν δικό του σφάλμα. Για κάποιο λόγο, μερικά μέλη της Λεγεώνας φαίνονταν ότι τον αντιπαθούσαν σε σημείο να μην αντέχουν την παρουσία του. Όμως όλα αυτά δεν είχαν νόημα και έκαναν την καρδιά του να βυθίζεται στη θλίψη. Όλη του τη ζωή δεν ήθελε τίποτα άλλο από το να γίνει μέλος της Λεγεώνας. Τώρα ένιωθε ότι είχε μπει απρόσκλητος, ότι είχε κάνει ζαβολιά. Θα γινόταν ποτέ στ’ αλήθεια αποδεκτός από τα μέλη της Λεγεώνας;
Και τώρα, εκτός απ’ όλα τα άλλα, τον είχαν απομονώσει στέλνοντάς τον σε υπηρεσία μακριά στο Φαράγγι. Δεν ήταν εκείνος που είχε ξεκινήσει τον καβγά και όταν χρησιμοποίησε τις δυνάμεις του, όποιες κι’ αν ήταν αυτές, δεν το είχε κάνει επίτηδες. Ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει αυτές τις δυνάμεις. Δεν ήξερε από που έρχονταν, πώς μπορούσε να τις κάνει να εμφανιστούν ή πώς να τις κάνει να σταματήσουν. Δεν θα έπρεπε να τον τιμωρήσουν γι’ αυτό.
Ο Θορ δεν είχε ιδέα για το τι σήμαινε υπηρεσία στο Φαράγγι, αλλά κρίνοντας από την έκφραση των άλλων, ήταν σαφές ότι δεν ήταν κάτι που θα ήθελαν να κάνουν. Αναρωτιόταν αν τον έστελναν μακριά απλώς για να σκοτωθεί, κι’ αν αυτός ήταν ο δικός τους τρόπος για να τον εξαναγκάσουν να φύγει από την Λεγεώνα. Αλλά ήταν αποφασισμένος να μην υποχωρήσει.
«Πόσο πιο μακριά μπορεί να είναι το Φαράγγι;» ρώτησε ο Ο’Κόνορ, σπάζοντας τη σιωπή.
«Όχι πολύ μακριά», απάντησε ο Έλντεν. «Δεν θα ήμασταν εδώ αν δεν ήταν ο Θορ».
«Εσύ όμως άρχισες τον καβγά, θυμάσαι;» τον διέκοψε ο Ρις.
«Εγώ όμως πάλεψα καθαρά, αυτός όμως όχι», διαμαρτυρήθηκε ο Έλντεν. «Επιπλέον του άξιζε».
«Γιατί;» ρώτησε ο Θορ, θέλοντας να μάθει την απάντηση που τον έκαιγε μέσα του για ώρες. «Γιατί το άξιζα;»
«Γιατί εσύ δεν ανήκεις εδώ, μαζί μας. Εσύ έκλεψες τη θέση σου στη Λεγεώνα. Εμείς οι υπόλοιποι επιλεχθήκαμε. Εσύ πάλεψες με τους φρουρούς για να μπεις».
«Αλλά αυτός ακριβώς δεν είναι και ο σκοπός της Λεγεώνας; Να δίνεις μάχες;» απάντησε ο Ρις. Εγώ θα υποστήριζα ότι ο Θορ αξίζει τη θέση του περισσότερο απ’ όσο όλοι εμείς. Εμάς απλώς μας επέλεξαν. Αυτός έδωσε αγώνες και πάλεψε για να πετύχει κάτι που δεν του είχε δοθεί».
Ο Έλντεν ανασήκωσε τους ώμους του με αδιαφορία.
«Οι κανόνες είναι κανόνες. Δεν τον επέλεξαν και δεν θα έπρεπε να είναι μαζί μας. Αυτός είναι ο λόγος που προκάλεσα τον καβγά».
«Λοιπόν, δεν πρόκειται να με κάνεις να φύγω», απάντησε ο Θορ, με την φωνή του να τρέμει ελαφρά, αλλά αποφασισμένος να γίνει αποδεκτός.
«Αυτό θα το δούμε», μουρμούρισε με κακία ο Έλντεν.
«Τι ακριβώς εννοείς μ’ αυτό;» τον ρώτησε ο Ο’ Κόνορ.
Ο Έλντεν όμως δεν ήταν διατεθειμένος να πει τίποτα άλλο, αλλά συνέχισε να περπατάει σιωπηλά. Το στομάχι του Θορ σφίχτηκε. Δεν μπορούσε να αποφύγει την αίσθηση ότι είχε κάνει πάρα πολλούς εχθρούς, αν και δεν καταλάβαινε το γιατί. Δεν του άρεσε αυτό το συναίσθημα.
«Μην του δίνεις σημασία», του είπε ο Ρις δυνατά, για να τον ακούσουν και οι άλλοι. «Δεν έκανες κάτι λάθος. Σε έστειλαν για υπηρεσία στο Φαράγγι επειδή βλέπουν τις δυνατότητές σου. Θέλουν να σε κάνουν πιο σκληρό, αλλιώς δεν θα ασχολούνταν μαζί σου. Επίσης, τους έχεις μπει στο μάτι επειδή ο πατέρας μου σε ξεχώρισε. Αυτό είναι όλο».
«Αλλά τι ακριβώς είναι η υπηρεσία στο Φαράγγι;» ρώτησε ο Θορ.
Ο Ρις ξερόβηξε, φανερώνοντας την ανησυχία του.
«Εγώ ποτέ δεν έχω κάνει κάτι τέτοιο. Αλλά έχω ακούσει ιστορίες από τα πιο μεγάλα παιδιά και από τα αδέλφια μου. Είναι υπηρεσία περιπολίας. Αλλά στην άλλη πλευρά του Φαραγγιού».
«Στην άλλη πλευρά;» ρώτησε ο Ο’Κόνορ με τρόμο στη φωνή του.
«Τι εννοείς ‘στην άλλη πλευρά’;» ρώτησε ο Θορ μην καταλαβαίνοντας.
Ο Ρις τον κοίταξε ερευνητικά.
«Δεν έχεις πάει ποτέ στο Φαράγγι;»
Ο Θορ μπορούσε να αισθανθεί τα βλέμματα των άλλων επάνω του και κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, νιώθοντας περίεργα.
«Αστειεύεσαι;» είπε ο Έλντεν κοφτά.
«Αλήθεια;» συνέχισε ο Ο’Κόνορ. «Ούτε μια φορά στη ζωή σου;»
Ο Θορ κούνησε ξανά το κεφάλι του αρνητικά και κοκκίνισε. «Ο πατέρας μου δεν μας πήγαινε ποτέ πουθενά. Όμως έχω ακούσει γι’ αυτό».
«Εσύ τότε μπορεί να μην έχεις βγει ποτέ έξω από το χωριό σου, αγόρι μου», είπε ο Έλντεν. «Έχεις βγει;»
Ο Θορ ανασήκωσε τους ώμους του σιωπηλά. Δεν ήταν προφανές;
«Δεν έχει βγει» πρόσθεσε ο Έλντεν με δυσπιστία. «Απίστευτο».
«Σκάσε», είπε ο Ρις. «Άστον ήσυχο. Αυτό δεν σε κάνει καλύτερο απ’ αυτόν».
Ο Έλντεν κοίταξε τον Ρις σαρκαστικά και σήκωσε το χέρι του ως το θηκάρι του σπαθιού του, αλλά μετά το άφησε πάλι. Προφανώς, αν και ήταν πιο μεγαλόσωμος από τον Ρις, δεν ήθελε να προκαλέσει τον γιο του βασιλιά.
«Το Φαράγγι είναι το μόνο πράγμα που κρατάει το βασίλειό μας του Δαχτυλιδιού ασφαλές», εξήγησε ο Ρις. «Τίποτα άλλο δεν υπάρχει ανάμεσα σε εμάς και στις ορδές του υπόλοιπου κόσμου. Αν οι βάρβαροι της φυλής των Αγρίων κατάφερναν να το παραβιάσουν, θα είχαμε τελειώσει όλοι. Όλος ο λαός μέσα στο Δακτυλίδι έχει εναποθέσει τις ελπίδες του σε εμάς, τους στρατιώτες του Βασιλιά, για να τους προστατέψουμε. Έχουμε περιπολίες που το φρουρούνε συνεχώς – οι περισσότερες από αυτήν την πλευρά, και μερικές φορές και από την άλλη. Υπάρχει μόνο μια γέφυρα που περνάει απέναντι, μόνο μια δίοδος προς τα μέσα και προς τα έξω, ενώ οι καλύτεροι άντρες του Αργυρού Τάγματος την φρουρούν συνεχώς και παρακολουθούν τα πάντα όλο το εικοσιτετράωρο.
Ο Θορ άκουγε για το Φαράγγι όλη του τη ζωή. Είχε ακούσει φριχτές ιστορίες για όλα το κακό που παραμόνευε στην άλλη πλευρά, την τεράστια αυτοκρατορία του κακού που περιέβαλε το Δακτυλίδι, και για το πόσο κοντά στον τρόμο βρίσκονταν όλοι τους. Αυτός ήταν ένας λόγος που ήθελε να μπει στη Λεγεώνα του Βασιλιά – για να προστατέψει την οικογένειά του και το βασίλειό του. Απεχθάνονταν τη ιδέα ότι άλλοι άντρες βρίσκονταν εκεί έξω για να τον προστατεύουν συνεχώς, ενώ αυτός ζούσε άνετα μέσα στην ασφάλεια του βασιλείου. Ήθελε να συμβάλλει με τις υπηρεσίες του και να βοηθήσει στο να κρατηθούν μακριά οι ορδές του κακού. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι υπήρχε πιο γενναία πράξη από την πράξη των αντρών εκείνων που φύλαγαν το πέρασμα στο Φαράγγι.
«Το Φαράγγι είναι ένα μίλι σε πλάτος και περιβάλλει ολόκληρο το Δακτυλίδι», εξήγησε ο Ρις. «Δεν είναι εύκολο να παραβιαστεί, αλλά, φυσικά, οι άντρες μας δεν είναι η μόνη δύναμη που κρατάει τις ορδές μακριά. Υπάρχουν εκατομμύρια πλάσματα εκεί έξω, και αν ήθελαν να περάσουν το Φαράγγι, μόνο και με την απλή δύναμη της θέλησής τους, θα μπορούσαν να το κάνουν σε μια στιγμή. Οι άντρες μας είναι μόνο βοηθητικοί στην ενέργεια της ασπίδας του Φαραγγιού. Η πραγματική δύναμη που κρατάει όλους αυτούς μακριά είναι η δύναμη του Σπαθιού».
Ο Θορ γύρισε και τον κοίταξε. «Του Σπαθιού;»
Ο Ρις του ανταπέδωσε το βλέμμα του.
«Το Σπαθί του Πεπρωμένου. Ξέρεις τον θρύλο;»
«Είναι πολύ πιθανόν ότι αυτός ο άξεστος χωριάτης δεν τον έχει ποτέ ακούσει», πετάχτηκε ο Έλντεν.
«Φυσικά και τον ξέρω», του απάντησε αμέσως ο Θορ υπερασπίζοντας τον εαυτό του. Όχι μόνο τον ήξερε, αλλά είχε περάσει πολλές ημέρες της ζωής του με αυτή τη σκέψη. Πάντα ήθελε να το δει. Το θρυλικό Σπαθί του Πεπρωμένου, το μαγικό σπαθί του οποίου η ενέργεια προστάτευε το Δακτυλίδι, κάλυπτε το Φαράγγι με μια ισχυρή δύναμη που προστάτευε το Δακτυλίδι από τους εισβολείς.
«Το Σπαθί βρίσκεται στην Αυλή του Βασιλιά;» ρώτησε ο Θορ.
Ο Ρις κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
«Βρίσκεται ανάμεσα στην βασιλική οικογένεια για πολλές γενιές. Χωρίς αυτό το βασίλειο δεν θα υπήρχε – θα το είχαν ήδη καταλάβει».
«Αν προστατευόμαστε από το Σπαθί, γιατί πρέπει να γίνονται περιπολίες στο Φαράγγι;» ρώτησε ο Θορ.
Το Σπαθί αποτρέπει μόνο τις μεγάλες απειλές», εξήγησε ο Ρις. «Ένα μικρό και μεμονωμένο διαβολικό πλάσμα μπορεί να ξεγλιστρήσει που και που. Γι’ αυτό είναι αναγκαίοι οι φρουροί μας. Ένα μεμονωμένο άτομο, ή ένα γκρουπ από αυτούς, θα μπορούσαν να διασχίσουν το Φαράγγι, τολμώντας να περάσουν τη γέφυρα, ή να ενεργήσουν στα κρυφά και να κατέβουν τα τείχη του Φαραγγιού από την μια πλευρά και να τα ανέβουν από την άλλη. Η δική μας δουλειά είναι να τους κρατάμε μακριά. Ακόμα και ένα πλάσμα από αυτούς έχει τη δύναμη να κάνει μεγάλη ζημιά. Πριν από χρόνια, ένας από αυτούς κατάφερε να ξεγλιστρήσει και να μπει μέσα και δολοφόνησε τα μισά παιδιά ενός χωριού πριν καταφέρουν να τον πιάσουν. Το Σπαθί κάνει τον όγκο της δουλειάς, αλλά ο στρατός είναι ένα αναντικατάστατο στοιχείο».
Ο Θορ τα άκουγε όλα αυτά και αναρωτιόταν. Το Φαράγγι φαινόταν τόσο τεράστιο, και το έργο τους τόσο σημαντικό που σχεδόν δεν πίστευε ότι θα συμμετείχε σε κάτι τόσο σπουδαίο.
«Αλλά, παρ’ όλα αυτά που σας είπα, δεν σας έχω εξηγήσει τα πάντα», είπε ο Ρις. «Υπάρχουν κι’ άλλα στο Φαράγγι πέρα απ’ αυτά που ακούσατε», συνέχισε ο Ρις και σώπασε.
Ο Θορ τον κοίταξε και είδε κάτι σαν φόβο ή θαυμασμό στα μάτια του.
«Πώς να σας το εξηγήσω;» είπε ο Ρις, προσπαθώντας να βρει τα κατάλληλα λόγια. Ξερόβηξε και συνέχισε. «Το Φαράγγι είναι πολύ πιο μεγάλο από το βασίλειό μας. Το Φαράγγι είναι..».
«Το Φαράγγι είναι ένα μέρος για άντρες», ακούστηκε μια φωνή.
Όλοι γύρισαν προς τον ήχο της φωνής, αλλά και τον καλπασμό ενός αλόγου.
Τα μάτια του Θορ άνοιξαν διάπλατα. Καλπάζοντας δίπλα του, στολισμένος με την αλυσόπλεκτη πανοπλία του και τα γυαλιστερά όπλα του να κρέμονται στο πλάι ενός απίστευτα όμορφου αλόγου, στεκόταν ο Έρεκ. Τους χαμογέλασε, αλλά κράτησε τα μάτια του καρφωμένα στον Θορ.
Ο Θορ σήκωσε τα μάτια του και τον κοίταξε σοκαρισμένος.
«Εδώ είναι το μέρος που θα σε κάνει άντρα..», πρόσθεσε ο Έρεκ, «…αν δεν είσαι ήδη».
Ο Θορ δεν είχε ξαναδεί τον Έρεκ από την ημέρα της κονταρομαχίας και ένιωσε μεγάλη ανακούφιση με την παρουσία του, με το ό,τι είχαν έναν πραγματικό ιππότη εκεί ανάμεσά τους, καθώς κατευθύνονταν προς το Φαράγγι – και πόσο μάλλον τον ίδιο τον Έρεκ. Ο Θορ ένιωθε ανίκητος τώρα που τον είχε κοντά του και προσευχήθηκε να έρχονταν μαζί τους.
«Τι κάνετε εσείς εδώ;» ρώτησε ο Θορ. «Μας συνοδεύετε;» ρώτησε ελπίζοντας να μην ακουγόταν πολύ ενθουσιασμένος.
Ο Έρεκ έγειρε προς τα πίσω και γέλασε.
«Μην ανησυχείς, νεαρέ μου», του είπε. «Θα έρθω μαζί σας».
«Στ’ αλήθεια;» ρώτησε ο Ρις.
«Είναι παράδοση ένα μέλος του Αργυρού Τάγματος να συνοδεύει τα μέλη της Λεγεώνας στην πρώτη τους περιπολία. Εγώ ήρθα εθελοντικά».
Ο Έρεκ γύρισε και κοίταξε τον Θορ.
«Στο κάτω κάτω, εσύ με βοήθησες χθες».
Ο Θορ ένιωσε μια ζεστασιά στην καρδιά του, που είχε αναθαρρήσει από την παρουσία του Έρεκ. Ένιωσε επίσης ότι είχε ανέβει στα μάτια των φίλων του. Βρίσκονταν εδώ, συνοδευόμενος από τον πιο σπουδαίο ιππότη του βασιλείου, καθώς κατευθύνονταν προς το Φαράγγι. Ο περισσότερος φόβος του είχε ήδη εξαφανιστεί.
«Φυσικά, δεν θα έλθω μαζί σας στην περιπολία..», πρόσθεσε ο Έρεκ, «… αλλά θα προπορεύομαι όταν θα περνάτε τη γέφυρα και μέχρι να φτάσετε στο στρατόπεδο. Το δικό σας καθήκον θα είναι να τολμήσετε να βγείτε μόνοι σας στην περιπολία από εκεί».
«Είναι μεγάλη μας τιμή, ιππότη μου», είπε ο Ρις.
«Σας ευχαριστούμε», είπαν μαζί ο Ο’Κόνορ και ο Έλντεν.
Ο Έρεκ ξανακοίταξε τον Θορ και χαμογέλασε.
«Στο κάτω κάτω, αν πρόκειται τώρα να είσαι ο πρώτος ακόλουθός μου, δεν μπορεί να σ’ αφήσω να πεθάνεις από τώρα».
«Ο πρώτος;» ρώτησε ο Θορ με την καρδιά του να σκιρτάει.
«Ο Φέιθγκολντ έσπασε το πόδι του στις κονταρομαχίες. Θα χρειαστεί τουλάχιστον οκτώ εβδομάδες για ανάρρωση. Τώρα θα είσαι εσύ ο πρώτος μου ακόλουθος. Και φυσικά μπορεί να αρχίσουμε την εκπαίδευση, εντάξει;»
«Φυσικά, ιππότη μου», απάντησε ο Θορ.
Το μυαλό του Θορ ήταν σαν ζαλισμένο. Για πρώτη φορά μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, αισθάνθηκε ότι η τύχη είχε γυρίσει με το μέρος του. Ένιωθε ότι είχε προσπεράσει όλους τους φίλους του.
Και οι πέντε συνέχισαν το δρόμο τους κατευθυνόμενοι προς τα δυτικά βλέποντας τον ήλιο που έδυε. Ο Έρεκ πήγαινε αργά αργά δίπλα τους πάνω στο άλογό του.
«Υποθέτω ότι έχετε πάει στο Φαράγγι, ιππότη μου;» ρώτησε ο Θορ.
«Πολλές φορές», απάντησε ο Έρεκ. «Στην πραγματικότητα, έκανα την πρώτη μου περιπολία όταν ήμουν στην ηλικία σου».
«Και πώς σας φάνηκε;» ρώτησε ο Ρις.
Και τα τέσσερα αγόρια γύρισαν και κοίταξαν τον Έρεκ περιμένοντας την απάντησή τους και νιώθοντας εκστασιασμένα. Ο Έρεκ συνέχισε την έφιππη πορεία του για λίγο χωρίς να μιλάει, ενώ κοίταζε ευθεία μπροστά σφίγγοντας το σαγόνι του.
«Η πρώτη σας φορά είναι μια εμπειρία που δεν θα ξεχάσετε ποτέ. Είναι δύσκολο να σας το εξηγήσω. Αυτό εδώ είναι ένα παράξενο, μυστικιστικό και όμορφο μέρος. Από την άλλη πλευρά του βρίσκονται κίνδυνοι που δεν μπορείτε να φανταστείτε. Η γέφυρα για να περάσετε απέναντι έχει μεγάλο μήκος και απότομες κλίσεις. Υπάρχουν πολλοί από εμάς που κάνουν περιπολία – αλλά πάντα νιώθεις μόνος. Η φύση σε όλο της το μεγαλείο. Εξαναγκάζει τον άνθρωπο να μπει στη σκιά της. Οι άντρες του βασιλείου μας κάνουν εδώ περιπολίες για εκατοντάδες χρόνια. Υπάρχει μια τελετουργία στο πέρασμα απέναντι. Δεν μπορείς να κατανοήσεις πλήρως τον κίνδυνο χωρίς αυτή και δεν μπορείς να γίνεις ιππότης χωρίς αυτή».
Λέγοντας αυτά ξανασώπασε. Τα τέσσερα αγόρια κοίταξαν ο ένας τον άλλον με αμηχανία.
«Θα πρέπει, λοιπόν, να περιμένουμε κάποιου είδους εχθροπραξίες απέναντι;» ρώτησε ο Θορ.
Ο Έρεκ ανασήκωσε τους ώμους του.
«Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί όταν φτάσετε στην πλευρά των Αγρίων. Όχι κάτι πολύ πιθανό. Αλλά μπορεί να συμβεί».
Ο Έρεκ κοίταξε τον Θορ.
«Θέλεις να γίνεις ένας εξαιρετικός ακόλουθος, και μια ημέρα, ένας εξαιρετικός ιππότης;» ρώτησε τον Θορ κοιτάζοντάς τον κατάματα.
Η καρδιά του Θορ χτύπησε δυνατά.
«Ναι, ιππότη μου, περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο».
«Τότε υπάρχουν πράγματα που πρέπει να μάθεις», είπε ο Έρεκ. «Η δύναμη δεν είναι αρκετή, η ευκινησία δεν είναι αρκετή, το να είσαι καλός μαχητής δεν είναι αρκετό. Υπάρχει και κάτι άλλο, κάτι πιο σημαντικό απ’ όλα αυτά».
Ο Έρεκ σώπασε πάλι, αλλά ο Θορ δεν μπορούσε να περιμένει.
«Τι;» ρώτησε ο Θορ. «Τι είναι πιο σημαντικό;»
«Πρέπει να έχεις ισχυρό ηθικό φρόνημα», απάντησε ο Έρεκ. «Να μην φοβάσαι ποτέ. Πρέπει να μπαίνεις στο πιο σκοτεινό δάσος, στην πιο επικίνδυνη μάχη με πλήρη αυτοκυριαρχία οποτεδήποτε και οπουδήποτε πας. Ποτέ να μην φοβάσαι και να είσαι πάντα σε επιφυλακή. Ποτέ να μην επαναπαύεσαι και να είσαι πάντα επιμελής. Δεν έχεις πια την πολυτέλεια να περιμένεις ότι κάποιος άλλος θα σε προστατέψει. Δεν είσαι πια πολίτης. Τώρα είσαι ένας από τους άντρες του Βασιλιά. Οι μεγαλύτερες αρετές ενός πολεμιστή είναι το θάρρος και η αυτοκυριαρχία. Μην φοβάσαι τους κινδύνους. Να τους περιμένεις, αλλά να μην τους αναζητάς».
«Αυτό το Δακτυλίδι στο οποίο ζούμε..», πρόσθεσε ο Έρεκ, «…είναι το βασίλειό μας. Και φαίνεται ότι εμείς, με όλους μας τους άντρες, το προστατεύουμε από τις ορδές του κόσμου. Αλλά δεν είναι έτσι. Εμείς προστατευόμαστε μόνο από το Φαράγγι και από τις μαγικές δυνάμεις που υπάρχουν σ’ αυτό. Ζούμε μέσα στο δακτυλίδι ενός μάγου. Μην το ξεχνάτε. Ζούμε και πεθαίνουμε μέσα στην μαγεία. Δεν υπάρχει ασφάλεια εδώ, αγόρι μου, σε καμία πλευρά του Φαραγγιού. Αν βγάλεις την μαγεία, τότε δεν έχουμε τίποτα».
Συνέχισαν τον δρόμο τους σιωπηλά για αρκετή ώρα, ενώ ο Θορ έφερνε ξανά και ξανά στο νου του τα λόγια του Έρεκ. Ένιωθε ότι ο Έρεκ του έδινε ένα κρυφό μήνυμα, σαν να του έλεγε ότι οποιαδήποτε δύναμη είχε, σε οποιαδήποτε μαγική δύναμη κι’ αν έκανε έκκληση, δεν ήταν κάτι για το οποίο έπρεπε να ντρέπεται. Στην πραγματικότητα ήταν κάτι για το οποίο θα έπρεπε να είναι υπερήφανος αφού ήταν και η πηγή ενέργειας στο βασίλειο. Ο Θορ ένιωσε καλύτερα. Πριν αισθανόταν ότι τον είχαν στείλει στο Φαράγγι σαν τιμωρία επειδή χρησιμοποίησε τη μαγική του δύναμη, και ένιωθε ένοχος γι’ αυτό. Αλλά τώρα καταλάβαινε ότι οι δυνάμεις του, οποιεσδήποτε κι’ αν ήταν αυτές, έπρεπε να είναι γι’ αυτόν πηγή υπερηφάνειας.
Καθώς τα άλλα αγόρια προπορεύονταν, ο Έρεκ και ο Θορ είχαν μείνει πίσω. Ο Έρεκ τον κοίταξε.
«Έχεις ήδη καταφέρει να κάνεις μερικούς ισχυρούς εχθρούς στην Αυλή», του είπε με ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του σαν αυτό να τον διασκέδαζε. «Τόσους εχθρούς όσους και φίλους, φαίνεται».
Ο Θορ κοκκίνισε από την ντροπή του.
«Δεν ξέρω πως, ιππότη μου. Δεν είχα τέτοια πρόθεση».
«Οι εχθροί δεν αποκτώνται με προθέσεις. Αποκτώνται από ζήλια. Και εσύ κατάφερες να δημιουργήσεις πολλή ζήλια. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Είσαι το επίκεντρο πολλών και διάφορων προοπτικών».
Ο Θορ έξυσε το κεφάλι του προσπαθώντας να καταλάβει.
«Αλλά δεν ξέρω γιατί».
Ο Έρεκ ακόμα φαινόταν να το διασκέδαζε.
«Η ίδια η Βασίλισσα είναι ο αρχηγός ανάμεσα στους αντιπάλους σου. Έχεις καταφέρει με κάποιο τρόπο να προκαλέσεις τον θυμό της».
«Η μητέρα μου;» ρώτησε ο Ρις γυρίζοντας το κεφάλι του. «Γιατί;»
«Αυτή είναι ακριβώς η ίδια ερώτηση που κι’ εγώ αναρωτιόμουν», είπε ο Έρεκ.
Ο Θορ ένιωσε απαίσια. Η Βασίλισσα; Εχθρός του; Τι της είχε κάνει; Το μυαλό του δεν μπορούσε να το συλλάβει. Πώς θα μπορούσε να έχει κάποια σημασία γι’ αυτήν ώστε να τον παρατηρήσει; Δεν ήξερε τι γινόταν γύρω του.
Ξαφνικά του ήρθε μια ιδέα.
«Μήπως είναι αυτή ο λόγος που βρίσκομαι εδώ σήμερα; Στο Φαράγγι;» ρώτησε.
Ο Έρεκ γύρισε και κοίταξε ευθεία μπροστά του, ενώ το πρόσωπό του έγινε ξαφνικά σοβαρό.
«Μπορεί και να είναι», του απάντησε σκεφτικά. «Απλά μπορεί».
Ο Θορ άρχισε να αναρωτιέται για την έκταση και το βάθος των εχθρών που είχε κάνει. Είχε πάει σε μια Αυλή για την οποία δεν ήξερε σχεδόν τίποτα. Απλά ήθελε να ανήκει κάπου. Είχε ακολουθήσει το πάθος του και το όνειρό του, και είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να το πετύχει. Δεν είχε σκεφτεί ότι με αυτή του την πράξη θα προξενούσε ζήλια και φθόνο. Όλα αυτά γύριζαν μέσα στο μυαλό του, σαν γρίφος, αλλά δεν μπορούσε να βγάλει συμπέρασμα.
Καθώς συλλογίζονταν όλα αυτά, έφτασαν στην κορυφή ενός μικρού λόφου, και όπως η θέα απλώνονταν μπροστά τους, όλες οι σκέψεις για οτιδήποτε άλλο έσβησαν από το μυαλό του. Του είχε κοπεί η ανάσα – και όχι μόνο από τον δυνατό, σχεδόν θυελλώδη άνεμο.
Μπροστά τους, όσο το μάτι τους μπορούσε να δει, απλώνονταν το Φαράγγι. Ήταν η πρώτη φορά που ο Θορ το έβλεπε και η θέα του τον άφησε τόσο αποσβολωμένο που δεν μπορούσε να κουνηθεί από τη θέση του. Ήταν το πιο μεγαλειώδες και επιβλητικό πράγμα που είχε αντικρίσει ποτέ. Αυτό το τεράστιο χάσμα μέσα στη γη φαινόταν ότι απλωνόταν ως την αιωνιότητα, με μόνη εξαίρεση μια στενή γέφυρα που πλαισιώνονταν από στρατιώτες. Αλλά και η γέφυρα φαινόταν να απλώνεται επίσης ως την άκρη της γης.
Το Φαράγγι φωτίζονταν από τις τελευταίες λαμπερές μπλε και πράσινες ακτίνες του δεύτερου ήλιου που έδυε και με το φως να αντανακλάται πάνω στα τοιχώματά του. Μόλις κατάφερε να κουνήσει ξανά τα πόδια του, ο Θορ άρχισε να περπατάει μαζί με τους άλλους πλησιάζοντας όλο και περισσότερο την γέφυρα, ως ένα σημείο που μπορούσε να δει βαθιά μέσα στα βράχια του Φαραγγιού που φαίνονταν να έκαναν μια ατέλειωτη βουτιά ως τα έγκατα της γης. Ο Θορ δεν μπορούσε να δει το χαμηλότερο σημείο του Φαραγγιού, χωρίς να μπορεί να καταλάβει αν αυτό ήταν επειδή το Φαράγγι δεν είχε πάτο ή επειδή μέσα είχε αρχίσει να σχηματίζεται ομίχλη. Τα βράχια που σχημάτιζαν τα τοιχώματα του Φαραγγιού έμοιαζαν σαν να ήταν ενός εκατομμυρίου ετών και είχαν σχέδια και σημάδια που πρέπει να είχαν αφήσει οι καταιγίδες αιώνες πριν. Ήταν το πιο αρχέγονο μέρος που είχε δει ποτέ του. Δεν είχε ιδέα ότι ο πλανήτης του ήταν τόσο τεράστιος, τόσο ζωντανός και με τόσο έντονα χρώματα.
Ήταν σαν να είχε έρθει στην αρχή της δημιουργίας.
Ο Θορ έβλεπε ότι και οι άλλοι δίπλα του είχαν μείνει έκθαμβοι.
Η σκέψη ότι αυτοί οι τέσσερις θα περιπολούσαν στο Φαράγγι του φαίνονταν γελοία. Και μόνο με τη θέα του, αυτοί έμοιαζαν ήδη σαν μικροσκοπικοί νάνοι.
Καθώς περπατούσαν προς τη γέφυρα, οι στρατιώτες στάθηκαν προσοχή ανοίγοντας δρόμο για την καινούργια περιπολία. Ο Θορ ένιωσε τον σφυγμό του να επιταχύνεται.
«Δεν μπορώ να καταλάβω πώς εμείς οι τέσσερις θα μπορούσαμε να το περιφρουρήσουμε», είπε ο Ο’Κόνορ.
Ο Έλντεν χαμογέλασε ειρωνικά. «Υπάρχουν πολλές ακόμα περιπολίες εκτός από εμάς. Εμείς είμαστε απλώς ένα μικρό γρανάζι στη μηχανή».
Καθώς διέσχιζαν τη γέφυρα, ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν οι ριπές του ανέμου, τα βήματα από τις μπότες του και ο καλπασμός του αλόγου του Έρεκ. Οι οπλές του αλόγου έκαναν έναν υπόκωφο και καθησυχαστικό ήχο, το μόνο αληθινό πράγμα στο οποίο ο Θορ ένιωθε να βασίζεται σ’ αυτό το εξωπραγματικό μέρος.
Κανένας από τους στρατιώτες που στέκονταν προσοχή στην παρουσία του Έρεκ δεν είπε κουβέντα και πρέπει να ήταν εκατοντάδες αυτοί που στέκονταν στη φρουρά.
Ο Θορ δεν μπορούσε να μην προσέξει το θέαμα που έβλεπε. Πίσω από τους στρατιώτες και στις δύο πλευρές στα κιγκλιδώματα της γέφυρας, και σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο, υπήρχαν κεφάλια βαρβάρων εισβολέων καρφωμένα πάνω σε πασσάλους. Μερικά από αυτά φαίνονταν να είναι πολύ πρόσφατα, με το αίμα τους να στάζει κάτω.
Ο Θορ γύρισε αλλού τη ματιά του. Το θέαμα ήταν υπερβολικά ρεαλιστικό και δεν ήξερε αν ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο. Προσπάθησε να μην φαντάζεται όλες αυτές τις μάχες που είχαν ως κατάληξη τα κομμένα κεφάλια, τις ζωές που είχαν χαθεί, και τι τον περίμενε στην άλλη πλευρά. Αναρωτήθηκε αν θα τα κατάφερναν να γυρίσουν ζωντανοί. Μήπως, πράγματι ήταν αυτός ο λόγος όλης αυτής της αποστολής; Να σκοτωθεί;
Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στα ατέλειωτα βράχια που χάνονταν στο βάθος του ορίζοντα και άκουσε το κρώξιμο ενός πουλιού κάπου μακριά. Ήταν ένας ήχος που δεν είχε ξανακούσει ποτέ του. Αναρωτήθηκε τι είδους πουλί ήταν και τι άλλα παράξενα ζώα παραμόνευαν στην άλλη πλευρά.
Αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν τα ζώα που τον ανησυχούσαν, ούτε και τα κεφάλια πάνω στους πασσάλους. Πάνω απ’ όλα ήταν η αίσθηση που του προκαλούσε αυτό το μέρος. Δεν μπορούσε να πει αν ήταν η ομίχλη, ο άνεμος που ούρλιαζε, η απεραντοσύνη του ουρανού, ή το φως του ήλιου που έδυε. Κάτι σ’ αυτό το μέρος ήταν τόσο σουρεαλιστικό που τον μετέφερε αλλού. Που τον τύλιγε. Ένιωθε μια βαριά μαγική ενέργεια να κρέμεται από πάνω τους. Αναρωτιόταν αν ήταν η προστασία του Σπαθιού ή κάποια αρχαία δύναμη. Αισθανόταν ότι δεν διέσχιζε απλώς μια μάζα γης, αλλά ότι έμπαινε σε ένα καινούριο πεδίο ύπαρξης.
Λίγες μόνο μέρες πριν, φρόντιζε τα πρόβατα στο μικρό χωριό του. Φαινόταν απίστευτο ότι τώρα για πρώτη φορά στη ζωή του θα περνούσε τη νύχτα απροστάτευτος στην άλλη πλευρά του Φαραγγιού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16
Καθώς ο ήλιος άρχισε να χάνεται από τον ουρανό, ένα βαθυκόκκινο χρώμα μαζί με έντονο μπλε φαίνονταν να έχουν περιβάλλει το σύμπαν. Ο Θορ μαζί με τον Ρις, τον Ο’Κόνορ και τον Έλντεν κατηφόριζαν στο μονοπάτι που οδηγούσε μέσα στο δάσος των Αγρίων. Ο Θορ δεν είχε ξανανιώσει τόση ένταση ποτέ στη ζωή του. Τώρα είχαν μείνει οι τέσσερις τους. Ο Έρεκ είχε μείνει πίσω στο στρατόπεδο και παρά τις λογομαχίες τους, ο Θορ αισθανόταν ότι τώρα χρειάζονταν ο ένας τον άλλον περισσότερο από ποτέ. Χωρίς τον Έρεκ, έπρεπε να είναι δεμένοι μεταξύ τους. Πριν φύγει, ο Έρεκ τους είχε πει να μην ανησυχούν, ότι θα έμενε στη βάση και θα άκουγε τις φωνές τους σε περίπτωση που τον χρειάζονταν.
Τα λόγια του αυτά είχαν καθησυχάσει τον Θορ.
Το δάσος άρχιζε να γίνεται πιο πυκνό καθώς προχωρούσαν. Ο Θορ κοίταξε γύρω σ’ αυτό το εξωτικό μέρος. Το έδαφος κάτω ήταν στρωμένο με αγκάθια και παράξενους καρπούς. Τα κλαδιά πολλών δέντρων ήταν ροζιασμένα και φαίνονταν κυριολεκτικά αρχαία. Το ένα ακουμπούσε στο άλλο και ήταν τόσο περιπλεγμένα που ο Θορ χρειαζόταν συχνά να σκύβει. Αντί για φύλλα είχαν αγκάθια που προεξείχαν παντού γύρω του. Σε κάποια σημεία υπήρχαν κίτρινα αναρριχητικά φυτά που κρέμονταν ως κάτω και ο Θορ έκανε το λάθος να απλώσει το χέρι του για να σπρώξει ένα απ’ αυτά μακριά από το πρόσωπό του χωρίς να καταλάβει ότι στην πραγματικότητα ήταν ένα φίδι. Φώναξε δυνατά και έκανε ένα σάλτο για να απομακρυνθεί εγκαίρως.
Περίμενε ότι οι άλλοι θα άρχισαν να γελάνε μαζί του, αλλά κι’ αυτοί είχαν ζαρώσει απ’ τον φόβο τους. Ολόγυρά τους υπήρχαν παράξενοι θόρυβοι και εξωτικά ζώα. Μερικοί ήχοι έρχονταν από πολύ μακριά, άλλοι πάλι, από απίστευτα κοντά. Το σούρουπο έπεσε γρήγορα καθώς βάδιζαν όλο και βαθύτερα στο δάσος. Ο Θορ αισθανόταν ότι ανά πάσα στιγμή θα έπεφταν σε ενέδρα. Ο ουρανός γινόταν όλο και πιο σκοτεινός και όλο και πιο δύσκολα έβλεπε τώρα τα πρόσωπα των συντρόφων του. Κρατούσε τη λαβή του σπαθιού του τόσο δυνατά που οι αρθρώσεις των δακτύλων του είχαν ασπρίσει, ενώ με το άλλο του χέρι κρατούσε σφιχτά τη σφεντόνα του. Αλλά και οι άλλοι κρατούσαν σφιχτά τα όπλα τους.
Ο Θορ έδωσε κουράγιο στον εαυτό του ώστε να είναι δυνατός, με αυτοπεποίθηση και θάρρος, όπως ακριβώς έπρεπε να είναι ένας σωστός ιππότης. Και έτσι όπως τον είχε συμβουλέψει ο Έρεκ. Θα ήταν καλύτερα γι’ αυτόν να αντιμετωπίσει τον θάνατο τώρα, παρά να πρέπει να ζήσει ολόκληρη τη ζωή του μ’ αυτόν τον φόβο. Προσπάθησε να σηκώσει ψηλά το πηγούνι του και να βαδίζει με τόλμη, να αυξάνει τον βηματισμό του και να είναι ακόμα και λίγα βήματα πιο μπροστά από τους άλλους. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, αλλά ένιωθε σαν να αντιμετώπιζε τους φόβους του.
«Γιατί ακριβώς κάνουμε περιπολία;» ρώτησε.
Αλλά αμέσως μετά κατάλαβε ότι είχε κάνει μια χαζή ερώτηση και περίμενε ο Έλντεν να αρχίσει να τον κοροϊδεύει.
Αλλά προς έκπληξή του, υπήρξε απόλυτη σιωπή. Ο Θορ γύρισε πίσω και είδε το άσπρο των ματιών του Έλντεν και κατάλαβε ότι φοβόταν ακόμη περισσότερο. Το γεγονός αυτό, έδωσε στον Θορ λίγη, τουλάχιστον, αυτοπεποίθηση. Ο Θορ ήταν μικρότερος σε ηλικία και πιο μικρόσωμος απ’ αυτόν και δεν είχε παραδοθεί στον φόβο του.
«Για τους εχθρούς, υποθέτω», είπε τελικά ο Ρις.
«Και ποιοι είναι αυτοί;» ρώτησε ο Θορ. «Πώς μοιάζουν στην όψη;»
«Υπάρχουν πολλών ειδών εχθροί εκεί έξω», είπε ο Ρις. «Τώρα βρισκόμαστε στη περιοχή των Αγρίων. Αυτοί είναι ένα έθνος βαρβάρων, αλλά μαζί τους υπάρχουν πολλές άλλες φυλές και σατανικά πλάσματα».
«Αλλά ποιος είναι ο λόγος της περιπολίας μας;» ρώτησε ο Ο’Κόνορ. «Τι διαφορά κάνει που εμείς περιπολούμε; Ακόμα κι αν σκοτώσουμε έναν ή δύο, πρόκειται μήπως να σταματήσουμε τα εκατομμύρια των υπολοίπων;»
«Δεν έχουμε έρθει εδώ για να ελαττώσουμε τον πληθυσμό τους, αλλά για να κάνουμε αισθητή την παρουσία μας εκ μέρους του Βασιλιά. Για να τους αποτρέψουμε να πλησιάσουν στο Φαράγγι.
«Εγώ νομίζω ότι θα ήταν πιο λογικό να περιμένουμε μέχρι να προσπαθήσουν να περάσουν απέναντι και τότε να τους αντιμετωπίσουμε», είπε ο Ο’Κόνορ.
«Όχι», είπε ο Ρις. «Είναι καλύτερα να τους αποτρέψουμε πριν καν πλησιάσουν. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος αυτών των περιπολιών. Τουλάχιστον έτσι μου έχει πει ο μεγαλύτερος αδελφός μου».
Η καρδιά του Θορ συνέχισε να χτυπά ακόμα πιο δυνατά καθώς συνέχιζαν την πορεία τους όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος.
«Πόσο μακριά υποτίθεται ότι πρέπει να πάμε;» ρώτησε ο Έλντεν, μιλώντας για πρώτη φορά και με την φωνή του να τρέμει.
«Δεν θυμάσαι τι μας είπε ο Κολκ; Πρέπει να βρούμε και να πάρουμε ένα κόκκινο λάβαρο και να το πάμε πίσω», είπε ο Ρις. «Αυτό θα είναι η απόδειξη ότι πήγαμε όσο μακριά έπρεπε στην περιπολία μας».
«Δεν έχω δει πουθενά κανένα λάβαρο», είπε ο Ο’Κόνορ. «Στην πραγματικότητα, δεν μπορώ να δω τίποτα. Πώς υποτίθεται ότι θα γυρίσουμε πίσω;
Κανείς δεν απάντησε. Ο Θορ σκεφτόταν το ίδιο πράγμα. Πώς θα μπορούσαν να βρουν ένα λάβαρο μέσα στο κατάμαυρο σκοτάδι; Άρχισε να σκέφτεται μήπως όλο αυτό ήταν ένα κόλπο, μια άσκηση, ένα ακόμα από τα ψυχολογικά παιχνίδια που η Λεγεώνα επέβαλε στα αγόρια. Σκέφτηκε πάλι τα λόγια του Έρεκ για τους πολλούς εχθρούς που είχε στην Αυλή. Ένιωσε ένα πολύ δυσάρεστο συναίσθημα γι’ αυτή την περιπολία. Μήπως τους είχαν στήσει παγίδα;
Ξαφνικά ακούστηκε ένας φοβερός θόρυβος σαν στριγγλιά που συνοδεύτηκε αμέσως μετά από μια κίνηση μέσα στα κλαδιά, ενώ κάτι μεγάλο πέρασε μπροστά τους στο μονοπάτι. Ο Θορ τράβηξε το σπαθί του, ενώ και οι άλλοι έκαναν το ίδιο. Ο ήχος από τα σπαθιά που έβγαιναν από τις θήκες τους, το μέταλλο που χτυπούσε πάνω στο μέταλλο, γέμισε τον αέρα. Εκείνοι στάθηκαν ακίνητοι κρατώντας τα σπαθιά μπροστά τους, κοιτάζοντας με νευρικότητα προς όλες τις κατευθύνσεις.
«Τι ήταν αυτό;» φώναξε δυνατό ο Έλντεν ενώ η φωνή του έσπασε από τον φόβο.
Για άλλη μια φορά, το ζώο πέρασε μπροστά τους στο μονοπάτι, τρέχοντας από την μια πλευρά του δάσους στην άλλη. Αυτή τη φορά κατάφεραν να το δουν.
Οι ώμοι του Θορ χαλάρωσαν καθώς κατάλαβε τι ήταν.
«Είναι απλώς ένα ελάφι», είπε με μεγάλη ανακούφιση. «Το πιο παράξενο ελάφι που έχω δει – αλλά, απλά ένα ελάφι».
Ο Ρις γέλασε με ένα γέλιο καθησυχαστικό, αλλά πολύ ώριμο για την ηλικία του. Με το που το άκουσε, συνειδητοποίησε ότι ήταν το γέλιο ενός μελλοντικού Βασιλιά. Ένιωσε καλύτερα που είχε τον φίλο του στο πλάι του. Μετά γέλασε κι’ εκείνος. Όλος αυτός ο φόβος – για το τίποτα.
«Δεν ήξερε ότι η φωνή σου σπάει όταν παραδίνεσαι στον φόβο», ο Ρις κορόιδεψε τον Έλντεν, και γέλασε ξανά.
«Αν μπορούσα να σε δω, θα σε γρονθοκοπούσα», είπε ο Έλντεν.
«Εγώ σε βλέπω μια χαρά», είπε ο Ρις. «Έλα, δοκίμασε».
Ο Έλντεν τον αγριοκοίταξε, αλλά δεν τόλμησε να κάνει καμία κίνηση. Αντιθέτως, έβαλε το σπαθί του πίσω στη θήκη του, όπως ακριβώς έκαναν και οι άλλοι. Ο Θορ θαύμασε τον Ρις που έκανε δύσκολη τη ζωή του Έλντεν. Ο Έλντεν τους κορόιδευε όλους – άξιζε να πάθει και εκείνος τα ίδια. Θαύμασε την τόλμη του Ρις που έκανε κάτι τέτοιο, αφού ο Έλντεν ήταν διπλάσιος απ’ αυτόν.
Τελικά, ο Θορ ένιωσε την ένταση να φεύγει από το σώμα του. Είχαν κάνει την πρώτη τους συνάντηση, ο πάγος είχε σπάσει και ήταν ακόμα ζωντανοί. Έγειρε προς τα πίσω και γέλασε, χαρούμενος που ήταν ζωντανός.
«Εσύ να συνεχίσεις να γελάς, παράξενο αγόρι», είπε ο Έλντεν. «Θα δούμε ποιος θα γελάσει τελευταίος».
Δεν γελάω μαζί σου, όπως ο Ρις, σκέφτηκε ο Θορ. Απλά χαίρομαι που είμαι ζωντανός.
Αλλά δεν μπήκε στον κόπο να το πει δυνατά – ήξερε πως ό,τι κι’ αν έλεγε δεν θα άλλαζε το μίσος του Έλντεν γι’ αυτόν.
«Κοιτάξτε!» φώναξε ο Ο’Κόνορ. «Εκεί!»
Ο Θορ μισόκλεισε τα μάτια του αλλά δεν μπορούσε να δει αυτό που τους έδειχνε μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Τότε το είδε – το λάβαρο της Λεγεώνας να κρέμεται από ένα κλαδί.
Όλοι άρχισαν να τρέχουν προς αυτό.
Ο Έλντεν προσπέρασε τους άλλους σπρώχνοντάς τους άγαρμπα στην άκρη.
«Αυτό το λάβαρο είναι δικό μου!» φώναξε.
«Εγώ το είδα πρώτος!» φώναξε ο Ο’Κόνορ.
«Όμως, εγώ θα το πάρω πρώτος και εγώ θα το πάω πίσω!» κραύγασε ο Έλντεν.
Ο Θορ έγινε έξαλλος – δεν μπορούσε να καταλάβει τις πράξεις του Έλντεν. Θυμήθηκε τα λόγια του Κολκ, ότι αυτός που θα έφερνε πίσω το λάβαρο θα ανταμείβονταν – και συνειδητοποίησε το λόγο που έτρεχε ο Έλντεν. Αλλά δεν τον δικαιολογούσε. Υποτίθεται ότι ήταν ομάδα, ένα σύνολο – όχι ο καθένας για τον εαυτό του. Ο πραγματικός χαρακτήρας του Έλντεν είχε αποκαλυφθεί – κανείς άλλος δεν έτρεξε να το πάρει, ούτε είχε προσπαθήσει να ξεπεράσει τους άλλους. Αυτό έκανε τον Θορ να τον μισεί περισσότερο.
Ο Έλντεν έτρεξε γρήγορα χτυπώντας τον Ο’Κόνορ με τον αγκώνα του, και πριν οι άλλοι προλάβουν να αντιδράσουν πέρασε αρκετά μέτρα μπροστά και άρπαξε το λάβαρο.
Εκείνη τη στιγμή, ένα τεράστιο δίχτυ εμφανίστηκε από το πουθενά, υψώθηκε από το έδαφος και όπως πετάχτηκε στον αέρα, παγίδεψε τον Έλντεν και τον σήκωσε ψηλά. Ο Έλντεν κουνιόταν μπρος-πίσω μπροστά στα μάτια τους, λίγα μέτρα πιο πέρα, σαν ένα ζώο πιασμένο σε παγίδα.
«Βοήθεια! Βοηθήστε με!» ούρλιαζε τρομοκρατημένος.
Σιγά σιγά, όλοι τον πλησίασαν και ο Ρις άρχισε να γελάει.
«Λοιπόν, ποιος είναι τώρα ο δειλός;» Φώναξε ο Ρις που φαίνονταν ότι το διασκέδαζε.
«Εσύ μικρό σκατό!» φώναξε. «Θα σε σκοτώσω όταν κατέβω από εδώ!»
«Αλήθεια;» του απάντησε ο Ρις. «Και πότε θα γίνει αυτό;»
«Κατεβάστε με!» ούρλιαζε ο Έλντεν στριφογυρνώντας μέσα στο δίχτυ. «Σας διατάζω!»
«Α, ώστε μας διατάζεις, ε..» είπε ο Ρις και ξέσπασε ξανά σε γέλια.
Ο Ρις γύρισε και κοίταξε τον Θορ.
«Εσύ τι λες;» τον ρώτησε ο Ρις.
«Νομίζω ότι μας οφείλει μια συγγνώμη, σε όλους μας», είπε ο Ο’Κόνορ. «Ειδικά στον Θορ».
«Συμφωνώ», είπε ο Ρις. «Να σου πω τι θα κάνεις..», είπε στον Έλντεν. «Θα ζητήσεις συγγνώμη – και θα το κάνεις ειλικρινά – και τότε θα σκεφτώ να σε κατεβάσω».
«Να ζητήσω συγγνώμη;» η φωνή του ¨Ελντεν ακούστηκε σαν αντίλαλος. «Ούτε σε χίλιους ήλιους!»
Ο Ρις στράφηκε στον Θορ.
«Ίσως θα πρέπει να αφήσουμε αυτόν τον μπόγο εδώ όλη τη νύχτα. Θα γίνονταν τέλειο φαΐ για τα ζώα. Εσύ τι λες;»
Ο Θορ χαμογέλασε πλατιά.
«Νομίζω ότι είναι πολύ καλή ιδέα», είπε ο Ο’Κόνορ.
«Περιμένετε!» τσίριξε ο Έλντεν.
Ο Ο’Κόνορ άπλωσε το χέρι του και άρπαξε το λάβαρο από το αιωρούμενο δάχτυλο του Έλντεν.
«Βλέπεις, δεν μας νίκησες στο λάβαρο, τελικά», είπε ο Ο’Κόνορ.
Και οι τρεις τους γύρισαν και άρχισαν να απομακρύνονται.
«Όχι, περιμένετε!» φώναξε ο Έλντεν. «Δεν μπορείτε να με αφήσετε εδώ! Δεν θα κάνατε κάτι τέτοιο!»
Και οι τρεις τους συνέχισαν τον δρόμο τους.
«Συγγνώμη!» ο Έλντεν άρχισε να κλαίει με λυγμούς. «Σας παρακαλώ! Συγγνώμη!»
Ο Θορ σταμάτησε, αλλά ο Ρις και ο Ο’Κόνορ συνέχισαν το δρόμο τους. Τελικά ο Ρις γύρισε.
«Τι κάνεις;» ρώτησε τον Θορ.
«Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε εδώ», είπε ο Θορ. Όσο κι’ αν ο Θορ αντιπαθούσε τον Έλντεν, δεν πίστευε ότι ήταν σωστό να τον αφήσουν εκεί.
«Γιατί όχι;» ρώτησε ο Ρις. «Μόνος του έπαθε ό,τι έπαθε».
«Αν τα πράγματα ήταν αντίστροφα..», είπε ο Ο’Κόνορ, «…ξέρεις ότι μετά χαράς θα σε άφηνε εδώ. Γιατί νοιάζεσαι γι’ αυτόν;»
«Καταλαβαίνω», είπε ο Θορ. «Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι εμείς θα πρέπει να φερθούμε σαν κι’ αυτόν».
Ο Ρις έβαλε τα χέρια του στους γοφούς του και αναστέναξε βαθιά καθώς έσκυψε για να ψιθυρίσει κάτι στον Θορ».
«Ούτε εγώ είχα πρόθεση να τον αφήσουμε εδώ όλη νύχτα. Ίσως τη μισή νύχτα. Όμως, έχεις δίκιο. Δεν είναι φτιαγμένος για τέτοια. Πολύ πιθανόν κάποια στιγμή να νευριάσει τόσο που θα πάθει καρδιακή προσβολή. Εσύ είσαι πολύ ευγενικός. Αυτό είναι πρόβλημα», είπε ο Ρις, βάζοντας το χέρι του στον ώμο του Θορ. «Αλλά γι’ αυτό σε διάλεξα για φίλο».
«Κι’ εγώ», είπε ο Ο’Κόνορ, βάζοντας το χέρι του στον άλλο ώμο του Θορ.
Ο Θορ έκανε στροφή και περπάτησε προς το δίχτυ, άπλωσε το χέρι του και το έκοψε.
Ο Έλντεν προσγειώθηκε με γδούπο. Παραπατώντας σηκώθηκε όρθιος, πέταξε το δίχτυ από πάνω του και με αγωνία άρχισε να ψάχνει το έδαφος.
«Το σπαθί μου!» φώναξε. «Πού είναι;»
Ο Θορ έψαξε κάτω στο έδαφος αλλά ήταν πολύ σκοτεινά για να δει οτιδήποτε.
«Μπορεί να πετάχτηκε μέσα στα δέντρα όταν σε σήκωσε το δίχτυ», απάντησε ο Θορ.
«Όπου κι’ αν είναι, τώρα χάθηκε», είπε ο Ρις. «Δεν θα το ξαναβρείς».
«Αλλά δεν καταλαβαίνετε», είπε ο Έλντεν παρακλητικά. «Στη Λεγεώνα, υπάρχει ένας απλός κανόνας. Ποτέ μην αφήνετε το όπλο σας πίσω. Δεν μπορώ να επιστρέψω χωρίς αυτό. Θα με διώξουν!»
Ο Θορ γύρισε και για άλλη μια φορά έψαξε στο έδαφος, στα δέντρα, παντού. Αλλά το σπαθί του Έλντεν δεν φαινόταν πουθενά. Ο Ρις και ο Ο’Κόνορ στέκονταν εκεί. Δεν έμπαιναν στον κόπο να ψάξουν.
«Λυπάμαι», είπε ο Θορ. «Δεν το βλέπω πουθενά».
Ο Έλντεν έψαξε κι’ αυτός παντού αλλά στο τέλος τα παράτησε.
«Εσύ φταις» είπε δείχνοντας τον Θορ. «Εσύ μας έμπλεξες σ’ αυτή την περιπέτεια!»
«Όχι, δεν φταίω εγώ», απάντησε ο Θορ. «Εσύ φταις! Εσύ έτρεξες να πάρεις το λάβαρο. Εσύ μας έσπρωξες όλους. Δεν μπορείς να κατηγορείς κανέναν εκτός από τον εαυτό σου».
«Σε μισώ!» ούρλιαξε ο Έλντεν.
Επιτέθηκε στον Θορ αρπάζοντάς τον από το πουκάμισο και ρίχνοντάς τον στο έδαφος. Το βάρος του έπιασε τον Θορ απροετοίμαστο. Κατάφερε να κάνει μια στροφή, αλλά ο Έλντεν έκανε και εκείνος άλλη μια στροφή και καθήλωσε τον Θορ στο έδαφος. Ο Έλντεν ήταν υπερβολικά μεγαλόσωμος και δυνατός και ήταν πολύ δύσκολο να τον απωθήσει.
Ξαφνικά, όμως, ο Έλντεν άφησε τον Θορ και κύλησε στο πλάι. Ο Θορ άκουσε τον ήχο από ένα σπαθί που έβγαινε από την θήκη του και σηκώνοντας το βλέμμα του είδε τον Ρις να στέκεται πάνω από τον Έλντεν με την άκρη του σπαθιού του καρφωμένη στον λαιμό του.
Ο Ο’Κόνορ άπλωσε το χέρι του και βοήθησε τον Θορ να σηκωθεί όρθιος. Ο Θορ στεκόταν μαζί με τους δύο φίλους του και κοίταζε τον Έλντεν που παρέμενε καθηλωμένος στο έδαφος με το σπαθί του Ρις στο λαιμό του.
«Αν ακουμπήσεις τον φίλο μου ξανά..», είπε ο Ρις στον Έλντεν με απόλυτη σοβαρότητα, «…σου δίνω το λόγο μου πως θα σε σκοτώσω».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17
Ο Θορ, ο Ρις, ο Ο’Κόνορ, ο Έλντεν και ο Έρεκ κάθονταν όλοι στο έδαφος σχηματίζοντας ένα κύκλο γύρω από μια λαμπερή φωτιά. Και οι πέντε κάθονταν σκυθρωποί και σιωπηλοί, ενώ ο Θορ ήταν έκπληκτος που έκανε τόσο κρύο σε μια καλοκαιρινή βραδιά. Αυτό το φαράγγι είχε κάτι παράξενο. Υπήρχαν ψυχροί, μυστηριώδεις άνεμοι που στροβίλιζαν γύρω τους και τους ένιωθε στην ραχοκοκαλιά του, ενώ όταν ανακατεύονταν με την ομίχλη, η οποία δεν διαλύονταν ποτέ, τότε ένιωθε την υγρασία ως τα κόκαλά του. Έσκυψε ελαφρά μπροστά και έτριψε τα χέρια του στη ζέστη της φωτιάς, χωρίς, όμως, να καταφέρει να τα ζεστάνει.
Ο Θορ μασούσε ένα κομμάτι ξερό κρέας που του είχαν δώσει οι άλλοι. Ήταν σκληρό και αλμυρό, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, του φαίνονταν χορταστικό. Ο Έρεκ άπλωσε το χέρι του και του έδωσε κάτι. Ήταν ένας ασκός και το υγρό που είχε μέσα ακουγόταν όταν το κουνούσε. Κατά περίεργο τρόπο ήταν ιδιαίτερα βαρύ καθώς το σήκωσε ως τα χείλη του και το υγρό γέμιζε το πίσω μέρος του στόματός του για αρκετή ώρα. Για πρώτη φορά εκείνη τη βραδιά, ένιωσε το σώμα του να ζεσταίνεται.
Όλοι ήταν σιωπηλοί και κοίταζαν τις φλόγες. Ο Θορ ένιωθε ακόμα ένταση. Βρίσκονταν σ’ αυτή την πλευρά του Φαραγγιού, σε εχθρικό έδαφος, αισθανόταν ότι έπρεπε να βρίσκεται στην περιφρούρηση ανά πάσα στιγμή, και θαύμαζε την ηρεμία του Έρεκ που έμοιαζε σαν να κάθονταν στην αυλή του σπιτιού του. Ο Θορ ένιωθε ανακούφιση που τουλάχιστον είχαν φύγει από την περιοχή των Αγρίων, είχαν ξαναβρεί τον Έρεκ και κάθονταν γύρω από μια φωτιά που τους ηρεμούσε. Ο Έρεκ παρακολουθούσε άγρυπνα την άκρη του δάσους, πρόσεχε και τον παραμικρό θόρυβο, αλλά ήταν χαλαρός και σίγουρος για τον εαυτό του. Ο Θορ ήξερε ότι αν τυχόν εμφανίζονταν κάποιος κίνδυνος, ο Έρεκ θα τους προστάτευε όλους.
Ο Θορ αισθάνονταν ευχαριστημένος που βρίσκονταν γύρω από τη φωτιά. Κοίταξε γύρω του και είδε ότι και οι άλλοι ήταν το ίδιο ευχαριστημένοι, εκτός, φυσικά από τον Έλντεν που ήταν σκυθρωπός από την ώρα που είχαν γυρίσει από το δάσος. Είχε χάσει το υπεροπτικό ύφος που είχε νωρίτερα εκείνη την ημέρα και κάθονταν εκεί με ξινισμένη φάτσα και χωρίς το σπαθί του. Οι αρχηγοί δεν θα του συγχωρούσαν τέτοιο σφάλμα – θα τον έδιωχναν από την Λεγεώνα μόλις επέστρεφαν. Αναρωτιόταν τι θα έκανε ο Έλντεν. Είχε ένα προαίσθημα ότι δεν θα τα παρατούσε τόσο εύκολα, ότι θα έβρισκε κάποιο κόλπο, ένα σχέδιο για έκτακτες περιπτώσεις, έναν άσο στο μανίκι του – και καταλάβαινε πως ό,τι κι’ αν ήταν, δεν θα ήταν κάτι καλό.
Ο Θορ γύρισε και παρακολούθησε το βλέμμα του Έρεκ που κοίταζε στο βάθος του ορίζοντα προς το νότιο μέρος. Μια αμυδρή λάμψη, μια ατέλειωτη γραμμή, όσο έπιανε το μάτι του, φώτιζε τον ουρανό. Ο Θορ αναρωτήθηκε.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε τελικά τον Έρεκ. «Εκείνη η λάμψη. Αυτή που κοιτάζεις συνεχώς».
Ο Έρεκ έμεινε σιωπηλός για πολλή ώρα, ενώ ο μόνος ήχος που ακούγονταν ήταν οι ριπές του ανέμου. Τελικά χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του είπε: «Οι Γκόραλς».
Ο Θορ αντάλλαξε μια ματιά με τους άλλους που έμοιαζαν φοβισμένοι. Το στομάχι του Θορ σφίχτηκε μ’ αυτή τη σκέψη. Οι Γκόραλς. Τόσο κοντά. Δεν υπήρχε τίποτα ανάμεσά τους εκτός από ένα απλό δάσος και μια τεράστια πεδιάδα. Δεν υπήρχε πια το μεγάλο Φαράγγι που τους χώριζε και τους κρατούσε ασφαλείς. Όλη του τη ζωή άκουγε ιστορίες γι’ αυτούς τους βίαιους βάρβαρους από τη φυλή των Αγρίων που μόνη τους φιλοδοξία ήταν να επιτεθούν στο Δακτυλίδι. Και τώρα δεν τους χώριζε τίποτα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πόσοι πολλοί ήταν. Ήταν ένας τεράστιος στρατός εν αναμονή.
«Δεν φοβάστε;» ο Θορ ρώτησε τον Έρεκ.
Ο Έρεκ κούνησε το κεφάλι του.
«Οι Γκόραλς κινούνται σαν ένα σώμα. Ο στρατός τους κατασκηνώνει εκεί έξω κάθε βράδυ. Το κάνουν επί χρόνια. Θα επιτίθονταν στο Φαράγγι μόνο αν κινητοποιούσαν ολόκληρο τον στρατό τους και θα επιτίθονταν σαν ένα σώμα. Αλλά δεν τολμούν να το κάνουν. Η δύναμη του Σπαθιού ενεργεί σαν προστατευτική ασπίδα. Ξέρουν ότι δεν μπορούν να περάσουν απ’ αυτό».
«Τότε λοιπόν γιατί κατασκηνώνουν εκεί;» ρώτησε ο Θορ.
«Είναι ο τρόπος τους να φοβίζουν τους εχθρούς τους και να προετοιμάζονται. Πολλές φορές στην ιστορία του Βασιλείου μας, στην εποχή των πατεράδων μας, είχαν επιτεθεί και προσπάθησαν να περάσουν το Φαράγγι. Αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί όσο ζω.
Ο Θορ κοίταξε τον μαύρο ουρανό με τα κίτρινα, μπλε, και πορτοκαλί αστέρια να τρεμοπαίζουν εκεί ψηλά και αναρωτήθηκε. Αυτή η πλευρά του Φαραγγιού ήταν ένα μέρος γεμάτο εφιάλτες που ήταν πάντα εκεί από τότε που έκανε τα πρώτα του βήματα. Η σκέψη αυτή τον έκανε να νιώσει φόβο, αλλά την έδιωξε από το μυαλό του. Τώρα, ήταν μέλος της Λεγεώνας και η συμπεριφορά του έπρεπε να είναι ανάλογη.
«Μην ανησυχείς», του είπε ο Έρεκ σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις του. «Δεν θα μας επιτεθούν όσο έχουμε το Σπαθί του Πεπρωμένου».
«Το έχεις κρατήσει ποτέ;» τον ρώτησε ο Θορ με περιέργεια.
«Το Σπαθί;» Φυσικά, όχι, του απάντησε κοφτά ο Έρεκ. «Κανείς εκτός από τους απογόνους του Βασιλιά δεν επιτρέπεται να το αγγίξει».
Ο Θορ τον κοίταξε με απορία.
«Δεν καταλαβαίνω. Γιατί;»
Ο Ρις ξερόβηξε.
«Μου επιτρέπετε;» παρενέβη.
Ο Έρεκ του έγνεψε καταφατικά.
«Υπάρχει ένας θρύλος για το Σπαθί. Στην πραγματικότητα δεν το έχει υψώσει ποτέ κανένας. Ο θρύλος λέει ότι ένας άντρας, ο εκλεκτός, θα μπορέσει να το σηκώσει. Μόνο ο Βασιλιάς επιτρέπεται να δοκιμάσει ή κάποιος από τους απογόνους του Βασιλιά όταν ανακηρυχθεί Βασιλιάς ο ίδιος. Έτσι μένει εκεί, ανέγγιχτο».
«Και ο τωρινός Βασιλιάς; Ο πατέρας σου;» ρώτησε ο Θορ. «Δεν μπορεί να προσπαθήσει;»
Ο Ρις χαμήλωσε τα μάτια του.
«Δοκίμασε μια φορά. Όταν στέφθηκε βασιλιάς. Έτσι μας λέει. Αλλά δεν μπόρεσε να το σηκώσει. Έτσι μένει εκεί σαν ένα αντικείμενο αποδοκιμασίας γι’ αυτόν. Το μισεί. Τον βαραίνει σαν να είναι κάτι ζωντανό».
«Όταν θα φτάσει ο εκλεκτός..», πρόσθεσε ο Ρις, «…θα ελευθερώσει το Δακτυλίδι από τους εχθρούς που υπάρχουν ολόγυρα και θα μας καθοδηγήσει σε ένα σπουδαίο πεπρωμένο καλύτερο απ’ ό,τι έχουμε γνωρίζει ως τώρα. Όλοι οι πόλεμοι θα τελειώσουν».
«Παραμύθια και βλακείες», διέκοψε ο Έλντεν. «Αυτό το Σπαθί δεν πρόκειται να το σηκώσει κανένας. Είναι πολύ βαρύ. Είναι αδύνατο να το σηκώσουν. Και δεν υπάρχει ‘ο εκλεκτός’ για να ενισχύσει το φρόνημα των ΜακΓκιλ. Είναι ένας πολύ βολικός θρύλος γι’ αυτούς».
«Βούλωστο!» τον έκοψε ο Έρεκ. «Και να μιλάς πάντα με σεβασμό για τον Βασιλιά σου».
Ο Έλντεν κατέβασε τα μάτια του, ταπεινωμένος.
Ο Θορ σκεφτόταν όλα όσα είχαν ειπωθεί και προσπαθούσε να τα καταλάβει. Ξαφνικά, το μυαλό του είχε τόσα πολλά πράγματα να επεξεργαστεί. Όλη του τη ζωή ονειρευόταν να δει το Σπαθί του Πεπρωμένου. Είχε ακούσει ιστορίες για το τέλειο σχήμα του. Οι φήμες έλεγαν ότι είχε κατασκευαστεί από υλικό που κανείς δεν καταλάβαινε τι ήταν – έλεγαν ότι ήταν ένα μαγικό όπλο. Ο Θορ αναρωτήθηκε τι θα γίνονταν αν δεν είχαν το Σπαθί να τους προστατεύει. Μήπως ο στρατός του Βασιλιά θα κατατροπώνονταν από την Αυτοκρατορία; Ο Θορ κοίταξε τις φωτιές που έλαμπαν στο βάθος του ορίζοντα. Φαινόταν να απλώνονται ως την αιωνιότητα.
«Έχετε πάει ποτέ εκεί πέρα;» ο Θορ ρώτησε τον Έρεκ. «Μακριά εκεί έξω; Πέρα από το δάσος; Στην περιοχή των Αγρίων;»
Οι άλλοι γύρισαν και κοίταξαν τον Έρεκ, καθώς ο Θορ περίμενε ανυπόμονα την απάντησή του. Μέσα στην απόλυτη σιωπή, ο Έρεκ κοίταζε τις φλόγες για πολλή ώρα – τόση πολλή που ο Θορ άρχισε να αμφιβάλει αν θα απαντούσε ποτέ. Ο Θορ ήλπιζε να μην τον είχε ζαλίσει. Ένιωθε τόση ευγνωμοσύνη και υποχρέωση στον Έρεκ που σίγουρα δεν ήθελε να τον νευριάσει. Επί πλέον, ο Θορ δεν ήταν σίγουρος ότι ήθελε να μάθει την απάντηση.
Ακριβώς τη στιγμή που ο Θορ εύχονταν να μπορούσε να πάρει πίσω την ερώτησή του, ο Έρεκ απάντησε.
«Ναι», είπε σοβαρά.
Αυτή η μία και μόνη λέξη του παρέμεινε να πλανάται στον αέρα για πολλή ώρα, και μέσα στη σιωπή, ο Θορ αντιλήφθηκε την σοβαρότητά της που ήταν η απάντηση σε ό,τι ήθελε να μάθει.
«Και πώς είναι εκεί έξω;» ρώτησε ο Ο’Κόνορ.
Ο Θορ ένιωσε ανακούφιση που δεν ήταν ο μόνος που έκανε ερωτήσεις.
«Όλα ελέγχονται από μια σκληρή αυτοκρατορία», είπε ο Έρεκ. «Αλλά η χώρα είναι τεράστια και με πολλές διαφορές. Υπάρχει η χώρα των βαρβάρων, των σκλάβων, και των τεράτων. Τέρατα που όμοιά τους δεν μπορείτε να φανταστείτε. Και υπάρχουν έρημοι, βουνά και λόφοι όσο μακριά μπορεί να δει το μάτι σας. Υπάρχουν επίσης έλη και βάλτοι και ένας τεράστιος ωκεανός. Υπάρχει η χώρα των Δρυίδων. Και η χώρα των Δράκων».
Τα μάτια του Θορ άνοιξαν διάπλατα.
«Δράκοι;» ρώτησε έκπληκτος. «Νόμιζα πως δεν υπήρχαν».
Ο Έρεκ τον κοίταξε με μεγάλη σοβαρότητα.
«Σε διαβεβαιώ, υπάρχουν. Και εκεί είναι ένα μέρος που δεν θα ήθελες ποτέ να πας. Ένα μέρος που φοβούνται ακόμα και οι Γκόραλς».
Ο Θορ ξεροκατάπιε με αυτή τη σκέψη. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα τολμούσε ποτέ να φτάσει τόσο βαθιά στον κόσμο. Αναρωτιόταν αν ο Έρεκ είχε καταφέρει να φτάσει ποτέ εκεί και να γυρίσει ζωντανός. Έβαλε μια σημείωση στο μυαλό του να τον ρωτούσε κάποια άλλη φορά.
Είχε τόσες πολλές ερωτήσεις που θα ήθελε να του κάνει – για την φύση της διαβολικής αυτοκρατορίας και ποιος την κυβερνούσε, γιατί ήθελαν να τους επιτεθούν, πότε ο Έρεκ είχε πάει ως εκεί, και πότε γύρισε. Αλλά καθώς ο Θορ κοίταζε τις φλόγες ένιωσε ότι έκανε περισσότερο κρύο και το σκοτάδι είχε γίνει πιο πυκνό, οι ερωτήσεις στριφογύριζαν στο μυαλό του και αισθάνθηκε τα μάτια του να βαραίνουν. Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να κάνει κι’ άλλες ερωτήσεις.
Αντιθέτως, άφησε τον ύπνο να τον πάει μακριά. Έβαλε το κεφάλι του στο έδαφος και πριν τα μάτια του κλείσουν για καλά, έριξε μια ματιά σ’ αυτό το ξένο μέρος και αναρωτήθηκε πότε, ή αν, θα επέστρεφε ποτέ στον τόπο του.
Ο Θορ άνοιξε τα μάτια του. Ήταν μπερδεμένος και αναρωτήθηκε πώς είχε φτάσει εκεί. Κοίταξε προς τα κάτω και είδε πυκνή ομίχλη να φτάνει ως την μέση του, τόσο πυκνή που δεν μπορούσε να δει τα πόδια του. Γύρισε προς την άλλη πλευρά και είδε τον ήλιο να ανατέλλει πάνω από το φαράγγι. Μακριά, στην άλλη πλευρά, ήταν ο τόπος του. Βρίσκονταν ακόμα σ’ αυτή την πλευρά, στην λάθος πλευρά της διαχωριστικής γραμμής. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα
Ο Θορ κοίταξε τη γέφυρα, αλλά για ένα παράξενο λόγο, ήταν τώρα άδεια από στρατιώτες. Στην πραγματικότητα, όλο το μέρος φαίνονταν έρημο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Καθώς κοίταγε την γέφυρα, έβλεπε τις ξύλινες σανίδες της να πέφτουν η μια μετά την άλλη σαν ντόμινο. Μέσα σε λίγα λεπτά, η γέφυρα κατέρρευσε και έπεσε μέσα στο φαράγγι. Ο πάτος του φαραγγιού ήταν τόσο βαθύς που δεν ακούστηκε κανένας ήχος από τις σανίδες που έπεσαν μέσα.
Ο Θορ έψαξε να βρει του άλλους, όμως δεν φαίνονταν πουθενά. Δεν είχε ιδέα τι να κάνει. Είχε ξεμείνει εκεί. Μόνος του στην άλλη πλευρά του Φαραγγιού και χωρίς κανένα πέρασμα για να γυρίσει πίσω. Δεν μπορούσε να καταλάβει που είχαν πάει οι άλλοι.
Άκουσε ένα θόρυβο και κοίταξε προς την μεριά του δάσους. Μπορούσε να ανιχνεύσει κάποια κίνηση. Σηκώθηκε όρθιος και πήγε προς το μέρος που ακούστηκε ο θόρυβος με τα πόδια του να βουλιάζουν μέσα στο χώμα καθώς περπατούσε. Καθώς πλησίασε, είδε ένα δίχτυ να κρέμεται από ένα χαμηλό κλαδί. Μέσα στο δίχτυ ήταν ο Έλντεν που στριφογύριζε συνεχώς κάνοντας τα κλαδιά να τρίζουν με κάθε του κίνηση.
Ένα γεράκι είχε κουρνιάσει πάνω στο κεφάλι του. Ήταν ένα απόκοσμο πλάσμα με γυαλιστερό ασημί χρώμα και μια μόνο μαύρη λωρίδα να κατεβαίνει στο μέτωπό του, ανάμεσα στα μάτια του. Το γεράκι έσκυψε και με μια δυνατή τσιμπιά έβγαλε το μάτι του Έλντεν και το κράτησε εκεί. Μετά γύρισε προς τον Θορ κρατώντας το μάτι στο ράμφος του.
Ο Θορ ήθελε να στρέψει το βλέμμα του μακριά αλλά δεν μπορούσε. Μόλις συνειδητοποίησε ότι ο Έλντεν ήταν νεκρός, ξαφνικά, ολόκληρο το δάσος ζωντάνεψε. Απ’ όλες τις κατευθύνσεις του δάσους ξεπρόβαλε ένας στρατός από Γκόραλς. Ήταν τεράστιοι, φορούσαν μόνο ένα ύφασμα γύρω από τη μέση τους και είχαν τεράστιους μυώδεις θώρακες. Στο πρόσωπό τους υπήρχαν τρεις μύτες που σχημάτιζαν τρίγωνο και δύο μυτερά γαμψά δόντια. Βγάζοντας περίεργους θορύβους σαν γρυλίσματα, έτρεξαν κατά πάνω του. Οι ήχοι ήταν ανατριχιαστικοί και ο Θορ δεν είχε τρόπο να ξεφύγει. Άπλωσε το χέρι του να πιάσει το σπαθί του, αλλά ανακάλυψε πως έλειπε.
Ο Θορ στρίγγλισε.
Ξύπνησε και ανακάθισε αμέσως, ανασαίνοντας βαριά και κοιτάζοντας γύρω γύρω με γρήγορες ματιές. Τα πάντα ολόγυρά του ήταν ήσυχα – μια πραγματική σιωπή, όχι η σιωπή στο όνειρό του.
Δίπλα του, μέσα στο πρώτο φως της χαραυγής, ο Ρις, ο Ο’Κόνορ και ο Έρεκ κοιμόντουσαν στο έδαφος, ενώ στη φωτιά δίπλα τους σιγόκαιγαν τα τελευταία αποκαΐδια. Όμως, εκεί δίπλα του, κάνοντας μικρά πηδηματάκια, βρίσκονταν ένα γεράκι. Έστρεψε το κεφάλι του προς τον Θορ. Ήταν ένα περήφανο πλάσμα με ασημί χρώμα και με μια μαύρη ρίγα να διασχίζει το μέτωπό του. Κοίταξε τον Θορ κατευθείαν στα μάτια και έβγαλε μια κραυγή. Ο ήχος του έκανε τον Θορ να ανατριχιάσει. Ήταν το ίδιο γεράκι με αυτό στο όνειρό του.
Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι το πουλί ήταν ένα μήνυμα και ότι το όνειρό του ήταν κάτι περισσότερο από όνειρο. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Το ένιωθε. Ήταν ένα ανεπαίσθητο τρεμούλιασμα στην πλάτη του που διαπερνούσε και τα μπράτσα του.
Αμέσως σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε τριγύρω, ενώ αναρωτιόταν τι μπορεί να συνέβαινε. Δεν άκουγε τίποτα που να προμήνυε κίνδυνο, τίποτα δεν μαρτυρούσε κάποια κίνηση εκεί κοντά, η γέφυρα ήταν ακόμα στη θέση της και οι στρατιώτες ήταν όλοι εκεί.
Τι μπορεί να συμβαίνει; αναρωτήθηκε.
Και τότε κατάλαβε τι ήταν. Κάποιος έλειπε. Ο Έλντεν.
Στην αρχή ο Θορ σκέφτηκε ότι ίσως να είχε φύγει, να είχε περάσει τη γέφυρα για να περάσει στην άλλη πλευρά του Φαραγγιού. Ίσως ντρεπόταν που είχε χάσει το ξίφος του και είχε εγκαταλείψει την περιοχή.
Αλλά μετά ο Θορ κοίταξε προς το δάσος και είδε καινούργια σημάδια στο χορτάρι. Οι πατημασιές κατευθύνονταν προς το μονοπάτι και φαίνονταν καθαρά στην πρωινή πάχνη. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν του Έλντεν. Δεν είχε φύγει, είχε πάει πίσω στο δάσος. Μόνος. Ίσως για να κάνει την ανάγκη του. Ή, ίσως, ο Θορ συνειδητοποίησε με τρόμο, για να προσπαθήσει να ξαναβρεί το σπαθί του.
Ήταν χαζή κίνηση να πάει μόνος του, αλλά αυτό αποδείκνυε πόσο απελπισμένος ήταν ο Έλντεν. Ο Θορ αισθάνθηκε αμέσως ότι υπήρχε μεγάλος κίνδυνος. Η ζωή του Έλντεν κινδύνευε.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, το γεράκι έκρωξε σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει τις σκέψεις του. Μετά, έκανε ένα τίναγμα και πέταξε με κατεύθυνση το πρόσωπο του. Ο Θορ έσκυψε το κεφάλι του και τα νύχια του πέρασαν ξυστά από πάνω του. Μετά υψώθηκε στον αέρα και πέταξε μακριά.
Ο Θορ πετάχτηκε επάνω. Έπρεπε να κάνει κάτι. Χωρίς να το σκεφτεί, χωρίς καν να συνειδητοποιεί τι έκανε, έτρεξε προς το δάσος ακολουθώντας τις πατημασιές.
Καθώς έτρεχε βαθιά προς το μέρος των Αγρίων, ο Θορ δεν σταμάτησε στιγμή, ούτε καν για να αναλογιστεί το φόβο του. Αν είχε σταματήσει να το σκεφτεί, θα είχε παγώσει και θα τον είχε πλημμυρίσει ο πανικός. Όμως, αντί να σταματήσει, ένιωσε την πιεστική ανάγκη να βοηθήσει τον Έλντεν. Έτρεχε ακατάπαυστα – μόνος – όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος στο πρώτο φως της χαραυγής.
«Έλντεν!» φώναξε με όλη του τη δύναμη.
Δεν μπορούσε να το εξηγήσει, αλλά με κάποιο τρόπο προαισθάνονταν ότι ο Έλντεν επρόκειτο να πεθάνει. Ίσως δεν έπρεπε να τον νοιάζει έτσι που εκείνος του είχε συμπεριφερθεί, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει τον εαυτό του. Αν βρίσκονταν αυτός στη θέση του Έλντεν, εκείνος σίγουρα δεν θα πήγαινε να τον σώσει. Ήταν τρελό να βάζει τη ζωή του σε κίνδυνο για κάποιον που δεν έδινε δεκάρα γι’ αυτόν, πόσο μάλλον που θα χαιρόταν αν τον έβλεπε νεκρό. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Δεν είχε ξανανιώσει αυτό το συναίσθημα ποτέ πριν στη ζωή του – όπου οι αισθήσεις του, του φώναζαν να αντιδράσει, ειδικά σε κάτι που δεν ήξερε τι ήταν. Αυτό που καταλάβαινε, όμως, ήταν ότι άλλαζε, αλλά δεν ήξερε πως. Ένιωθε ότι το σώμα του ελέγχονταν από μια καινούργια, μυστηριώδη δύναμη, η οποία, όμως, τον έκανε να νιώθει άβολα – εκτός ελέγχου. Μήπως έχανε το μυαλό του; Αντιδρούσε με υπερβολή; Μήπως έφταιγε το όνειρό του; Ίσως θα έπρεπε να γυρίσει πίσω.
Αλλά δεν το έκανε. Άφησε τα πόδια του να τον οδηγήσουν χωρίς να παραδοθεί στο φόβο ή την αμφιβολία. Συνέχισε να τρέχει ώσπου ένιωσε τα πνευμόνια του έτοιμα να σπάσουν.
Σε μια στιγμή έστριψε απότομα και αυτό που είδε τον έκανε να σταματήσει ακαριαία. Καθώς στάθηκε εκεί, προσπάθησε να πάρει μια ανάσα και να συμβιβαστεί με την εικόνα που έβλεπε μπροστά του. Ήταν κάτι παράλογο, κάτι που θα προκαλούσε τρόμο σε οποιονδήποτε έμπειρο και σκληραγωγημένο πολεμιστή.
Μπροστά του στέκονταν ο Έλντεν που κρατούσε το κοντό σπαθί του και κοίταζε ένα πλάσμα που όμοιό του ο Θορ δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του. Ήταν κάτι φριχτό. Έμοιαζε σαν πύργος μπροστά τους – ήταν σχεδόν τρία μέτρα ψηλό και το πλάτος του σώματός του ήταν σαν τέσσερις άντρες. Σήκωσε τα μυώδη, κόκκινα μπράτσα του που κατέληγαν σε τρία μακριά νύχια σε κάθε χέρι, ενώ το κεφάλι του έμοιαζε με κεφάλι δαίμονα. Είχε τέσσερα κέρατα, ένα μακρύ σαγόνι και πλατύ μέτωπο. Τα μάτια του ήταν κίτρινα και μεγάλα και από το στόμα του προεξείχαν γαμψοί κυνόδοντες που έμοιαζαν με χαυλιόδοντες. Έγερνε προς τα πίσω και έβγαζε τσιριχτές κραυγές.
Η κραυγή του έκανε ένα παχύ δέντρο, χιλιάδων ετών, να κοπεί στα δύο από τη δύναμη του ήχου.
Ο Έλντεν στεκόταν εκεί παγωμένος από το φόβο του. Έριξε κάτω το σπαθί του και κατουρήθηκε από το φόβο του.
Το πλάσμα γρύλιζε και του έτρεχαν τα σάλια καθώς έκανε ένα βήμα προς τον Έλντεν.
Αλλά και ο Θορ ένιωσε να τον πλημμυρίζει ο φόβος, αλλά σε αντίθεση με τον Έλντεν, ο φόβος δεν τον ακινητοποίησε. Για κάποιο λόγο, ο φόβος είχε οξύνει τις αισθήσεις του και τον είχε κάνει να νιώθει πιο ζωντανός. Τον είχε κάνει επίσης να έχει την όραση που έχει κάποιος μέσα σ’ ένα τούνελ – κάτι που του έδινε τη δυνατότητα να συγκεντρωθεί απόλυτα στο πλάσμα που βρίσκονταν μπροστά του, στη θέση του σε σχέση με τον Έλντεν, στο πλάτος του σώματός του, στη δύναμή του και στην ταχύτητά του. Και στην κάθε του κίνηση. Επίσης του έδινε τη δυνατότητα να επικεντρωθεί στη θέση του δικού του σώματος και στα όπλα του.
Ο Θορ μπήκε άμεσα σε δράση. Έτρεξε ευθεία μπροστά και μπήκε ανάμεσα στον Έλντεν και στο τέρας. Η ανάσα του ήταν τόσο καυτή που ο Θορ μπορούσε να την αισθανθεί ακόμα και από απόσταση. Ο ήχος που έβγαζε σήκωσε κάθε τρίχα στο σβέρκο του Θορ και τον έκανε να θέλει να γυρίσει πίσω τρέχοντας. Αλλά μέσα στο μυαλό του αντηχούσε η φωνή του Έρεκ που του έλεγε να είναι δυνατός. Να μην φοβάται. Να διατηρεί την αυτοκυριαρχία του. Έτσι εξανάγκασε τον εαυτό του να μείνει για να υπερασπιστεί τη θέση του.
Σήκωσε το σπαθί του ψηλά και επιτέθηκε χώνοντας το στα πλευρά του τέρατος και στοχεύοντας την καρδιά του.
Το τέρας έβγαλε μια κραυγή πόνου, το αίμα του πετάχτηκε πάνω στο χέρι του Θορ καθώς αυτός έσπρωξε το σπαθί του βαθιά, ως την λαβή, μέσα στο σώμα του τέρατος.
Όμως, προς έκπληξη του Θορ, το τέρας δεν πέθανε. Φαινόταν άτρωτο.
Χωρίς να χάσει στιγμή, το τέρας έκανε μια στροφή και χτύπησε τον Θορ τόσο δυνατά που ένιωσε τα πλευρά του να σπάνε. Πετάχτηκε απέναντι, σ’ ένα ξέφωτο και έπεσε με δύναμη πάνω σ’ ένα δέντρο πριν καταρρεύσει στο έδαφος. Ένιωσε ένα φοβερό πόνο στο κεφάλι καθώς έπεσε κάτω.
Ο Θορ σήκωσε τα μάτια του, ήταν ζαλισμένος, χαμένος, με τον κόσμο να γυρίζει γύρω του. Το τέρας έκανε μια κίνηση και τράβηξε το σπαθί που είχε χωθεί στο στομάχι του. Στα χέρια του το ξίφος φαινόταν μικροσκοπικό, σαν να ήταν οδοντογλυφίδα. Έκανε μια κίνηση προς τα πίσω, πήρε φόρα και το εκσφενδόνισε. Το σπαθί πέρασε πετώντας μέσα από τα δέντρα, ρίχνοντας κλαδιά στο πέρασμά του και μετά χάθηκε μέσα στο δάσος.
Τώρα το τέρας έστρεψε όλη του την προσοχή στον Θορ και άρχισε να τον πλησιάζει απειλητικά.
Ο Έλντεν στεκόταν στο ίδιο μέρος, ακόμα παγωμένος από τον φόβο του. Αλλά καθώς το τέρας άρχισε να πλησιάζει τον Θορ, ο Έλντεν ξαφνικά του επιτέθηκε από πίσω και πήδηξε πάνω στην πλάτη του. Αυτή του η κίνηση ήταν αρκετή για να το καθυστερήσει αρκετά ώστε ο Θορ να ανασηκωθεί. Όμως το τέρας κούνησε δυνατά τα χέρια του προς τα πίσω και έριξε κάτω τον Έλντεν που πετάχτηκε στην άλλη πλευρά του ξέφωτου, έπεσε πάνω σ’ ένα δέντρο και σωριάστηκε στο έδαφος.
Το τέρας αιμορραγούσε συνεχώς και η ανάσα του ήταν βαριά, αλλά έστρεψε και πάλι την προσοχή του στον Θορ. Γρύλισε και τέντωσε τους σουβλερούς κυνόδοντές του καθώς τον πλησίαζε.
Ο Θορ δεν είχε πολλές επιλογές. Το σπαθί του είχε χαθεί και δεν υπήρχε τίποτα ανάμεσα σ’ αυτόν και στο τέρας. Το τέρας έκανε βουτιά για να πέσει επάνω του, αλλά την τελευταία στιγμή ο Θορ κύλησε στο πλάι για να το αποφύγει. Το τέρας έπεσε πάνω στο δέντρο που βρίσκονταν πριν ο Θορ με τέτοια δύναμη που το ξερίζωσε.
Το τέρας σήκωσε το πόδι του και ήταν έτοιμο να το κατεβάσει πάνω στο κεφάλι του Θορ. Για άλλη μια φορά, ο Θορ κύλησε στο πλάι και το πόδι του τέρατος καρφώθηκε με δύναμη στο έδαφος στη θέση που ήταν πριν το κεφάλι του Θορ.
Ο Θορ πετάχτηκε όρθιος, έβαλε μια πέτρα στη σφεντόνα του και την έριξε.
Χτύπησε το τέρας κατ’ ευθείαν ανάμεσα στα μάτια. Ήταν η πιο δυνατή βολή που είχε ρίξει ποτέ και το τέρας, παραπατώντας, έκανε αρκετά βήματα πίσω. Ο Θορ ήταν σίγουρος ότι το είχε σκοτώσει.
Όμως προς έκπληξή του, το τέρας δεν σταμάτησε.
Ο Θορ προσπάθησε όσο μπορούσε να συγκαλέσει τη δύναμή του, όποια δύναμη κι’ αν ήταν αυτή που είχε. Άρχισε να τρέχει προς το τέρας, έκανε ένα άλμα προς το μέρος του και έπεσε πάνω του. Ο στόχος του ήταν να το πετάξει στο έδαφος χρησιμοποιώντας την υπερφυσική του δύναμη.
Σοκαρισμένος, όμως, ο Θορ συνειδητοποίησε ότι αυτή τη φορά η δύναμή του δεν εμφανίστηκε. Ήταν ένα αγόρι σαν όλα τα άλλα. Ένα αδύναμο αγόρι δίπλα σ’ ένα ογκώδες τέρας.
Το τέρας άπλωσε το χέρι του, άρπαξε τον Θορ από την μέση και τον σήκωσε ψηλά πάνω από το κεφάλι του. Ο Θορ, εντελώς αβοήθητος, ένιωσε να περιστρέφεται ψηλά στον αέρα και μετά να εκσφενδονίζεται με δύναμη. Σαν βολίδα που έσχιζε τον αέρα, πέρασε πάνω από το ξέφωτο και έπεσε με φόρα πάνω σ’ ένα δέντρο.
Έμεινε εκεί, αποσβολωμένος, με το κεφάλι του ανοιγμένο στα δύο και τα πλευρά του τσακισμένα. Το τέρας έτρεξε για άλλη μια φορά προς το μέρος του και ο Θορ κατάλαβε ότι αυτή τη φορά θα ήταν το τέλος του. Το τέρας σήκωσε το μυώδες, κόκκινο πόδι του, έτοιμο να το κατεβάσει πάνω στο κεφάλι του Θορ. Ο Θορ προετοιμάστηκε να πεθάνει.
Εκείνη τη στιγμή, όμως, το τέρας έμεινε κόκαλο στον αέρα. Ο Θορ ανοιγόκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί.
Το τέρας άπλωσε το χέρι του και το έβαλε κάτω από το σαγόνι του, ενώ ο Θορ είδε την αιχμή ενός βέλους που προεξείχε από τον λαιμό του. Δευτερόλεπτα αργότερα, έπεσε στο έδαφος, νεκρό.
Είδε τον Έρεκ να τρέχει προς το μέρος του, ενώ πίσω του ακολουθούσαν ο Ρις και ο Ο’Κόνορ. Ο Θορ είδε τον Έρεκ να τον κοιτάζει και να τον ρωτάει αν ήταν καλά. Εκείνη τη στιγμή, όσο τίποτα άλλο, ήθελε να του απαντήσει, αλλά τα λόγια δεν έβγαιναν από το στόμα του. Αμέσως μετά, τα μάτια του έκλεισαν και όλα γύρω του έγιναν μαύρα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18
Ο Θορ άνοιξε τα μάτια του σιγά σιγά. Στην αρχή ήταν ζαλισμένος και προσπαθούσε να καταλάβει που βρισκόταν. Ήταν ξαπλωμένος πάνω σε άχυρα και για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν βρίσκονταν πίσω στους στρατώνες. Στηρίχτηκε στον ένα του αγκώνα και με το βλέμμα του έψαξε να βρει τους άλλους.
Ήταν κάπου αλλού. Απ’ ό,τι φαινόταν ήταν ένα ιδιαίτερα περίτεχνο πέτρινο δωμάτιο σαν να ήταν μέσα σ’ ένα κάστρο. Σε ένα βασιλικό κάστρο.
Πριν μπορέσει να το επεξεργαστεί στο μυαλό του, μια μεγάλη δρύινη πόρτα άνοιξε και ο Ρις μπήκε μέσα. Στο βάθος, μπορούσε να ακούσει τον μακρινό θόρυβο από ένα πλήθος κόσμου.
«Επιτέλους, είναι ζωντανός», ανακοίνωσε ο Ρις με ένα πλατύ χαμόγελο και τρέχοντας προς το μέρος του, άρπαξε το χέρι του και τον τράβηξε να σηκωθεί όρθιος.
Ο Θορ έβαλε το χέρι του στο κεφάλι του, σε μια προσπάθεια να μειώσει τον φοβερό πονοκέφαλο που δυνάμωνε γρήγορα.
«Έλα, πάμε, όλοι περιμένουν να σε δουν», του είπε και τον τράβηξε.
«Στάσου μια στιγμή, σε παρακαλώ», του είπε ο Θορ προσπαθώντας να συνέλθει. «Πού βρίσκομαι; Τι έγινε;»
«Είμαστε πίσω στην Αυλή του Βασιλιά – και ετοιμαζόμαστε να σε ανακηρύξουμε ως τον ήρωα της ημέρας!» είπε εύθυμα ο Ρις καθώς κατευθύνονταν προς την πόρτα.
«Ήρωα; Τι εννοείς; Και… πώς έφτασα εδώ;» ρώτησε προσπαθώντας να θυμηθεί.
«Εκείνο το τέρας σε χτύπησε και σ’ έκανε να χάσεις τις αισθήσεις σου. Έμεινες αναίσθητος για πολύ. Έτσι, έπρεπε να σε κουβαλήσουμε ως εδώ περνώντας από την γέφυρα του Φαραγγιού. Αρκετά δραματικό. Ποτέ δεν περίμενα να γυρίσεις πίσω μ’ αυτό τον τρόπο!» είπε ο Ρις γελώντας.
Βγήκαν έξω στους διαδρόμους του κάστρου και καθώς βάδιζαν, ο Θορ μπορούσε να δει ανθρώπους όλων των ειδών – άντρες, γυναίκες, ιππότες, φρουρούς, ακόλουθους – να έχουν τα μάτια τους καρφωμένα επάνω του, σαν να τον περίμεναν να ξυπνήσει. Όμως έβλεπε και κάτι καινούργιο στα μάτια τους, κάτι σαν σεβασμό. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε κάτι τέτοιο. Ως τώρα, όταν κάποιοι τον κοίταζαν, τις περισσότερες φορές, έβλεπε περιφρόνηση στα μάτια τους. Τώρα όμως τον κοίταζαν σαν να ήταν ένας απ’ αυτούς.
«Τι ακριβώς συνέβη;» Ο Θορ βασάνιζε το μυαλό του για να θυμηθεί.
«Δεν θυμάσαι τίποτα;» τον ρώτησε ο Ρις.
Ο Θορ προσπάθησε να σκεφτεί.
«Θυμάμαι ότι έτρεξα στο δάσος. Πολέμησα με το τέρας. Και μετά..» Υπήρχε κενό.
«Έσωσες τη ζωή του Έλντεν», του είπε ο Ρις. «Χωρίς να φοβηθείς καθόλου, έτρεξες μόνος σου μέσα στο δάσος. Δεν ξέρω γιατί ξόδεψες την ενέργειά σου να σώσεις τη ζωή αυτού του φαντασμένου. Αλλά το έκανες. Ο Βασιλιάς είναι πολύ, πολύ ευχαριστημένος μαζί σου. Όχι γιατί τον νοιάζει για τον Έλντεν. Αλλά τον ενδιαφέρει η ανδρεία. Και του αρέσει να τιμά τέτοιες πράξεις. Κατά τη γνώμη του, είναι σημαντικό να αναδεικνύονται γεγονότα σαν αυτό, ώστε να εμπνέονται και οι άλλοι. Τέτοιες ιστορίες ευχαριστούν τον Βασιλιά και έχουν καλό αντίκτυπο στην Λεγεώνα. Ο Βασιλιάς επιθυμεί να δίνει εορταστικό χαρακτήρα σ’ αυτές. Και εσύ βρίσκεσαι τώρα εδώ για να βραβευθείς».
«Να με βραβεύσουν;» ρώτησε ο Θορ έκπληκτος. «Αλλά δεν έκανα τίποτα!»
«Έσωσες τη ζωή του Έλντεν».
«Απλά αντέδρασα. Έκανα αυτό που μου έλεγε το ένστικτό μου».
Ο Θορ ένιωθε αμηχανία. Δεν πίστευε ότι η πράξη του άξιζε ανταμοιβή. Στο κάτω κάτω, αν δεν ήταν ο Έρεκ, τώρα θα ήταν νεκρός. Καθώς η σκέψη αυτή πέρασε απ’ το μυαλό του, ένιωσε, για άλλη μια φορά, βαθιά ευγνωμοσύνη για τον Έρεκ. Ήλπιζε ότι μια μέρα θα μπορούσε να του το ξεπληρώσει.
«Και τι έγινε με την υπηρεσία περιπολίας μας;» ρώτησε ο Θορ. «Δεν την φέραμε εις πέρας».
Ο Ρις ακούμπησε καθησυχαστικά το χέρι του στον ώμο του Θορ.
«Φίλε, έσωσες τη ζωή ενός αγοριού. Ενός μέλους της Λεγεώνας. Αυτό είναι πιο σημαντικό από την περιπολία μας», είπε ο Ρις γελώντας. «Αρκετά λοιπόν για την ‘ήσυχη’ πρώτη περιπολία μας!» πρόσθεσε.
Στο τέλος ενός ακόμα διαδρόμου, δύο φρουροί άνοιξαν μια πόρτα για να περάσουν και πριν προλάβει ν’ ανοιγοκλείσει τα μάτια του, ο Θορ βρέθηκε μέσα στην βασιλική αίθουσα. Εκεί, έπρεπε να βρίσκονταν τουλάχιστον εκατό ιππότες που στέκονταν γύρω σ’ όλη την αίθουσα με τα πανύψηλα ταβάνια και τα πολύχρωμα βιτρό. Ολόγυρα στους τοίχους, υπήρχαν παντού όπλα και πανοπλίες, κρεμασμένα σαν έπαθλα. Βρίσκονταν στην Αίθουσα των Όπλων. Ήταν το μέρος συνάντησης των πιο σπουδαίων ιπποτών, όλων των αντρών του Αργυρού Τάγματος. Η καρδιά του Θορ χτύπαγε δυνατά καθώς εξέταζε προσεκτικά τους τοίχους με τα φημισμένα όπλα και τις πανοπλίες των θρυλικών και ηρωικών ιπποτών. Όλη του τη ζωή άκουγε φήμες γι’ αυτό το μέρος και ήταν όνειρό του μια μέρα να το δει με τα ίδια του τα μάτια. Συνήθως, δεν επιτρέπονταν να μπαίνουν εδώ οι ακόλουθοι – κανείς άλλος εκτός από το Αργυρό Τάγμα.
Και όταν μπήκε, αυτό που τον εξέπληξε ακόμα περισσότερο ήταν πως αληθινοί ιππότες γύρισαν και τον κοίταξαν – αυτόν – απ’ όλα τα σημεία της αίθουσας. Και οι ματιές τους ήταν ματιές θαυμασμού. Ο Θορ δεν είχε δει ποτέ του τόσους πολλούς ιππότες μαζεμένους σε μια αίθουσα και ποτέ του δεν είχε νιώσει τέτοια αποδοχή. Ήταν σαν να περπατούσε μέσα σ’ ένα όνειρο. Πόσο μάλλον που μόλις λίγα λεπτά πριν κοιμόταν ακόμα.
Ο Ρις πρέπει να πρόσεξε την απόλυτη έκπληξη στο πρόσωπο του Θορ.
«Οι καλύτεροι του Αργυρού Τάγματος έχουν συγκεντρωθεί εδώ για να σου απονέμουν φόρο τιμής».
Ο Θορ ένιωσε υπερηφάνεια αλλά και δυσπιστία. «Να τιμήσουν, εμένα; Αλλά, εγώ, δεν έκανα τίποτα».
«Λάθος», ακούστηκε μια φωνή.
Ο Θορ ένιωσε ένα βαρύ χέρι στον ώμο του και γύρισε. Ήταν ο Έρεκ που του χαμογελούσε πλατιά.
«Έχεις δείξει ανδρεία, θάρρος και τιμή πέρα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς από εσένα. Παραλίγο να θυσιάσεις τη ζωή σου για να σώσεις έναν από τους αδελφούς μας. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά που θέλουμε για τους άντρες της Λεγεώνας, αλλά και για τους άντρες του Αργυρού Τάγματος.
«Μου έσωσες τη ζωή», ο Θορ είπε στον Έρεκ. «Αν δεν ήσουν εσύ, το τέρας θα με είχε σκοτώσει. Δεν ξέρω πώς να σ’ ευχαριστήσω».
Ο Έρεκ τον κοίταξε χαμογελώντας.
«Το έχεις ήδη κάνει», του απάντησε. «Θυμάσαι την κονταρομαχία; Τώρα είμαστε πάτσι».
Ο Θορ βάδιζε στον μακρύ διάδρομο προς τον θρόνο του Βασιλιά ΜακΓκιλ που ήταν στο άλλο άκρο της αίθουσας με τον Ρις στη μια πλευρά του και τον Έρεκ στην άλλη. Ένιωθε εκατοντάδες μάτια πάνω του και είχε την αίσθηση ότι όλο αυτό ήταν ένα όνειρο.
Ολόγυρα στον Βασιλιά στέκονταν δεκάδες σύμβουλοί του μαζί με τον γιο του τον Κέντρικ. Καθώς ο Θορ πλησίασε, η καρδιά του γέμισε με υπερηφάνεια. Δεν πίστευε πως μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα θα είχε την τύχη να ξαναμιλήσει με τον Βασιλιά και ότι τόσο σπουδαίοι άντρες είχαν συγκεντρωθεί εκεί για χάρη του.
Έφτασαν μπροστά στο Θρόνο του Βασιλιά. Ο ΜακΓκιλ σηκώθηκε όρθιος, ενώ ένας πνιχτός ψίθυρος ακούστηκε σ’ όλη την αίθουσα. Η σοβαρή έκφραση στο πρόσωπο του ΜακΓκιλ μετατράπηκε σ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Μετά έκανε τρία βήματα μπροστά, και προς μεγάλη έκπληξη του Θορ, τον έσφιξε στην αγκαλιά του.
Δυνατές ζητωκραυγές ακούστηκαν σ’ όλη την αίθουσα.
Μετά, έκανε ένα βήμα πίσω και κρατώντας τον Θορ από τους ώμους, χαμογέλασε πλατιά.
«Προσέφερες εξαιρετική υπηρεσία στη Λεγεώνα», είπε.
«Ένας υπηρέτης έβαλε στο χέρι του Βασιλιά ένα ψηλό ποτήρι που ο Βασιλιάς ύψωσε λέγοντας με την βροντερή φωνή του:
«ΣΤΟ ΘΑΡΡΟΣ!»
«ΣΤΟ ΘΑΡΡΟΣ!» φώναξαν όλοι μαζί οι εκατοντάδες άντρες στην αίθουσα. Ακολούθησε ένας ψίθυρος, και μετά η αίθουσα ησύχασε πάλι.
«Προς τιμή των σημερινών κατορθωμάτων σου…», φώναξε ο Βασιλιάς, «…σου απονέμω ένα εξαιρετικό δώρο».
Ο Βασιλιάς έκανε μια χειρονομία και ένας υπηρέτης πέρασε μπροστά. Φορούσε ένα μακρύ γάντι πανοπλίας πάνω στο οποίο κάθονταν ένα μεγαλοπρεπές γεράκι. Το πουλί γύρισε και κοίταξε τον Θορ – σαν να τον γνώριζε.
Η ανάσα του Θορ κόπηκε εντελώς στη θέα του γερακιού. Ήταν το ίδιο ακριβώς γεράκι που είχε δει στον ύπνο του, με το σώμα του που είχε το χρώμα του ασημιού και την μια μαύρη λωρίδα να κατεβαίνει στο μέτωπό του.
«Το γεράκι είναι το σύμβολο του βασιλείου μας και της Βασιλικής Οικογένειάς μας», είπε ο ΜακΓκιλ με τη βροντερή φωνή του. «Είναι ένα αρπακτικό πουλί, αλλά έχει υπερηφάνεια και τιμή. Είναι ένα πουλί με ικανότητες, αλλά και πονηριά. Είναι πιστό αλλά άγριο και πετάει πιο ψηλά απ’ όλα τα άλλα ζώα. Είναι επίσης ένα ιερό πλάσμα. Λέγεται ότι όποιος έχει στην κατοχή του ένα γεράκι, κατέχεται κι’ αυτός από αυτό. Θα σε οδηγεί σε κάθε σου πορεία. Θα φεύγει μακριά σου, αλλά πάντα θα ξανάρχεται. Τώρα είναι δικό σου».
Ο άντρας που κρατούσε το γεράκι πλησίασε κοντά του και έβαλε ένα βαρύ, αλυσόπλεκτο γάντι που κάλυπτε το χέρι και τον καρπό του Θορ και μετά ακούμπησε επάνω το πουλί. Ο Θορ ένιωσε σαν να ηλεκτρίστηκε μόλις το γεράκι ανέβηκε στο χέρι του. Δεν μπορούσε να κουνηθεί και είχε εκπλαγεί από το πόσο βαρύ ήταν. Ο Θορ αγωνίζονταν να κρατηθεί ακίνητος καθώς το πουλί κουνιόταν ασταμάτητα πάνω στο χέρι του. Ένιωθε τα νύχια του να χώνονται βαθιά μέσα στο αλυσόπλεκτο γάντι, που, ευτυχώς, προστάτευε το χέρι του. Το πουλί γύρισε, τον κοίταξε κατάματα και έκρωξε. Ο Θορ το κοίταξε κι’ αυτός στα μάτια και αισθάνθηκε μια μυστικιστική σχέση μαζί του. Απλά ήξερε ότι θα ήταν μαζί του για όλη του τη ζωή.
«Και πώς θα την ονομάσεις;» ρώτησε ο Βασιλιάς, ενώ έπεσε σιωπή στην αίθουσα.
Ο Θορ βασάνισε το μυαλό του που είχε σχεδόν σταματήσει να δουλεύει.
Προσπάθησε να σκεφτεί γρήγορα. Έφερε στο μυαλό του όσα ονόματα ήξερε από διάσημους πολεμιστές του βασιλείου. Γύρισε τη ματιά του και είδε τις επιγραφές στου τοίχους με ονόματα μαχών και τοποθεσιών του βασιλείου. Τα μάτια του έπεσαν σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Ήταν ένα μέρος μέσα στο Δακτυλίδι, ένα μέρος που δεν είχε πάει ποτέ, αλλά πάντα άκουγε ότι ήταν ένα ισχυρό, μυστικιστικό μέρος. Το όνομα του φάνηκε κατάλληλο.
«Θα την ονομάσω Εστοφελή», είπε ο Θορ δυνατά.
«Εστοφελή!» φώναξε και το πλήθος που φαίνονταν ευχαριστημένο με το όνομα.
Και σαν να απαντούσε, το γεράκι έκρωξε για άλλη μια φορά.
Ξαφνικά η Εστοφελή, χτύπησε τα φτερά της και ανοίγοντάς τα πέταξε ψηλά ως την κορυφή του πανύψηλου ταβανιού και βγήκε έξω από ένα ανοιχτό παράθυρο. Ο Θορ την κοίταζε καθώς έφευγε.
«Μην ανησυχείς..», του είπε ο άντρας που είχε φέρει μέσα το γεράκι, «…θα επιστρέφει πάντα σε σένα».
Ο Θορ γύρισε και κοίταξε τον Βασιλιά. Ποτέ δεν του είχαν δώσει δώρο στη ζωή του, πόσο μάλλον ένα τόσο σπουδαίο δώρο. Δεν ήξερε τι να πει, πώς να τον ευχαριστήσει. Ήταν πολύ συγκινημένος.
«Βασιλιά μου», είπε, σκύβοντας το κεφάλι του. «Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω».
«Το έχεις κάνει ήδη», είπε ο ΜακΓκιλ.
Το πλήθος ζητωκραύγασε για άλλη μια φορά και η ένταση στο δωμάτιο εξαφανίστηκε. Μια ζωηρή συζήτηση άρχισε ανάμεσα στους άντρες και πολλοί ιππότες πλησίασαν τον Θορ που δεν ήξερε που να πρωτοκοιτάξει.
«Αυτός είναι ο Άλγκοντ, από την Ανατολική Επαρχία», είπε ο Ρις, και τον σύστησε σε έναν από αυτούς.
«Και αυτός είναι ο Καμέρα, από τους Χαμηλούς Βάλτους.... και αυτός ο Μπάσικολντ από τα Βόρεια Οχυρά…»
Σύντομα τα ονόματα μπερδεύτηκαν στο μυαλό του Θορ που δεν μπορούσε να πιστέψει ότι όλοι αυτοί οι ιππότες ήθελαν να τον γνωρίσουν. Ποτέ δεν είχε αισθανθεί τόση αποδοχή και τόση τιμή στη ζωή του, ενώ ταυτόχρονα ένιωθε ότι δεν θα ξαναζούσε ποτέ μια τέτοια μέρα. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που είχε την αίσθηση ότι αξίζει.
Αλλά δεν μπορούσε να ξεχάσει και την Εστοφελή.
Καθώς ο Θορ γυρνούσε προς κάθε κατεύθυνση, χαιρετώντας ανθρώπους που τα ονόματά τους δεν μπορούσε να συγκρατήσει, ένας αγγελιοφόρος τον πλησίασε βιαστικά περνώντας μέσα από το πλήθος των ιπποτών. Κρατούσε ένα μικρό πάπυρο τυλιγμένο σε ρολό και τον έβαλε στο χέρι του Θορ.
Ο Θορ το ξετύλιξε και διάβασε τα όμορφα λεπτεπίλεπτα γράμματα:
Συνάντησέ με στην πίσω αυλή. Πίσω από την πύλη.
Ο Θορ μπορούσε να μυρίσει το λεπτό άρωμα που αναδύονταν από τον ροζ πάπυρο και προσπάθησε να καταλάβει από ποιον ήταν. Δεν είχε υπογραφή.
Ο Ρις έσκυψε πάνω από τον ώμο του, το διάβασε και γέλασε.
«Φαίνεται ότι έχεις αρχίσει να αρέσεις στην αδελφή μου», του είπε χαμογελώντας. «Εγώ στη θέση σου θα πήγαινα. Δεν της αρέσει να την κάνουν να περιμένει».
Ο Θορ αισθάνθηκε πως έγινε κατακόκκινος.
«Η πίσω αυλή είναι μόλις περάσεις από αυτήν εδώ την πύλη. Βιάσου. Είναι γνωστό ότι αλλάζει γνώμη εύκολα». Κοίταξε τον Ρις που συνέχισε να του χαμογελά. «Και θα μου άρεσε πολύ να σε έχω στην οικογένειά μου».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19
Ο Θορ προσπάθησε να ακολουθήσει τις οδηγίες του Ρις καθώς στριφογύριζε για να βρει το σωστό δρόμο μέσα στο κάστρο που ήταν γεμάτο κόσμο, αλλά δεν ήταν εύκολο. Υπήρχαν πολλά δρομάκια και στροφές, πολλές κρυφές πίσω πόρτες και πολλοί διάδρομοι που φαίνονταν ότι οδηγούσαν και πάλι σε άλλους διαδρόμους.
Στο μυαλό του έφερνε ξανά και ξανά τις οδηγίες του Ρις και καθώς κατέβηκε άλλη μια μικρή σκάλα, έστριψε σε άλλον ένα διάδρομο και τελικά σταμάτησε μπροστά σε μια αψιδωτή πόρτα με κόκκινο πόμολο – αυτή που του είχε περιγράψει ο Ρις – και την έσπρωξε για να ανοίξει.
Βγήκε βιαστικά έξω και τον θάμπωσε το δυνατό φως του ήλιου της καλοκαιρινής ημέρας. Ένιωσε όμορφα που ήταν στον καθαρό αέρα, έξω από την κλεισούρα του κάστρου, και στο φως του ήλιου που έλουζε το πρόσωπό του. Μισόκλεισε τα μάτια του για να αντέχουν στο δυνατό φως και κοίταξε γύρω του. Μπροστά του απλώνονταν οι βασιλικοί κήποι, τόσο μακριά όσο έφτανε η ματιά του. Έβλεπε φράχτες από όμορφα κουρεμένους θάμνους σε διάφορα σχήματα να δημιουργούν ίσιες σειρές, ενώ στριφογυριστά μονοπάτια βρίσκονταν ανάμεσά τους. Υπήρχαν σιντριβάνια, ασυνήθιστα δέντρα, περιβόλια με ώριμα καλοκαιρινά φρούτα και εκτάσεις με λουλούδια κάθε μεγέθους, σχήματος και χρώματος. Το θέαμα του έκοψε την ανάσα. Ήταν σαν να περπατούσε μέσα σε έναν πίνακα ζωγραφικής.
Ο Θορ κοίταξε παντού για κάποιο ίχνος της Γκουέντολιν με την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. Η πίσω αυλή ήταν άδεια και ο Θορ υπέθεσε ότι αυτή ήταν χώρος μόνο για την βασιλική οικογένεια, μακριά από τη δημόσια θέα, και προστατευμένος με ψηλούς πέτρινους τοίχους. Παρ’ όλα αυτά, κοίταξε παντού αλλά δεν μπόρεσε να την βρει.
Αναρωτήθηκε αν όλο αυτό ήταν μια φάρσα. Που πιθανόν ήταν. Πιθανόν να ήθελε να αστειευτεί μαζί του, με έναν απλό χωριάτη, έτσι για να διασκεδάσει εις βάρος του. Στο κάτω κάτω, πώς θα μπορούσε κάποια της δικής της κοινωνικής τάξης να ενδιαφερόταν γι’ αυτόν;
Ο Θορ έσκυψε και διάβασε ξανά το σημείωμα. Μετά το ξανατύλιξε γεμάτος ντροπή. Του έκαναν πλάκα. Τι ανόητος που ήταν να έχει τόσο μεγάλες ελπίδες. Ένιωθε βαθιά πληγωμένος.
Ο Θορ γύρισε και ετοιμάστηκε να ξαναμπεί μέσα στο κάστρο με σκυφτό το κεφάλι. Μόλις έφτασε στην πόρτα, άκουσε μια φωνή σαν καμπανούλα.
«Πού νομίζεις ότι πας εσύ; είπε χαρούμενα η φωνή. Ακουγόταν σαν κελάηδημα πουλιού.
Ο Θορ αναρωτήθηκε αν ήταν η φαντασία του. Κοίταξε ολόγυρά του, και τότε την είδε να κάθεται στην σκιά κάτω από έναν τοίχο του κάστρου. Του χαμογέλασε, ντυμένη με τα καλύτερα βασιλικά της ρούχα που είχαν πολλές πτυχές από άσπρο σατέν και ροζ δαντέλα στις άκρες. Φαινόταν ακόμα πιο όμορφη απ’ ό,τι την θυμόταν.
Ήταν εκείνη. Η Γκουέντολιν. Το κορίτσι που ονειρευόταν από τη στιγμή που την είχε γνωρίσει, με τα γαλάζια αμυγδαλωτά της μάτια, τα μακριά κόκκινα μαλλιά και με ένα χαμόγελο που του φώτιζε την καρδιά. Φορούσε ένα μεγάλο άσπρο και ροζ καπέλο, που σκίαζε το πρόσωπό της, αλλά κάτω απ’ αυτό τα μάτια της έλαμπαν. Για μια στιγμή αισθάνθηκε την ανάγκη να γυρίσει να κοιτάξει πίσω μήπως στεκόταν και κάποιος άλλος πίσω του.
«Ε..χμ..», άρχισε ο Θορ. «Δεν… ξέρω… χμ… πήγαινα μέσα».
Για άλλη μια φορά ένιωθε σαστισμένος μπροστά της. Του ήταν σχεδόν ακατόρθωτο να συγκεντρώσει τις σκέψεις του και να τις εκφράσει.
Εκείνη γέλασε και ήταν ο πιο όμορφος ήχος που είχε ακούσει στη ζωή του.
«Και γιατί να ξαναμπείς μέσα;» ρώτησε με παιχνιδιάρικη διάθεση. «Μόλις ήρθες».
Ο Θορ τα είχε εντελώς χαμένα και η γλώσσα του είχε δεθεί κόμπος.
«Δεν… δεν… μπορούσα να σε βρω», της είπε αμήχανα.
Εκείνη γέλασε ξανά.
«Λοιπόν, νάμαι. Δεν θα έρθεις να μου δώσεις το χέρι σου να σηκωθώ;»
Άπλωσε το ένα χέρι της προς το μέρος του. Ο Θορ έτρεξε, έσκυψε ελαφρά, άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό της. Ηλεκτρίστηκε από το άγγιγμα του δέρματός της. Αυτό το απαλό, μαλακό και αδύναμο χεράκι ταίριαζε τέλεια μέσα στο δικό του. Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε. Για μια στιγμή άφησε το χέρι της να μείνει μέσα στο δικό του και μετά σηκώθηκε. Του άρεσε η αφή από τα ακροδάχτυλά της μέσα στην παλάμη του και ήλπιζε να μην τράβαγε το χέρι της ποτέ.
Τράβηξε το χέρι της και μετά πέρασε το μπράτσο της μέσα από το δικό του και τον έπιασε αγκαζέ. Πηγαίνοντας ελαφρά μπροστά από εκείνον, του έδειχνε το δρόμο μέσα στα στριφογυριστά μονοπάτια του κήπου. Πέρασαν από ένα μικρό πλακόστρωτο μονοπάτι και σύντομα βρέθηκαν μέσα σ’ ένα λαβύρινθο από θάμνους που τους προστάτευε από την θέα οποιουδήποτε ήταν απ’ έξω.
Ο Θορ ένιωθε νευρικότητα. Ίσως έβρισκε τον μπελά του που αυτός, ένας κοινός θνητός, περπατούσε έτσι με την κόρη του Βασιλιά. Ένιωσε τον ιδρώτα να σχηματίζεται στο μέτωπό του και δεν ήξερε αν ήταν από τη ζέστη ή από το άγγιγμά της.
Δεν ήξερε τι να πει.
«Έχεις ταράξει τα νερά εδώ, ε…;» του είπε χαμογελώντας. Ο Θορ της ήταν ευγνώμων που είχε σπάσει την άχαρη σιωπή.
Ο Θορ ανασήκωσε τους ώμους του. «Συγγνώμη. Δεν το ήθελα».
Η Γκουέντολιν γέλασε. «Και γιατί δεν το ήθελες; Δεν είναι καλό να ταράζεις τα νερά;»
Ο Θορ είχε μπλοκάρει. Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Φαίνονταν ότι πάντα έλεγε το λάθος πράγμα.
«Ούτως ή άλλως, αυτό το μέρος είναι τόσο συντηρητικό και βαρετό», του είπε. «Είναι καλό να έχουμε ένα νεοφερμένο. Ο πατέρας μου φαίνεται ότι σε συμπαθεί αρκετά. Το ίδιο και ο αδελφός μου».
«Ε.. ευχαριστώ», απάντησε ο Θορ.
Μέσα του ένιωθε σαν να πέθαινε και κατηγορούσε τον εαυτό του που δεν μιλούσε περισσότερο. Απλά δεν ήξερε τι να πει.
«Σου..», άρχισε, και έψαχνε στο μυαλό του να βρει κάτι σωστό να πει, «… σου αρέσει εδώ;»
Η Γκουέντολιν έγειρε λίγο προς τα πίσω και άρχισε να γελάει.
«Αν μου αρέσει εδώ;» τον ρώτησε. «Ελπίζω πως ναι. Εδώ μένω!»
Εκείνη ξαναγέλασε και ο Θορ ένιωσε να κοκκινίζει. Καταλάβαινε ότι τα είχε κάνει σαλάτα. Αλλά δεν είχε μεγαλώσει μαζί με κορίτσια, δεν είχε ποτέ του κορίτσι στο χωριό, και τώρα απλά δεν ήξερε τι να της πει. Τι να την ρωτούσε; «Από πού είσαι;» Ήδη ήξερε από που ήταν. Άρχισε να αναρωτιέται γιατί εκείνη ασχολούνταν μαζί του – ήταν μόνο γιατί ήθελε να διασκεδάσει;
«Γιατί σου αρέσω;» τη ρώτησε.
Τον κοίταξε και έκανε έναν αστείο ήχο.
«Είσαι θρασύς», του είπε με ένα σιγανό γέλιο. «Ποιος σου είπε ότι μου αρέσεις;» τον ρώτησε με ένα τεράστιο χαμόγελο. Ήταν φανερό. Ό,τι κι’ αν έλεγε της φαίνονταν αστείο.
Ο Θορ κατάλαβε ότι είχε μπει σε μπελάδες.
«Συγγνώμη. Δεν ήθελα να πω αυτό. Απλά αναρωτιόμουν. Εννοώ… ε.... ξέρω πως δεν σου αρέσω».
Τώρα εκείνη γέλασε περισσότερο.
«Είσαι διασκεδαστικός. Αυτό πρέπει να σου το αναγνωρίσω. Υποθέτω πως δεν είχες ποτέ σου κορίτσι, είχες;»
Ο Θορ χαμήλωσε το βλέμμα του και κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. Ντρεπόταν πολύ.
«Υποθέτω ότι δεν έχεις ούτε αδελφές», συνέχισε.
Ο Θορ ξανακούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
«Έχω τρεις αδελφούς», της είπε. Τελικά, είχε καταφέρει να πει κάτι φυσιολογικό.
«Αλήθεια;» τον ρώτησε. «Και πού είναι; Στο χωριό σου;»
Ο Θορ κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, είναι εδώ, στη Λεγεώνα, μαζί μου».
«Λοιπόν, αυτό πρέπει να σου δίνει κουράγιο».
Ο Θορ έγνεψε αρνητικά.
«Όχι, δεν με συμπαθούν. Θα ήθελαν να μη ήμουν εδώ».
Ήταν η πρώτη φορά που σταμάτησε να χαμογελάει.
«Και γιατί δεν σε συμπαθούν;» τον ρώτησε σοκαρισμένη. «Τα ίδια σου τα αδέλφια;»
Ο Θορ ανασήκωσε τους ώμους του. «Μακάρι να ήξερα».
Για λίγο, συνέχισαν να περπατάνε σιωπηλά. Ξαφνικά ο Θορ αισθάνθηκε ότι είχε καταστρέψει την χαρούμενη διάθεσή τους.
«Αλλά μην ανησυχείς, δεν με ενοχλεί. Έτσι ήταν πάντα. Η αλήθεια είναι πως έχω βρει καλούς φίλους εδώ. Τους καλύτερους φίλους που είχα ποτέ».
«Το αδελφό μου, τον Ρις;» ρώτησε.
Ο Θορ έγνεψε καταφατικά.
«Ο Ρις είναι καλό παιδί», του είπε. «Κατά κάποιον τρόπο είναι ο αγαπημένος μου. Εγώ, ξέρεις, έχω τέσσερις αδελφούς. Οι τρεις είναι αληθινοί, ο ένας όχι. Ο πιο μεγάλος είναι γιος του μπαμπά μου από μια άλλη γυναίκα. Είναι ετεροθαλής αδελφός μου. Ο Κέντρικ, τον ξέρεις;»
Ο Θορ έγνεψε καταφατικά. «Του είμαι πολύ υποχρεωμένος. Χάρη σ’ αυτόν μπήκα στη Λεγεώνα. Είναι σπουδαίος άνθρωπος».
«Είναι αλήθεια. Είναι ένας από τους καλύτερους ανθρώπους σ’ ολόκληρο το βασίλειο. Τον αγαπάω σαν αληθινό μου αδελφό. Και μετά είναι ο Ρις που τον αγαπάω εξ ίσου. Οι άλλοι δύο… λοιπόν… Ξέρεις πως είναι οι οικογένειες. Δεν τα πας καλά με όλους. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς γίνεται να είμαστε παιδιά των ίδιων ανθρώπων».
Τώρα ο Θορ ένιωσε την περιέργεια του να αυξάνεται. Ήθελε να μάθει ποιοι ήταν, τι σχέση της μαζί τους και γιατί δεν ήταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον. Ήθελε να την ρωτήσει, αλλά δεν ήθελε να γίνει αδιάκριτος. Αλλά ούτε κι’ αυτή φαινόταν ότι ήθελε να μείνει σ’ αυτό. Φαινόταν χαρούμενος άνθρωπος, άνθρωπος που ήθελε να ασχολείται με χαρούμενα πράγματα.
Καθώς το μονοπάτι μέσα στο λαβύρινθο έφτασε στο τέλος του, μπήκαν σε έναν άλλο κήπο όπου το χορτάρι ήταν τέλεια κομμένο και με πολλά όμορφα σχέδια. Έμοιαζε σαν ένα μεγάλο ταμπλό για παιχνίδια που απλώνονταν τουλάχιστον δεκαπέντε μέτρα προς κάθε κατεύθυνση. Παντού είχε διάσπαρτα τεράστια ξύλινα πιόνια που ήταν πιο ψηλά από τον Θορ.
Η Γκουέν τον ρώτησε χαρούμενα: «Παίζεις;»
«Τι είναι;» την ρώτησε.
Γύρισε και τον κοίταξε και τα μάτια της άνοιξαν με έκπληξη.
«Δεν έχεις παίξει ποτέ σου Ρακς;» τον ρώτησε.
Ο Θορ ντράπηκε και έγνεψε αρνητικά, νιώθοντας πιο χωριάτης από ποτέ.
«Είναι το πιο ωραίο παιχνίδι!» αναφώνησε η Γκουέν.
Τον έπιασε και από τα δύο χέρια και τον τράβηξε στο ταμπλό. Χοροπηδούσε από την χαρά της και ο Θορ δεν μπορούσε παρά να χαμογελάσει κι’ αυτός. Περισσότερο απ’ οτιδήποτε, περισσότερο από αυτό το ταμπλό και απ’ το όμορφο μέρος ήταν το άγγιγμα των χεριών της που τον ηλέκτριζε. Η αίσθηση ότι τον ήθελε. Ότι τον ήθελε να είναι μαζί της. Ήθελε να περάσει χρόνο μαζί του. Γιατί κάποιος να νοιαστεί γι’ αυτόν; Ειδικά αν αυτός ο κάποιος ήταν σαν την Γκουέντολιν; Ακόμα ένιωθε ότι όλα αυτά ήταν σαν ένα όνειρο.
«Στάσου εκεί πέρα», του είπε. «Πίσω από εκείνο το πιόνι. Πρέπει να το μετακινήσεις, αλλά έχεις μόνο δέκα δευτερόλεπτα για να το κάνεις».
«Τι εννοείς να το μετακινήσω;» τη ρώτησε ο Θορ.
«Διάλεξε μια κατεύθυνση, γρήγορα!» του φώναξε.
Ο Θορ σήκωσε το τεράστιο ξύλινο πιόνι, έκπληκτος από το βάρος του. Το μετέφερε αρκετά βήματα και το έβαλε σ’ ένα άλλο τετράγωνο.
Χωρίς να διστάσει, η Γκουέν, έσπρωξε το δικό της. Αυτό έπεσε πάνω στο πιόνι του Θορ και το έριξε κάτω.
Άρχισε να φωνάζει με ενθουσιασμό.
«Αυτή ήταν κακή κίνηση!» του είπε. «Μπήκες στον δρόμο μου! Έχασες!»
Ο Θορ κοίταξε τα δύο πιόνια στο έδαφος, προβληματισμένος. Δεν μπορούσε να καταλάβει καθόλου το παιχνίδι.
Εκείνη γέλασε, τον έπιασε από το μπράτσο και συνέχισε να τον οδηγεί στα μονοπάτια του κήπου.
«Μην ανησυχείς, θα σε μάθω εγώ», του είπε.
Τα λόγια της έκαναν την καρδιά του να πετάει. Θα τον μάθαινε εκείνη. Ήθελε να τον ξαναδεί. Να περάσει χρόνο μαζί του. Μήπως τα φανταζόταν όλα αυτά;
«Πες μου, λοιπόν, τι λες γι’ αυτό το μέρος;» τον ρώτησε καθώς τον οδηγούσε σε μια άλλη σειρά λαβυρίνθων. Αυτός εδώ ήταν διακοσμημένος με λουλούδια που ήταν δυόμισι μέτρα σε ύψος, με έντονα χρώματα και με παράξενα έντομα να πετάνε πάνω στις κορυφές τους.
«Είναι το πιο όμορφο μέρος που έχω δει», της απάντησε με ειλικρίνεια ο Θορ.
«Και εσύ γιατί ήθελες να γίνεις μέλος της Λεγεώνας;»
«Ήταν το μόνο πράγμα που ονειρευόμουν πάντα», της απάντησε.
«Αλλά γιατί;» συνέχισε την ερώτησή της. «Επειδή ήθελες να υπηρετήσεις τον πατέρα μου;»
Ο Θορ σκέφτηκε αρκετά αυτή την ερώτηση. Ποτέ, στ’ αλήθεια, δεν είχε αναρωτηθεί γιατί – ήταν πάντα μια επιθυμία του.
«Ναι», της απάντησε. «Τον Πατέρα σου και το Δακτυλίδι».
«Έχεις σκεφτεί και για την ζωή σου;» τον ρώτησε. «Δεν θέλεις να κάνεις οικογένεια; Να αποκτήσεις γη; Σύζυγο;»
Σταμάτησε και τον κοίταξε. Ένιωσε σαστισμένος και αδύναμος. Ποτέ του δεν είχε σκεφτεί αυτά τα πράγματα πιο πριν και πραγματικά δεν ήξερε τι να απαντήσει. Τα μάτια της άστραφταν καθώς τον κοίταζε.
«Χμ… δεν… δεν ξέρω. Ποτέ μου δεν έχω σκεφτεί κάτι τέτοιο».
«Και τι λέει η μητέρα σου για όλα αυτά;» τον ρώτησε παιχνιδιάρικα.
Το χαμόγελο του Θορ έσβησε.
«Δεν έχω μητέρα», της είπε.
Τώρα ήταν η σειρά της να πάψει να χαμογελά.
«Τι της συνέβη;» τον ρώτησε.
Ο Θορ ήταν έτοιμος να της απαντήσει, να της πει τα πάντα. Θα ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που θα μιλούσε με κάποιον για την μητέρα του. Και το πιο τρελό ήταν ότι ήθελε να μιλήσει. Ήθελε απελπισμένα να ανοίξει την καρδιά του, σ’ αυτή την άγνωστη, και να της πει για τα πιο βαθιά συναισθήματά του.
Αλλά καθώς άνοιξε το στόμα του για να της μιλήσει, μια άγρια φωνή ακούστηκε από το πουθενά.
«Γκουέντολιν!» τσίριξε η φωνή.
Γύρισαν και οι δύο και είδαν την μητέρα της, την Βασίλισσα, ντυμένη με τα καλά της και συνοδευόμενη από τις υπηρέτριές της να κατευθύνεται προς την κόρη της. Το πρόσωπό της είχε αλλάξει χρώμα από τον θυμό της.
Η Βασίλισσα πλησίασε την Γκουέν, την άρπαξε θυμωμένα από το μπράτσο και την τράβηξε μακριά.
«Μπες μέσα τώρα. Τι σου είπα; Δεν θέλω να του ξαναμιλήσεις, ποτέ! Με καταλαβαίνεις;»
Το πρόσωπο της Γκουέντολιν έγινε κατακόκκινο και άλλαξε όψη από θυμό και υπερηφάνεια.
«Άσε με!» φώναξε στην μητέρα της. Έριξε μια ματιά στον Θορ – μια ματιά λύπης, απελπισίας και ικεσίας.
Ο Θορ καταλάβαινε το συναίσθημα. Το είχε νιώσει και ο ίδιος. Ήθελε να της φωνάξει και ένιωθε την καρδιά του να ραγίζει καθώς την έβλεπε να την σέρνουν μακριά του. Ήταν σαν να έβλεπε μια μελλοντική ζωή να απομακρύνεται ακριβώς μπροστά στα μάτια του.
Έμεινε εκεί στο ίδιο σημείο πολλή ώρα αφού εκείνη είχε εξαφανιστεί από τα μάτια του. Είχε καρφωμένο το βλέμμα του στο κενό, τα πόδια του ήταν σαν να είχαν ριζώσει στο ίδιο σημείο και η ανάσα του είχε κοπεί. Δεν ήθελε να φύγει, δεν ήθελε να τα ξεχάσει όλα αυτά.
Αλλά πάνω απ’ όλα δεν ήθελε με τίποτα να φανταστεί ότι δεν θα την ξανάβλεπε.
*
Καθώς ο Θορ περπατούσε αργά για να επιστρέψει στο κάστρο, ζαλισμένος ακόμα από την συνάντησή του με την Γκουέν, δεν είχε επαφή με το περιβάλλον γύρω του. Το μυαλό του ήταν απορροφημένο στις σκέψεις για εκείνη και δεν μπορούσε να σταματήσει να βλέπει το πρόσωπό της μπροστά του. Ήταν υπέροχη. Το πιο όμορφο και ευγενικό, γλυκό, αξιαγάπητο κι’ αστείο άτομο που είχε γνωρίσει στη ζωή του. Ήθελε να την ξαναδεί. Στην πραγματικότητα ένιωθε πόνο με την απουσία της. Δεν μπορούσε να καταλάβει τα συναισθήματά του για εκείνη, και αυτό τον τρόμαζε. Σχεδόν δεν την ήξερε, όμως ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνη.
Όμως, ταυτόχρονα σκεφτόταν και την Βασίλισσα που την τράβαγε μακριά του και ένιωσε ένα κενό στο στομάχι του όταν αναλογίστηκε πόσο ισχυρές ήταν οι δυνάμεις που στέκονταν ανάμεσά τους. Δυνάμεις, που για κάποιο λόγο, δεν τους ήθελαν μαζί.
Καθώς προσπαθούσε να βγάλει ένα συμπέρασμα για όλα αυτά, ένιωσε ξαφνικά ένα τεντωμένο χέρι να τον ακουμπά στο στήθος και να τον σταματάει επί τόπου.
Σήκωσε το βλέμμα του και είδε ένα αγόρι, ίσως ένα ή δύο χρόνια πιο μεγάλο απ’ αυτόν, ψηλό και αδύνατο, και ντυμένο με τα πιο ακριβά ρούχα που είχε δει ποτέ του – ολομέταξα με χρώματα όπως το πράσινο, το βασιλικό πορφυρό και το βαθυκόκκινο. Φορούσε επίσης ένα περίτεχνο καπέλο με φτερά και τον κοίταζε με μια υποτιμητική γκριμάτσα. Ήταν ένα αγόρι που φαινόταν λεπτεπίλεπτο και καλομαθημένο – σαν να είχε μεγαλώσει μέσα στην πολυτέλεια, με απαλά χέρια και σηκωμένα φρύδια που τον κοίταζε με περιφρόνηση.
«Ονομάζομαι Άλτον», άρχισε να λέει. «Είμαι ο γιος του Λόρδου Άλτον, του πρώτου εξαδέλφου του Βασιλιά. Είμαστε λόρδοι σ’ αυτό το βασίλειο για επτά αιώνες – πράγμα που μου δίνει το δικαίωμα να γίνω Δούκας. Εσύ, αντιθέτως, είσαι ένας κοινός θνητός», είπε και ο τρόπος που είπε τις λέξεις ήταν σαν να έφτυνε. «Η βασιλική αυλή είναι για τα μέλη της βασιλική οικογένειας. Και για όσους έχουν τίτλο ευγενείας. Όχι για ανθρώπους της δικής σου τάξης».
Ο Θορ στέκονταν εκεί, μην έχοντας την παραμικρή ιδέα για το ποιο ήταν αυτό το αγόρι και τι κακό είχε κάνει για να τον αναστατώσει τόσο πολύ.
«Τι θέλεις από εμένα;» ρώτησε ο Θορ.
Ο Άλτον γέλασε ειρωνικά.
«Φυσικά και δεν ξέρεις. Εσύ πιθανόν δεν ξέρεις τίποτα, ε..; Πώς τολμάς να μπαίνεις εδώ μέσα και να προσποιείσαι ότι είσαι ένας από εμάς;» του πέταξε κατάμουτρα.
«Δεν προσποιούμαι τίποτα», είπε ο Θορ.
«Λοιπόν, δεν με νοιάζει ποιο κύμα σ’ έφερε εδώ πέρα. Απλά θέλω να σε προειδοποιήσω, πριν βάλεις κι’ άλλες φαντασιώσεις στο μυαλό σου, ότι η Γκουέντολιν είναι δική μου.
Ο Θορ τον κοίταξε σοκαρισμένος. Δική του; Δεν ήξερε τι να πει.
«Ο γάμος μας έχει κανονιστεί από τότε που γεννηθήκαμε», συνέχισε ο Άλτον. «Είμαστε της ίδιας ηλικίας και της ίδιας κοινωνικής τάξης. Τα σχέδια έχουν ήδη ξεκινήσει. Μην τολμήσεις να σκεφτείς, ούτε για μια στιγμή, ότι κάτι θα γίνει διαφορετικά απ’ ό,τι σχεδιάστηκε.
Ο Θορ ένιωσε σαν να τον είχε πετάξει κάτω ένας δυνατός άνεμος – δεν είχε δύναμη ούτε για να απαντήσει.
Ο Άλτον έκανε άλλο ένα βήμα και τον πλησίασε, ενώ συνέχισε να τον κοιτάζει περιφρονητικά.
«Όπως καταλαβαίνεις..», είπε με απαλή φωνή, «…εγώ επιτρέπω στην Γκουέντολιν να έχει φλερτ. Και έχει πολλά. Κάθε λίγο και λιγάκι, λυπάται κάποιον υπήκοο ή κάποιον υπηρέτη. Τους αφήνει να γίνουν η διασκέδασή της, η ψυχαγωγία της. Εσύ μπορεί να έβγαλες το συμπέρασμα ότι είσαι κάτι περισσότερο. Αλλά έτσι είναι η Γκουέν. Απλά είσαι κι’ εσύ άλλη μια γνωριμία, άλλη μια διασκέδαση. Κάνει συλλογή, όπως και με τις κούκλες της. Αυτά τα άτομα δεν έχουν καμία σημασία για εκείνη. Ενθουσιάζεται από έναν νεοφερμένο κοινό θνητό και μετά από μια δύο μέρες βαριέται. Κι’ εσένα θα σε βαρεθεί το ίδιο γρήγορα. Στην πραγματικότητα, εσύ δεν σημαίνεις τίποτα γι’ αυτήν. Και ως το τέλος του χρόνου θα παντρευτούμε. Για πάντα.
Τα μάτια του Άλτον είχαν γουρλώσει και έδειχναν την άγρια αποφασιστικότητά του.
Ο Θορ ένιωσε την καρδιά του να γίνεται χίλια κομμάτια με τα λόγια του Άλτον. Ήταν αλήθεια; Πράγματι δεν σήμαινε τίποτα για την Γκουέν; Τώρα είχε μπερδευτεί – δεν ήξερε τι να πιστέψει. Εκείνη του φαίνονταν τόσο ειλικρινής. Αλλά μήπως είχε βγάλει λάθος συμπέρασμα;
«Λες ψέματα», του είπε τελικά ο Θορ.
Ο Άλτον γέλασε ειρωνικά και μετά σήκωσε το δάκτυλό του, ένα περιποιημένο δάκτυλο, και το κάρφωσε στο στήθος του Θορ.
«Αν σε ξαναδώ κοντά της, θα χρησιμοποιήσω την εξουσία μου και θα καλέσω την βασιλική φρουρά. Κι’ εκείνοι θα σε βάλουν φυλακή.
«Με ποια κατηγορία;» ρώτησε ο Θορ.
«Δεν χρειάζομαι κατηγορία. Εγώ έχω τίτλο ευγενείας. Θα επινοήσω κάτι, και οι φρουροί θα πιστέψουν εμένα. Και μέχρι να τελειώσω τις συκοφαντίες μου για εσένα, το μισό βασίλειο θα έχει πιστέψει ότι είσαι εγκληματίας».
Ο Άλτον χαμογέλασε με αυταρέσκεια. Ο Θορ ένιωσε αηδία.
«Δεν έχεις όμως τιμή», είπε ο Θορ μην μπορώντας να καταλάβει πώς κάποιος θα μπορούσε να κάνει κάτι τόσο αισχρό.
Ο Άλτον γέλασε με ένα τσιριχτό γέλιο.
«Ποτέ μου δεν είχα» του είπε. «Η τιμή είναι για τους ανόητους. Εγώ έχω ό,τι θέλω. Εσύ κράτα την τιμή σου. Και εγώ θα πάρω την Γκουέντολιν».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20
Ο Θορ πέρασε μαζί με τον Ρις κάτω από την αψιδωτή πύλη της Αυλής του Βασιλιά για να βγουν έξω στον επαρχιακό δρόμο που οδηγούσε στους στρατώνες της Λεγεώνας. Οι φρουροί στάθηκαν σε στάση προσοχής μόλις πέρασαν μπροστά τους και ο Θορ αισθάνθηκε ότι τώρα πια ανήκε εδώ – δεν ήταν πια ένας ξένος. Στο μυαλό του ήρθε η σκηνή που ένας φρουρός τον είχε κυνηγήσει για να τον διώξει μόλις μερικές μέρες πριν. Πόσα πράγματα είχαν αλλάξει, και πόσο γρήγορα.
Ο Θορ άκουσε μια κραυγή πουλιού, και σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό, είδε την Εστοφελή να κάνει κύκλους και να τους κοιτάζει. Μετά, έκανε μια βουτιά, και ο Θορ, ενθουσιασμένος, άπλωσε το χέρι του που ακόμα φορούσε το μεταλλικό γάντι. Όμως το γεράκι υψώθηκε ξανά και έφυγε μακριά, ανεβαίνοντας όλο και ψηλότερα, αν και ποτέ δεν χάθηκε από τα μάτια τους. Ο Θορ το θαύμαζε. Ήταν ένα μυστικιστικό ζώο και ένιωθε έναν έντονο δεσμό μαζί του, κάτι που ήταν δύσκολο να εξηγήσει.
Ο Θορ και ο Ρις συνέχισαν να περπατάνε με γρήγορο βήμα προς τους στρατώνες χωρίς να μιλάνε. Ο Θορ ήξερε ότι τα αδέλφια του θα τον περίμεναν και αναρωτιόταν τι υποδοχή θα του επιφύλασσαν. Θα ήταν φθόνος, ζήλια; Θα ήταν θυμωμένοι που είχε τραβήξει επάνω του όλη την προσοχή; Θα τον κορόιδευαν που τον είχαν κουβαλήσει αναίσθητο από το φαράγγι; Ή μήπως τελικά τον αποδέχονταν;
Ο Θορ ήλπιζε ότι θα συνέβαινε το τελευταίο. Είχε κουραστεί να παλεύει με την υπόλοιπη Λεγεώνα, και αυτό που ήθελε πάνω απ’ όλα, ήταν να γίνει αποδεκτός σαν ένας από αυτούς.
Οι στρατώνες φάνηκαν στο βάθος, αλλά το μυαλό του Θορ ήταν τώρα απορροφημένο σε μια άλλη σκέψη.
Στην Γκουέντολιν.
Ο Θορ δεν ήξερε πόση συζήτηση μπορούσε να κάνει με τον Ρις γι’ αυτό το θέμα, δεδομένου ότι επρόκειτο για την αδελφή του. Αλλά δεν μπορούσε να την βγάλει από το μυαλό του. Επίσης, δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται την συνάντησή του με τον απειλητικό Άλτον από την βασιλική οικογένεια και πόσα από αυτά που του είπε ήταν αλήθεια. Ένα μέρος του εαυτού του φοβόταν να κάνει αυτή τη συζήτηση με τον Ρις γιατί δεν ήθελε με κανένα τρόπο να τον αναστατώσει, αλλά δεν ήθελε και να ρισκάρει να χάσει τον καινούργιο του φίλο λόγω της αδελφής του. Αλλά ένα άλλο μέρος του εαυτού του ήθελε να πάρει τη γνώμη του.
«Ποιος είναι ο Άλτον;” ρώτησε τελικά με δισταγμό.
«Ο Άλτον;» επανέλαβε την ερώτηση ο Ρις. «Γιατί ρωτάς γι’ αυτόν;»
Ο Θορ ανασήκωσε τους ώμους του. Δεν ήξερε πόσα να του πει απ’ όσα είχαν συμβεί.
Ευτυχώς, ο Ρις συνέχισε.
«Δεν είναι τίποτα άλλο από έναν αποκρουστικό τύπο που ανήκει στα κατώτερα μέλη της βασιλικής οικογένειας. Είναι τρίτος εξάδελφος του Βασιλιά. Γιατί; Σε κυνηγάει για κάτι;» Ο Ρις μισόκλεισε τα μάτια του. «Για την Γκουέν; Αυτό είναι; Θα έπρεπε να σε είχα προειδοποιήσει».
Ο Θορ γύρισε και κοίταξε τον Ρις με λαχτάρα για να μάθει περισσότερα.
«Τι εννοείς;»
«Είναι ένας άξεστος τύπος που κυνηγάει την αδελφή μου από τότε που άρχισε να περπατάει. Είναι σίγουρος ότι οι δυό τους θα παντρευτούν. Το ίδιο φαίνεται πως πιστεύει και η μητέρα μου».
«Θα παντρευτούν;» ρώτησε ο Θορ, έκπληκτος και ο ίδιος από την ένταση της φωνής του.
Ο Ρις τον κοίταξε και χαμογέλασε.
«Ω, λα, λα! Εσύ φαίνεται πως την έχεις ερωτευτεί, ε…;» τον ρώτησε γελώντας. «Κεραυνοβόλα».
Ο Θορ κοκκίνισε, αλλά ήλπιζε να μην φανεί.
«Το αν θα παντρευτούν ή όχι εξαρτάται από τα συναισθήματα της αδελφής μου γι’ αυτόν», είπε ο Ρις τελικά. «Εκτός κι’ αν την αναγκάσουν να τον παντρευτεί. Αλλά αμφιβάλλω αν ο πατέρας μου θα έκανε κάτι τέτοιο».
«Κι’ εκείνη τι νιώθει γι’ αυτόν;» ο Θορ συνέχισε τις ερωτήσεις. Φοβόταν ότι είχε γίνει φορτικός, αλλά ήθελε να μάθει.
Ο Ρις ανασήκωσε τους ώμους του. «Υποθέτω πως γι’ αυτό θα πρέπει να ρωτήσεις την ίδια. Δεν μιλάω ποτέ μαζί της για τέτοια πράγματα».
«Αλλά θα μπορούσε ο πατέρας σου να την εξαναγκάσει να τον παντρευτεί;» ο Θορ πίεσε για μια απάντηση. «Θα μπορούσε στ’ αλήθεια να κάνει κάτι τέτοιο;»
«Ο πατέρας μου μπορεί να κάνει οτιδήποτε θελήσει. Αλλά αυτό είναι ένα ζήτημα ανάμεσα σ’ αυτόν και στην Γκουέν».
Ο Ρις γύρισε και κοίταξε τον Θορ.
«Γιατί όλες αυτές οι ερωτήσεις; Για τι πράγμα μιλήσατε;»
Ο Θορ κοκκίνισε, δεν ήξερε τι να πει.
«Τίποτα», είπε τελικά.
«Τίποτα!» γέλασε ο Ρις. «Όλο αυτό μου φαίνεται υπερβολικό για ‘τίποτα’!»
Ο Ρις γέλασε ακόμα πιο δυνατά και ο Θορ ένιωσε αμήχανα. Αναρωτήθηκε αν απλά φαντάζονταν ότι άρεσε στην Γκουέν. Ο Ρις άπλωσε το χέρι του και το έβαλε στον ώμο του.
«Άκου, παλιόφιλε», είπε ο Ρις, «το μόνο πράγμα για το οποίο μπορείς να είσαι σίγουρος σε ό,τι αφορά την Γκουέν είναι ότι ξέρει τι θέλει. Και παίρνει αυτό που θέλει. Έτσι γίνεται πάντα. Είναι τόσο ισχυρογνώμων όσο και ο πατέρας μου. Κανείς δεν μπορεί να την εξαναγκάσει να κάνει οτιδήποτε – ή να της αρέσει κάποιος – που δεν θέλει. Έτσι μην ανησυχείς. Αν διαλέξει εσένα, πίστεψέ με, θα σου το πει. Εντάξει;»
Ο Θορ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Όπως πάντα, ένιωθε καλύτερα όταν μιλούσε στον Ρις.
Σήκωσε το βλέμμα του και είδε μπροστά του τις τεράστιες πύλες του στρατώνα της Λεγεώνας. Εξεπλάγη που είδε αρκετά αγόρια να στέκονται στην πύλη, σαν να τους περίμεναν. Και ακόμα περισσότερο εξεπλάγη που τους είδε να τους χαμογελούν πλατιά και να φωνάζουν χαρούμενα για να τους προϋπαντήσουν. Μετά έτρεξαν προς το μέρος τους, άρπαξαν τον Θορ από τους ώμους, τύλιξαν τα μπράτσα τους γύρω του και τον τράβηξαν μέσα. Ο Θορ ήταν έκπληκτος από αυτό το αγκάλιασμα καλής θέλησης από τα αγόρια της Λεγεώνας.
«Πες μας για το Φαράγγι. Πώς είναι στην άλλη πλευρά;» ρώτησε κάποιος.
«Πώς ήταν το τέρας που σκότωσες;» ρώτησε ένας άλλος.
«Δεν το σκότωσα εγώ», διαμαρτυρήθηκε ο Θορ. «Ο Έρεκ το σκότωσε».
«Ακούσαμε ότι έσωσες τη ζωή του Έλντεν», είπε κάποιος.
«Εγώ άκουσα ότι έκανες κατά μέτωπο επίθεση στο τέρας. Χωρίς πραγματικά όπλα».
«Τώρα είσαι ένας από εμάς!» φώναξε κάποιος, ενώ τα άλλα παιδιά ζητωκραύγασαν. Τον οδηγούσαν μέσα στον στρατώνα σαν να ήταν ο αδελφός τους που είχαν χάσει για χρόνια.
Ο Θορ δεν μπορούσε να το πιστέψει. Όσο περισσότερο άκουγε τα λόγια τους, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσε ότι είχαν δίκιο. Ίσως να είχε δείξει γενναιότητα. Ποτέ δεν το είχε σκεφτεί έτσι. Για πρώτη φορά μέσα σε μεγάλο χρονικό διάστημα είχε αρχίσει να νιώθει καλά για τον εαυτό του. Κυρίως, όμως, επειδή τελικά ένιωθε ότι είχε γίνει αποδεκτός από τα άλλα αγόρια. Αισθάνθηκε την ένταση να φεύγει από τους ώμους του.
Με τη συνοδεία των αγοριών, ο Θορ μπήκε στον κεντρικό χώρο εκπαίδευσης όπου υπήρχαν πολλά ακόμα αγόρια της Λεγεώνας, αλλά και πολλά μέλη του Αργυρού Τάγματος. Κι’ αυτοί, επίσης έβγαλαν μια φωνή χαιρετισμού μόλις τον είδαν. Μετά όλοι τον πλησίασαν για ένα ελαφρύ χτύπημα στην πλάτη.
Με την εμφάνιση του Κολκ, όλοι ησύχασαν. Ο Θορ προετοιμάστηκε για τα δύσκολα, αφού ο Κολκ δεν του είχε δείξει ποτέ τίποτα άλλο εκτός από περιφρόνηση. Αλλά τώρα, προς έκπληξή του, τον κοίταξε με διαφορετική έκφραση. Αν και δεν κατάφερε να πείσει τον εαυτό του να του χαμογελάσει, δεν τον αγριοκοίταξε. Και ο Θορ θα μπορούσε να πάρει όρκο ότι διέκρινε κάτι σαν θαυμασμό στην ματιά του.
Ο Κόλκ έκανε ένα βήμα μπροστά κρατώντας μια μικρή καρφίτσα στο σχήμα ενός μαύρου γερακιού και την καρφίτσωσε στο στήθος του Θορ.
Ήταν η καρφίτσα της Λεγεώνας. Είχε γίνει αποδεκτός. Επί τέλους, ήταν ένας από αυτούς.
«Θόργκριν της Νότιας Επαρχίας του Δυτικού Βασιλείου…», είπε ο Κολκ με σοβαρό ύφος, «…σε καλωσορίζουμε στην Λεγεώνα».
Τα αγόρια φώναξαν δυνατά και μετά έτρεξαν να αγκαλιάσουν τον Θορ, παρασύροντάς τον προς κάθε κατεύθυνση.
Ο Θορ δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει όλα αυτά. Αλλά δεν προσπαθούσε. Ήθελε να απολαύσει τη στιγμή. Τώρα, επιτέλους, ανήκε κάπου.
Ο Κολκ γύρισε και κοίταξε τα άλλα αγόρια.
«Εντάξει, παιδιά, ηρεμήστε», τους διέταξε. «Σήμερα είναι μια ξεχωριστή ημέρα. Δεν έχει δουλειά στα άχυρα με το δίκρανο, ούτε γυάλισμα, ούτε καθάρισμα της κοπριάς των αλόγων. Σήμερα έχουμε πραγματική εκπαίδευση. Είναι η ημέρα των όπλων.
Τα αγόρια ανταποκρίθηκαν με μια κραυγή ενθουσιασμού και ακολούθησαν τον Κολκ που διέσχιζε καλπάζοντας το γήπεδο εκπαίδευσης προς ένα τεράστιο κυκλικό ξύλινο κτίριο από δρυ με γυαλιστερές μπρούτζινες πόρτες. Ο Θορ περπατούσε μαζί με τα άλλα παιδιά και στη διαδρομή ακουγόταν ένα βουητό ενθουσιασμού στον αέρα. Ο Ρις ήταν στο πλάι του και ο Ο’Κόνορ ήρθε κι’ αυτός μαζί τους.
«Δεν πίστευα ποτέ πως θα σε ξανάβλεπα ζωντανό», είπε ο Ο’Κόνορ χαμογελώντας και χτυπώντας τον ελαφρά στην πλάτη. «Την επόμενη φορά, άσε εμένα να ξυπνήσω πρώτος, εντάξει;»
Ο Θορ του ανταπέδωσε το χαμόγελό του.
«Τι είναι αυτό το κτίριο;» ο Θορ ρώτησε τον Ρις καθώς πλησίαζαν. Πάνω στην πόρτα υπήρχαν τεράστιες σιδερένιες βίδες και όλο το κατασκεύασμα είχε μια ιδιαίτερα επιβλητική εμφάνιση.
«Είναι η αποθήκη των όπλων», απάντησε ο Ρις. «Είναι το μέρος όπου αποθηκεύονται όλα μας τα όπλα. Που και που μας αφήνουν να ρίχνουμε μια ματιά, αλλά και να εκπαιδευόμαστε σε μερικά απ’ αυτά. Εξαρτάται από τι μάθημα θέλουν να μας μάθουν».
Το στομάχι του Θορ σφίχτηκε καθώς είδε τον Έλντεν να έρχεται προς το μέρος τους. Ο Θορ προετοιμάστηκε για κάτι άσχημο, ίσως για μια απειλή, αλλά προς έκπληξή του, αυτή τη φορά ο Έλντεν είχε ένα ύφος ευγνωμοσύνης.
«Πρέπει να σ’ ευχαριστήσω που μου έσωσες τη ζωή», είπε με ταπεινότητα και με το βλέμμα χαμηλωμένο.
Ο Θορ έμεινε κόκαλο. Ποτέ του δεν περίμενε κάτι τέτοιο απ’ τον Έλντεν.
«Έκανα λάθος για σένα», πρόσθεσε. «Φίλοι;» τον ρώτησε.
Άπλωσε το χέρι του.
Ο Θορ, που δεν κρατούσε ποτέ κακία, άπλωσε το χέρι του με χαρά και έπιασε το δικό του.
«Φίλοι», του είπε.
«Δεν παίρνω αυτή τη λέξη με ελαφρότητα», είπε ο Έλντεν. «Θα είσαι πάντα το στήριγμά μου. Αλλά κι’ εγώ θα είμαι εκεί για σένα».
Μ’ αυτά τα λόγια, γύρισε και απομακρύνθηκε μέσα στο πλήθος.
Ο Θορ δεν ήξερε πώς να το πάρει αυτό. Είχε εκπλαγεί από το πόσο γρήγορα όλα είχαν αλλάξει.
«Υποθέτω ότι δεν είναι τόσο κακός», είπε ο Ο’Κόνορ. «Ίσως και να είναι εντάξει, τελικά».
Έφτασαν στην αποθήκη με τα όπλα. Η τεράστια πόρτα άνοιξε και ο Θορ μπήκε μέσα με δέος. Περπατούσε αργά, με το κεφάλι τεντωμένο καθώς κοίταζε ολόγυρα και έκανε μεγάλους κύκλους για να τα δει όλα. Στους τοίχους κρέμονταν εκατοντάδες όπλα, όπλα που δεν γνώριζε και δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Τα άλλα αγόρια έτρεξαν κι’ αυτά ενθουσιασμένα, πλησίασαν τα όπλα, τα έπιασαν στα χέρια τους και άρχισαν να τα εξετάζουν. Ο Θορ ακολούθησε το παράδειγμά τους, νιώθοντας σαν παιδί μέσα σε ζαχαροπλαστείο.
Πήγε βιαστικά προς έναν μεγάλο λογχοπέλεκυ, ύψωσε το ξύλινο κοντάρι του με τα δυό του χέρια και ένιωσε το βάρος του. Ήταν τεράστιος και καλολαδωμένος. Η κόψη του ήταν φθαρμένη και είχε εγκοπές και ο Θορ αναρωτήθηκε αν μ’ αυτόν είχαν σκοτώσει ποτέ κανέναν στη μάχη.
Τον άφησε κάτω και σήκωσε μια δοκάνη με καρφιά. Ήταν μια μεταλλική μπάλα με καρφιά που ήταν δεμένη με μια μακριά αλυσίδα πάνω σ’ ένα μικρό κοντάρι. Κράτησε το ξύλινο κοντάρι και ένιωσε την μπάλα με τα καρφιά να κουνιούνται στην άλλη άκρη της αλυσίδας. Δίπλα του ο Ρις κρατούσε έναν πέλεκυ μάχης και ο Ο’Κόνορ δοκίμαζε το βάρος ενός μεγάλου ακοντίου, καταφέροντας πλήγματα στον αέρα ενάντια σ’ έναν φανταστικό εχθρό.
«Ακούστε!» φώναξε δυνατά ο Κολκ. Όλοι γύρισαν.
«Σήμερα θα μάθουμε να πολεμάμε τον εχθρό εξ αποστάσεως. Μπορεί κανείς εδώ να μου πει τι όπλα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε; Τι μπορεί να σκοτώσει έναν εχθρό από τριάντα βήματα μακριά;»
«Τόξο και βέλος», φώναξε κάποιος.
«Ναι», απάντησε ο Κολκ. «Τι άλλο;»
«Ένα δόρυ!» φώναξε κάποιος άλλος.
«Τι άλλο; Υπάρχουν πολλά περισσότερα απ’ αυτά. Για ν’ ακούσω».
«Μια σφεντόνα», πρόσθεσε ο Θορ.
«Τι άλλο;»
Ο Θορ έστυψε το μυαλό του, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι άλλο.
«Με ρίψη μαχαιριού», φώναξε ο Ρις.
«Τι άλλο;»
Τα άλλα αγόρια σώπασαν. Κανένας δεν είχε άλλες ιδέες.
«Υπάρχει η ρίψη σφύρας και η ρίψη πέλεκυ», φώναξε ο Κολκ. «Υπάρχει η βαλλίστρα, το δόρυ, αλλά και η ρίψη σπαθιού».
Ο Κολκ βάδιζε πάνω κάτω στην αίθουσα, κοιτάζοντας τα πρόσωπα των αγοριών που στέκονταν συνεπαρμένα και τον άκουγαν με απόλυτη προσοχή.
«Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Μια απλή πέτρα από το έδαφος μπορεί να γίνει ο καλύτερος φίλος σας. Μου έτυχε να δω έναν τεράστιο άντρα, μεγαλόσωμο σαν ταύρο, έναν ήρωα του πολέμου, να σκοτώνεται επί τόπου από μια πέτρα που του έριξε ένας εύστοχος στρατιώτης. Οι στρατιώτες συχνά δεν συνειδητοποιούν ότι ακόμα και η πανοπλία τους μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν όπλο. Μπορείτε να βγάλετε το μεταλλικό γάντι σας και να το πετάξετε στο πρόσωπο του εχθρού. Αυτό θα τον ξαφνιάσει όταν θα βρίσκεται σε μικρή απόσταση από εσάς. Εκείνη τη στιγμή, μπορείτε να τον σκοτώσετε. Επίσης μπορείτε να πετάξετε και την ασπίδα σας».
Ο Κολκ πήρε μια ανάσα.
«Είναι σημαντικό όταν μαθαίνετε να πολεμάτε να μην μαθαίνετε να πολεμάτε μόνο στην μικρή απόσταση που μπορεί να σας χωρίζει από τον αντίπαλό σας. Πρέπει να μάθετε να πολεμάτε και σε πολύ μεγαλύτερη απόσταση. Οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να πολεμήσουν μέσα σε τρία βήματα. Ένας καλός πολεμιστής μπορεί να μάχεται μέσα σε τριάντα βήματα. Το καταλάβατε;»
«Μάλιστα κύριε!» φώναξαν τα αγόρια όλα μαζί.
«Ωραία. Σήμερα θα κάνουμε εξάσκηση στις ρίψεις. Ψάξτε στην αίθουσα και πάρτε οποιοδήποτε όπλο ρίψης βρείτε. Πάρτε ένα ο καθένας σας και να είστε έξω σε τριάντα δευτερόλεπτα. Κουνηθείτε!»
«Στην αίθουσα επικράτησε σκοτωμός. Ο Θορ έτρεξε στον τοίχο για να πάρει κάτι. Όλοι γύρω του σκούνταγαν και έσπρωχναν καθώς έψαχναν με ενθουσιασμό να βρουν κάτι κατάλληλο. Τελικά είδε αυτό που ήθελε και το άρπαξε. Ήταν ένας μικρός πέλεκυς ρίψης. Ο Ο’Κόνορ άρπαξε ένα ξιφίδιο, ο Ρις ένα σπαθί και οι τρεις τους έτρεξαν βολίδα μαζί με τα άλλα αγόρια στον χώρο εκπαίδευσης.
Ακολούθησαν τον Κολκ ως την απέναντι πλευρά του γηπέδου όπου υπήρχαν δώδεκα ασπίδες στη σειρά τοποθετημένες πάνω σε πασσάλους.
Κρατώντας τα όπλα τους, όλα τα αγόρια μαζεύτηκαν γύρω από τον Κολκ και περίμεναν τη σειρά τους.
«Σταθείτε εδώ», φώναξε με τη βροντερή φωνή του και έδειξε μια γραμμή μέσα στο χώμα. Από εδώ, θα ρίξετε τα όπλα σας για να πετύχετε τις ασπίδες. Μετά θα τρέξετε ως τις ασπίδες, θα πάρετε ένα διαφορετικό όπλο και θα ρίξετε μ’ αυτό. Ποτέ μην πάρετε το ίδιο όπλο και ο στόχος σας θα είναι πάντα η ασπίδα. Όσοι αστοχήσουν θα τρέξουν μια φορά το γύρο του γηπέδου. Ξεκινήστε!»
Τα αγόρια έκαναν σειρά με τους ώμους τους να ακουμπούν. Στάθηκαν πίσω από τη γραμμή στο χώμα και άρχισαν να ρίχνουν τα όπλα τους στοχεύοντας τις ασπίδες, οι οποίες βρίσκονταν κάτι λιγότερο από τριάντα μέτρα μακριά. Ο Θορ μπήκε στη γραμμή μαζί τους. Το αγόρι δίπλα του τεντώθηκε προς τα πίσω και έριξε το δόρυ του αστοχώντας παρά τρίχα.
Αμέσως μετά, έφυγε από τη γραμμή και άρχισε να τρέχει γύρω από το γήπεδο. Καθώς έτρεχε ένας από τους άντρες του Βασιλιά έτρεξε δίπλα του και έριξε πάνω στους ώμους του έναν αλυσόπλεκτο μανδύα του οποίου το βάρος έκανε το αγόρι να γονατίσει.
«Τρέξε μ’ αυτό!» τον πρόσταξαν.
Με πολύ κόπο και κάτω από το βάρος του μεταλλικού μανδύα το αγόρι, καταϊδρωμένο, συνέχισε να τρέχει μέσα στη ζέστη.
Ο Θορ δεν ήθελε να αστοχήσει. Έγειρε προς τα πίσω, συγκεντρώθηκε, τράβηξε τον πέλεκυ προς τα πίσω και τον άφησε να φύγει. Έκλεισε τα μάτια του και ήλπιζε να έχει χτυπήσει το στόχο. Αισθάνθηκε ανακούφιση που άκουσε τον πέλεκυ να καρφώνεται στην δερμάτινη ασπίδα, όμως η βολή του ήταν οριακή. Είχε χτυπήσει την ασπίδα στην κάτω γωνία, παρ’ όλα αυτά, τα είχε καταφέρει. Ολόγυρά του αρκετά αγόρια είχαν αστοχίσει και είχαν αρχίσει να τρέχουν το γύρο του γηπέδου. Όσοι ήταν εύστοχοι έτρεξαν προς τις ασπίδες για να πάρουν ένα άλλο όπλο.
Ο Θορ έφτασε στις ασπίδες και βρήκε ένα μακρύ, λεπτό ξιφίδιο ρίψης. Το έβγαλε από την ασπίδα και έτρεξε πίσω στην γραμμή βολής.
Συνέχισαν να ρίχνουν για ώρες. Το χέρι του Θορ τον πονούσε αφάνταστα και είχε ήδη τρέξει κι’ αυτός αρκετούς γύρους. Ο ιδρώτας του έσταζε ποτάμι, όπως ακριβώς και των άλλων αγοριών. Όμως ήταν ενδιαφέρουσα άσκηση. Μάθαιναν να ρίχνουν όλων των ειδών τα όπλα, να συνηθίζουν στην αίσθηση και στο βάρος των διαφόρων κονταριών και λεπίδων. Ο Θορ αισθανόταν ότι γινόταν καλύτερος και συνήθιζε τις ρίψεις όλο και πιο πολύ. Παρ’ όλα αυτά, η ζέστη ήταν αποπνικτική και είχε αρχίσει να κουράζεται. Είχαν μείνει μόνο δώδεκα αγόρια που στέκονταν μπροστά στις ασπίδες, ενώ οι υπόλοιποι έτρεχαν το γύρο του γηπέδου. Ήταν δύσκολο να χτυπήσεις το στόχο πολλές φορές και με τόσα διαφορετικά όπλα. Επιπλέον το τρέξιμο και η ζέστη μείωναν τη δυνατότητα ευστοχίας. Ο Θορ ένιωθε να του κόβεται η ανάσα και δεν ήξερε πόσο ακόμα μπορούσε να συνεχίσει. Τη στιγμή που ήταν έτοιμος να καταρρεύσει, ο Κολκ βγήκε μπροστά τους.
«Αρκετά!» φώναξε.
Τα αγόρια άφησαν το τρέξιμο και έπεσαν ξερά στο χορτάρι. Έμειναν εκεί, ξεφυσώντας και αναπνέοντας με δυσκολία, ενώ έβγαλαν τους αλυσόπλεκτους μανδύες από πάνω τους. Ο Θορ κάθισε κι’ εκείνος πάνω στο χορτάρι με το χέρι του να έχει εξαντληθεί από την κούραση και τον ιδρώτα του να στάζει ασταμάτητα. Μερικοί στρατιώτες του Βασιλιά έφτασαν κρατώντας κουβάδες με νερό και τους άφησαν πάνω στο χορτάρι. Ο Ρις άπλωσε το χέρι του, έπιασε έναν και αφού ήπιε τον έδωσε στον Ο’Κόνορ που με τη σειρά του τον έδωσε στον Θορ. Ο Θορ δεν σταμάταγε να πίνει. Το νερό έσταζε από το σαγόνι του και έτρεχε στο στήθος του. Η αίσθηση του νερού ήταν εκπληκτική. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έδωσε τον κουβά πάλι στον Ρις.
«Πόση ώρα θα συνεχίσουμε ακόμα;» ρώτησε.
Ο Ρις κούνησε το κεφάλι του ανασαίνοντας με δυσκολία. «Δεν ξέρω», είπε.
«Παίρνω όρκο ότι προσπαθούν να μας ξεκάνουν», ακούστηκε μια φωνή. Ο Θορ γύρισε και είδε τον Έλντεν που ήρθε και κάθισε πλάι του. Ο Θορ ξαφνιάστηκε που τον είδε, αλλά έδειχνε ότι ο Έλντεν ήθελε πραγματικά να γίνουν φίλοι. Ήταν παράξενο που έβλεπε τέτοια αλλαγή στην συμπεριφορά του.
«Αγόρια!» φώναξε ο Κολκ, περπατώντας αργά αργά ανάμεσά τους. «Οι περισσότεροι από εσάς χάνετε τους στόχους σας τώρα που έχει προχωρήσει η ημέρα. Όπως βλέπετε, είναι πολύ πιο δύσκολο να συγκεντρωθείτε όταν είστε κουρασμένοι. Αλλά αυτό είναι το μάθημα. Στη διάρκεια μιας μάχης, δεν θα είστε ξεκούραστοι. Θα είστε εξαντλημένοι. Κάποιες μάχες μπορούν να συνεχιστούν για πολλές ημέρες. Ειδικά αν κάνετε επίθεση σε κάστρο. Τότε είναι που θα είστε πολύ κουρασμένοι, αλλά τότε θα πρέπει να κάνετε και τις πιο εύστοχες ρίψεις σας. Συχνά θα είστε αναγκασμένοι να ρίξετε οποιοδήποτε όπλο έχετε στη διάθεσή σας. Θα πρέπει να είστε πολύ καλοί σε όλων των ειδών τα όπλα ακόμα κι’ όταν είστε εξαντλημένοι. Έγινε κατανοητό;»
«ΜΑΛΙΣΤΑ ΚΥΡΙΕ!» φώναξαν όλοι μαζί.
«Μερικοί από εσάς μπορείτε να ρίξετε μαχαίρι ή δόρυ, αλλά να μην είστε το ίδιο καλοί με μια σφύρα ή έναν πέλεκυ. Πιστεύετε ότι μπορείτε να επιβιώσετε ρίχνοντας μόνο ένα είδος όπλου;»
«ΟΧΙ ΚΥΡΙΕ!»
«Νομίζετε ότι αυτό είναι απλά ένα παιχνίδι;»
«ΟΧΙ ΚΥΡΙΕ!»
Ο Κολκ έκανε μορφασμούς καθώς βημάτιζε και κλωτσούσε στην πλάτη όσους δεν κάθονταν ίσια.
«Τώρα έχετε ξεκουραστεί αρκετά», είπε. «Όλοι όρθιοι!»
Ο Θορ σηκώθηκε παραπατώντας όπως και οι άλλοι. Τα πόδια του ήταν πολύ κουρασμένα και δεν ήταν σίγουρος πόσο θα άντεχε ακόμα όρθιος.
«Υπάρχουν δύο πλευρές στη μάχη εξ αποστάσεως», συνέχισε ο Κολκ. «Μπορείτε να κάνετε μια ρίψη, αλλά το ίδιο μπορεί να κάνει και ο αντίπαλός σας. Μπορεί εκείνος να μην είναι ασφαλής στα τριάντα βήματα μακριά, αλλά το ίδιο μπορεί να ισχύει και για εσάς. Πρέπει να μάθετε να υπερασπίζετε τον εαυτό σας από αυτή την απόσταση. Το καταλάβατε;»
«ΜΑΛΙΣΤΑ ΚΥΡΙΕ!»
«Για να υπερασπιστείτε τον εαυτό σας από ένα αντικείμενο που έρχεται κατά πάνω σας, θα πρέπει, όχι μόνο να είστε γρήγοροι στα πόδια, να σκύβετε, να κάνετε κυλήσεις ή να κάνετε στο πλάι για να το αποφύγετε, αλλά θα πρέπει να μάθετε να προστατεύετε τον εαυτό σας και με μια μεγάλη ασπίδα».
Ο Κολκ έκανε ένα νεύμα και ένας στρατιώτης του έφερε μια τεράστια, βαριά ασπίδα. Ο Θορ έμεινε άναυδος. Η ασπίδα ήταν διπλάσια σε μέγεθος απ’ αυτόν.
«Υπάρχει κάποιος εθελοντής;» ρώτησε ο Κολκ.
Όλη η ομάδα των αγοριών ήταν σιωπηλή και δισταχτική. Χωρίς να το σκεφτεί, ο Θορ πετάχτηκε επάνω και σήκωσε το χέρι του.
Ο Κολκ κούνησε το κεφάλι του και ο Θορ πέρασε μπροστά.
«Ωραία», είπε. «Τουλάχιστον ένας από εσάς είναι αρκετά βλάκας για να είναι εθελοντής. Μου αρέσει το πνεύμα σου, αγόρι μου. Χαζή απόφαση. Αλλά καλή».
Ο Θορ άρχισε να αναρωτιέται αν πραγματικά είχε πάρει μια χαζή απόφαση όταν ο Κολκ του έδωσε την τεράστια μεταλλική ασπίδα. Την στερέωσε στο ένα του μπράτσο, αλλά ήταν απίστευτα βαριά. Μόλις και μετά βίας μπορούσε να την σηκώσει.
«Θορ, η αποστολή σου είναι να τρέξεις από αυτή την άκρη του γηπέδου ως την άλλη. Σώος και αβλαβής. Τώρα, βλέπεις εκείνα τα πενήντα αγόρια που σε κοιτάζουν;» τον ρώτησε ο Κολκ. «Όλοι αυτοί θα σου ρίχνουν όπλα. Αληθινά όπλα. Καταλαβαίνεις; Αν δεν χρησιμοποιήσεις την ασπίδα σου για να προστατευτείς, μπορεί να πεθάνεις πριν περάσεις απέναντι».
Ο Θορ τον κοίταξε με δυσπιστία. Το πλήθος των αγοριών ήταν πολύ σιωπηλό.
«Δεν είναι παιχνίδι», συνέχισε ο Κολκ. «Είναι πολύ σοβαρό. Και η μάχη είναι σοβαρή. Είναι ζωή ή θάνατος. Είσαι σίγουρος ότι θέλεις ακόμα να είσαι εθελοντής;»
Ο Θορ κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, αλλά είχε παγώσει τόσο πολύ από τον φόβο του που δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Και δεν μπορούσε να αλλάξει γνώμη σ’ αυτό το σημείο – όχι μπροστά σε όλους.
«Ωραία».
Ο Κολκ έγνεψε σε έναν βοηθό που βγήκε μπροστά και σάλπισε την έναρξη.
«Τρέξε!» φώναξε ο Κολκ δυνατά.
Ο Θορ ύψωσε την βαριά ασπίδα και με τα δύο του χέρια και την κράτησε με όλη του τη δύναμη. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα που έκανε το κρανίο του να σειστεί. Πρέπει να ήταν ένα μεταλλικό σφυρί. Δεν διαπέρασε την ασπίδα, αλλά του προκάλεσε φοβερό σοκ σε όλο του το σώμα. Η ασπίδα παραλίγο να του πέσει κάτω, αλλά πίεσε τον εαυτό του να την κρατήσει γερά και συνέχισε.
Ο Θορ άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε κρατώντας την ασπίδα και παραπατώντας που και που. Καθώς όπλα και βλήματα εκτοξεύονταν εναντίον του, ήταν εξαναγκασμένος να ζαρώσει πίσω από την ασπίδα του όσο πιο πολύ μπορούσε. Η ασπίδα ήταν η σωτηρία του. Και όπως έτρεχε, μάθαινε πως να μένει μέσα στα όριά της.
Ένα τόξο πέρασε ξυστά δίπλα του, αστοχώντας μόνο για ένα ή δύο εκατοστά και αναγκάζοντάς τον να μαζευτεί περισσότερο. Άλλο ένα βαρύ αντικείμενο έπεσε πάνω στην ασπίδα με τόση φόρα που τον έκανε να παραπατήσει αρκετά βήματα προς τα πίσω και να σωριαστεί στο έδαφος. Όμως, σηκώθηκε αμέσως όρθιος και συνέχισε να τρέχει. Με υπέρτατη προσπάθεια και με κομμένη την ανάσα έφτασε τελικά στην άλλη πλευρά του γηπέδου.
«Παράδοση!» φώναξε ο Κολκ.
Ο Θορ έριξε κάτω την ασπίδα, στάζοντας από ιδρώτα. Ήταν περισσότερο από ευγνώμων που είχε φτάσει στην άλλη πλευρά. Δεν ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε να είχε κρατήσει την ασπίδα για άλλο ένα δευτερόλεπτο.
Ο Θορ γύρισε βιαστικά πίσω στους άλλους, πολλοί από τους οποίους τον κοίταζαν με θαυμασμό. Και ο ίδιος απορούσε πως είχε καταφέρει να επιβιώσει.
«Καλή δουλειά», του ψιθύρισε ο Ρις.
«Άλλοι εθελοντές;» φώναξε ο Κολκ.
Νεκρική σιγή έπεσε ανάμεσα στα αγόρια. Έχοντας δει τον Θορ, κανένας άλλος δεν ήθελε να προσπαθήσει.
Ο Θορ ένιωσε υπερήφανος για τον εαυτό του. Δεν ήξερε αν θα είχε προσφερθεί ως εθελοντής αν ήξερε ακριβώς περί τίνος επρόκειτο, αλλά τώρα που όλα είχαν τελειώσει, χαιρόταν που το είχε κάνει.
«Ωραία. Τότε λοιπόν θα διαλέξω εγώ εθελοντή», φώναξε ο Κολκ. «Εσύ Σάντεν!» είπε δυνατά και έδειξε κάποιον.
Ένα μεγαλύτερο, λεπτό αγόρι ήρθε μπροστά. Φαινόταν τρομοκρατημένο.
«Εγώ;» είπε ο Σάντεν με τη φωνή του να σπάει.
Τα άλλα αγόρια άρχισαν να γελάνε και να τον κοροϊδεύουν.
«Φυσικά εσύ. Ποιος άλλος;» είπε ο Κολκ.
«Συγγνώμη, κύριε, αλλά θα προτιμούσα να μην το κάνω».
Ένα πνιχτό ‘ααα’ ακούστηκε απ’ όλη τη Λεγεώνα που είχε σοκαριστεί.
Ο Κολκ τον πλησίασε κάνοντας ένα μορφασμό.
«Δεν κάνεις ό,τι θέλεις εσύ», γρύλισε ο Κολκ. «Κάνεις ό,τι σου λέω εγώ να κάνεις».
Ο Σάντεν στεκόταν εκεί κοκαλωμένος και κατατρομαγμένος.
«Δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εδώ», ο Ρις ψιθύρισε στον Θορ.
Ο Θορ γύρισε και τον κοίταξε. «Τι εννοείς;»
«Κατάγεται από μια οικογένεια ευγενών και τον έβαλαν εδώ, χωρίς να θέλει. Δεν είναι πολεμιστής και ο Κολκ το ξέρει. Νομίζω ότι απλά θέλει να του κάνει καψόνι. Πιστεύω ότι θέλουν να τον διώξουν».
«Συγγνώμη, κύριε, αλλά δεν μπορώ», είπε ο Σάντεν και ακουγόταν τρομοκρατημένος.
«Μπορείς…», ούρλιαξε ο Κολκ «…και θα το κάνεις!»
Ακολούθησε μια στιγμή παγωμάρας, έντασης και αδιεξόδου.
Ο Σάντεν χαμήλωσε το βλέμμα του και κατέβασε το πηγούνι του γεμάτος ντροπή.
«Λυπάμαι, κύριε. Δώστε μου κάποια άλλη δοκιμασία και θα την κάνω ευχαρίστως».
Το πρόσωπο του Κολκ είχε γίνει κατακόκκινο. Όρμησε κατά πάνω του και σταμάτησε μερικά εκατοστά από το πρόσωπό του.
«Θα σου δώσω άλλη δοκιμασία. Δεν με νοιάζει ποια είναι η οικογένειά σου. Από εδώ και στο εξής θα αρχίσεις να τρέχεις. Θα τρέχεις γύρω από το γήπεδο έως ότου καταρρεύσεις. Και δεν θα γυρίσεις πίσω παρά μόνο όταν θα θελήσεις να πάρεις την ασπίδα. Κατάλαβες;»
Ο Σάντεν φαινόταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα, καθώς κουνούσε το κεφάλι του καταφατικά.
Ένας στρατιώτης τον πλησίασε και του έβαλε στην πλάτη έναν αλυσόπλεκτο μανδύα. Αμέσως μετά, ένας άλλος στρατιώτης τον πλησίασε και του έβαλε άλλον ένα. Ο Θορ δεν μπορούσε να καταλάβει πως θα άντεχε τόσο βάρος. Ο ίδιος δεν μπορούσε καλά καλά να τρέξει ούτε με ένα.
Ο Κόλκ έγειρε προς τα πίσω και έριξε μια δυνατή κλωτσιά στον Σάντεν που παραπατώντας ξεκίνησε για το αργό τρέξιμό του γύρω από το γήπεδο. Ο Θορ τον λυπήθηκε. Καθώς τον έβλεπε να τρέχει παραπατώντας, δεν μπορούσε παρά να αναρωτηθεί αν αυτό το αγόρι θα κατάφερνε να επιβιώσει στη Λεγεώνα.
Ξαφνικά, μια σάλπιγγα ακούστηκε και ο Θορ γύρισε και είδε μια ομάδα από τους στρατιώτες του Βασιλιά να πλησιάζουν έφιπποι μαζί με δέκα περίπου μέλη από το Αργυρό Τάγμα που κρατούσαν μακριά δόρατα και φορούσαν περικεφαλαίες με φτερά. Σταμάτησαν μπροστά στη Λεγεώνα.
«Προς τιμή της ημέρας του γάμου της κόρης του Βασιλιά, και προς τιμή του θερινού ηλιοστασίου, ο Βασιλιάς ανακηρύσσει το υπόλοιπο της ημέρας σήμερα ως ημέρα κυνηγιού!»
Όλα τα αγόρια γύρω από τον Θορ ξέσπασαν σε τεράστιες ζητωκραυγές. Όλοι μαζί άρχισαν να τρέχουν πίσω από τα άλογα καθώς αυτά γύρισαν και άρχισαν να απομακρύνονται από το γήπεδο.
«Τι τρέχει;» ο Θορ ρώτησε τον Ρις καθώς κι’ αυτός άρχισε να τρέχει μαζί με τους άλλους.
Ο Ρις είχε ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό του
«Είναι θείο δώρο!» φώναξε. «Είμαστε ελεύθεροι την υπόλοιπη ημέρα! Πάμε για κυνήγι!»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21
Ο Θορ κατηφόριζε τρέχοντας στο μονοπάτι του δάσους μαζί με τους άλλους κρατώντας το δόρυ που του είχαν δώσει για το κυνήγι. Δίπλα του ήταν ο Ρις, ο Ο’Κόνορ και ο Έλντεν μαζί με άλλα μέλη της Λεγεώνας. Μπροστά τους πήγαιναν εκατό έφιπποι άντρες του Αργυρού Τάγματος με ελαφρά πανοπλία. Κάποιοι είχαν κοντά δόρατα, όμως οι περισσότεροι ήταν εξοπλισμένοι με τόξα και βέλη που τα μετέφεραν στην πλάτη τους. Ανάμεσά τους έτρεχαν δεκάδες ακόλουθοι και υπηρέτες.
Ο Βασιλιάς ΜακΓκιλ προπορεύονταν επάνω στο άλογό του. Φαίνονταν μεγαλοπρεπής και υπερήφανος, όπως πάντα, και είχε ένα πλατύ χαμόγελο ενθουσιασμού στο πρόσωπό του. Πλαισιώνονταν από τους γιους του, τον Κέντρικ και τον Γκάρεθ, και ο Θορ εξεπλάγη που είδε στην συνοδεία του ακόμα και τον Γκόντφρι. Εκατοντάδες υπηρέτες έτρεχαν ανάμεσά τους. Μερικοί από αυτούς σάλπιζαν δυνατά με σάλπιγγες φτιαγμένες από μακριούς χαυλιόδοντες ελεφάντων, ενώ άλλοι φώναζαν για να κρατήσουν υπό έλεγχο τους σκύλους που έτρεχαν με λαχτάρα να μπουν μπροστά για να συμβαδίζουν με τα άλογα. Ήταν ένα απόλυτο κομφούζιο. Καθώς αυτή η τεράστια ομάδα περνούσε μέσα από το δάσος, άρχισαν να χωρίζονται προς κάθε κατεύθυνση, αλλά ο Θορ δεν ήξερε ούτε που πήγαιναν ούτε ποια ομάδα να ακολουθήσει.
Ο Έρεκ ήταν πάνω στο άλογό του αρκετά κοντά τους, και ο Θορ μαζί με τους άλλους αποφάσισαν να ακολουθήσουν την πορεία του. Ο Θορ έτρεξε πίσω από τον Ρις.
«Πού πάμε;» τον ρώτησε με κομμένη την ανάσα από το τρέξιμο.
«Βαθιά μέσα στο δάσος», του απάντησε ο Ρις. «Οι άντρες του Βασιλιά θέλουν να γυρίσουν με θηράματα πολλών ημερών».
«Γιατί κάποιοι άντρες του Αργυρού Τάγματος είναι έφιπποι, ενώ άλλοι είναι πεζοί;» ο Ο’Κόνορ ρώτησε τον Ρις.
«Αυτοί που είναι στα άλογα κυνηγούν τα ευκολότερα θηράματα, όπως τα ελάφια και τα αγριοπούλια χρησιμοποιώντας τα τόξα τους», απάντησε ο Ρις. «Εκείνοι που είναι πεζοί κυνηγούν τα πιο επικίνδυνα ζώα. Όπως ο αγριόχοιρος με την κίτρινη ουρά».
Ο Θορ ένιωσε ενθουσιασμό αλλά και νευρικότητα μαζί, όταν άκουσε για το συγκεκριμένο ζώο. Είχε δει κάποτε κάποιο να μεγαλώνει. Ήταν ένα άσχημο και επικίνδυνο πλάσμα που μπορούσε να κόψει έναν άνθρωπο στα δύο χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.
«Οι πολεμιστές που είναι πιο μεγάλοι σε ηλικία συνηθίζουν επίσης να παραμένουν έφιπποι και να κυνηγούν ελάφια και πουλιά», πρόσθεσε ο Έρεκ κοιτάζοντάς τους από το άλογό του. «Οι πιο νέοι συνεχίζουν πεζοί και κυνηγούν τα μεγαλύτερα θηράματα. Φυσικά, θα πρέπει να είναι καλά γυμνασμένοι γι’ αυτό».
«Αυτός είναι και ο λόγος που επιτρέπουμε το κυνήγι σε εσάς τα νεαρά αγόρια», φώναξε ο Κολκ που έτρεχε μαζί με τους άλλους εκεί κοντά. «Είναι καλή εκπαίδευση για εσάς. Θα πρέπει να μείνετε πεζοί σε όλη τη διάρκεια του κυνηγιού και να συμβαδίζετε με τα άλογα. Καθώς προχωράμε, θα χωριστείτε σε μικρές ομάδες και ο καθένας θα πρέπει να κυνηγήσει ένα διαφορετικό ζώο. Θα πρέπει να βρείτε το πιο άγριο ζώο που μπορείτε και να παλέψετε μαζί του μέχρι να το σκοτώσετε. Στο κυνήγι θα πρέπει να έχετε τα προσόντα ενός στρατιώτη: αντοχή, τόλμη, και να μην σας καταβάλλει ο αντίπαλος άσχετα από το πόσο μεγαλόσωμος ή άγριος είναι. Τώρα φύγετε!» φώναξε.
Ο Θορ έτρεχε γρηγορότερα, όπως και όλοι οι σύντροφοί του, προσπαθώντας να προλάβουν τα άλογα που διέσχιζαν το δάσος. Δεν ήξερε ποιο δρόμο να πάρει, αλλά υπέθετε ότι αν έμενε μαζί με τον Ρις και τον Ο’Κόνορ, θα ήταν εντάξει.
«Ένα βέλος, γρήγορα!» φώναξε ο Έρεκ.
Ο Θορ μπήκε αμέσως στη δράση και τρέχοντας δίπλα στο άλογο του Έρεκ, άρπαξε ένα βέλος από την φαρέτρα που ήταν στη σέλα, του το έδωσε στο χέρι. Ο Έρεκ το έβαλε στο τόξο του, έκοψε λίγο ταχύτητα και στόχευσε σταθερά σε κάτι μέσα στο δάσος.
«Τα σκυλιά!» φώναξε ο Έρεκ δυνατά.
Ένας από τους ακόλουθους του Βασιλιά άφησε ελεύθερο ένα σκυλί που έτρεξε γαβγίζοντας μέσα στους θάμνους. Προς έκπληξη του Θορ, ένα μεγάλο πουλί πέταξε ψηλά και εκείνη τη στιγμή ο Έρεκ άφησε το βέλος του να φύγει.
Ήταν μια τέλεια βολή, ακριβώς στο λαιμό του, και το πουλί έπεσε κάτω νεκρό. Ο Θορ είχε μείνει έκπληκτος από το πως ο Έρεκ είχε καταφέρει να το εντοπίσει.
«Το πουλί!» φώναξε ο Έρεκ.
Ο Θορ έτρεξε, άρπαξε το νεκρό πουλί, με το αίμα του να στάζει από τον λαιμό του ζεστό, και έτρεξε πίσω στον Έρεκ. Το στήριξε στη σέλα του Έρεκ για να κρέμεται εκεί καθώς συνέχιζε το δρόμο του.
Γύρω από τον Θορ υπήρχαν πολλοί έφιπποι ιππότες που έκαναν το ίδιο. Πρώτα ανάγκαζαν τα πουλιά να αφήνουν τις φωλιές τους και μετά τα στόχευαν με τα βέλη τους, ενώ οι ακόλουθοί τους πήγαιναν να τα φέρουν. Οι περισσότεροι χρησιμοποιούσαν βέλη, αλλά κάποιοι χρησιμοποιούσαν δόρατα. Ο Κέντρικ τέντωσε το δόρυ του προς τα πίσω, στόχευσε, και το έριξε σε ένα ελάφι. Ήταν μια τέλεια ρίψη, ακριβώς στο λαιμό του, και το ζώο έπεσε αμέσως νεκρό.
Ο Θορ ήταν έκπληκτος από την πληθώρα ζώων που υπήρχαν σ’ αυτό το δάσος και με την αφθονία θηραμάτων με τα οποία όλοι θα γύριζαν σπίτι τους. Θα ήταν αρκετά για να ταΐσουν όλη την Αυλή του Βασιλιά για ημέρες.
«Έχεις ξαναπάει κυνήγι;» φώναξε ο Θορ στον Ρις, ενώ απέφυγε έναν από τους άντρες του Βασιλιά που παρά τρίχα να τον πατήσει έτσι όπως έτρεχε. Ήταν δύσκολο να ακούσει με τόσα σκυλιά που γάβγιζαν τριγύρω, με τον ήχο από τις σάλπιγγες και τις φωνές των ανθρώπων που γέλαγαν θριαμβευτικά καθώς χτύπαγαν το ένα ζώο μετά το άλλο.
Ο Ρις είχε ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό του καθώς πήδηξε πάνω από ένα κούτσουρο και συνέχισε να τρέχει.
«Πολλές φορές! Αλλά μόνο λόγω του πατέρα μου. Δεν μας αφήνουν να παίρνουμε μέρος στο κυνήγι ως κάποια ηλικία. Είναι κάτι συναρπαστικό – αν και κανένας δεν καταφέρνει να γυρίσει πίσω άθικτος. Πολλοί άντρες έχουν πληγωθεί, ή και σκοτωθεί, κυνηγώντας αγριογούρουνα».
Ο Ρις είχε λαχανιάσει καθώς έτρεχε. «Αλλά πάντα πήγαινα έφιππος», πρόσθεσε. «Ποτέ πριν δεν μου είχαν επιτρέψει να έρθω πεζός με τη Λεγεώνα, και ποτέ πριν δεν έχω κυνηγήσει αγριογούρουνο. Είναι και για εμένα μια πρώτη φορά!»
Το δάσος ξαφνικά άλλαξε και δεκάδες μονοπάτια εμφανίστηκαν μπροστά τους, ενώ το καθένα απ’ αυτά διακλαδώνονταν επίσης σε δεκάδες άλλα. Ο ήχος άλλης μιας σάλπιγγας ακούστηκε και η μεγάλη ομάδα άρχισε να χωρίζεται σε μικρότερες.
Ο Θορ έμεινε κοντά στον Έρεκ, και ο Ρις μαζί με τον Ο’Κόνορ ήρθαν κι’ αυτοί μαζί τους. Έστριψαν όλοι σ’ ένα στενό μονοπάτι που είχε μια απότομη κατηφορική στροφή. Συνέχισαν να τρέχουν και ο Θορ, κρατώντας σφιχτά το δόρυ του, πήδηξε πάνω από ένα μικρό ρυάκι. Η μικρή τους ομάδα περιλάμβανε τον Έρεκ και τον Κέντρικ πάνω στα άλογά τους, και πεζούς τον Θορ, τον Ρις, τον Ο’Κόνορ και τον Έλντεν. Όλοι τους ήταν έξι στον αριθμό, αλλά καθώς ο Θορ κοίταξε προς τα πίσω παρατήρησε άλλα δύο μέλη της Λεγεώνας να τους πλησιάζουν και να μπαίνουν στην ομάδα τους. Οι δύο άντρες ήταν μεγαλόσωμοι με πλατύ στέρνο και κυματιστά καστανά μαλλιά που έπεφταν πάνω στα μάτια τους, και χαμογελούσαν πλατιά. Φαίνονταν ότι ήταν δύο-τρία χρόνια πιο μεγάλοι από τον Θορ – και ήταν ολόιδιοι δίδυμοι.
«Εγώ είμαι ο Κόνβαλ», είπε ο ένας δυνατά στον Θορ.
«Και εγώ είμαι ο Κόνβεν».
«Είμαστε αδέλφια», είπε ο Κόνβαλ.
«Δίδυμα!» πρόσθεσε ο Κόνβεν.
«Ελπίζουμε να μην σας πειράζει να έρθουμε μαζί σας», είπε ο Κόνβαλ στον Θορ.
Ο Θορ τους είχε ξαναδεί στην Λεγεώνα αλλά δεν είχε ξαναμιλήσει μαζί τους. Χαίρονταν να γνωρίζει καινούργια μέλη της Λεγεώνας που είχαν φιλική διάθεση γι’ αυτόν.
«Είναι χαρά μου που είστε εδώ», τους είπε ο Θορ.
«Όσο πιο πολλά χέρια, τόσο το καλύτερο», πρόσθεσε ο Ρις.
«Έχω ακούσει ότι τα αγριογούρουνα σ’ αυτό το δάσος είναι τεράστια», είπε ο Κόνβαλ.
«Και θανατηφόρα», πρόσθεσε ο Κόνβεν.
Ο Θορ κοίταξε τα μακριά δόρατα που κουβαλούσαν οι δίδυμοι, τρεις φορές πιο μακριά από το δικό του, και ξαφνιάστηκε. Αλλά κι’ εκείνοι κοίταζαν το κοντό του δόρυ.
«Αυτό το δόρυ δεν είναι αρκετά μακρύ», είπε ο Κόνβαλ.
«Αυτά τα αγριογούρουνα έχουν μακριούς χαυλιόδοντες. Χρειάζεσαι κάτι μακρύτερο», είπε ο Κόνβεν.
«Πάρε το δικό μου», είπε ο Έλντεν και τρέχοντας προς το μέρος του του πρόσφερε το δόρυ του.
«Δεν μπορώ να πάρω το δικό σου», είπε ο Θορ. «Εσύ τι θα έχεις;»
Ο Έλντεν ανασήκωσε του ώμους του. «Θα είμαι εντάξει», είπε.
Ο Θορ συγκινήθηκε από την μεγαλοψυχία του και θαύμασε το πόσο διαφορετική ήταν η φιλία τους τώρα.
«Πάρε ένα από τα δικά μου», τον πρόσταξε μια φωνή.
Ο Θορ σήκωσε τα μάτια του και είδε τον Έρεκ πάνω στο άλογό του που του έδειχνε τη σέλα του όπου υπήρχαν δύο μακριά δόρατα.
Ο Θορ άπλωσε το χέρι του και άρπαξε ένα μακρύ δόρυ από την σέλα, νιώθοντας ευγνωμοσύνη γι’ αυτό. Ήταν βαρύτερο και θα του ήταν πιο δύσκολο να τρέξει μ’ αυτό – αλλά ένιωθε πιο προστατευμένος και φαίνονταν ότι μάλλον θα το χρειάζονταν.
Συνέχισαν να τρέχουν, αλλά τώρα ο Θορ ένιωθε τα πνευμόνια του να καίγονται από τον αέρα και δεν ήξερε αν θα μπορούσε να πάει πιο πέρα. Ήταν συνεχώς σε επαγρύπνηση και κοίταζε γύρω του για κάποιο ίχνος ζώου. Ένιωθε προστατευμένος με όλους αυτούς τους άντρες γύρω του και ανίκητος με το μακρύ δόρυ. Αλλά παρ’ όλα αυτά ήταν πολύ νευρικός. Δεν είχε πάει ποτέ του κυνήγι για αγριογούρουνο και δεν είχε ιδέα τι να περιμένει.
Καθώς τα πνευμόνια του έκαιγαν, το δάσος άνοιξε μπροστά του και φάνηκε ένα ξέφωτο. Ευτυχώς ο Έρεκ και ο Κέντρικ τράβηξαν τα χαλινάρια των αλόγων κι’ αυτά σταμάτησαν. Ο Θορ υπέθεσε ότι κι’ αυτοί είχαν άδεια να σταματήσουν, επίσης. Έτσι και οι οκτώ τους στάθηκαν εκεί στο ξέφωτο του δάσους, και τα αγόρια που όλη αυτή την ώρα περπατούσαν πήραν βαθιές ανάσες, ενώ ο Έρεκ και ο Κέντρικ κατέβηκαν από τα άλογά τους. Μπορούσε να ακούσει την βαριά ανάσα των αλόγων, αλλά εκτός από αυτό, το δάσος ήταν ήσυχο και ο μόνος ήχος ήταν ο άνεμος ανάμεσα στα δέντρα. Ο θόρυβος από τους άλλους άντρες που έτρεχαν μέσα στο δάσος δεν ακούγονταν πια και ο Θορ υπέθεσε ότι είχαν απομακρυνθεί πολύ από τους άλλους.
Λαχανιασμένος, κοίταξε γύρω του το ξέφωτο.
«Δεν έχω δει καθόλου ίχνη από ζώα», είπε ο Θορ στον Ρις. «Εσύ έχεις δει;»
Ο Ρις κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
«Το αγριογούρουνο είναι ένα πανούργο ζώο», είπε ο Έρεκ, κάνοντας ένα βήμα μπροστά. «Δεν φανερώνεται πάντα. Μερικές φορές, είναι αυτό που μας παρακολουθεί. Μπορεί να περιμένει για να σε πιάσει απροετοίμαστο για να σου επιτεθεί. Να είστε πάντα σ’ επιφυλακή».
«Προσέξτε!» φώναξε ξαφνικά ο Ο’Κόνορ.
Ο Θορ γύρισε και είδε ένα μεγαλόσωμο ζώο να πετάγεται μέσα στο ξέφωτο προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση. Ο Θορ τρόμαξε. Νόμιζε ότι τους είχε επιτεθεί αγριογούρουνο. Ο Ο’Κόνορ έβγαλε μια κραυγή και ο Ρις γύρισε και του πέταξε ένα δόρυ. Αστόχησε και το ζώο πετάχτηκε στον αέρα. Εκείνη τη στιγμή ο Θορ συνειδητοποίησε ότι ήταν μια γαλοπούλα, που έντρομη εξαφανίστηκε μέσα στο δάσος.
Άρχισαν όλοι να γελάνε και η ένταση εξαφανίστηκε. Ο Ο’Κόνορ κοκκίνισε και ο Ρις έβαλε το χέρι του στον ώμο του για να τον καθησυχάσει.
«Μην ανησυχείς, φίλε μου», του είπε.
Ο Ο’Κόνορ απέφυγε τη ματιά του, ντροπιασμένος.
«Δεν υπάρχουν αγριογούρουνα εδώ», είπε ο Έλντεν. «Διαλέξαμε λάθος μονοπάτι. Το μόνο πράγμα που υπάρχει εδώ είναι πουλιά. Θα γυρίσουμε πίσω με άδεια χέρια».
«Ίσως αυτό δεν είναι και τόσο κακό», είπε ο Κόνβαλ. «Έχω ακούσει ότι η πάλη με ένα αγριογούρουνο είναι πάλη ζωής και θανάτου».
Ο Κέντρικ εξέτασε το δάσος προσεκτικά, αλλά και ο Έρεκ έκανε το ίδιο. Ο Θορ είδε στην έκφραση των δύο αντρών ότι είχαν δει κάτι εκεί πέρα. Μπορούσε να πει από την εμπειρία τους και την σοφία τους ότι βρίσκονταν σε επιφυλακή.
«Λοιπόν, το μονοπάτι φαίνεται ότι τελειώνει εδώ», είπε ο Ρις. «Αν συνεχίσουμε, το δάσος από εδώ και πέρα είναι χωρίς μονοπάτια, χωρίς καμία σήμανση. Δεν θα μπορέσουμε να βρούμε το δρόμο μας για να επιστρέψουμε».
«Αλλά αν γυρίσουμε πίσω, το κυνήγι μας θα έχει τελειώσει», είπε ο Ο’Κόνορ.
«Τι θα γίνει αν γυρίσουμε πίσω με άδεια χέρια;» ρώτησε ο Θορ. «Χωρίς αγριογούρουνο;»
«Θα γίνουμε ο περίγελος των άλλων», είπε ο Έλντεν.
«Όχι», είπε ο Ρις. «Δεν βρίσκουν όλοι αγριογούρουνα. Στην πραγματικότητα είναι πιο σπάνιο να βρεις παρά να μην βρεις».
Καθώς στέκονταν όλοι εκεί σιωπηλοί, ανασαίνοντας βαριά και κοιτάζοντας το δάσος, ο Θορ ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε πιει πάρα πολύ νερό. Κρατιόταν σε όλη τη διάρκεια του κυνηγιού αλλά τώρα ένιωθε πόνο στην κύστη του και δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο.
«Με συγχωρείτε μια στιγμή», είπε και κατευθύνθηκε προς το δάσος.
«Πού πας», τον ρώτησε ο Έρεκ, ανήσυχος.
«Μια στιγμή, να κάνω την ανάγκη μου. Θα γυρίσω αμέσως».
«Μην πας μακριά», τον προειδοποίησε ο Έρεκ.
Ο Θορ ντράπηκε και έτρεξε στο δάσος. Έκανε περίπου είκοσι βήματα μακριά από τους άλλους, έως ότου βρήκε ένα σημείο που οι άλλοι δεν μπορούσαν να τον δουν.
Μόλις τελείωσε, άκουσε ξαφνικά ένα κλαδάκι να σπάει. Ο ήχος ήταν δυνατός και καθαρός και κατάλαβε – έτσι από ένστικτο – ότι δεν ήταν από άνθρωπο.
Γύρισε να κοιτάξει αργά αργά, νιώθοντας μια ανατριχίλα στο πίσω μέρος του λαιμού του. Λίγο πιο πέρα μπροστά του, ίσως δέκα βήματα μακριά, στη βάση ενός μεγάλου βράχου είδε κάποια κίνηση. Ήταν ένα μικρό ζώο, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν.
Ο Θορ αμφιταλαντεύτηκε αν έπρεπε να γυρίσει πίσω στην ομάδα του ή να πάει να δει τι ήταν. Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά προχώρησε προς τα μπροστά με επιφύλαξη. Ό,τι ζώο και να ήταν, δεν ήθελε να το χάσει, και αν γύριζε πίσω, πολύ πιθανόν να μην το ξανάβρισκε όταν γύριζε μαζί με τους άλλους.
Ο Θορ πλησίασε, αλλά όλο του το σώμα είχε ανατριχιάσει καθώς το δάσος γινόταν πιο πυκνό και υπήρχε λιγότερος χώρος για να μπορεί να ελιχθεί. Δεν έβλεπε τίποτα άλλο εκτός από πυκνά δέντρα και τις ακτίνες του ήλιου να σχηματίζουν έντονες γωνίες. Τελικά, έφτασε στο ξέφωτο. Καθώς πλησίασε, χαλάρωσε το σφίξιμο της λαβής του δόρατος και το χαμήλωσε ως τον γοφό του. Αυτό που είδε μπροστά του, εκεί στο ξέφωτο μέσα σ’ ένα φωτεινό σημείο, τον άφησε άφωνο.
Εκεί δίπλα στον βράχο, πάνω στο χορτάρι, βρίσκονταν ένα μωρό λεοπάρδαλης. Κάθονταν εκεί, κουνιόταν ανήσυχα, κλαψούριζε και μισόκλεινε τα μάτια του στο φως του ήλιου. Φαινόταν πως ήταν νεογέννητο και δεν ήταν πιο μεγάλο από τριάντα εκατοστά – τόσο μικρό που χώραγε μέσα στο πουκάμισο του Θορ.
Ο Θορ στεκόταν εκεί, έκπληκτος. Το ζωάκι ήταν ολόλευκο και κατάλαβε ότι ήταν το μωρό μιας άσπρης λεοπάρδαλης, του πιο σπάνιου απ’ όλα τα ζώα.
Εκείνη τη στιγμή άκουσε θρόισμα φύλλων πίσω του και γυρίζοντας πίσω είδε όλους τους συντρόφους του να έρχονται βιαστικά προς το μέρος του. Ο Ρις που ήταν μπροστά από τους άλλους φαινόταν πολύ ανήσυχος. Αμέσως μετά τον πλησίασαν όλοι.
«Πού ήσουν;» τον ρώτησε ο Ρις. «Νομίζαμε ότι πέθανες».
Καθώς ήρθαν πιο κοντά του, είδαν το μικρό ζωάκι και τους άκουσε να βγάζουν ένα επιφώνημα έκπληξης.
«Είναι ένας σπουδαίος οιωνός», είπε ο Έρεκ στον Θορ. «Βρήκες το εύρημα της ζωής σου. Το πιο σπάνιο απ’ όλα τα ζώα. Το εγκατέλειψαν και δεν έχει κανέναν να το φροντίζει. Αυτό σημαίνει ότι είναι δικό σου και είναι υποχρέωσή σου να το μεγαλώσεις».
«Δικό μου;» ρώτησε ο Θορ, σαστισμένος.
«Είναι υποχρέωσή σου», πρόσθεσε ο Κέντρικ. «Εσύ το βρήκες. Ή, θα μπορούσα να πω, αυτό σε βρήκε».
Ο Θορ ήταν πολύ προβληματισμένος. Στο παρελθόν, είχε φροντίσει πρόβατα, αλλά δεν είχε ποτέ μεγαλώσει κάποιο ζώο, και τώρα πραγματικά δεν ήξερε τι να κάνει.
Παρ’ όλα αυτά, την ίδια στιγμή, αισθανόταν ήδη ένα στενό δεσμό με το ζώο. Τα μικρά, γαλάζια του μάτια άνοιξαν και έμοιαζε σαν να κοίταζε μόνο αυτόν.
Το πλησίασε, έσκυψε και το πήρε στα χέρια του. Το ζωάκι τεντώθηκε και του έγλυψε το μάγουλο.
«Πώς μπορεί κάποιος να φροντίσει ένα μωρό λεοπάρδαλης;» ρώτησε ο Θορ, συγκινημένος.
«Υποθέτω με τον ίδιο τρόπο που μπορεί κάποιος να φροντίσει οποιοδήποτε άλλο ζώο», είπε ο Έρεκ. «Να το ταΐζεις όταν πεινάει».
«Πρέπει να του δώσεις όνομα», του είπε ο Κέντρικ.
Ο Θορ αναλογίστηκε με έκπληξη ότι αυτή ήταν η δεύτερη φορά μέσα σε λίγες ημέρες που έπρεπε να βρει όνομα για κάποιο ζώο. Θυμήθηκε μια ιστορία από την παιδική του ηλικία για ένα λιοντάρι που τρομοκρατούσε ένα χωριό.
«Κρον», είπε ο Θορ.
Οι άλλοι κούνησαν το κεφάλι τους σε ένδειξη αποδοχής.
«Όπως και στο θρύλο», είπε ο Ρις.
«Μου αρέσει», είπε ο Ο’Κόνορ.
«Κρόν, ε…», είπε ο Έρεκ.
Καθώς ο Κρον χαμήλωσε το κεφαλάκι του μέσα στο στήθος του Θορ, ο Θορ ένιωσε έναν ισχυρό δεσμό μ’ αυτό το ζωάκι. Ένα δεσμό ισχυρότερο απ’ ό,τι είχε νιώσει ποτέ του. Αισθανόταν σαν να γνώριζε τον Κρον για πολλές ζωές καθώς αυτός στριφογύριζε και έβγαζε ήχους σαν νιαουρίσματα.
Ξαφνικά, ακούστηκε ένας μακρινός ήχος που έκανε τον Θορ να ανατριχιάσει. Γύρισε και κοίταξε ψηλά στον ουρανό.
Εκεί ψηλά ήταν η Εστοφελή. Βγάζοντας κραυγές, έκανε μια απότομη βουτιά προς το κεφάλι του Θορ. Κατέβηκε πολύ χαμηλά, αλλά πήρε πάλι ύψος την τελευταία στιγμή.
Στην αρχή ο Θορ αναρωτήθηκε αν ζήλευε τον Κρον. Αλλά, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, ο Θορ συνειδητοποίησε ότι το γεράκι του τον προειδοποιούσε.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ακούστηκε ένας μακρινός θόρυβος από την άλλη πλευρά του δάσους. Στην αρχή ακούστηκε σαν θρόισμα, αλλά στη συνέχεια ακολούθησε μια σφοδρή επίθεση – όλα συνέβαιναν τόσο γρήγορα.
Λόγω της προειδοποίησης του γερακιού, ο Θορ είχε ένα πλεονέκτημα. Είδε πως κάτι ερχόταν και πήδηξε γρήγορα στο πλάι κλάσματα δευτερολέπτου πριν ένα τεράστιο αγριογούρουνο περάσει βολίδα δίπλα του. Τον προσπέρασε παρά τρίχα.
Στο ξέφωτο επικράτησε χάος. Το αγριογούρουνο έκανε επίθεση στους άλλους κουνώντας τα τεράστια δόντια του από τη μια μεριά στην άλλη. Με μια ξαφνική κίνηση, κατάφερε να χτυπήσει το μπράτσο του Ο’Κόνορ. Το αίμα του πετάχτηκε αμέσως σαν σιντριβάνι, ενώ ο Ο’Κόνορ το κράτησε σφιχτά με το άλλο του χέρι σφαδάζοντας από τον πόνο.
Ήταν σαν να προσπαθούσε να παλέψει με έναν ταύρο χωρίς τα κατάλληλα όπλα. Ο Έλντεν προσπάθησε να το καρφώσει με το μακρύ δόρυ του, αλλά το τεράστιο ζώο απλά γύρισε το κεφάλι του, άρπαξε το δόρυ στο πελώριο στόμα του, το πέταξε κάτω, και με μια κίνηση το έκοψε στα δύο με τα δόντια του. Μετά το αγριογούρουνο έκανε επίθεση στον Έλντεν, χτυπώντας στον στα πλευρά. Ευτυχώς για τον Έλντεν, αστόχησε να τον χτυπήσει και να τον κόψει στα δύο με τους χαυλιόδοντές του.
Αυτό το αγριογούρουνο ήταν αδύνατο να σταματήσει. Είχε βγει για αίμα και ήταν ξεκάθαρο ότι δεν θα τους άφηνε ήσυχους αν δεν το έπαιρνε.
Οι άλλοι έτρεξαν και μπήκαν σε δράση. Ο Έρεκ και ο Κέντρικ έβγαλαν τα σπαθιά τους, όπως ακριβώς έκαναν ο Θορ, ο Ρις και οι άλλοι.
Όλοι μαζί κύκλωσαν το ζώο, αλλά ήταν δύσκολο να το χτυπήσουν, επειδή τα μακριά του δόντια, που έφταναν στο ένα μέτρο σε μήκος, τους εμπόδιζαν να το πλησιάσουν. Αυτό έτρεχε σε κύκλους και τους κυνηγούσε μέσα στο ξέφωτο. Οι άντρες το χτύπαγαν με τη σειρά και ο Έρεκ του κατάφερε ένα άμεσο χτύπημα στα πλευρά. Όμως, το αγριογούρουνο πρέπει να ήταν φτιαγμένο από ατσάλι επειδή συνέχισε την επίθεσή του.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, όλα άλλαξαν. Η ματιά του Θορ έπιασε μια κίνηση και γυρίζοντας κοίταξε προς το δάσος. Εκεί στο βάθος, κρυμμένο πίσω από τα δέντρα, ο Θορ θα έπαιρνε όρκο ότι είδε έναν άντρα με μαύρο μανδύα και κουκούλα. Τον είδε να σηκώνει το τόξο και το βέλος του και να στοχεύει κατ’ ευθείαν στο ξέφωτο. Δεν φαινόταν ότι ο στόχος του ήταν το αγριογούρουνο, αλλά οι άντρες.
Ο Θορ αναρωτήθηκε αν έβλεπε φαντάσματα. Ήταν δυνατόν να δέχονταν επίθεση; Εδώ; Στη μέση του πουθενά; Και από ποιον;
Ο Θορ εμπιστεύθηκε το ένστικτό του. Διαισθάνθηκε ότι οι άλλοι κινδύνευαν και έτρεξε προς το μέρος τους. Είδε τον άντρα να στρέφει το τόξο του προς τον Κέντρικ.
Ο Θορ, με μια βουτιά, έπεσε πάνω στον Κέντρικ με δύναμη και τον πέταξε στο έδαφος. Μόλις έπεσαν, το βέλος πέρασε πάνω από τα κεφάλια τους, αστοχώντας για λίγο.
Ο Θορ αμέσως κοίταξε πίσω, προς το δάσος ψάχνοντας να βρει κάποιο ίχνος του ανθρώπου που τους έκανε επίθεση. Αλλά δεν ήταν πια εκεί.
Όμως, δεν υπήρχε χρόνος για σκέψεις. Το αγριογούρουνο έτρεχε άγρια γύρω από το ξέφωτο σε πολύ μικρή απόσταση. Τώρα ερχόταν προς το μέρος τους. Ο Θορ δεν είχε χρόνο για να αντιδράσει. Προετοίμασε τον εαυτό του για σύγκρουση με τους μακριούς χαυλιόδοντές του που έρχονταν κατά πάνω του.
Το επόμενο δευτερόλεπτο, ακούστηκε μια δυνατή στριγγλιά. Ο Θορ γύρισε και είδε τον Έρεκ ανεβασμένο στην πλάτη του αγριογούρουνου. Κρατούσε το σπαθί του και με τα δύο χέρια του και το βύθισε στο πίσω μέρος του λαιμού του. Το ζώο βρυχήθηκε και το αίμα πετάχτηκε από το στόμα του καθώς τα γόνατά του λύγισαν και σωριάστηκε στο έδαφος με τον Έρεκ πάνω στην πλάτη του. Σταμάτησαν μερικά εκατοστά μακριά από τον Θορ.
Όλοι είχαν μείνει ακίνητοι και κοίταζαν ο ένας τον άλλον. Αναρωτιόντουσαν τι στο καλό είχε συμβεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22
Κουβαλώντας τον Κρον μέσα στο πουκάμισό του, ο Θορ ξαφνιάστηκε από τον θόρυβο που ακούγονταν μόλις ο Ρις άνοιξε την πόρτα της μπυραρίας. Πολλά μέλη της Λεγεώνας και στρατιώτες, οι οποίοι είχαν στριμωχτεί εκεί μέσα και τους περίμεναν, τους υποδέχτηκαν φωνάζοντας δυνατά. Η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο και έκανε ζέστη. Μόλις μπήκε μέσα, ο Θορ στριμώχτηκε ανάμεσα στους συντρόφους του. Είχαν περάσει μια κουραστική μέρα στο κυνήγι και τώρα είχαν όλοι μαζευτεί στην μπυραρία που ήταν βαθιά μέσα στο δάσος για να το γιορτάσουν. Οι άντρες του Αργυρού Τάγματος είχαν προπορευθεί και ο Θορ, ο Ρις και οι άλλοι τους ακολούθησαν.
Πίσω από τον Θορ, οι δίδυμοι, ο Κόνβαλ και ο Κόνβεν, κουβαλούσαν το έπαθλό τους – το αγριογούρουνο που ήταν το πιο μεγάλο απ’ όλα τα άλλα. Το είχαν βάλει σε ένα μακρύ κοντάρι και το κουβαλούσαν στους ώμους τους, ενώ χρειάστηκε να το αφήσουν κάτω, έξω από την πόρτα της ταβέρνας πριν μπουν μέσα. Ο Θορ του έριξε μια τελευταία ματιά – φαινόταν τόσο άγριο που ήταν δύσκολο να πείσουν κάποιον ότι το είχαν σκοτώσει.
Ο Θορ ένιωσε ένα στριφογύρισμα μέσα στο πουκάμισό του και κοιτάζοντας είδε τον καινούργιο του σύντροφο, τον Κρον. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι κουβαλούσε ένα μωρό άσπρης λεοπάρδαλης. Τον κοίταζε με τα κρυστάλλινα γαλανά του μάτια και κλαψούριζε. Ο Θορ κατάλαβε ότι πεινούσε.
Ο Θορ ήταν στριμωγμένος μέσα στη μπυραρία, ενώ δεκάδες ακόμα άντρες έμπαιναν πίσω του. Προχώρησε ακόμα πιο βαθιά μέσα στην αίθουσα που πρέπει να ήταν δέκα βαθμούς πιο ζεστή απ’ έξω και με πολλή περισσότερη υγρασία. Ακολουθούσε τον Έρεκ και τον Κέντρικ, ενώ πίσω του έρχονταν ο Ρις, ο Έλντεν, οι δίδυμοι και ο Ο’Κόνορ που είχε το χέρι του δεμένο μετά από την επίθεση του αγριογούρουνου, αλλά, ευτυχώς, το τραύμα του είχε σταματήσει να αιμορραγεί. Ο Ο’Κόνορ φαινόταν περισσότερο ζαλισμένος παρά τραυματισμένος. Η καλή του διάθεση είχε επιστρέψει και ολόκληρη η ομάδα προχώρησε βαθιά μέσα στην αίθουσα.
Ήταν πολύ στριμωχτά, οι ώμοι τους ακουμπούσαν, και δεν υπήρχε χώρος ούτε για να γυρίσουν να κοιτάξουν προς τα πίσω. Μέσα στην ταβέρνα υπήρχαν μακριοί πάγκοι όπου μερικοί άντρες κάθονταν, έπιναν, τραγουδούσαν και τσούγκριζαν τις μεταλλικές τους κούπες με τις κούπες των φίλων τους ή τις χτυπούσαν πάνω στους πάγκους, ενώ άλλοι άντρες ήταν όρθιοι. Ήταν μια φασαριόζικη, χαρούμενη ατμόσφαιρα και ο Θορ δεν είχε δει ποτέ του κάτι παρόμοιο.
«Πρώτη σου φορά σε μπυραρία;» ρώτησε ο Έλντεν, φωνάζοντας για να ακουστεί.
Ο Θορ έγνεψε καταφατικά, νιώθοντας χωριάτης για άλλη μια φορά.
«Στοιχηματίζω ότι ούτε μπύρα έχεις ξαναπιεί, ε…;» ρώτησε ο Κόνβεν χτυπώντας τον στην πλάτη γελώντας.
«Και βέβαια έχω ξαναπιεί», είπε ο Θορ σαν να υπερασπιζόταν τον εαυτό του.
Είχε κοκκινίσει, όμως, αλλά ήλπιζε ότι δεν θα το πρόσεχε κανείς, επειδή στην πραγματικότητα δεν είχε πιει ποτέ του μπύρα εκτός από μια γουλίτσα στον γάμο. Ο πατέρας του δεν επέτρεπε μπύρα στο σπίτι. Αλλά ακόμα κι’ αν την επέτρεπε, δεν είχαν σίγουρα την οικονομική δυνατότητα για κάτι τέτοιο.
«Ωραία, λοιπόν!» φώναξε ο Κόνβαλ. «Ταβερνιάρη, φέρε σε όλους μας μια κούπα απ’ την πιο δυνατή που έχεις. Ο Θορ, εδώ, είναι γερό ποτήρι!»
Ένας από τους δίδυμους έβαλε επάνω στον πάγκο ένα χρυσό νόμισμα. Ο Θορ εξεπλάγη από τα χρήματα που είχαν αυτά τα παιδιά και αναρωτήθηκε από τι οικογένειες κατάγονταν. Το νόμισμα αυτό θα ήταν αρκετό για να περάσει η οικογένειά του στο χωριό για ένα μήνα.
Ένα λεπτό αργότερα, δώδεκα μεγάλες μεταλλικές κούπες με μπύρα που άφριζε γλίστρησαν πάνω στον πάγκο και τα αγόρια σπρώχνοντας πέρασαν μπροστά για να τις πάρουν. Έβαλαν μια κούπα στο χέρι του Θορ και όπως ο αφρός έσταζε στο πλάι του χεριού του, το στομάχι του σφίχτηκε με προσδοκία.
Ένιωθε νευρικότητα.
«Στο κυνήγι μας!» φώναξε ο Ρις.
«ΣΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΜΑΣ!» φώναξαν δυνατά και οι άλλοι.
Ο Θορ έκανε ότι έκαναν και οι άλλοι προσπαθώντας να φέρεται όπως και εκείνοι. Σήκωσε το υγρό που άφριζε ως τα χείλη του και ήπιε μια γουλιά. Η γεύση του φάνηκε απαίσια, αλλά είδε τους άλλους να αδειάζουν τα ποτήρια τους χωρίς ανάσα. Υποχρέωσε τον εαυτό του να την πιει και προσπάθησε να την καταπιεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά όταν είχε πιει περίπου την μισή, άφησε κάτω την κούπα του, βήχοντας.
Οι άλλοι τον κοίταξαν και ξέσπασαν σε δυνατά γέλια. Ο Έλντεν τον χτύπησε ελαφρά στην πλάτη.
«Είναι η πρώτη σου φορά, έτσι;» τον ρώτησε.
Ο Θορ κοκκίνισε και σκούπισε τον αφρό από τα χείλη του. Ευτυχώς, πριν μπορέσει να απαντήσει, ακούστηκε μια δυνατή φωνή και όλοι γύρισαν και είδαν μερικούς μουσικούς να μπαίνουν στην αίθουσα ανοίγοντας δρόμο μέσα στο πλήθος. Άρχισαν να παίζουν φλογέρες και λαούτα και να χτυπούν κύμβαλα κάνοντας την ατμόσφαιρα ακόμα πιο εύθυμη και πιο θορυβώδη.
«Αδερφέ μου!» ακούστηκε μια φωνή.
Ο Θορ γύρισε και είδε ένα αγόρι λίγα χρόνια πιο μεγάλο απ’ αυτόν, με μια μικρή κοιλίτσα, πλατείς ώμους, αξύριστο, που φαινόταν κάπως ατημέλητο να κάνει ένα βήμα μπροστά και να αγκαλιάζει τον Ρις με έναν άγαρμπο τρόπο. Μαζί του ήταν άλλα τρία παιδιά που κι’ αυτά φαίνονταν το ίδιο ατημέλητα.
«Δεν πίστευα ποτέ πως θα σ’ εύρισκα εδώ!» πρόσθεσε.
«Λοιπόν, που και που πρέπει να ακολουθώ τα βήματα του αδελφού μου, ε…» φώναξε ο Ρις χαμογελώντας. «Θορ, ξέρεις τον αδελφό μου τον Γκόντφρι;»
Ο Γκόντφρι γύρισε και έσφιξε το χέρι του Θορ, ενώ ο Θορ δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει πόσο αγύμναστο και στρουμπουλό ήταν. Δεν ήταν το χέρι ενός πολεμιστή.
«Φυσικά και γνωρίζω τον νεοφερμένο», είπε ο Γκόντφρι, πλησιάζοντας πολύ κοντά και μπερδεύοντας τα λόγια του. «Όλο το βασίλειο μιλάει γι’ αυτόν. Είσαι θαυμάσιος πολεμιστής, όπως ακούω», είπε στον Θορ. «Πολύ κακό αυτό. Η μπυραρία χάνει ένα μεγάλο ταλέντο!»
Ο Γκόντφρι έγειρε πίσω και έσκασε στα γέλια, ενώ και οι τρεις σύντροφοί του άρχισαν κι’ αυτοί να γελάνε. Ένας από αυτούς, περίπου ένα κεφάλι ψηλότερος από τους άλλους, με τεράστια κοιλιά, κατακόκκινα μάγουλα και ξαναμμένος από το ποτό, έσκυψε μπροστά και κτύπησε τον Θορ στον ώμο.
«Η γενναιότητα είναι σπουδαίο χαρακτηριστικό. Αλλά σε οδηγεί στις μάχες και έτσι παραμένεις ψυχρός. Το ποτό είναι καλύτερο χαρακτηριστικό. Είσαι ασφαλής και θερμός – και σου εξασφαλίζει και μια ζεστή κοπελιά στο πλάι σου!»
Άρχισε να γελάει μαζί με τους άλλους και ο ταβερνιάρης έβαλε καινούργιες κούπες με μπύρα για όλους. Ο Θορ ήλπιζε να μην του ζητήσουν να πιει. Ήδη ένιωθε την μπύρα να ανεβαίνει στο κεφάλι του.
«Ήταν το πρώτο του κυνήγι σήμερα!» φώναξε ο Ρις στον αδελφό του.
«Αλήθεια;» απάντησε ο Γκόντφρι. «Λοιπόν, αυτό απαιτεί ένα ποτό, τι λέτε;»
«Ακόμα και δύο!» φώναξε ο ψηλός φίλος του.
Ο Θορ κοίταξε το ποτήρι που του είχαν βάλει στο χέρι.
«Στις πρώτες φορές!» σήκωσε το ποτήρι του ο Γκόντφρι.
«ΣΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΦΟΡΕΣ!» φώναξαν όλοι μαζί.
«Μακάρι η ζωή σου να είναι γεμάτη πρώτη φορές…», είπε ο ψηλός, «…εκτός από την πρώτη φορά που θα είσαι νηφάλιος!»
Όλοι γέλασαν δυνατά και συνέχισαν να πίνουν.
Ο Θορ ήπιε μια γουλιά, και προσπαθώντας να αποφύγει να πιει περισσότερο, άφησε κάτω την κούπα του, αλλά ο Γκόντφρι τον έπιασε.
«Δεν πίνουμε έτσι, αγόρι μου!» φώναξε ο Γκόντφρι. Έκανε ένα βήμα μπροστά, άρπαξε την κούπα και την έβαλε στα χείλη του Θορ. Όλοι γελούσαν καθώς ο Θορ κατάπινε τη μπύρα. Μόλις άφησε κάτω την άδεια κούπα, άρχισαν να ζητωκραυγάζουν.
Ο Θορ ένιωθε ζαλισμένος. Άρχισε να αισθάνεται ότι έχανε τον έλεγχό του και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί εύκολα. Δεν του άρεσε αυτό το συναίσθημα.
Ο Θορ ένιωσε άλλο ένα στριφογύρισμα μέσα στο πουκάμισό του καθώς ο Κρον σήκωσε το κεφαλάκι του.
«Τι έχουμε εδώ;!» φώναξε ο Γκόντφρι με ευχαρίστηση.
«Είναι ένα μωρό λεοπάρδαλης», είπε ο Θορ.
«Το βρήκαμε στο κυνήγι», πρόσθεσε ο Ρις.
«Πεινάει», είπε ο Θορ. «Και δεν ξέρω τι ακριβώς να του δώσω».
«Μπύρα, φυσικά!» φώναξε ο ψηλός.
«Αλήθεια», ρώτησε ο Θορ. «Κάνει να την πιει;»
«Φυσικά!» φώναξε ο Γκόντφρι. «Φτιάχνεται απλά από λυκίσκο!»
Ο Γκόντφρι άπλωσε το χέρι του, βούτηξε το δάκτυλό του στον αφρό και το έβαλε μπροστά του. Ο Κρον έσκυψε λίγο και το έγλυψε. Το έγλυψε ξανά και ξανά.
«Βλέπεις, του αρέσει!»
Ο Γκόντφρι ξαφνικά τράβηξε πίσω το δάκτυλό του βγάζοντας μια κραυγή. Το σήκωσε ψηλά και είδε αίμα.
«Κοφτερά δόντια το μικρό!» φώναξε – και οι άλλοι ξέσπασαν σε γέλια.
Ο Θορ έβαλε το χέρι του μέσα στο πουκάμισό του και χάιδεψε το κεφαλάκι του Κρον. Μετά έγειρε την κούπα του και άδειασε την υπόλοιπη μπύρα στο στόμα του ζώου. Ο Κρον το έγλυψε όλο και ο Θορ αποφάσισε να του βρει κανονικό φαγητό. Ήλπιζε ότι ο Κολκ, αλλά και τα άλλα μέλη της Λεγεώνας, δεν θα είχαν αντίρρηση να μείνει το ζωάκι στον στρατώνα.
Ξαφνικά, οι μουσικοί άλλαξαν το τραγούδι τους ενώ εμφανίστηκαν και άλλοι φίλοι του Γκόντφρι. Πλησίασαν, κάθισαν μαζί τους για ένα καινούργιο γύρο μπύρας και μετά πήραν τον Γκόντφρι και απομακρύνθηκαν μέσα στο πλήθος.
«Θα σε δω αργότερα, μικρέ μου», είπε ο Γκόντφρι στον Ρις πριν φύγει. Μετά στράφηκε προς τον Θορ. «Ελπίζω να έρχεσαι πιο συχνά στη μπυραρία!»
«Κι’ εγώ ελπίζω να περνάς περισσότερο χρόνο στο πεδίο της μάχης», του φώναξε ο Κέντρικ.
«Πολύ αμφιβάλλω γι’ αυτό!» είπε ο Γκόντφρι και γελώντας, εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος μαζί με τους φίλους του.
«Πάντα έτσι διασκεδάζουν;» ο Θορ ρώτησε τον Ρις.
«Ο Γκόντφρι; Αυτός έρχεται στην μπυραρία από τότε που άρχισε να περπατάει. Είναι η απογοήτευση του πατέρα μου. Αλλά εκείνος είναι ευχαριστημένος με τον εαυτό του».
«Όχι, εννοώ τους άντρες του Βασιλιά. Την Λεγεώνα. Έρχονται πάντα στην μπυραρία;»
Ο Ρις κούνησε το κεφάλι του.
«Σήμερα είναι μια ξεχωριστή μέρα. Ήταν το πρώτο κυνήγι της θερινής ισημερίας. Αυτό δεν συμβαίνει κάθε μέρα. Απόλαυσέ το όσο διαρκεί».
Ο Θορ ένιωθε όλο και περισσότερο αποπροσανατολισμένος καθώς κοίταζε γύρω στην αίθουσα. Δεν ήθελε να βρίσκεται εκεί. Ήθελε να βρίσκεται πίσω στους στρατώνες για εκπαίδευση. Και γι’ άλλη μια φορά η σκέψη του ταξίδεψε στην Γκουέντολιν.
«Τον είδες καλά;» ρώτησε ο Κέντρικ καθώς πλησίασε τον Θορ.
Ο Θορ τον κοίταξε σαστισμένος.
«Τον άντρα στο δάσος που έριξε το βέλος…» πρόσθεσε ο Κέντρικ.
Οι άλλοι πλησίασαν πιο κοντά προσπαθώντας να ακούσουν, ενώ η ατμόσφαιρα έγινε πιο σοβαρή.
Ο Θορ προσπάθησε να θυμηθεί, αλλά δεν μπορούσε. Όλα ήταν συγκεχυμένα στο μυαλό του.
«Μακάρι να τον έβλεπα», είπε. «Όλα έγιναν τόσο γρήγορα».
«Ίσως να ήταν ένας από τους άντρες του Βασιλιά που έριξε προς την κατεύθυνσή μας κατά λάθος», είπε ο Ο’Κόνορ.
Ο Θορ κούνησε το κεφάλι του.
«Δεν ήταν ντυμένος σαν τους άλλους. Ήταν ντυμένος στα μαύρα και φορούσε μανδύα και κουκούλα. Έριξε μόνο ένα βέλος, που είχε στόχο τον Κέντρικ, και μετά εξαφανίστηκε. Λυπάμαι. Μακάρι να είχα δει περισσότερα».
Ο Κέντρικ κούνησε κι’ αυτός το κεφάλι του προσπαθώντας να σκεφτεί.
«Ποιος θα σε ήθελε νεκρό;» ρώτησε ο Ρις τον Κέντρικ.
«Δηλαδή, ήταν δολοφόνος;» ρώτησε ο Ο’Κόνορ.
Ο Κέντρικ ανασήκωσε τους ώμους του. «Απ’ όσο ξέρω, δεν έχω εχθρούς».
«Αλλά ο Πατέρας έχει πολλούς», είπε ο Ρις. «Ίσως κάποιος θέλει να σε σκοτώσει για να τον εκδικηθεί».
«Ή κάποιος θέλει να σε βγάλει από την μέση για την διαδοχή του θρόνου», εξέφρασε την υποψία του ο Έλντεν.
«Αυτό είναι παράλογο! Εγώ είμαι νόθος! Δεν μπορώ να κληρονομήσω τον θρόνο!»
Καθώς κάθονταν εκεί σκεφτικοί, έπιναν την μπύρα τους και προσπαθούσαν να βρουν μια λογική απάντηση, ακούστηκαν φωνές στην αίθουσα και η προσοχή των αντρών στράφηκε προς μια σκάλα που οδηγούσε στον επάνω όροφο. Ο Θορ σήκωσε τα μάτια του και είδε αρκετές γυναίκες στη σειρά να βγαίνουν από μια αίθουσα, να στέκονται στο κιγκλίδωμα του επάνω ορόφου και να κοιτάζουν στην κάτω αίθουσα. Φορούσαν όλες λιγοστά ρούχα, αλλά ήταν υπερβολικά έντονα βαμμένες.
Ο Θορ κοκκίνισε.
«Γεια σε όλους!» φώναξε η γυναίκα που στέκονταν μπροστά. Είχε τεράστιο στήθος και φορούσε κόκκινα δαντελένια ρούχα.
Οι άντρες άρχισαν να φωνάζουν.
«Ποιος έχει λεφτά απόψε;» ρώτησε.
Οι άντρες ξέσπασαν ξανά σε φωνές.
Τα μάτια του Θορ άνοιξαν διάπλατα.
«Είναι εδώ και οίκος ανοχής;» ρώτησε.
Οι άλλοι γύρισαν και τον κοίταξαν με έκπληξη και μετά άρχισαν να γελάνε.
«Θεέ μου, εσύ είσαι αμύητος σ’ αυτά, ε…;»
«Πες μου έχεις πάει ποτέ σε οίκο ανοχής;» ρώτησε ο Κόνβεν.
«Στοιχηματίζω ότι δεν έχει πάει ποτέ με γυναίκα!» είπε ο Έλντεν.
Ο Θορ αισθάνθηκε όλα τα μάτια στραμμένα επάνω του και το πρόσωπό του έγινε κόκκινο σαν παντζάρι. Ήθελε να εξαφανιστεί. Είχαν δίκιο. Δεν είχε βρεθεί ποτέ με μια γυναίκα. Αλλά δεν επρόκειτο να τους το πει. Αναρωτήθηκε μήπως αυτό φαινόταν στο πρόσωπό του.
Πριν προλάβει να απαντήσει, ένας από τους δίδυμους σηκώθηκε, τον άρπαξε από την πλάτη και έριξε ένα χρυσό νόμισμα στην γυναίκα που στέκονταν στις σκάλες.
«Πιστεύω ότι έχεις τον πρώτο σου πελάτη!» φώναξε.
Όλοι στην αίθουσα ζητωκραύγασαν και ο Θορ, παρά την αντίστασή του, ένιωθε δεκάδες άντρες να τον σπρώχνουν προς τα μπροστά, μέσα από το πλήθος, και επάνω στην σκάλα. Καθώς πήγαινε, το μυαλό του ήταν γεμάτο με τη σκέψη της Γκουέν. Πόσο την αγαπούσε! Και πόσο δεν ήθελε να είναι με καμία άλλη!
Ήθελε να γυρίσει και να φύγει. Αλλά, κυριολεκτικά, δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής. Ένα πλήθος μεγαλόσωμων αντρών τον έσπρωχναν προς τα μπροστά και δεν τον άφηναν να κάνει πίσω. Πριν το καταλάβει, είχε ανέβει τις σκάλες. Στο πλατύσκαλο, είδε την γυναίκα να του χαμογελάει. Ήταν ψηλότερη από αυτόν και το άρωμά της μύριζε υπερβολικά έντονα. Αυτό που έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα ήταν ότι ο Θορ ήταν μεθυσμένος. Ένιωθε ότι το δωμάτιο είχε αρχίσει να γυρίζει, δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του και ήταν έτοιμος να καταρρεύσει.
Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της, τράβηξε τον Θορ από το πουκάμισο, τον οδήγησε σε ένα δωμάτιο και κοπάνησε την πόρτα πίσω της. Ο Θορ ήταν αποφασισμένος να μην συνευρεθεί μαζί της. Καθώς τον έσπρωχνε να προχωρήσει, στο μυαλό του είχε τη σκέψη της Γκουέν. Δεν ήθελε να είναι έτσι η πρώτη του εμπειρία.
Αλλά το μυαλό του δεν άκουγε. Είχε πιει τόσο πολύ που σχεδόν δεν έβλεπε μπροστά του. Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν, πριν όλα γίνουν μαύρα γύρω του, ήταν ότι η γυναίκα τον οδηγούσε προς το κρεβάτι της, ελπίζοντας ότι θα τα κατάφερνε πριν αυτός σωριαστεί στο πάτωμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23
Ο ΜακΓκιλ έτριψε τα μάτια του. Τον είχε ξυπνήσει ένα ακατάπαυστο χτύπημα στην πόρτα του, αλλά μακάρι να μην είχε ξυπνήσει. Το κεφάλι του έσπαγε από τον πόνο. Το δυνατό φως του ήλιου έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο του κάστρου και συνειδητοποίησε ότι το πρόσωπό του ήταν χωμένο μέσα στην μάλλινη κουβέρτα του. Αποπροσανατολισμένος, προσπάθησε να θυμηθεί. Ήταν σπίτι, στο κάστρο του. Προσπάθησε να φέρει στο μυαλό του την προηγούμενη νύχτα. Θυμήθηκε το κυνήγι. Μετά την μπυραρία μέσα στο δάσος. Είχε πιει πάρα πολύ. Άγνωστο πώς είχε καταφέρει να γυρίσει στο κάστρο.
Κοίταξε δίπλα του και είδε την γυναίκα του, την Βασίλισσα, να κοιμάται στο πλάι του κάτω από τα σκεπάσματα και να ξυπνάει σιγά σιγά.
Το χτύπημα στην πόρτα ξανακούστηκε – ο απαίσιος θόρυβος από ένα σιδερένιο ρόπτρο που χτυπούσε συνεχώς.
«Ποιος μπορεί να είναι;» ρώτησε η βασίλισσα, ενοχλημένη.
Ο ΜακΓκιλ αναρωτιόταν το ίδιο πράγμα. Θυμόταν ότι είχε δώσει συγκεκριμένες οδηγίες στους υπηρέτες του να μην τον ξυπνήσουν – ιδιαίτερα μετά το κυνήγι. Θα το πλήρωναν ακριβά αυτό.
Ήταν πιθανόν ο οικονόμος του για άλλο ένα ασήμαντο οικονομικό θέμα.
«Σταματήστε επιτέλους αυτό το καταραμένο χτύπημα!» ούρλιαξε ο ΜακΓκιλ. Μετά ανακάθισε στο κρεβάτι του με τους αγκώνες στα γόνατά του, και το κεφάλι του μέσα στις παλάμες του. Πέρασε τα χέρια του μέσα από τα άλουστα μαλλιά του και την γενειάδα του, και μετά πάνω από το πρόσωπό του, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξυπνήσει. Το κυνήγι – και η μπύρα – τον είχαν καταβάλλει. Δεν ήταν πια τόσο ευκίνητος όσο παλιά. Ο χρόνος είχε αφήσει τα σημάδια του. Ένιωθε εξαντλημένος. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε ότι δεν θα έπρεπε να ξαναπιεί ποτέ.
Με πολύ μεγάλη προσπάθεια, έσπρωξε τον εαυτό του – πρώτα το σώμα του από τα γόνατα κι’ επάνω και μετά στάθηκε στα πόδια του. Ντυμένος μόνο με τη ρόμπα του, διέσχισε το δωμάτιο και όταν έφτασε στην πόρτα, που ήταν τριάντα εκατοστά σε πάχος, άρπαξε το σιδερένιο ρόπτρο και την τράβηξε για να ανοίξει.
Μπροστά του στεκόταν ο πιο σημαντικός στρατηγός του, ο Μπρομ, συνοδευόμενος από δύο αντιστράτηγους. Οι αντιστράτηγοι χαμήλωσαν το κεφάλι τους σε ένδειξη σεβασμού, αλλά ο στρατηγός τον κοίταξε κατάματα με μια βλοσυρή έκφραση στο πρόσωπό του. Ο ΜακΓκιλ απεχθάνονταν αυτήν την έκφραση αφού πάντα προμήνυε μαύρα μαντάτα. Ήταν στιγμές σαν κι’ αυτή που δεν ήθελε να είναι Βασιλιάς. Είχε περάσει μια τόσο όμορφη μέρα χθες με ένα υπέροχο κυνήγι που του θύμισε την εποχή που ήταν νέος και ξέγνοιαστος. Και μετά που πέρασε τη βραδιά του στην μπυραρία. Τώρα, όμως, τον ξύπναγαν με τόσο άγαρμπο τρόπο που όποια ψευδαίσθηση για ειρήνη μπορεί να είχε, εξαφανίστηκε με μιας.
«Βασιλιά μου, λυπάμαι που σας ξυπνάω», είπε ο Μπρομ.
«Θα πρέπει να λυπάσαι», γρύλισε ο ΜακΓκιλ. «Ας είναι τουλάχιστον για κάτι σημαντικό».
«Είναι», απάντησε ο Μπρομ.
Ο Βασιλιάς ΜακΓκιλ διέκρινε τη σοβαρότητα στο πρόσωπο του στρατηγού και γυρνώντας πίσω κοίταξε την Βασίλισσα. Είχε ξανακοιμηθεί.
Ο ΜακΓκιλ τους έγνεψε να περάσουν μέσα και αφού διέσχισαν το τεράστιο υπνοδωμάτιό του, τους οδήγησε σε μια άλλη αψιδωτή πόρτα και μετά μπήκαν σ’ ένα μικρότερο δωμάτιο, όχι μεγαλύτερο από είκοσι βήματα προς κάθε κατεύθυνση. Μέσα είχε αρκετές άνετες καρέκλες και ένα μεγάλο βιτρό. Το χρησιμοποιούσε όταν δεν είχε διάθεση να κατέβει κάτω στην Μεγάλη Αίθουσα.
«Βασιλιά μου, οι κατάσκοποί μας έστειλαν ειδοποίηση ότι ένα μεγάλο άγημα των ΜακΚλάουντ κατευθύνεται προς τα ανατολικά, προς την Θάλασσα Φάμπιαν. Και οι ακρίτες μας στο νότο αναφέρουν ότι ένα κομβόι από πλοία της Αυτοκρατορίας κατευθύνεται προς βορρά. Σίγουρα κατευθύνονται προς τα εκεί για να συναντήσουν τους ΜακΚλάουντ».
Ο ΜακΓκιλ προσπάθησε να επεξεργαστεί την πληροφορία. Ο εγκέφαλός του λειτουργούσε ακόμα αργά λόγω του ποτού.
«Και;» τον προέτρεψε να συνεχίσει, ανυπόμονα και κουρασμένα. Είχε πια εξαντληθεί από τις ατέλειωτες μηχανορραφίες, τις εικασίες και τις υπεκφυγές στην Αυλή του.
«Αν οι ΜακΚλάουντ συναντηθούν πραγματικά με την Αυτοκρατορία, αυτό θα γίνει για ένα και μόνο σκοπό», συνέχισε ο Μπρομ. «Για να συνωμοτήσουν να περάσουν το Φαράγγι και να ανατρέψουν το Δακτυλίδι».
Ο ΜακΓκιλ κοίταξε τον παλιό στρατηγό του, έναν άντρα με τον οποίον είχαν δώσει μάχες μαζί για τριάντα χρόνια και ήταν σε θέση να διακρίνει τη σοβαρότητα στο βλέμμα του. Μπορούσε επίσης να διακρίνει φόβο. Αυτό τον αναστάτωσε. Ο Μπρομ ήταν ένας άνθρωπος που δεν φοβόταν τίποτα.
Αργά αργά, ο ΜακΓκιλ σηκώθηκε όρθιος και διασχίζοντας το δωμάτιο πήγε στο παράθυρο. Κοίταξε έξω και βλέποντας την αυλή του, που ήταν άδεια τόσο νωρίς το πρωί, άρχισε να συλλογίζεται όσα είχε μόλις πληροφορηθεί. Ήξερε, εξ αρχής, ότι μια μέρα σαν την σημερινή θα ερχόταν. Απλά δεν την περίμενε τόσο γρήγορα.
«Αυτό είναι πολύ γρήγορο», είπε. «Δεν έχουν περάσει παρά μόνο λίγες μέρες από τότε που πάντρεψα την κόρη μου με τον πρίγκιπά τους. Και εσύ τώρα νομίζεις ότι κάνουν ήδη συνωμοσίες για να μας ανατρέψουν;»
«Μάλιστα, Βασιλιά μου», απάντησε ειλικρινά ο Μπρομ. «Δεν βλέπω κάποιον άλλο λόγο. Όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι είναι μια ειρηνική συνάντηση. Όχι μια στρατιωτική».
Ο ΜακΓκιλ κούνησε το κεφάλι του.
«Όμως, δεν βγάζει νόημα. Δεν υπάρχει λόγος να αφήσουν την Αυτοκρατορία να μπει μέσα. Γιατί να κάνουν κάτι τέτοιο; Ακόμα κι’ αν κατάφερναν να τους βοηθήσουν να μειώσουν τη δύναμη της Ασπίδας στη δική μας πλευρά και να ανοίξουν κάποιο πέρασμα, τι θα συνέβαινε στην πραγματικότητα; Η Αυτοκρατορία θα καταλάμβανε κι’ αυτούς επίσης. Ούτε αυτοί θα ήταν ασφαλείς. Και αυτό σίγουρα το ξέρουν.»
«Ίσως πρόκειται να κάνουν μια συμφωνία», απάντησε ο Μπρομ. «Ίσως συμφωνήσουν να αφήσουν την Αυτοκρατορία να μπει μέσα με αντάλλαγμα να επιτεθεί μόνο σε εμάς. Έτσι, οι ΜακΚλάουντ θα μπορούν να έχουν τον έλεγχο του Δακτυλιδιού».
Ο ΜακΓκιλ κούνησε το κεφάλι του.
«Οι ΜακΚλάουντ είναι πολύ έξυπνοι για να σκεφτούν κάτι τέτοιο. Είναι πανούργοι. Ξέρουν ότι δεν μπορούν να εμπιστευτούν την Αυτοκρατορία».
Ο στρατηγός ανασήκωσε τους ώμους του.
«Ίσως θέλουν να πάρουν τον έλεγχο του Δακτυλιδιού τόσο απελπισμένα που μπορεί να το ρισκάρουν. Ειδικά τώρα που έχουν την κόρη σου για Βασίλισσά τους».
Ο ΜακΓκιλ το σκέφτηκε. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Δεν ήθελε να ασχοληθεί μ’ αυτό τώρα. Όχι τόσο νωρίς το πρωί.
«Λοιπόν τι προτείνεις;» τον ρώτησε κοφτά. Δεν είχε άλλη υπομονή με τον Μπρομ και είχε κουραστεί απ’ όλες αυτές τις εικασίες.
«Θα πρέπει να ενεργήσουμε πρώτοι, Βασιλιά μου, και να επιτεθούμε εμείς στους ΜακΚλάουντ. Είναι η κατάλληλη στιγμή».
Ο ΜακΓκιλ τον κοίταξε με ανοιχτό το στόμα.
«Μόλις τους έδωσα την κόρη μου σε γάμο; Δεν το νομίζω».
«Αν δεν το κάνουμε…», απάντησε ο Μπρομ, «…είναι σαν να τους επιτρέπουμε να μας σκάψουν τον τάφο. Αυτοί σίγουρα θα μας επιτεθούν. Αν όχι τώρα, τότε αργότερα. Και αν ενωθούν με την Αυτοκρατορία, είμαστε τελειωμένοι».
«Δεν μπορούν να περάσουν τον ορεινό όγκο των Χάιλαντς τόσο εύκολα. Εμείς ελέγχουμε όλα τα περάσματα. Θα γινόταν σφαγή. Ακόμα και με την Αυτοκρατορία να έρχεται στο κατόπι τους».
«Η Αυτοκρατορία διαθέτει εκατομμύρια άντρες», απάντησε ο Μπρομ. «Θα άντεχαν σε οποιαδήποτε σφαγή».
«Ακόμα και με την Ασπίδα εκτός λειτουργίας…», είπε ο ΜακΓκιλ, «…δεν θα ήταν εύκολο για εκατομμύρια στρατιώτες να περάσουν το Φαράγγι ή να διασχίσουν τα Χάιλαντς, ή ακόμα και να πλησιάσουν με πλοίο. Μια τέτοια κινητοποίηση θα την εντοπίζαμε εκ των προτέρων. Θα είχαμε προειδοποίηση».
Ο ΜακΓκιλ το σκέφτηκε ξανά.
«Όχι, δεν θα επιτεθούμε. Αλλά, προς το παρόν, μπορούμε να κάνουμε ένα σοφό βήμα: να διπλασιάσουμε τις περιπολίες μας στα Χάιλαντς, να ενισχύσουμε τις οχυρώσεις μας, και να διπλασιάσουμε τους κατασκόπους μας. Αυτά για τώρα».
«Μάλιστα, Βασιλιά μου», είπε ο Μπρομ. Γύρισε και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο μαζί με τους αντιστρατήγους του.
Ο ΜακΓκιλ πήγε στο παράθυρο. Το κεφάλι του ήταν έτοιμο να σπάσει. Αισθανόταν πόλεμο στον ορίζοντα που ερχόταν με την βεβαιότητα μιας χειμωνιάτικης καταιγίδας. Αισθανόταν ακόμα ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Κοίταξε ολόγυρά του, το κάστρο του, την πέτρα, την τέλεια βασιλική αυλή που απλώνονταν από κάτω και δεν μπορούσε να μην αναρωτηθεί πόσο θα κρατούσαν όλα αυτά.
Και τι δεν θα έδινε για άλλο ένα ποτό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24
Ο Θορ ένιωσε ένα πόδι να τον σκουντάει στα πλευρά και σιγά σιγά έτριψε τα μάτια του για να ξυπνήσει. Ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα πάνω σ’ ένα σωρό άχυρα, και για μια στιγμή, δεν είχε ιδέα που βρίσκονταν. Το κεφάλι του ήταν βαρύ σαν να ζύγιζε χίλια κιλά, ο λαιμός του ήταν πιο ξερός από ποτέ και τα μάτια του, όπως και το κεφάλι του, τον πόναγαν φριχτά. Ένιωθε σαν να είχε πέσει από άλογο.
Αισθάνθηκε άλλη μια σκουντιά, και μόλις ανακάθισε νόμιζε ότι το δωμάτιο γύριζε σαν σβούρα. Έσκυψε και έκανε εμετό με τόση ένταση που ένιωθε σαν να πνίγεται.
Μια ομοβροντία γέλιων ξέσπασε γύρω του και όταν σήκωσε τα μάτια του είδε τον Ρις, τον Ο’Κόνορ, τον Έλντεν και τα δίδυμα, να στέκονται όλοι πάνω από το κεφάλι του και να τον κοιτάζουν.
«Τελικά, η ωραία κοιμωμένη ξύπνησε!» φώναξε ο Ρις και χαμογέλασε.
«Δεν πιστεύαμε ότι θα σηκωθείς ποτέ», είπε ο Ο’Κόνορ.
«Είσαι εντάξει;» ρώτησε ο Έλντεν.
Ο Θορ κάθισε, σκούπισε το στόμα του με το πίσω μέρος του χεριού του, ενώ το μυαλό του προσπαθούσε να επεξεργαστεί όλα αυτά. Εκείνη την ώρα, ο Κρον, που βρίσκονταν λίγο πιο πέρα, έτρεξε προς το μέρος του κλαψουρίζοντας, πήδηξε στην αγκαλιά του και έχωσε το κεφαλάκι του μέσα στο πουκάμισό του. Ο Θορ ένιωσε ανακούφιση που τον είδε και χάρηκε που τον είχε δίπλα του. Προσπάθησε να θυμηθεί.
«Πού βρίσκομαι;» ρώτησε. «Τι έγινε χθες βράδυ;»
Και οι τρεις τους γέλασαν.
«Φίλε μου, φοβάμαι πως ήπιες πάρα πολύ. Κάποιοι δεν αντέχουν την μπύρα. Δεν θυμάσαι; Στην μπυραρία;»
Ο Θορ έκλεισε τα μάτια του, πίεσε ελαφρά τους κροτάφους του και προσπάθησε να επαναφέρει τη μνήμη του. Όλα έρχονταν σε αναλαμπές. Θυμήθηκε το κυνήγι…την είσοδό τους στην μπυραρία… τα ποτά. Μετά θυμήθηκε που τον έσυραν στον επάνω όροφο… στον οίκο ανοχής. Μετά όλα ήταν μαύρα στο μυαλό του.
Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα καθώς σκέφτηκε την Γκουέντολιν. Μήπως είχε κάνει καμιά βλακεία με εκείνη τη γυναίκα; Μήπως είχε καταστρέψει τις πιθανότητές του να είναι με την Γκουέν;
«Τι συνέβη;» πίεσε τον Ρις να του πει. Φαινόταν πολύ σοβαρός έτσι όπως τον κράταγε από τον καρπό του χεριού του. «Σε παρακαλώ, πες μου. Πες μου ότι δεν έκανα τίποτα με εκείνη την γυναίκα».
Οι άλλοι γέλασαν, αλλά ο Ρις κοίταξε τον φίλο του σοβαρά, συνειδητοποιώντας πόσο αναστατωμένος ήταν.
«Μην ανησυχείς φίλε μου», του απάντησε. «Δεν έκανες απολύτως τίποτα. Εκτός από το να κάνεις εμετό και να πέσεις ξερός στο πάτωμα!»
Οι άλλοι ξαναγέλασαν.
«Δεν αξίζει να μιλάμε για την πρώτη σου φορά», είπε ο Έλντεν.
Όμως ο Θορ ήταν βαθιά ανακουφισμένος. Δεν είχε αποξενωθεί από την Γκουέν.
«Τελευταία φορά που πλήρωσα γυναίκα για χάρη σου!» είπε ο Κόνβαλ.
«Απόλυτη σπατάλη χρημάτων», είπε ο Κόνβεν. «Κι’ αυτή ούτε καν τα επέστρεψε!»
Τα αγόρια γέλασαν ξανά. Ο Θορ είχε εξευτελιστεί, αλλά ένιωθε ανακουφισμένος που δεν είχε καταστρέψει τα πάντα.
Έπιασε το χέρι του Ρις και τον τράβηξε λίγο πιο πέρα.
«Η αδελφή σου», του ψιθύρισε βιαστικά. «Δεν ξέρει τίποτα απ’ όλα αυτά, έτσι δεν είναι;»
Ο Ρις χαμογέλασε ελαφρά καθώς έβαλε το χέρι του γύρω από τους ώμους του Θορ.
«Φυλάω καλά το μυστικό σου, ακόμα κι’ αν δεν έκανες τίποτα. Εκείνη δεν ξέρει τίποτα. Βλέπω πόσο ειλικρινά ενδιαφέρεσαι γι’ αυτή, και το εκτιμώ», είπε, ενώ το πρόσωπό του είχε πάρει μια σοβαρή έκφραση. «Τώρα βλέπω ότι το ενδιαφέρον σου είναι πραγματικό. Αν είχες πάει με εκείνη την γυναίκα στον οίκο ανοχής, δεν θα ήσουν ο γαμπρός που θα ήθελα να είχα. Παρεμπιπτόντως, έχω να σου δώσω κι’ αυτό το μήνυμα».
Ο Ρις έβαλε ένα μικρό τυλιγμένο πάπυρο μέσα στην παλάμη του Θορ και ο Θορ το κοίταξε μπερδεμένος. Είδε επάνω την βασιλική σφραγίδα, το ροζ χαρτί, και κατάλαβε. Η καρδιά του χτύπησε πιο γρήγορα.
«Από την αδελφή μου», πρόσθεσε ο Ρις.
«Ουάου», φώναξαν όλοι οι άλλοι μαζί.
«Κάποιος πήρε ραβασάκι!» είπε ο Ο’Κόνορ.
«Διάβασέ το μας!» φώναξε ο Έλντεν.
Οι υπόλοιποι συνέχισαν να γελάνε δυνατά.
«Αλλά ο Θορ, ήθελε να το διαβάσει με μυστικότητα, έτσι έτρεξε έξω στην άκρη του στρατώνα, μακριά από τους άλλους. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει από τον πόνο, το δωμάτιο γύριζε ακόμα – αλλά δεν τον ένοιαζε πια. Ξετύλιξε τον λεπτεπίλεπτο πάπυρο με χέρια που έτρεμαν και διάβασε το μήνυμα.
«Συνάντησέ με το μεσημέρι στην Ράχη του Δάσους. Μην αργήσεις. Και πρόσεξε να μην σε δουν οι άλλοι.»
Ο Θορ έχωσε το σημείωμα στην τσέπη του.
«Τι λέει, μικρέ εραστή;» φώναξε ο Κόνβεν.
Ο Θορ έτρεξε βιαστικά προς το μέρος του Ρις, ξέροντας ότι μπορούσε να τον εμπιστευτεί.
«Πού είναι η Ράχη του Δάσους;» τον ρώτησε ο Θορ.
Ο Ρις χαμογέλασε. «Α…, το αγαπημένο μέρος της Γκουέν», είπε. «Πάρε τον ανατολικό δρόμο έξω από την αυλή και πήγαινε όλο δεξιά. Ανέβα τον λόφο και η Ράχη αρχίζει μετά το δεύτερο ύψωμα».
Ο Θορ κοίταξε τον Ρις.
«Σε παρακαλώ, δεν θέλω να το μάθει κανένας».
Ο Ρις χαμογέλασε.
«Είμαι σίγουρος ότι ούτε εκείνη θα ήθελε. Αν το μάθαινε η μητέρα μου, θα σας σκότωνε και τους δύο. Θα κλείδωνε την αδελφή μου στο δωμάτιό της και εσένα θα σε εξόριζε στην νότια πλευρά του βασιλείου».
Με τη σκέψη αυτή, ο Θορ ένιωσε ένα κόμπο στο λαιμό του.
«Αλήθεια;» ρώτησε.
Ο Ρις κούνησε το κεφάλι του.
«Δεν σε συμπαθεί καθόλου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά το μυαλό της δεν αλλάζει. Πήγαινε γρήγορα και μην το πεις σε κανέναν. Και μην ανησυχείς», του είπε σφίγγοντάς του το χέρι. «Ούτε εγώ θα το πω».
*
Ο Θορ περπατούσε γρήγορα προσπαθώντας να μην τον δει κανείς. Ήταν ακόμα νωρίς το πρωί και ο Κρον έτρεχε χοροπηδώντας δίπλα του. Ακολούθησε τις οδηγίες του Ρις όσο καλύτερα μπορούσε, ενώ τις επαναλάμβανε μέσα στο μυαλό του καθώς πέρναγε από τα πιο μακρινά σημεία της βασιλικής αυλής, ανέβηκε σε ένα μικρό λόφο και πήγε κατά μήκος ενός πυκνού δάσους. Στ’ αριστερά του, το έδαφος κατολίσθαινε καθώς περπατούσε αφήνοντάς του μόνο ένα στενό μονοπάτι στην άκρη μιας απόκρημνης ράχης. Στ’ αριστερά του ήταν ένας βράχος και στα δεξιά του το δάσος – η Ράχη του Δάσους. Του είχε πει να την συναντήσει εκεί. Μιλούσε σοβαρά; Ή μήπως του έπαιζε κάποιο παιχνίδι;
Μήπως εκείνος ο λιμοκοντόρος, ο Άλτον, είχε δίκιο; Μήπως ο Θορ ήταν απλώς ένα παιχνιδάκι γι’ αυτήν; Μήπως τον βαριόταν γρήγορα; Ήλπιζε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο να μην ήταν έτσι τα πράγματα. Ήθελε να πιστεύει ότι τα συναισθήματά της ήταν αληθινά, παρ’ όλα αυτά δεν μπορούσε ακόμα να καταλάβει πώς μπορεί να συνέβαινε αυτό. Σχεδόν δεν τον ήξερε καθόλου. Κι’ αυτή ήταν μέλος της Βασιλικής Οικογένειας. Τι ενδιαφέρον μπορεί να είχε γι’ αυτόν; Συν το ό,τι ήταν ένα ή δύο χρόνια μεγαλύτερή του, και ο Θορ ποτέ δεν είχε γνωρίσει ένα μεγαλύτερο κορίτσι να ενδιαφέρεται γι’ αυτόν. Στην πραγματικότητα, δεν είχε γνωρίσει ποτέ κανένα κορίτσι που να ενδιαφέρονταν γι’ αυτόν. Όχι και ότι υπήρχαν πολλά κορίτσια για να διαλέξει στο μικρό χωριό του.
Ο Θορ ποτέ του δεν σκεφτόταν τα κορίτσια τόσο πολύ. Είχε μεγαλώσει χωρίς αδελφές και στο χωριό υπήρχαν ελάχιστα κορίτσια της ηλικίας του. Όμως, και τα άλλα αγόρια της ηλικίας του δεν φαίνονταν να ενδιαφέρονται για τα κορίτσια. Τα περισσότερα αγόρια παντρεύονταν γύρω στα δεκαοχτώ τους με προκαθορισμένους γάμους – που στην πραγματικότητα ήταν περισσότερο σαν εμπορικές συμφωνίες. Οι άντρες της υψηλής κοινωνικής τάξης που δεν είχαν παντρευτεί ως το εικοστό πέμπτο έτος τους πήγαιναν στην Ημέρα Επιλογής. Τότε ήταν υποχρεωμένοι είτε να διαλέξουν μια κοπέλα ή να φύγουν από το χωριό για να βρουν μια. Αλλά αυτή δεν ήταν μια διαδικασία για τον Θορ. Η οικογένειά του ήταν φτωχή και οι άνθρωποι της τάξεώς του συνήθως έκαναν γάμους που εξυπηρετούσαν τις οικογένειές τους. Ήταν κάτι σαν παζάρι ζώων.
Αλλά όταν ο Θορ είχε γνωρίσει την Γκουέντολιν όλα είχαν αλλάξει. Για πρώτη φορά, τον είχε καταλάβει ένα συναίσθημα τόσο βαθύ, δυνατό και επίμονο που δεν τον άφηνε να σκεφτεί τίποτα άλλο. Και κάθε φορά που την έβλεπε αυτό το συναίσθημα γινόταν ακόμα πιο βαθύ. Δεν μπορούσε να καταλάβει το γιατί, αλλά τον πονούσε να είναι μακριά της.
Ο Θορ διπλασίασε την ταχύτητά του κατά μήκος της κορυφογραμμής και κοιτάζοντας γύρω του, αναρωτιόταν που θα την συναντούσε – ή αν εκείνη θα ερχόταν. Ο πρώτος ήλιος ανέβαινε όλο και πιο ψηλά και η πρώτη σταγόνα ιδρώτα σχηματίστηκε στο μέτωπό του. Ακόμα ένιωθε άρρωστος και ζαλισμένος απ’ όσα είχαν γίνει το προηγούμενο βράδυ. Καθώς ο ήλιος ανέβαινε όλο και πιο ψηλά και η αναζήτησή του γι’ αυτήν αποδεικνύονταν μάταιη, άρχισε να αναρωτιέται αν πράγματι είχε την πρόθεση να τον συναντήσει. Άρχισε επίσης να αναρωτιέται σε τι κίνδυνο έβαζε και τους δυό τους. Αν η μητέρα της, η Βασίλισσα, ήταν πραγματικά ενάντια σε κάτι τέτοιο, μήπως στ’ αλήθεια τον έδιωχνε από το βασίλειο; Από την Λεγεώνα; Από όσα είχε γνωρίσει και αγαπήσει; Τι θα έκανε τότε;
Καθώς σκεφτόταν όλα αυτά, αποφάσισε ότι άξιζε οποιοσδήποτε κίνδυνος για μια ευκαιρία να βρεθεί μαζί της. Ήταν πρόθυμος να τα ρισκάρει όλα για μια τέτοια ευκαιρία. Απλά ήλπιζε ότι δεν τον κορόιδευε, ή δεν έβγαζε πρόωρα συμπεράσματα για το πόσο δυνατά ήταν τα συναισθήματά της γι’ αυτόν.
«Τι γίνεται, θα περάσεις δίπλα μου χωρίς να με δεις;» ακούστηκε η φωνή της και μετά ένα χαριτωμένο γελάκι.
Ο Θορ αναπήδησε, τον είχε πιάσει απροετοίμαστο, μετά σταμάτησε και γύρισε πίσω. Η Γκουέντολιν στεκόταν στη σκιά ενός τεράστιου πεύκου και του χαμογελούσε. Το χαμόγελό της έκανε την καρδιά του να σκιρτήσει. Μπορούσε να διακρίνει την αγάπη στα μάτια της και όλες του οι ανησυχίες και οι φόβοι εξαφανίστηκαν την ίδια στιγμή. Κατέκρινε τον εαυτό του που ήταν τόσο βλάκας για να αμφισβητήσει τις προθέσεις της.
Ο Κρον έβγαλε μια φωνούλα μόλις την είδε.
«Τι είναι αυτό εδώ;» φώναξε με ευχαρίστηση.
Γονάτισε κάτω και ο Κρον ήρθε τρέχοντας κοντά της. Μετά πήδηξε στην αγκαλιά της κλαψουρίζοντας. Εκείνη τον σήκωσε και άρχισε να τον χαϊδεύει.
«Είναι τόσο χαριτωμένος!» είπε αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά. Ο Κρον της έγλυψε το πρόσωπο, εκείνη γέλασε και του το ανταπέδωσε με ένα φιλί.
«Πώς σε λένε, μικρούλη;» ρώτησε.
«Κρον», είπε ο Θορ. Επιτέλους, αυτή την φορά δεν του είχε δεθεί η γλώσσα όπως την προηγούμενη.
«Κρον», επανέλαβε, κοιτάζοντας το ζωάκι στα μάτια. «Δηλαδή, εσύ κάθε μέρα πας παντού παρέα με μια λεοπάρδαλη;» ρώτησε τον Θορ γελώντας.
«Τον βρήκα», της είπε ο Θορ. Αισθανόταν αμηχανία δίπλα της, όπως πάντα. «Στο δάσος – στο κυνήγι. Ο αδελφός σου είπε ότι αφού τον βρήκα, έπρεπε να τον κρατήσω. Ότι ήταν γραφτό».
Τον κοίταξε και η έκφρασή της έγινε σοβαρή.
«Λοιπόν, έχει δίκιο. Τα ζώα είναι ιερά πράγματα. Δεν τα βρίσκεις. Σε βρίσκουν».
«Ελπίζω να μην σε πειράζει που είναι μαζί μας», είπε ο Θορ.
Εκείνη γέλασε.
«Θα στεναχωριόμουν αν δεν ερχόταν», απάντησε.
Κοίταξε πάνω κάτω, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν τους παρακολουθούσε κανείς, μετά άρπαξε το χέρι του Θορ και τον τράβηξε μέσα στο δάσος.
«Πάμε», ψιθύρισε. «Πριν μας δει κανείς».
Ο Θορ είχε μεθύσει με το άγγιγμά της καθώς τον οδηγούσε στο μονοπάτι του δάσους. Μπήκαν γρήγορα μέσα στο δάσος ακολουθώντας το μονοπάτι που έστριβε γύρω από τα τεράστια πεύκα. Άφησε το χέρι του, αλλά αυτός το ένιωθε ακόμα εκεί.
Είχε αρχίσει να νιώθει πιο σίγουρος ότι πράγματι της άρεσε, και ήταν προφανές ότι ούτε εκείνη ήθελε να τους δουν, πιθανόν εξ αιτίας της μητέρας της. Ήταν σαφές ότι κι’ εκείνη διακινδύνευε μ’ αυτή τη συνάντηση.
Μετά ο Θορ σκέφτηκε ότι ίσως δεν ήθελε να την εντοπίσει ο Άλτον – ή κάποιο άλλο αγόρι που μπορεί να έβλεπε. Ίσως ο Άλτον να είχε δίκιο. Μπορεί να ντρέπονταν να είναι με τον Θορ.
Ο Θορ αισθανόταν ανάμικτα συναισθήματα να τον κατακλύζουν.
«Η γάτα σου έφαγε τη γλώσσα, ε…;» τον ρώτησε, σπάζοντας τη σιωπή.
Ο Θορ ένιωθε διχασμένος. Δεν ήθελε να ρισκάρει να τα κάνει θάλασσα λέγοντάς της για τις σκέψεις που στριφογύριζαν στο μυαλό του – αλλά ταυτόχρονα ήθελε να έχει μια απάντηση για όσα τον ανησυχούσαν. Δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο.
«Όταν έφυγες την προηγούμενη φορά, έπεσα πάνω στον Άλτον. Ήθελε να αντιπαρατεθεί μαζί μου».
Η έκφραση της Γκουέντολιν έγινε βλοσυρή και η καλή της διάθεση χάλασε. Ο Θορ αμέσως ένιωσε ένοχος που το είχε αναφέρει. Αγαπούσε την καλή της διάθεση και την χαρά της και εύχονταν να υπήρχε τρόπος να πάρει τα λόγια του πίσω. Ήθελε να σταματήσει, αλλά ήταν πια πολύ αργά. Δεν μπορούσε να κάνει πίσω.
«Και τι σου είπε;» ρώτησε με πεσμένη φωνή.
«Μου είπε να μείνω μακριά σου. Ότι εσύ δεν ενδιαφέρεσαι για εμένα. Ότι απλά διασκεδάζεις με εμένα και θα με βαρεθείς σε μιά-δυό μέρες. Μου είπε επίσης ότι πρόκειται να παντρευτείτε και ότι ο γάμος είναι ήδη κανονισμένος».
Η Γκουέντολιν γέλασε. Με ένα γέλιο κοροϊδευτικό και γεμάτο θυμό.
«Ώστε έτσι, λοιπόν;» είπε ξεφυσώντας. «Αυτό το παιδί είναι ο πιο ανυπόφορος αλαζονικός τύπος που έχω δει, πρόσθεσε θυμωμένα. «Είναι ένα αγκάθι που με τσιμπάει από τότε που ήμουν μωρό. Επειδή οι γονείς μας είναι ξαδέλφια, νομίζει ότι ανήκει στην βασιλική οικογένεια. Δεν έχω γνωρίσει κανέναν άλλον που να έχει τίτλο ευγενείας που να τον αξίζει λιγότερο. Και το χειρότερο είναι πως του έχει καρφωθεί η ιδέα ότι, κατά κάποιο τρόπο, εμείς οι δύο είναι γραφτό να παντρευτούμε. Λες και εγώ θα συμφωνούσα με ό,τι οι γονείς μου θα με εξανάγκαζαν να κάνω. Ποτέ. Και σίγουρα όχι μ’ αυτόν. Δεν αντέχω ούτε να τον βλέπω».
Ο Θορ ένιωσε τόσο ανακουφισμένος με τα λόγια της που αισθάνονταν εκατό κιλά ελαφρύτερος και σαν να τραγουδούσε πάνω από τις κορυφές των δέντρων. Ήταν ακριβώς τα λόγια που ήθελε να ακούσει. Τώρα, ένιωθε ενοχή που της μαύρισε τη διάθεση για το τίποτα. Όμως δεν ήταν ακόμα πλήρως ευχαριστημένος. Πρόσεξε ότι δεν του είχε πει τίποτα για το αν της άρεσε ή όχι.
«Όσον αφορά εσένα», του είπε ρίχνοντάς του μια κλεφτή ματιά και μετά στρέφοντας το βλέμμα της μακριά. «Δεν σε ξέρω σχεδόν καθόλου και δεν αισθάνομαι ότι με πιέζει κάτι να δεσμευτώ για τα συναισθήματά μου αυτή τη στιγμή. Αλλά θα μπορούσα να πω ότι δεν θα ήμουν εδώ μαζί σου αν σε μισούσα τόσο πολύ. Φυσικά, είναι δικαίωμά μου να αλλάζω γνώμη όποτε θέλω, μπορεί να είμαι και εντελώς άστατη – αλλά όχι σε ό,τι αφορά την αγάπη».
Αυτό ήταν το μόνο που ο Θορ χρειάζονταν να ακούσει. Είχε εντυπωσιαστεί από την σοβαρότητά της, αλλά ακόμα περισσότερο είχε εντυπωσιαστεί από την επιλογή της λέξης «αγάπη». Ένιωθε ανανεωμένος.
«Και με την ευκαιρία, θα ήθελα να σου ζητήσω να κάνεις το ίδιο», είπε αντιστρέφοντας τους όρους. «Στην πραγματικότητα, νομίζω πως εγώ έχω πολλά περισσότερα να χάσω απ’ ό,τι εσύ. Στο κάτω κάτω, εγώ ανήκω στην βασιλική οικογένεια ενώ εσύ είσαι ένας απλός πολίτης. Εγώ είμαι μεγαλύτερη και εσύ μικρότερος. Δεν νομίζεις ότι εγώ θα πρέπει να είμαι πιο επιφυλακτική; Επίσης φτάνουν ψίθυροι σε εμένα, στο παλάτι, για τις πράξεις σου, την κοινωνική σου ανέλιξη και το ό,τι με χρησιμοποιείς επειδή λαχταράς υψηλά αξιώματα. Και πως αποζητάς την εύνοια του Βασιλιά. Θα πρέπει να τα πιστέψω όλα αυτά;»
Ο Θορ αναστατώθηκε.
«Όχι, πριγκίπισσά μου! Ποτέ. Τέτοιες σκέψεις δεν πέρασαν ποτέ απ’ το μυαλό μου. Είμαι εδώ μαζί σου μόνο γιατί δεν μπορώ να διανοηθώ να είμαι οπουδήποτε αλλού. Επειδή λαχταράω να είμαι εδώ. Και επειδή όταν δεν είμαι μαζί σου, δεν σκέφτομαι τίποτα άλλο».
Ένα μικρό χαμόγελο εμφανίστηκε στην άκρη των χειλιών της και ο Θορ μπορούσε να δει την έκφρασή της να γίνεται πιο χαρούμενη.
«Είσαι καινούργιος εδώ», του είπε. «Είσαι καινούργιος στην Αυλή του Βασιλιά και στην βασιλική ζωή. Χρειάζεσαι χρόνο για να μάθεις πως λειτουργούν τα πράγματα. Εδώ, κανείς δεν εννοεί αυτό που λέει. Όλοι έχουν ένα κρυφό σκοπό. Όλοι επιδιώκουν να αποκτήσουν δύναμη, υψηλή κοινωνική τάξη, πλούτο, υλικά αγαθά ή τίτλους. Κανένας δεν είναι ό,τι φαίνεται. Όλοι έχουν τους κατασκόπους τους, τις κλίκες τους και τις κρυφές επιδιώξεις τους. Για παράδειγμα, όταν ο Άλτον σου είπε ότι ο γάμος μας είναι προκαθορισμένος, αυτό που στην πραγματικότητα ήθελε να κάνει ήταν να διαπιστώσει πόσο κοντά είμαστε εσύ και εγώ. Αισθάνεται ότι απειλείται. Και όλα αυτά μπορεί να τα λέει σε κάποιον. Για εκείνον, γάμος δεν σημαίνει αγάπη. Σημαίνει ένωση. Απλά για οικονομικά οφέλη και για κοινωνική τάξη. Για περιουσία. Στην βασιλική αυλή, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται».
Ξαφνικά ο Κρον πέρασε δίπλα τους τρέχοντας και κατηφορίζοντας το μονοπάτι του δάσους, έφτασε σε ένα ξέφωτο.
Η Γκουέν κοίταξε τον Θορ και γέλασε. Άπλωσε το χέρι της και έπιασε το δικό του και άρχισε να τρέχει.
«Έλα!» φώναξε ενθουσιασμένη.
Μαζί κατηφόρισαν στο μονοπάτι, και γελώντας, έφτασαν σε ένα τεράστιο ξέφωτο. Ο Θορ ξαφνιάστηκε από το θέαμα. Μέσα στο δάσος, υπήρχε ένα τεράστιο λιβάδι γεμάτο με αγριολούλουδα κάθε χρώματος που τους έφταναν ως το γόνατο. Πουλιά και πεταλούδες όλων των χρωμάτων και όλων των μεγεθών χόρευαν και πετούσαν στον αέρα και με τους ήχους και τα κελαηδίσματά τους το λιβάδι φαινόταν γεμάτο ζωντάνια. Ο ήλιος έλαμπε έντονα και όλο αυτό το μέρος έμοιαζε σαν ένα μυστικό καταφύγιο κρυμμένο στη μέση ενός σκοτεινού δάσους με πανύψηλα δέντρα.
«Έχεις παίξει ποτέ σου τυφλόμυγα;» ρώτησε γελώντας.
Ο Θορ έκανε ένα αρνητικό νεύμα και πριν προλάβει να πει τίποτα άλλο, εκείνη έβγαλε ένα μαντίλι που είχε γύρω από τον λαιμό της και απλώνοντας τα χέρια της το τύλιξε γύρω από τα μάτια του Θορ και το έδεσε πίσω από το κεφάλι του. Ο Θορ δεν μπορούσε να δει τίποτα, αλλά εκείνη γέλασε δυνατά στο αυτί του.
«Εσύ τα φυλάς!» του είπε.
Μετά την άκουσε να απομακρύνεται μέσα το χορτάρι.
Ο Θορ χαμογέλασε.
«Τι πρέπει να κάνω;» της φώναξε.
«Να με βρεις!» του απάντησε.
Η φωνή της ακούγονταν ήδη από μακριά.
Με δεμένα τα μάτια, ο Θορ άρχισε να τρέχει πίσω της, αλλά σκόνταψε και έπεσε. Τέντωσε τα αυτιά του για να ακούσει το θρόισμα από το φόρεμά της και προσπάθησε να εντοπίσει την κατεύθυνσή της. Ήταν δύσκολο, έτρεχε με τα χέρια του απλωμένα μπροστά με την σκέψη ότι μπορεί να έπεφτε πάνω σ’ ένα δέντρο, παρότι ήξερε πως ήταν ένα ανοιχτό λιβάδι. Μέσα σε λίγα λεπτά, είχε αποπροσανατολιστεί και καταλάβαινε ότι έκανε κύκλους.
Όμως, συνέχισε να έχει τα αυτιά του τεντωμένα καθώς προσπαθούσε να εντοπίσει το γέλιο της και μετά προσπαθούσε να αλλάξει την πορεία του και να τρέξει προς το μέρος της. Μερικές φορές φαινόταν ότι την πλησίαζε, άλλες όμως ήταν μακριά της. Είχε αρχίσει να ζαλίζεται.
Άκουσε τον Κρον να τρέχει δίπλα του τσιρίζοντας και άρχισε να τον ακολουθεί. Άκουσε το γέλιο της Γκουέν πιο κοντά και κατάλαβε ότι ο Κρον τον οδηγούσε προς το μέρος της. Εξεπλάγη από το πόσο έξυπνος ήταν ο Κρον που είχε μπει στο παιχνίδι τους.
Σε λίγο, την άκουσε να βρίσκεται σε πολύ μικρή απόσταση απ’ αυτόν. Την κυνήγησε κάνοντας ζιγκ-ζαγκ προς όλες τις κατευθύνσεις του λιβαδιού. Άπλωσε το χέρι του και εκείνη φώναξε δυνατά καθώς έπιασε την άκρη του φουστανιού της. Καθώς την άρπαξε, παραπάτησε και οι δυό τους έπεσαν στο μαλακό χορτάρι. Την τελευταία στιγμή πρόλαβε και γύρισε, έτσι ώστε να πέσει εκείνος στο έδαφος. Ήθελε να την προστατέψει για να μην χτυπήσει πέφτοντας.
Καθώς ο Θορ έπεσε στο έδαφος, η Γκουέν βρέθηκε πάνω του και έβγαλε μια κραυγή έκπληξης. Γελώντας ακόμα, άπλωσε το χέρι της και τράβηξε το μαντίλι από τα μάτια του.
Η καρδιά του Θορ χτυπούσε τρελά καθώς έβλεπε το πρόσωπό της τόσο κοντά στο δικό του. Αισθάνθηκε το βάρος του σώματός της πάνω στο δικό της και μέσα από το λεπτό καλοκαιρινό φόρεμά της μπορούσε να καταλάβει το περίγραμμά του. Το βάρος της τον κρατούσε στο έδαφος και δεν έκανε καμία κίνηση αντίστασης. Τον κοίταζε κατ’ ευθείαν στα μάτια, η ανάσα και των δύο ήταν γρήγορη, και εκείνη συνέχισε να τον κοιτάει. Αλλά κι’ ο Θορ συνέχισε να την κοιτάει. Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί.
Ξαφνικά, εκείνη έσκυψε μπροστά και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του. Ήταν πολύ πιο μαλακά απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί και καθώς τον φίλησε, για πρώτη φορά στη ζωή του αισθάνθηκε ζωντανός.
Έκλεισε τα μάτια του και εκείνη έκλεισε τα δικά της. Κανείς από τους δύο δεν κουνήθηκε και τα χείλη τους έμειναν ενωμένα – για πόσο δεν μπορούσε να καταλάβει. Εκείνη τη στιγμή, ο Θορ θα ήθελε να μπορούσε να σταματήσει τον χρόνο.
Τελικά, σιγά σιγά, εκείνη ανασηκώθηκε ελαφρά. Χαμογελούσε ακόμα καθώς άνοιξε τα μάτια της, αλλά ακόμα βρισκόταν επάνω στο σώμα του.
Έμειναν έτσι για πολλή ώρα, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον στα μάτια.
«Από πού κατάγεσαι;» τον ρώτησε με την απαλή της φωνή και συνέχισε να χαμογελάει.
Ο Θορ της ανταπέδωσε το χαμόγελο, αλλά δεν ήξερε πώς να απαντήσει.
«Είμαι ένα απλό παιδί», της είπε.
«Όχι, δεν είσαι», του είπε.
Κούνησε το κεφάλι της και χαμογέλασε.
«Όχι, δεν είσαι. Το αισθάνομαι. Υποψιάζομαι ότι είσαι κάτι πολύ, πολύ περισσότερο απ’ αυτό».
Έσκυψε και τον ξαναφίλησε, και αυτή τη φορά τα χείλη τους έμειναν ενωμένα ακόμα περισσότερο χρόνο. Άπλωσε το χέρι του και πέρασε τα δάκτυλά του μέσα στα μαλλιά της, ενώ κι’ εκείνη έκανε το ίδιο. Ο Θορ δεν μπορούσε να σταματήσει το μυαλό του που έτρεχε μακριά.
Ήδη αναρωτιόταν πώς θα τελείωνε όλο αυτό. Θα κατάφερναν να είναι μαζί με όλες τις δυνάμεις ανάμεσά τους; Θα μπορούσαν ποτέ οι δυό τους να γίνουν ζευγάρι;
Ο Θορ εύχονταν, περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στη ζωή του, να μπορούσαν. Τώρα ήθελε να είναι μαζί της περισσότερο απ’ ό,τι ήθελε να είναι στην Λεγεώνα.
Καθώς σκεφτόταν όλα αυτά, ακούστηκε ένα ξαφνικό σύρσιμο στο χορτάρι, και οι δυό τους γύρισαν και κοίταξαν ξαφνιασμένοι. Λίγο πιο πέρα, ο Κρον πήδηξε μέσα στο χορτάρι, ενώ το σύρσιμο ακούστηκε ξανά. Ο Κρον έβγαλε ένα ουρλιαχτό και μετά άρχισε να γρυλίζει. Ακούστηκε κάτι σαν ελαφρό σφύριγμα – και μετά τίποτα.
Με μια κίνηση, η Γκουέν κύλησε το σώμα της στο πλάι, και οι δυό τους ανακάθισαν και κοίταξαν γύρω. Ο Θορ πετάχτηκε επάνω για να προστατέψει την Γκουέν και αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό. Δεν έβλεπε κανέναν. Αλλά κάποιος, ή κάτι, ήταν εκεί, λίγο πιο πέρα, μέσα στο ψηλό χορτάρι.
Εκείνη τη στιγμή, ο Κρον εμφανίστηκε μπροστά τους και στο στόμα του, κι’ από τα μικρά κοφτερά του δόντια, κρεμόταν ένα τεράστιο, λευκό νεκρό φίδι. Πρέπει να ήταν τρία μέτρα μακρύ, το δέρμα του ήταν λευκό και γυαλιστερό, και ήταν τόσο παχύ όσο ένα μεγάλο κλαδί δέντρου.
Ο Θορ κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί. Ο Κρον είχε σώσει τη ζωή και των δύο από την επίθεση αυτού του θανατηφόρου ερπετού. Η καρδιά του γέμισε με ευγνωμοσύνη για το ζώο.
Η Γκουέν είχε μείνει άφωνη.
«Ένας Λευκόραχος», είπε. «Το πιο θανατηφόρο ερπετό σ’ ολόκληρο το βασίλειο».
Ο Θορ το κοίταζε με δέος.
«Νόμιζα ότι αυτό το φίδι δεν υπήρχε. Πίστευα ότι ήταν απλώς ένας θρύλος».
«Είναι πολύ σπάνιο», είπε η Γκουέν. «Το έχω δει μόνο μια φορά στη ζωή μου. Την ημέρα που ο πατέρας του πατέρα μου σκοτώθηκε. Ήταν ένας κακός οιωνός».
Σηκώθηκε και κοίταξε τον Θορ.
«Σημαίνει πως ο θάνατος είναι κοντά. Ο θάνατος πλησιάζει κάποιον».
Ο Θορ ένιωσε μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά του. Ένας ξαφνικός κρύος άνεμος διαπέρασε το λιβάδι, παρά τη ζέστη της καλοκαιρινής ημέρας, και με απόλυτη βεβαιότητα, ο Θορ κατάλαβε ότι η Γκουέν είχε δίκιο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25
Η Γκουέντολιν μπήκε μόνη της μέσα στο κάστρο και ανεβαίνοντας σε μια ψηλή ελικοειδή, σκάλα κατευθύνονταν προς την κορυφή. Στο μυαλό της γύριζαν χιλιάδες σκέψεις για τον Θορ. Για τον περίπατό τους. Για το φιλί τους. Και μετά, για το φίδι.
Μέσα της καιγόταν από αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα. Από τη μια μεριά, ήταν κατενθουσιασμένη που ήταν μαζί του, αλλά από την άλλη είχε τρομοκρατηθεί από το φίδι και τον οιωνό θανάτου που προμήνυε. Αλλά δεν ήξερε για ποιον και αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της. Φοβόταν μήπως ήταν για κάποιον από την οικογένειά της. Μήπως ήταν για κάποιον από τα αδέλφια της; Για τον Γκόντφρι; Ή τον Κέντρικ; Μήπως ήταν για την μητέρα της; Ή, ανατρίχιαζε μόνο και με τη σκέψη, για τον πατέρα της;
Η εμφάνιση εκείνου του φιδιού είχε ρίξει μια μαύρη σκιά στην χαρούμενη ημέρα τους, και από την στιγμή που η διάθεσή τους είχε χαλάσει, δεν κατάφεραν να την επαναφέρουν. Πήραν τον δρόμο του γυρισμού, περπάτησαν μαζί ώσπου βγήκαν από το δάσος και μετά χωρίστηκαν για να μην τους δουν μαζί. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να τους πιάσει μαζί η μητέρα της. Αλλά η Γκουέν δεν θα άφηνε τον Θορ τόσο εύκολα και θα εύρισκε τρόπο να πολεμήσει την μητέρα της. Απλά χρειαζόταν χρόνο για να καταστρώσει την στρατηγική της.
Ένιωθε πόνο που χωρίστηκε από τον Θορ, και τώρα που το σκεφτόταν, ένιωθε άσχημα. Είχε σκοπό να τον ρωτήσει αν ήθελε να την ξαναδεί και σκόπευε να κάνει σχέδια για μια άλλη ημέρα. Αλλά βρίσκονταν σε σύγχυση, είχε αναστατωθεί τόσο πολύ από το θέαμα του φιδιού που το είχε ξεχάσει. Και τώρα ανησυχούσε μήπως εκείνος σκεφτόταν ότι δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτόν.
Μόλις έφτασε στην Αυλή του Βασιλιά, οι υπηρέτες του πατέρα της την ενημέρωσαν ότι ο πατέρας της ήθελε να την δει. Από εκείνη τη στιγμή, άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά του κάστρου, με την καρδιά της να χτυπάει, ενώ συγχρόνως αναρωτιόταν γιατί είχε ζητήσει να την δει. Μήπως την είχαν εντοπίσει μαζί με τον Θορ; Δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλον λόγο που ο πατέρας της ήθελε να την δει επειγόντως. Μήπως ήθελε, κι’ εκείνος, να της απαγορεύσει να τον βλέπει; Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο πατέρας της θα έκανε κάτι τέτοιο. Εκείνος πάντα έπαιρνε το μέρος της.
Η Γκουέν, λαχανιασμένη, έφτασε τελικά στην κορυφή. Έτρεξε στον διάδρομο, πέρασε τους φρουρούς που στάθηκαν προσοχή καθώς περνούσε, και μετά της άνοιξαν την πόρτα της βασιλικής αίθουσας. Άλλοι δύο υπηρέτες που περίμεναν μέσα υποκλίθηκαν μόλις μπήκε.
«Αφήστε μας», τους πρόσταξε ο πατέρας της.
Εκείνοι υποκλίθηκαν και βγήκαν βιαστικά, κλείνοντας τη βαριά πόρτα με ένα θόρυβο που αντήχησε σε όλη την αίθουσα.
Ο πατέρας της σηκώθηκε από το γραφείο του, με ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπό του και κατευθύνθηκε προς το μέρος της διασχίζοντας την τεράστια αίθουσα. Όπως πάντα, μόλις τον είδε, ένιωσε ένα αίσθημα ηρεμίας και ανακουφίστηκε όταν είδε πως δεν υπήρχε ίχνος θυμού στο πρόσωπό του.
«Γλυκιά μου Γκουέντολιν», της είπε.
Άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε σφιχτά. Εκείνη του ανταπέδωσε το αγκάλιασμα, και μετά, ο πατέρας της την οδήγησε σε δύο τεράστιες καρέκλες που ήταν τοποθετημένες σε γωνία δίπλα από μια φωτιά που έκαιγε με λάμψη. Μερικά μεγάλα σκυλιά, λυκόσκυλα, τα οποία γνώριζε από τότε που ήταν μικρή απομακρύνθηκαν από το πέρασμά τους καθώς πλησίασαν στην φωτιά. Δύο από αυτά, την ακολούθησαν και ακούμπησαν τα κεφάλια τους στα πόδια της. Χαιρόταν για την αναμμένη φωτιά – ξαφνικά έκανε ασυνήθιστο κρύο για καλοκαιρινή ημέρα.
Ο πατέρας της έσκυψε προς την φωτιά και κοίταξε τις φλόγες που τριζοβολούσαν μπροστά τους.
«Ξέρεις γιατί σε κάλεσα;» την ρώτησε.
Προσπάθησε να διαβάσει το πρόσωπό του, αλλά δεν ήταν σίγουρη.
«Δεν ξέρω, Πατέρα».
Εκείνος την κοίταξε με έκπληξη.
«Για την σύζητησή μας τις προάλλες. Μαζί με τα αδέλφια σου. Σχετικά με την βασιλεία. Αυτό ήθελα να συζητήσω μαζί σου».
Η καρδιά της Γκουέν φτερούγισε από ανακούφιση. Δεν επρόκειτο για τον Θορ. Ήταν για πολιτική. Χαζή πολιτική που δεν την ένοιαζε καθόλου. Αναστέναξε με ανακούφιση.
«Φαίνεσαι ανακουφισμένη», της είπε. «Τι νόμιζες ότι ήθελα να συζητήσουμε;»
Ο πατέρας της ήταν ιδιαίτερα οξυδερκής – όπως πάντα. Ήταν ένας από τους λίγους ανθρώπους που μπορούσαν να την διαβάσουν σαν ανοιχτό βιβλίο. Έπρεπε να είναι προσεκτική όταν ήταν μαζί του.
«Τίποτα, Πατέρα», απάντησε γρήγορα.
Εκείνος χαμογέλασε ξανά.
«Ωραία, λοιπόν, πες μου. Τι γνώμη έχεις για την επιλογή μου;» τη ρώτησε.
«Την επιλογή σου;» ρώτησε η Γκουέντολιν.
«Για τον διάδοχό μου! Στη βασιλεία!»
«Εννοείς εμένα;» τον ρώτησε.
«Ποιον άλλον;» της απάντησε γελώντας.
Η Γκουέν κοκκίνισε.
«Πατέρα, το ελάχιστο που έχω να πω είναι ότι με εξέπληξες. Δεν είμαι η πρωτότοκη και είμαι γυναίκα. Δεν ξέρω τίποτα από πολιτική. Και δεν με νοιάζει καθόλου για πολιτικά θέματα, αλλά ούτε και για τη διακυβέρνηση του βασιλείου. Εγώ δεν έχω καθόλου πολιτικές φιλοδοξίες, και απορώ για την επιλογή σου».
«Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους», είπε, και η έκφρασή του ήταν απόλυτα σοβαρή. «Επειδή εσύ δεν έχεις καμία φιλοδοξία για τον θρόνο και δεν σε ενδιαφέρει η βασιλεία. Και γιατί δεν ξέρεις τίποτα από πολιτική».
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Αλλά ξέρεις την ανθρώπινη φύση και είσαι πολύ οξυδερκής. Το πήρες από εμένα. Έχεις της μητέρας σου την ευστροφία, αλλά την δική μου επιδεξιότητα με τους ανθρώπους. Ξέρεις πως να τους κρίνεις και να διακρίνεις τις προθέσεις τους. Και αυτό ακριβώς χρειάζεται ένας βασιλιάς. Να ξέρει την φύση των άλλων. Δεν χρειάζεσαι τίποτα άλλο. Όλα τα άλλα είναι τεχνάσματα. Να ξέρεις ποιοι είναι οι άνθρωποί σου, να τους καταλαβαίνεις, να εμπιστεύεσαι το ένστικτό σου και να είσαι καλή μαζί τους. Αυτό είναι όλο».
«Όμως, σίγουρα χρειάζονται κι’ άλλα για την διακυβέρνηση ενός βασιλείου», είπε η Γκουέντολιν.
«Όχι, απαραίτητα», της απάντησε. «Όλα ξεκινούν απ’ αυτό. Και οι αποφάσεις ξεκινούν απ’ αυτό».
«Όμως, Πατέρα, ξεχνάς, πρώτον, ότι εγώ δεν έχω καμία επιθυμία να κυβερνήσω, και δεύτερον, ότι δεν πρόκειται να πεθάνεις. Όλο αυτό είναι μια ανόητη παράδοση που σχετίζεται με την ημέρα του γάμου της μεγαλύτερης κόρης σου. Γιατί επιμένεις σ’ αυτή; Εγώ δεν θα ήθελα ούτε να την σκέφτομαι, ούτε να μιλάω γι’ αυτήν. Ελπίζω να μην έρθει ποτέ η ημέρα που θα σε δω να φεύγεις – έτσι, όλα αυτά είναι άσχετα».
Ο Βασιλιάς ξερόβηξε. Φαινόταν πολύ σοβαρός.
«Μίλησα με τον Άργκον και βλέπει ζοφερό το μέλλον για εμένα. Το νιώθω, όμως, και μόνος μου. Πρέπει να προετοιμάζομαι», είπε.
Η Γκουέν ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι.
«Ο Άργκον είναι ανόητος. Ένας απλός μάγος. Τα μισά απ’ όσα λέει δεν βγαίνουν. Αγνόησέ τον και μην σε επηρεάζουν οι χαζοί χρησμοί του. Είσαι καλά και θα ζήσεις για πάντα.
Εκείνος, όμως, κούνησε αργά το κεφάλι του και η Γκουέν μπορούσε να διακρίνει την λύπη στο πρόσωπό του. Το στομάχι της σφίχτηκε ακόμα περισσότερο.
«Γκουέντολιν, κόρη μου, σ’ αγαπάω και θέλω να είσαι προετοιμασμένη. Θέλω να είσαι εσύ ο επόμενος κυβερνήτης του Δακτυλιδιού. Και το λέω σοβαρά. Δεν είναι παράκληση. Είναι διαταγή».
Την κοίταξε με τόση σοβαρότητα και η ματιά του είχε σκοτεινιάσει τόσο πολύ που την τρόμαξε. Δεν είχε δει ποτέ τέτοια έκφραση στο πρόσωπο του πατέρα της.
Ένιωσε τα μάτια της να δακρύζουν και σήκωσε το χέρι της για να σκουπίσει το δάκρυ.
«Λυπάμαι που σε στεναχώρεσα», της είπε.
«Τότε σταμάτα να λες τέτοια», του απάντησε κλαίγοντας. «Δεν θέλω να πεθάνεις».
«Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Πρέπει να μου δώσεις μια απάντηση».
«Πατέρα, δεν θέλω να σε προσβάλλω».
«Τότε πες, ναι».
«Αλλά πώς είναι δυνατόν εγώ να κυβερνήσω;» τον παρακάλεσε.
«Δεν είναι τόσο δύσκολο όσο νομίζεις. Θα περιβάλλεσαι από συμβούλους. Ο πρώτος κανόνας είναι να μην εμπιστεύεσαι κανέναν απ’ αυτούς. Να εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου. Αυτό μπορείς να το κάνεις. Η έλλειψη γνώσης και η αθωότητά σου – αυτά σου τα προσόντα θα σε κάνουν σπουδαία. Θα μπορείς να παίρνεις αυθεντικές αποφάσεις. Υποσχέσου μου», επέμεινε.
Η Γκουέν τον κοίταξε στα μάτια και κατάλαβε πόσο σημαντικό ήταν για εκείνον. Ήθελε να αλλάξει θέμα, αν όχι για οτιδήποτε άλλο, απλά για να κατευνάσει την μακαβριότητά του και για να του αλλάξει την διάθεση.
«Εντάξει, σου το υπόσχομαι», του είπε βιαστικά. «Τώρα νιώθεις καλύτερα;»
Έγειρε προς τα πίσω, κι’ εκείνη τον είδε φανερά ανακουφισμένο.
«Ναι,», είπε. «Σ’ ευχαριστώ».
«Ωραία, τώρα μπορούμε να μιλήσουμε και γι’ άλλα πράγματα; Πράγματα που μπορεί πραγματικά να συμβούν;» τον ρώτησε.
Ο πατέρας της έγειρε προς τα πίσω και άρχισε να γελάει. Φαινόταν σαν να είχε γίνει εκατό κιλά ελαφρύτερος.
«Γι’ αυτό σ’ αγαπάω», της είπε. «Είσαι πάντα τόσο χαρούμενη. Και τα καταφέρνεις να με κάνεις πάντα να γελάω».
Εξέτασε προσεκτικά το πρόσωπό της και εκείνη κατάλαβε ότι κάτι έψαχνε να δει.
«Φαίνεσαι ασυνήθιστα χαρούμενη σήμερα», της είπε. «Υπάρχει κανένα αγόρι στον ορίζοντα;»
Η Γκουέν κοκκίνισε. Σηκώθηκε επάνω και πήγε προς το παράθυρο για να απομακρυνθεί από κοντά του.
«Συγγνώμη, Πατέρα, αλλά αυτό είναι προσωπικό θέμα».
«Δεν είναι προσωπικό αν πρόκειται να κυβερνήσεις το βασίλειό μου», της είπε. «Αλλά δεν θέλω να γίνω αδιάκριτος. Όμως, η μητέρα σου έχει κι’ εκείνη ζητήσει να σε δει, και υποθέτω, πως δεν θα είναι επιεικής μαζί σου. Εγώ δεν ανακατεύομαι. Αλλά να είσαι προετοιμασμένη».
Το στομάχι της σφίχτηκε και γυρίζοντας απ’ την άλλη, κοίταξε έξω από το παράθυρο. Μισούσε αυτό το μέρος. Εύχονταν να ήταν οπουδήποτε αλλού εκτός από εδώ. Σε ένα απλό χωριό, σε μια απλή φάρμα να ζει μια απλή ζωή με τον Θορ. Μακριά απ’ όλα αυτά κι’ απ’ όλες αυτές τις δυνάμεις που προσπαθούσαν να την ελέγξουν.
Ένιωσε ένα χέρι να την ακουμπάει απαλά στον ώμο και γυρίζοντας είδε τον πατέρα της να στέκεται δίπλα της και να της χαμογελάει.
«Η μητέρα σου μπορεί να είναι άγρια, αλλά ότι και αν αποφασίσει, να ξέρεις ότι εγώ θα πάρω το μέρος σου. Σε θέματα αγάπης, πρέπει ο καθένας να μπορεί να αποφασίζει ελεύθερα».
Η Γκουέν άπλωσε τα χέρια της και αγκάλιασε τον πατέρα της. Εκείνη τη στιγμή τον αγαπούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Προσπάθησε να διώξει τον κακό οιωνό του φιδιού από το μυαλό της, και προσευχήθηκε με όλη της τη δύναμη να μην ήταν γι’ αυτόν.
*
Η Γκουέν έστριψε στον ένα διάδρομο μετά τον άλλον, πέρασε τις σειρές με τα βιτρό και κατευθύνθηκε προς την κάμαρα της μητέρας της. Απεχθάνονταν κάθε φορά που η μητέρα της την καλούσε και μισούσε τον τρόπο που εκείνη ήθελε να την ελέγχει. Στην πραγματικότητα, η μητέρα της ήταν εκείνη που κυβερνούσε το βασίλειο. Ήταν πολύ πιο δυνατή από τον πατέρα της σε πολλά πράγματα, υπερασπιζόταν τη θέση της περισσότερο και υποχωρούσε λιγότερο εύκολα. Φυσικά ο λαός του βασιλείου δεν είχε ιδέα. Ο Βασιλιάς έδειχνε πάντα ένα πρόσωπο με πυγμή και ήταν εκείνος που φαινόταν ως σοφός.
Όμως όταν επέστρεφε στο κάστρο, πίσω από τις κλειστές πόρτες, ήταν εκείνη στην οποία απευθύνονταν για συμβουλές. Εκείνη ήταν σοφότερη. Πιο ψυχρή. Πιο υπολογίστρια. Πιο σκληρή. Πιο ατρόμητη. Εκείνη ήταν ο βράχος. Και εκείνη κυβερνούσε την μεγάλη οικογένειά τους με σιδηρά πυγμή. Όταν ήθελε κάτι, ειδικά όταν έβαζε κάτι στο μυαλό της ότι ήταν καλό για την οικογένειά της, έκανε τα πάντα για να το πραγματοποιήσει.
Και τώρα, αυτή η σιδερένια πυγμή της μητέρας της στρέφονταν εναντίον της. Είχε ήδη προετοιμαστεί για να την αντιμετωπίσει. Είχε την αίσθηση ότι αφορούσε την ρομαντική πλευρά της ζωής της και φοβόταν ότι την είχαν εντοπίσει που είχε βγει με τον Θορ. Αλλά ήταν αποφασισμένη να μην κάνει πίσω – όποιο κι’ αν ήταν το τίμημα. Αν χρειαζόταν να φύγει απ’ αυτό το μέρος, θα το έκανε. Δεν την ένοιαζε, ακόμα κι’ αν η μητέρα της την έκλεινε στο μπουντρούμι.
Καθώς η Γκουέν πλησίασε την κάμαρα της μητέρας της, οι υπηρέτριές της άνοιξαν την μεγάλη δρύινη πόρτα και όταν η Γκουέν πέρασε μέσα, αυτές βγήκαν έξω και έκλεισαν την πόρτα πίσω τους.
Η κάμαρα της μητέρας της ήταν πολύ πιο μικρή από του πατέρα της, πιο ζεστή, με μεγάλα χαλιά, ένα μικρό σερβίτσιο τσαγιού και ένα επιτραπέζιο παιχνίδι τοποθετημένα δίπλα στο τζάκι που έκαιγε με μια λαμπερή φωτιά. Ολόγυρα στο τζάκι υπήρχαν αρκετές λεπτοδουλεμένες καρέκλες ντυμένες με κίτρινο βελούδο. Η μητέρα της καθόταν σε μια από αυτές με την πλάτη γυρισμένη προς την Γκουέν, αν και την περίμενε. Καθόταν απέναντι από την φωτιά, έπινε το τσάι της γουλιά γουλιά και έκανε μια κίνηση στο επιτραπέζιο παιχνίδι της. Πίσω της υπήρχαν δύο κυρίες επί των τιμών. Η μια της έφτιαχνε τα μαλλιά και η άλλη της έσφιγγε τα κορδόνια στο πίσω μέρος του φορέματός της.
«Πέρασε μέσα, παιδί μου», ακούστηκε η αυστηρή φωνή της μητέρας της.
Στην Γκουέν δεν άρεσε καθόλου όταν η μητέρα της την καλούσε για να μιλήσουν μπροστά στις υπηρέτριές της. Μακάρι να τις έδιωχνε, όπως ο πατέρας της, όταν είχαν μιλήσει νωρίτερα. Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για να διατηρήσει την μυστικότητα και την αξιοπρέπεια της συζήτησης. Αλλά η μητέρα της δεν το έκανε ποτέ. Η Γκουέν μπορούσε να συμπεράνει ότι ήταν ένα παιχνίδι ισχύος. Είχε εκεί τις υπηρέτριες να τριγυρνάνε γύρω γύρω και να ακούνε τα πάντα, για να έχει την Γκουέν σε υπερένταση.
Η Γκουέν δεν είχε άλλη επιλογή από το να πάει ως την άλλη πλευρά του δωματίου και να καθίσει σε μια από τις βελούδινες καρέκλες απέναντι από τη μητέρα της και πολύ κοντά στη φωτιά. Αυτό ήταν άλλο ένα από τα παιχνίδια ισχύος της μητέρας της: ο συνομιλητής της να ζεσταίνεται πολύ κοντά στην φωτιά και να είναι πιο χαλαρός και λιγότερο σε ετοιμότητα λόγω της ζέστης.
Η Βασίλισσα δεν σήκωσε το βλέμμα της. Αντιθέτως, κοίταζε το επιτραπέζιο παιχνίδι που έπαιζε και έσπρωξε ένα από τα φιλντισένια πιόνια στον πολύπλοκο λαβύρινθο.
«Η σειρά σου», της είπε.
Η Γκουέν κοίταξε το ταμπλό του παιχνιδιού και εξεπλάγη που η μητέρα της συνέχιζε ακόμα την ίδια παρτίδα. Θυμήθηκε ότι είχε τα καφέ πιόνια, αλλά είχε να παίξει με την μητέρα της για πολλές εβδομάδες. Η μητέρα της ήταν εξαιρετικά καλή στα Πιόνια – αλλά η Γκουέν ήταν ακόμα καλύτερη. Η μητέρα της απεχθάνονταν να χάνει και ήταν προφανές ότι είχε μελετήσει το ταμπλό αρκετά, ελπίζοντας να κάνει την τέλεια κίνηση. Και τώρα που η Γκουέν ήταν εδώ, έκανε την κίνησή της.
Αντίθετα από την μητέρα της, η Γκουέν δεν χρειαζόταν να μελετήσει το ταμπλό. Του έριξε απλά μια ματιά και μέσα στο μυαλό της είδε την τέλεια κίνηση. Άπλωσε το χέρι της και μετακίνησε ένα από τα καφέ πιόνια στην άλλη πλευρά του ταμπλό. Η κίνησή της αυτή έφερε την μητέρα της μια κίνηση πριν χάσει.
Η μητέρα της κοίταξε το ταμπλό. Ήταν ανέκφραστη εκτός από ένα ελαφρό τρεμόπαιγμα του φρυδιού της, που η Γκουέν ήξερε πως έδειχνε ταραχή. Η Γκουέν ήταν εξυπνότερη και η μητέρα της δεν μπορούσε ποτέ να το αποδεχτεί αυτό.
Η Βασίλισσα ξερόβηξε και κοίταξε προσεκτικά το ταμπλό, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στην Γκουέν.
«Ξέρω τα πάντα για τις τρέλες σου με εκείνο το κοινό αγόρι», της είπε κοροϊδευτικά. «Αγνοείς τις προειδοποιήσεις μου». Μετά, σήκωσε τα μάτια της και την κοίταξε. «Γιατί;»
Η Γκουέν πήρε μια βαθιά ανάσα, και παρόλο που ένιωθε το στομάχι της να σφίγγεται, προσπάθησε να βρει την πιο κατάλληλη απάντηση. Δεν επρόκειτο να υποχωρήσει. Όχι αυτή τη φορά.
«Οι προσωπικές μου υποθέσεις δεν είναι δικιά σου δουλειά», της απάντησε.
«Δεν είναι; Είναι απολύτως δική μου δουλειά. Οι προσωπικές σου υποθέσεις επηρεάζουν την βασιλεία. Την τύχη αυτής της οικογένειας. Του Δακτυλιδιού. Οι προσωπικές σου υποθέσεις είναι πολιτικό θέμα – όσο κι’ αν θες να το ξεχνάς. Εσύ δεν είσαι κοινή θνητή. Τίποτα δεν μένει κρυφό στον κόσμο σου. Και τίποτα δεν μένει κρυφό από εμένα».
Η φωνή της μητέρας της ήταν παγερή σαν ατσάλι και η Γκουέν ένιωθε αγανάκτηση για κάθε στιγμή της επίσκεψής της εκεί. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα εκτός από το να κάθεται εκεί και να την περιμένει να τελειώσει. Ένιωθε παγιδευμένη.
Τελικά, η μητέρα της ξερόβηξε.
«Αφού αρνείσαι να με ακούσεις, θα πάρω εγώ τις αποφάσεις για εσένα. Δεν πρόκειται να ξαναδείς αυτό το αγόρι. Αν το κάνεις, θα τον διώξω από την Λεγεώνα, μακριά από την Αυλή του Βασιλιά και πίσω στο χωριό του. Μετά θα βάλω να τον συλλάβουν μαζί με όλη του την οικογένεια. Θα εκδιωχθεί για εξευτελισμό και εσύ δεν πρόκειται να ξανακούσεις γι’ αυτόν».
Η μητέρα της σήκωσε τα μάτια της και είδε το κάτω χείλος της να τρέμει από οργή.
«Με κατάλαβες;»
Η Γκουέν πήρε μια βαθιά ανάσα, καθώς για πρώτη φορά συνειδητοποιούσε το κακό που η μητέρα της ήταν ικανή να κάνει. Την μισούσε πέρα απ’ όσο τα λόγια μπορούν να περιγράψουν. Η Γκουέν αντιλαμβάνονταν επίσης και τις νευρικές ματιές των υπηρετριών. Ήταν ταπεινωτικό.
Πριν μπορέσει να απαντήσει, η μητέρα της συνέχισε.
«Επιπλέον, για να εμποδίσω την περαιτέρω απρεπή συμπεριφορά σου, έχω πάρει μέτρα για να κανονιστεί μια καθώς πρέπει ένωση για εσένα. Θα παντρευτείς τον Άλτον την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα. Έτσι, τώρα, μπορείς να αρχίσεις τις προετοιμασίες του γάμου. Να προετοιμαστείς για την ζωή σου ως παντρεμένη γυναίκα. Αυτά είχα να σου πω», της είπε η μητέρα της περιφρονητικά, και γυρίζοντας προς την άλλη μεριά κατευθύνθηκε προς το επιτραπέζιο παιχνίδι της σαν να είχε μόλις κανονίσει το πιο απλό ζήτημα.
Η Γκουέν έβραζε από μέσα της και ήθελε να ουρλιάξει.
«Πώς τολμάς;» της είπε με την οργή της να αυξάνεται. «Νομίζεις ότι είμαι μια μαριονέτα δεμένη με σπάγκο που εσύ μπορείς παίζεις μαζί της; Πραγματικά πιστεύεις ότι θα παντρευτώ όποιον μου πεις εσύ;»
«Δεν το νομίζω», της απάντησε η μητέρα της. «Το ξέρω. Είσαι κόρη μου και είσαι υπόλογη σε μένα. Θα παντρευτείς αυτόν ακριβώς που θα σου πω εγώ».
«Δεν πρόκειται!» τις φώναξε η Γκουέν. «Και δεν μπορείς να με εξαναγκάσεις! Ο Πατέρας είπε ότι δεν μπορείς να με εξαναγκάσεις!»
«Οι προκαθορισμένοι γάμοι είναι ακόμα δικαίωμα του κάθε γονιού σ’ αυτό το βασίλειο – και είναι σίγουρα δικαίωμα του βασιλιά και της βασίλισσας. Ο πατέρας σου μπορεί να παίρνει θέση, αλλά κι’ εσύ το ξέρεις τόσο καλά όσο κι’ εγώ ότι πάντα υποκύπτει στη θέλησή μου. Έχω τον τρόπο μου».
Η μητέρα της την αγριοκοίταξε.
«Επομένως, βλέπεις, ότι θα κάνεις ό,τι σου λέω. Ο γάμος σου θα γίνει. Τίποτα δεν μπορεί να τον σταματήσει. Προετοίμασε τον εαυτό σου».
«Δεν πρόκειται να το κάνω», απάντησε η Γκουέν. «Ποτέ. Και αν μου ξαναπείς γι’ αυτό, δεν θα σου ξαναμιλήσω ποτέ».
Η μητέρα της την κοίταξε και της χαμογέλασε, με ένα παγερό, άσχημο χαμόγελο.
«Δεν με νοιάζει αν θα μου ξαναμιλήσεις. Είμαι η μητέρα σου, κι’ όχι η φίλη σου. Και είμαι η Βασίλισσά σου. Αυτή μπορεί πράγματι να είναι η τελευταία συνάντηση μεταξύ μας. Αλλά δεν πειράζει. Στο τέλος, θα κάνεις αυτό που λέω εγώ. Και θα σε βλέπω από μακριά, καθώς θα ζεις τη ζωή που εγώ έχω σχεδιάσει για εσένα».
Η μητέρα της ξαναγύρισε πίσω στο παιχνίδι της.
«Μπορείς να πηγαίνεις», της είπε κάνοντας μια κίνηση του χεριού της σαν η Γκουέν να ήταν μια από τις υπηρέτριές της.
Η Γκουέν έβραζε από τον θυμό της και δεν άντεξε άλλο. Έκανε τρία βήματα μπροστά, πήγε ως το τραπέζι με το παιχνίδι της μητέρας της, και με τα δυό της χέρια, το αναποδογύρισε. Τα φιλντισένια πιόνια σκορπίστηκαν παντού και το φιλντισένιο τραπέζι έπεσε κάτω και έγινε χίλια κομμάτια.
Η μητέρα της πετάχτηκε επάνω σοκαρισμένη.
«Σε μισώ», της είπε η Γκουέν με συριχτή φωνή.
Με αυτά τα λόγια, της γύρισε την πλάτη και με αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο έφυγε σαν σίφουνας από το δωμάτιο σπρώχνοντας τα χέρια της υπηρέτριας, αποφασισμένη να βγει έξω με δικιά της θέληση – και να μην ξαναντικρύσει το πρόσωπο της μητέρας της ποτέ ξανά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26
Ο Θορ περπατούσε για ώρες μέσα από τα στριφογυριστά μονοπάτια του δάσους και σκεφτόταν την συνάντησή του με την Γκουέν. Δεν μπορούσε να την βγάλει από το μυαλό του. Ο λίγος χρόνος που είχαν περάσει μαζί, του φαινόταν μαγικός, πέρα από κάθε προσδοκία του, και δεν ανησυχούσε πια για το βάθος των συναισθημάτων που εκείνη είχε γι’ αυτόν. Ήταν η τέλεια ημέρα – εκτός, φυσικά, απ’ αυτό που είχε συμβεί στο τέλος της συνάντησής τους.
Εκείνο το λευκό φίδι, τόσο σπάνιο, και τόσο κακός οιωνός. Ήταν τυχεροί που δεν τους είχε τσιμπήσει. Ο Θορ κοίταξε τον Κρον που περπατούσε πιστά δίπλα του, χαρούμενος όπως πάντα, και αναρωτιόταν τι θα είχε συμβεί αν δεν ήταν εκεί να σκοτώσει το φίδι και να σώσει τη ζωή τους. Θα ήταν και οι δύο νεκροί αυτή τη στιγμή; Θα ήταν πάντα ευγνώμων στον Κρον, και ήξερε ότι θα ήταν ο πιστός του σύντροφος για μια ολόκληρη ζωή.
Όμως, ο κακός οιωνός τον βασάνιζε ακόμα. Εκείνο το φίδι ήταν εξαιρετικά σπάνιο και δεν ζούσε καν σ’ αυτό το μέρος του βασιλείου. Ζούσε πολύ πιο νότια, στους βάλτους και στα έλη. Πώς μπόρεσε να ταξιδέψει τόσο μακριά; Και πώς ήταν δυνατόν να έχει έρθει στο μέρος που βρίσκονταν εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή; Ήταν κάτι τόσο μυστηριώδες και ήταν απόλυτα βέβαιος ότι ήταν μια προειδοποίηση. Όπως και η Γκουέν, προαισθανόταν ότι ήταν κακός οιωνός, ο προάγγελος ενός επικείμενου θανάτου. Ο θάνατος ποιανού, όμως;
Ο Θορ ήθελε να διώξει την εικόνα από το μυαλό του, να ξεχάσει όλο αυτό, να σκεφτεί άλλα πράγματα – αλλά δεν μπορούσε. Η σκέψη αυτή τον καταδίωκε, τον βασάνιζε και δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Ήξερε ότι έπρεπε να επιστρέψει στον στρατώνα, αλλά δεν μπορούσε. Σήμερα ήταν ημέρα ξεκούρασης, έτσι αντί να γυρίσει πίσω, προτίμησε να περπατάει για ώρες, κάνοντας κύκλους στα μονοπάτια του δάσους και προσπαθώντας να καθαρίσει το μυαλό του. Ήταν σίγουρος ότι το φίδι είχε ένα μυστικό μήνυμα, μόνο γι’ αυτόν, που τον παρότρυνε να δράσει.
Κάτι άλλο που τον στεναχωρούσε πολύ ήταν που χωρίστηκαν τόσο απότομα με την Γκουέν. Όταν έφτασαν στην άκρη του δάσους, είχαν πάρει διαφορετικούς δρόμους τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβαν να ανταλλάξουν κουβέντα. Εκείνη φαινόταν πολύ αναστατωμένη. Υπέθετε πως ήταν εξ αιτίας του φιδιού, αλλά δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Και δεν του είπε τίποτα για να ξανασυναντηθούν. Μήπως είχε αλλάξει γνώμη γι’ αυτόν; Μήπως είχε κάνει κάτι λάθος;
Η σκέψη αυτή τον σκότωνε. Δεν ήξερε τι να κάνει με τον εαυτό του και περιπλανιόταν στο δάσος για ώρες. Ήθελε να μιλήσει σε κάποιον που να ήξερε από τέτοια πράγματα, κάποιον που να μπορούσε να ερμηνεύει σημάδια και χρησμούς.
Ο Θορ σταμάτησε επί τόπου. Φυσικά, ο Άργκον! Εκείνος ήταν το κατάλληλο άτομο που θα μπορούσε να του εξηγήσει τα πάντα και να τον καθησυχάσει.
Ο Θορ κοίταξε πέρα μακριά στο βάθος του ορίζοντα. Στεκόταν στο βόρειο άκρο της πιο μακρινής ράχης του βουνού και από εκεί είχε ανεμπόδιστη θέα προς όλη την βασιλική πολιτεία κάτω του. Στεκόταν κοντά σε ένα σταυροδρόμι. Ήξερε ότι ο Άργκον ζούσε μόνος του, σε ένα πέτρινο σπιτάκι στη βόρια άκρη της Πεδιάδας των Βράχων. Ήξερε ότι αν έκοβε δεξιά, μακριά από την κατεύθυνση για την πόλη, ένα από τα μονοπάτια θα τον οδηγούσε εκεί. Έτσι, ξεκίνησε την πορεία του.
Η διαδρομή ήταν μεγάλη, και υπήρχε μεγάλη πιθανότητα ο Άργκον να μην ήταν καν εκεί όταν θα έφτανε. Αλλά έπρεπε να προσπαθήσει. Δεν μπορούσε να ησυχάσει αν δεν έπαιρνε κάποιες απαντήσεις.
Ο Θορ περπατούσε χοροπηδηχτά, κάνοντας διπλά βήματα, καθώς κατευθύνονταν προς την πεδιάδα. Το πρωί έγινε απόγευμα ενώ εκείνος συνέχισε να βαδίζει. Ήταν μια όμορφη καλοκαιρινή ημέρα και το φως έλουζε τα χωράφια ολόγυρά του. Ο Κρον χοροπηδούσε κι’ αυτός δίπλα του, σταματώντας που και που για να χυμήξει σε κάποιον σκίουρο που μετά κουβαλούσε θριαμβευτικά στο στόμα του.
Το μονοπάτι γινόταν όλο και πιο απόκρημνο και πιο στριφογυριστό, ενώ τα λιβάδια φαίνονταν τώρα πολύ μακριά. Εδώ το τοπίο φαινόταν έρημο και γεμάτο με βράχους και ογκόλιθους. Σε λίγο, εξαφανίστηκε και το μονοπάτι. Είχε αρχίσει να κάνει κρύο και είχε πολύ αέρα. Τα δέντρα γίνονταν όλο και πιο λίγα και το τοπίο ήταν πια βραχώδες και κακοτράχαλο. Ήταν απόκοσμα εκεί πάνω. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο γύρω του εκτός από μικρούς βράχους, χώμα και ογκόλιθους όσο απλώνονταν το βλέμμα του και ένιωθε σαν να περπατούσε σε έρημη γη. Σε κάποια στιγμή το μονοπάτι εξαφανίστηκε εντελώς και ο Θορ βρέθηκε να περπατάει πάνω σε πέτρες και χαλίκια.
Δίπλα του ο Κρον άρχισε να κλαψουρίζει. Υπήρχε κάτι ανατριχιαστικό στην ατμόσφαιρα και ο Θορ μπορούσε, επίσης, να το αισθανθεί. Δεν ήταν απαραίτητα κακό – ήταν απλώς διαφορετικό. Κάτι σαν μια ομίχλη πνευμάτων.
Μόλις ο Θορ είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν είχε πάρει τη σωστή κατεύθυνση, εντόπισε στο βάθος του ορίζοντα, ψηλά πάνω σ’ ένα λόφο, ένα μικρό, πέτρινο σπιτάκι. Ήταν εντελώς στρογγυλό, είχε το σχήμα ενός δακτυλιδιού και ήταν χτισμένο από μαύρη, συμπαγή πέτρα. Ήταν πολύ χαμηλό, δεν είχε παράθυρα, ενώ η μοναδική του πόρτα, που ήταν φτιαγμένη σαν αψίδα, δεν είχε ούτε πόμολο, ούτε ρόπτρο. Μπορούσε ο Άργκον πράγματι να ζει εκεί, σ’ αυτό το έρημο μέρος; Και μήπως αναστατώνονταν που ο Θορ θα πήγαινε εκεί απρόσκλητος.
Ο Θορ είχε αρχίσει να το ξανασκέφτεται, αλλά πίεσε τον εαυτό του να συνεχίσει το δρόμο του. Μόλις πλησίασε στην πόρτα, ένιωσε μια ενέργεια στον αέρα, τόσο πυκνή που δεν μπορούσε σχεδόν να αναπνεύσει. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από ταραχή καθώς πλησίασε και ετοιμάστηκε να χτυπήσει την πόρτα με την γροθιά του.
Αλλά πριν προλάβει να την ακουμπίσει, η πόρτα άνοιξε από μόνη της, μόλις μια χαραμάδα. Όλα φαίνονταν μαύρα εκεί μέσα και ο Θορ δεν ήταν σίγουρος αν η πόρτα είχε ανοίξει από τον αέρα. Ήταν τόσο σκοτεινά που δεν μπορούσε να δει αν ήταν κάποιος μέσα.
Ο Θορ έσπρωξε την πόρτα απαλά και έβαλε μέσα το κεφάλι του.
«Γεια;» φώναξε.
Την έσπρωξε ακόμα πιο πολύ. Εκεί μέσα ήταν απόλυτο σκοτάδι εκτός από μια μικρή λάμψη στο βάθος του χώρου.
«Γεια;» ξαναφώναξε δυνατότερα. «Άργκον;»
Δίπλα του ο Κρον κλαψούριζε. Ο Θορ έβλεπε φανερά ότι αυτή δεν ήταν καλή ιδέα και ότι ο Άργκον δεν ήταν σπίτι. Αλλά πίεσε τον εαυτό του να ρίξει μια ματιά μέσα. Έκανε δύο βήματα, αλλά μόλις μπήκε μέσα η πόρτα έκλεισε με θόρυβο πίσω του.
Ο Θορ γύρισε και είδε τον Άργκον να στέκεται σε έναν τοίχο, στο βάθος.
«Συγγνώμη που σας ενόχλησα», είπε ο Θορ με την καρδιά του να χτυπάει δυνατά.
«Έχεις έρθει απρόσκλητος», είπε ο Άργκον.
«Συγχωρείστε με», είπε ο Θορ. «Δεν ήθελα να σας ενοχλήσω».
Ο Θορ κοίταξε γύρω του και καθώς τα μάτια του συνήθιζαν στο σκοτάδι, μπορούσε να δει αρκετά μικρά κεριά τοποθετημένα κυκλικά στην περιφέρεια του πέτρινου τοίχου. Το δωμάτιο φωτίζονταν κυρίως από μια δέσμη φωτός που έμπαινε από ένα μικρό κυκλικό άνοιγμα στο ταβάνι. Το μέρος ήταν επιβλητικό, λιτό και σουρεαλιστικό.
«Ελάχιστοι άνθρωποι έχουν έρθει εδώ», απάντησε ο Άργκον. «Φυσικά, δεν θα ήσουν εδώ αν δεν σου το επέτρεπα. Αυτή η πόρτα ανοίγει μόνο για όσους προορίζεται να ανοίξει. Για οποιονδήποτε άλλον δεν ανοίγει ποτέ – ακόμα και με όλη τη δύναμη του κόσμου».
Ο Θορ ένιωσε καλύτερα, παρ’ όλα αυτά δεν μπορούσε να μην αναρωτηθεί πως ο Άργκον ήξερε ότι θα ερχόταν. Όλα γύρω απ’ αυτόν τον άνθρωπο του ήταν ένα μεγάλο μυστήριο.
«Είχα μια συνάντηση που δεν κατάλαβα», είπε ο Θορ θέλοντας να ανοίξει την καρδιά του και να ακούσει τη γνώμη του Άργκον. «Ήταν ένα φίδι. Ένας Λευκόραχος. Παρά λίγο να μας επιτεθεί. Σωθήκαμε από την λεοπάρδαλή μου, τον Κρον».
«Σωθήκατε;» ρώτησε ο Άργκον.
Ο Θορ κοκκίνισε, συνειδητοποιώντας ότι αυτό του είχε ξεφύγει. Δεν ήξερε τι να πει.
«Δεν ήμουν μόνος», είπε.
«Και με ποιον ήσουν;»
Ο Θορ δάγκωσε τη γλώσσα του, μην ξέροντας τι να πει. Στο κάτω κάτω, αυτός ο άνθρωπος ήταν πολύ κοντά στον πατέρα της, τον Βασιλιά, και ίσως του το έλεγε.
«Δεν βλέπω πως αυτό μπορεί να σχετίζεται με το φίδι», είπε.
«Είναι απολύτως σχετικό. Δεν έχεις αναρωτηθεί μήπως αυτό το άλλο πρόσωπο ήταν ο λόγος που εμφανίστηκε το φίδι;»
Ο Θορ πιάστηκε εντελώς εξαπίνης.
«Δεν καταλαβαίνω», είπε.
«Κάθε κακό οιωνό που βλέπεις δεν είναι πάντα για σένα. Μερικές φορές είναι για τους άλλους».
Μέσα στο μισοσκόταδο, ο Θορ κοίταξε προσεκτικά το πρόσωπο του Άργκον, είχε αρχίσει να καταλαβαίνει. Μήπως κάτι κακό επρόκειτο να συμβεί στην Γκουέν; Και αν ναι, μπορούσε αυτός να το σταματήσει;
«Μπορείτε να αλλάξετε τη μοίρα;» τον ρώτησε ο Θορ.
Ο Άργκον γύρισε σιγά σιγά και πήγε στην άλλη πλευρά του δωματίου.
«Αυτό είναι κάτι που όλοι αναρωτιόμαστε εδώ και αιώνες», απάντησε ο Άργκον. «Μπορεί να αλλάξει η μοίρα; Από τη μια πλευρά, όλα είναι προκαθορισμένα, όλα είναι γραμμένα. Από την άλλη πλευρά, έχουμε ελεύθερη βούληση. Οι επιλογές μας προσδιορίζουν τη μοίρα μας, επίσης. Φαίνεται ότι αυτά τα δύο – πεπρωμένο και ελεύθερη βούληση – είναι αδύνατον να συμβαδίσουν πλάι πλάι, όμως το κάνουν. Αυτά τα δύο συνεργάζονται εκεί που το πεπρωμένο συναντά την ελεύθερη βούληση και τότε η ανθρώπινη συμπεριφορά μπαίνει στο παιχνίδι. Το πεπρωμένο δεν μπορεί να παραβιαστεί πάντα, αλλά μερικές φορές μπορεί να καμφθεί ή ακόμα και να αλλάξει μέσα από μια μεγάλη θυσία και μέσα από πολύ ισχυρή ελεύθερη βούληση. Παρ’ όλα αυτά, τις περισσότερες φορές το πεπρωμένο μένει αμετακίνητο. Τις περισσότερες φορές, εμείς είμαστε παρατηρητές που απλώς παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα. Νομίζουμε ότι παίζουμε κάποιον ρόλο, αλλά συνήθως δεν παίζουμε κανένα. Ως επί το πλείστον, είμαστε παρατηρητές, όχι συμμετέχοντες».
«Επομένως, γιατί το σύμπαν μπαίνει στον κόπο να μας στέλνει οιωνούς, αν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να τους αλλάξουμε;» ρώτησε ο Θορ.
Ο Άργκον γύρισε και χαμογέλασε.
«Είσαι εύστροφος, αγόρι μου, και θα σου πω το εξής. Τις περισσότερες φορές, οι οιωνοί εμφανίζονται για να προετοιμαστούμε. Μας δείχνουν τη μοίρα μας για να έχουμε χρόνο να προετοιμαστούμε. Κάποιες φορές, σπανίως, ένας οιωνός μας εμφανίζεται για να μας δώσει το χρόνο να δράσουμε και να αλλάξουμε αυτό που πρόκειται να συμβεί. Αλλά αυτό είναι πολύ σπάνιο».
«Είναι αλήθεια ότι ένας Λευκόραχος προμηνύει θάνατο;»
Ο Άργκον τον κοίταξε εξεταστικά.
«Είναι», είπε τελικά. «Χωρίς αμφιβολία».
Η καρδιά του Θορ χτύπησε δυνατά ακούγοντας αυτήν την απάντηση που ήταν η επιβεβαίωση των φόβων του. Εξεπλάγη επίσης από την άμεση και χωρίς περιστροφές απάντηση του Άργκον».
«Συνάντησα ένα σήμερα», είπε ο Θορ, «αλλά δεν ξέρω ποιος θα πεθάνει. Ή αν υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για να το αποτρέψω. Θέλω να το βγάλω από το μυαλό μου, αλλά δεν μπορώ. Η εικόνα του κεφαλιού του φιδιού, έρχεται συνεχώς στο μυαλό μου. Γιατί;»
Ο Άργκον τον παρατηρούσε εξεταστικά για πολύ ώρα, και μετά αναστέναξε.
«Επειδή όποιος κι’ αν είναι αυτός που θα πεθάνει, θα σε επηρεάσει άμεσα. Θα επηρεάσει την μοίρα σου».
Ο Θορ ένιωθε όλο και περισσότερο συγκλονισμένος. Καταλάβαινε ότι η κάθε απάντηση δημιουργούσε περισσότερα ερωτήματα.
«Αλλά αυτό δεν είναι δίκαιο», είπε ο Θορ. «Πρέπει να ξέρω ποιος πρόκειται να πεθάνει. Πρέπει να τον προειδοποιήσω!»
Ο Άργκον κούνησε το κεφάλι του αργά αργά.
«Μπορεί να μην είναι κάτι που πρέπει να ξέρεις», του απάντησε. «Αλλά ακόμα κι’ αν το ξέρεις, ίσως να μην μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Ο θάνατος βρίσκει το θύμα του – ακόμα κι’ αν αυτό έχει προειδοποιηθεί».
«Τότε, γιατί εμφανίστηκε αυτό σε εμένα;» ρώτησε ο Θορ που ακόμα βασανίζονταν. «Και γιατί δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου;»
Ο Άργκον έκανε δύο βήματα και πήγε κοντά του. Ήταν τόσο κοντά του, μερικά εκατοστά μόνο, και η ένταση των ματιών του ήταν τόσο λαμπερή μέσα σ’ εκείνο το μισοσκότεινο δωμάτιο. Αυτό φόβισε τον Θορ. Ήταν σαν να κοίταζε τον ήλιο, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για να μην στρέψει αλλού την ματιά του. Ο Άργκον σήκωσε το χέρι του και το έβαλε στον ώμο του Θορ. Το άγγιγμά του ήταν παγωμένο και τον έκανε να ανατριχιάσει.
«Είσαι μικρός», του είπε ο Άργκον σιγά. «Ακόμα μαθαίνεις. Τα παίρνεις όλα πολύ σοβαρά. Το να βλέπεις το μέλλον είναι ένα σπουδαίο δώρο. Αλλά μπορεί να είναι και μια μεγάλη κατάρα. Οι περισσότεροι άνθρωποι που ζουν τη μοίρα τους δεν έχουν καμία γνώση γι’ αυτή. Μερικές φορές το πιο οδυνηρό πράγμα είναι να ξέρεις την μοίρα σου, ή το τι θα γίνει. Εσύ δεν έχεις ακόμα αρχίσει να καταλαβαίνεις τις δυνάμεις σου. Αλλά αυτό θα συμβεί. Μια μέρα. Μόλις θα καταλάβεις από που κατάγεσαι».
«Από πού κατάγομαι;» ρώτησε ο Θορ μπερδεμένος.
«Από το σπίτι της μητέρας σου. Πολύ μακριά από εδώ. Πέρα από το Φαράγγι, στα πιο μακρινά μέρη της περιοχής των Αγρίων. Υπάρχει ένα κάστρο εκεί ψηλά, μέσα στον ουρανό. Βρίσκεται μόνο του πάνω σ’ ένα βράχο και για να φτάσεις εκεί, θα πρέπει να ακολουθήσεις ένα στριφογυριστό πέτρινο δρόμο. Είναι ένας μαγικός δρόμος – σαν να ανεβαίνεις στον ίδιο τον ουρανό. Είναι ένα μέρος με μεγάλη δύναμη. Αυτό είναι το μέρος απ’ όπου κατάγεσαι. Αν δεν πας εκεί, δεν θα μπορέσεις ποτέ να το καταλάβεις πλήρως. Όταν όμως πας, όλες σου τα ερωτήματα θα απαντηθούν».
Ο Θορ ανοιγόκλεισε τα μάτια του και όταν τα άνοιξε, βρήκε τον εαυτό του, προς μεγάλη του έκπληξη, να στέκεται έξω από το σπίτι του Άργκον. Δεν είχε ιδέα πως βρέθηκε εκεί.
Ο άνεμος ακουγόταν μέσα από τα βράχια του γκρεμού και ο Θορ έκλεισε ελαφρά τα μάτια του για να αποφύγει την έντονη λάμψη του ήλιου. Δίπλα του βρίσκονταν ο Κρον που κλαψούριζε.
Ο Θορ γύρισε πίσω στην πόρτα του Άργκον και την χτύπησε με όλη του τη δύναμη. Το μόνο, όμως, που πήρε για απάντηση ήταν σιωπή.
«Άργκον!» φώναξε δυνατά.
Αλλά η μόνη απάντηση που πήρε ήταν το σφύριγμα του ανέμου.
Προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα, την έσπρωξε ακόμα και με τον ώμο του – αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ο Θορ περίμενε απ’ έξω πολύ ώρα – δεν ήταν σίγουρος πόση – έως ότου τελικά η ημέρα άρχισε να φεύγει. Τελικά συνειδητοποίησε ότι ο χρόνος του εκεί είχε τελειώσει.
Πήρε τον δρόμο του γυρισμού και καθώς περπατούσε στην βραχώδη πλαγιά, συνέχισε να αναρωτιέται. Ένιωθε πιο μπερδεμένος από ποτέ, αλλά επίσης ένιωθε σίγουρος ότι ο θάνατος πλησίαζε – χωρίς εκείνος να μπορεί να τον σταματήσει.
Καθώς περπατούσε σ’ εκείνο το έρημο μέρος, άρχισε να νιώθει κάτι κρύο στους αστραγάλους του. Ήταν μια πυκνή ομίχλη που σχηματίζονταν στα πόδια του. Σιγά σιγά ανέβαινε προς τα επάνω, ενώ γινόταν όλο και πιο πυκνή. Ο Θορ δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Ο Κρον κλαψούριζε.
Ο Θορ προσπάθησε να ανοίξει το βήμα του και να συνεχίσει τον δρόμο του στο βουνό, αλλά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η ομίχλη είχε γίνει τόσο πυκνή που δεν έβλεπε μπροστά του. Ταυτόχρονα, ένιωσε τα άκρα του να γίνονται βαριά, και, σαν να είχε γίνει κάτι μαγικό, ο ουρανός σκοτείνιασε. Ένιωσε τον εαυτό του εξαντλημένο. Δεν μπορούσε να κάνει ούτε ένα βήμα πάρα πέρα. Κουλουριάστηκε σε ένα κοίλωμα του εδάφους, εκεί ακριβώς που βρίσκονταν, τυλιγμένος μέσα στην πυκνή ομίχλη. Προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια του ή να κουνηθεί, αλλά ήταν αδύνατο. Μέσα σε λίγα λεπτά είχε αποκοιμηθεί.
*
Ο Θορ είδε τον εαυτό του να στέκεται στη κορυφή ενός βουνού και να κοιτάζει κάτω ολόκληρο το βασίλειο του Δακτυλιδιού. Μπροστά του απλώνονταν η Αυλή του Βασιλιά με το κάστρο, τις οχυρώσεις, τους κήπους, τα δέντρα, και τους κυματιστούς λόφους. Όσο μπορούσε να δει η ματιά του, όλα ήταν καταπράσινα και ανθισμένα μέσα στην καλοκαιρινή ατμόσφαιρα. Τα χωράφια ήταν γεμάτα με φρούτα και πολύχρωμα λουλούδια και από παντού έρχονταν ήχοι μουσικής και εορταστικών εκδηλώσεων.
Αλλά καθώς ο Θορ συνέχισε να κοιτάζει όλα αυτά, ξαφνικά το χορτάρι άρχισε να γίνεται μαύρο, τα φρούτα να πέφτουν από τα δέντρα και τα ίδια τα δέντρα να ξεραίνονται, να συρρικνώνονται και να εξαφανίζονται εντελώς. Όλα τα λουλούδια έγιναν ξερά φρύγανα, και με τρόμο, είδε το ένα κτίριο μετά το άλλο να καταρρέουν και να συντρίβονται στο έδαφος, έως ότου απ’ ολόκληρο το βασίλειο δεν είχε μείνει τίποτα άλλο εκτός από ερημιά, όλεθρο και σωρούς από πέτρες και χαλάσματα.
Ξαφνικά, ο Θορ είδε ένα τεράστιο Λευκόραχο να περνάει γλιστρώντας μέσα από τα πόδια του. Στέκονταν εκεί, χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα, καθώς το φίδι κουλουριάστηκε γύρω από τα πόδια του, τη μέση του, και μετά τα χέρια του. Ένιωσε ότι πνίγονταν, ότι η ζωή έφευγε από μέσα του έτσι όπως τον ζούλαγε. Μετά το φίδι ανέβηκε ως το πρόσωπό του και τον κοίταξε στα μάτια, σχεδόν ακουμπώντας την μακριά γλώσσα του επάνω στο μάγουλό του και κάνοντας έναν ανατριχιαστικό ήχο. Στη συνέχεια, άνοιξε το στόμα του διάπλατα, αποκαλύπτοντας δύο τεράστια σουβλερά δόντια, και κάνοντας μια ξαφνική κίνηση προς τα μπροστά, κατάπιε το πρόσωπο του Θορ.
Ο Θορ ούρλιαξε, και μετά βρέθηκε να στέκεται μέσα στο κάστρο του Βασιλιά. Ήταν εντελώς άδειο. Ούτε καν ο θρόνος δεν υπήρχε εκεί που ήταν παλιά. Το Σπαθί του Πεπρωμένου βρίσκονταν στο έδαφος ανέγγιχτο. Τα παράθυρα ήταν όλα σπασμένα και τα βιτρό κείτονταν σε σωρούς πάνω στις πέτρες. Κάποια μουσική ακούγονταν από μακριά και γυρίζοντας προς το μέρος απ’ όπου ερχόταν, προχώρησε μέσα από τα άδεια δωμάτια ώσπου έφτασε σε κάτι τεράστιες διπλές πόρτες που ήταν τριάντα μέτρα ψηλές. Τις έσπρωξε με όλη του τη δύναμη και τις άνοιξε.
Ο Θορ στάθηκε στην είσοδο της βασιλικής αίθουσας τελετών. Μπροστά του ήταν δύο μακριά τραπέζια φαγητού που καταλάμβαναν σχεδόν όλη την αίθουσα. Ήταν γεμάτα φαγητά – όμως δεν υπήρχε κανείς εκεί. Μόνο στην άκρη του τραπεζιού βρίσκονταν κάποιος. Ήταν ο Βασιλιάς ΜακΓκιλ. Καθόταν στον θρόνο του και κοίταζε τον Θορ. Φαινόταν τόσο απόμακρος.
Ο Θορ αισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει κοντά του. Άρχισε να περπατάει προς το μέρος του, ανάμεσα στα δύο τραπέζια. Καθώς προχωρούσε, όλα τα φαγητά που ήταν δίπλα του άρχισαν να σαπίζουν και με κάθε βήμα που έκανε όλα γίνονταν μαύρα και γέμιζαν μύγες. Οι μύγες πετούσαν, επίσης, παντού ολόγυρά του, σε ολόκληρα σμήνη και καταβρόχθιζαν τα φαγητά.
Ο Θορ άνοιξε το βήμα του. Τώρα είχε πλησιάσει αρκετά κοντά, περίπου τρία μέτρα απόσταση απ’ αυτόν, όταν από μια πλαϊνή πόρτα εμφανίστηκε ένας υπηρέτης που κουβαλούσε μια τεράστια χρυσή κούπα με κρασί. Ήταν μια ξεχωριστή κούπα, φτιαγμένη από ατόφιο χρυσάφι και διακοσμημένη με σειρές από ρουμπίνια και ζαφείρια. Αλλά όταν ο Βασιλιάς δεν τον κοίταγε, ο υπηρέτης έριξε κρυφά μια άσπρη σκόνη μέσα στην κούπα. Ο Θορ συνειδητοποίησε ότι ήταν δηλητήριο.
Ο υπηρέτης πλησίασε στον θρόνο και ο ΜακΓκιλ έπιασε το ποτήρι και με τα δυό του χέρια.
«Όχι!» ούρλιαξε ο Θορ.
Έτρεξε μπροστά προσπαθώντας να πετάξει το κρασί από τα χέρια του Βασιλιά.
Αλλά δεν ήταν αρκετά γρήγορος. Ο ΜακΓκιλ άρχισε να πίνει το κρασί με μεγάλες γουλιές. Καθώς το έπινε έσταζε από τα μάγουλά του στο στήθος του, ώσπου το ήπιε όλο.
Ο ΜακΓκιλ γύρισε και κοίταξε τον Θορ με μάτια ορθάνοιχτα. Έφερε το χέρι του στο λαιμό του, βήχοντας δυνατά. Μετά έγειρε στο πλάι, έπεσε από τον θρόνο του και προσγειώθηκε στο πέτρινο πάτωμα. Το στέμμα του βγήκε από το κεφάλι του και χτύπησε στο πάτωμα με τον χαρακτηριστικό ήχο του χρυσού. Μετά κύλησε αρκετά μέτρα μακριά.
Ο Βασιλιάς κείτονταν εκεί, ακίνητος, με τα μάτια ανοιχτά, νεκρός.
Η Εστοφελή έκανε μια βουτιά και προσγειώθηκε στο κεφάλι του ΜακΓκιλ. Κάθισε εκεί, κοίταξε τον Θορ και έκρωξε. Ο ήχος ήταν τόσο διαπεραστικός που έκανε τη ραχοκοκαλιά του Θορ να ανατρίχιασε.
«Όχι!» φώναξε με όλη του τη δύναμη.
*
Ο Θορ ξύπνησε ουρλιάζοντας.
Ανακάθισε και κοίταξε ολόγυρά του. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα, ανάπνεε βαριά και προσπαθούσε να καταλάβει που ήταν. Βρίσκονταν ακόμα στο έδαφος, στο βουνό του Άργκον. Πρέπει να είχε αποκοιμηθεί εκεί. Η ομίχλη είχε φύγει και κοιτάζοντας γύρω του είδε ότι ήταν χάραμα. Ένας ήλιος κόκκινος σαν αίμα ανέβαινε στον ορίζοντα, φωτίζοντας τη μέρα. Δίπλα του ο Κρον κλαψούριζε, πήδηξε στην αγκαλιά του και του έγλυψε το πρόσωπο.
Ο Θορ αγκάλιασε τον Κρον με το ένα χέρι. Ανάσαινε βαριά και προσπαθούσε να καταλάβει αν ήταν ξύπνιος ή κοιμόταν. Του πήρε πολλή ώρα για να καταλάβει ότι όλο αυτό ήταν όνειρο. Του είχε φανεί τόσο αληθινό.
Ο Θορ άκουσε μια κραυγή και γυρίζοντας είδε την Εστοφελή κουρνιασμένη σε ένα βράχο, μόλις μισό μέτρο μακριά του. Το μεγάλο πουλί τον κοίταζε και έκρωζε ξανά και ξανά.
Η κραυγή του πουλιού τον έκανε να ανατριχιάσει. Ήταν η ίδια κραυγή που είχε ακούσει στο όνειρό του, και εκείνη τη στιγμή κατάλαβε, σε κάθε μόριο του σώματός του, ότι το όνειρο ήταν ένα μήνυμα.
Κάποιος ήθελε να δηλητηριάσει τον Βασιλιά.
Ο Θορ πετάχτηκε επάνω και μέσα στο φως της χαραυγής άρχισε να κατηφορίζει στο βουνό κατευθυνόμενος προς την Αυλή του Βασιλιά. Έπρεπε να τον δει. Έπρεπε να τον προειδοποιήσει. Ο Βασιλιάς μπορεί να νόμιζε ότι ήταν τρελός, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή – θα έκανε οτιδήποτε για να του σώσει τη ζωή.
*
Ο Θορ πέρασε τρέχοντας την κινητή γέφυρα και κατευθύνθηκε προς την εξωτερική πύλη του κάστρου. Ευτυχώς οι δύο φρουροί τον αναγνώρισαν από τη Λεγεώνα. Τον άφησαν να περάσει χωρίς να τον σταματήσουν και εκείνος συνέχιζε να τρέχει με τον Κρον δίπλα του.
Ο Θορ διέσχισε όλη το προαύλιο του κάστρου, πέρασε από τα σιντριβάνια και κατευθύνθηκε προς την εσωτερική πύλη του Βασιλικού Κάστρου. Τέσσερις φρουροί που στέκονταν εκεί του έκοψαν το δρόμο.
Ο Θορ σταμάτησε λαχανιασμένος.
«Τι σε φέρνει εδώ, αγόρι μου;» τον ρώτησε ένας από αυτούς.
«Δεν θα καταλάβεις, αλλά πρέπει να με αφήσεις να περάσω», του είπε ο Θορ ξέπνοος. «Πρέπει να δω τον Βασιλιά».
Οι φρουροί κοίταξαν ο ένας τον άλλον με δυσπιστία.
«Είμαι ο Θόργκριν, από την Λεγεώνα. Πρέπει να με αφήσετε να περάσω».
«Ξέρω ποιος είναι», είπε ο ένας φρουρός στον άλλον. «Είναι ένας από εμάς».
Αλλά ο επικεφαλής των φρουρών τον πλησίασε.
«Και τι δουλειά έχεις εσύ με τον Βασιλιά;» τον ρώτησε.
Ο Θορ ακόμα προσπαθούσε να αναπνεύσει κανονικά.
«Πολύ επείγουσα δουλειά. Πρέπει να τον δω αμέσως».
«Λοιπόν, ο Βασιλιάς δεν σε περιμένει. Πρέπει να σε έχουν πληροφορήσει λάθος. Ο Βασιλιάς δεν είναι εδώ. Έφυγε με την συνοδεία του πριν από ώρες για υποθέσεις της Αυλής. Δεν θα επιστρέψουν πριν το βράδυ που είναι η γιορτή».
«Η γιορτή;» ρώτησε ο Θορ με την καρδιά του να χτυπάει τρελά στο στήθος του. Θυμήθηκε το όνειρο με τα τραπέζια γεμάτα φαγητά, και όλα φαίνονταν να γίνονται πραγματικότητα με ένα μυστηριώδη τρόπο.
«Ναι, γιορτή. Αν είσαι μέλος της Λεγεώνας, είμαι σίγουρος ότι θα είσαι εδώ. Αλλά τώρα ο Βασιλιάς λείπει και δεν μπορείς να τον δεις. Έλα το βράδυ μαζί με τους άλλους».
«Αλλά πρέπει να του δώσω ένα μήνυμα!» ο Θορ επέμεινε. «Πριν την γιορτή!»
«Μπορείς να μου αφήσεις εμένα το μήνυμα αν θέλεις. Αλλά δεν θα μπορέσω να του το δώσω πιο γρήγορα από εσένα».
Ο Θορ δεν ήθελε να αφήσει ένα τέτοιο μήνυμα στον φρουρό. Θα τον περνούσε για τρελό. Έπρεπε να του το δώσει απόψε, πριν την γιορτή. Προσευχήθηκε μόνο να μην ήταν πολύ αργά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27
Ο Θορ έτρεξε προς το στρατόπεδο της Λεγεώνας με το πρώτο φως της χαραυγής και, ευτυχώς, έφτασε πριν αρχίσει η εκπαίδευση της ημέρας. Ήταν λαχανιασμένος, ο Κρον έτρεχε κι’ αυτός δίπλα του, και μπήκε μέσα την ώρα που τα άλλα αγόρια μόλις είχαν ξυπνήσει και ετοιμάζονταν να μπουν στην γραμμή για τις ασκήσεις της ημέρας. Στάθηκε εκεί και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ένιωσε πιο προβληματισμένος από ποτέ. Δεν ήξερε πως θα τα κατάφερνε με την εκπαίδευση επειδή θα μετρούσε το κάθε λεπτό μέχρι την ώρα της γιορτής και μέχρι να ειδοποιήσει τον Βασιλιά. Ήταν σίγουρος ότι ο οιωνός είχε εμφανιστεί σ’ αυτόν για να τον προειδοποιήσει. Η μοίρα του βασιλείου ήταν τώρα στους ώμους του.
Ο Θορ πήγε δίπλα στον Ρις και στον Ο’Κόνορ καθώς κατευθύνονταν προς το γήπεδο. Μπήκε στη γραμμή αλλά φαινόταν εξαντλημένος.
«Πού ήσουν χτες βράδυ;» ρώτησε ο Ρις.
Μακάρι να μπορούσε να του απαντήσει, αλλά ο Θορ δεν ήξερε και ο ίδιος που ακριβώς είχε πάει. Τι να έλεγε; Ότι είχε αποκοιμηθεί στο ύπαιθρο στο βουνό του Άργκον; Δεν έβγαζε νόημα, ούτε και για τον ίδιο.
«Δεν ξέρω», απάντησε, μην ξέροντας πόσα έπρεπε να τους πει απ’ όσα είχαν συμβεί.
«Τι εννοείς δεν ξέρεις;» ρώτησε ο Ο’Κόνορ.
«Χάθηκα», είπε ο Θορ.
«Χάθηκες;»
«Λοιπόν, είσαι τυχερός που γύρισες τώρα», είπε ο Ρις.
«Αν είχες αργήσει για τις ασκήσεις της ημέρας, δεν θα σε είχαν αφήσει να ξανάρθεις στη Λεγεώνα», πρόσθεσε ο Έλντεν πλησιάζοντάς τον και χτυπώντας τον φιλικά στον ώμο. «Χάρηκα που σε είδα. Μας έλειψες χθες».
Ο Θορ ήταν ακόμα έκπληκτος από το πόσο διαφορετικά του συμπεριφέρονταν ο Έλτνεν από τότε που είχαν βρεθεί σ’ εκείνη τη μακρινή πλευρά του Φαραγγιού.
«Πώς πήγαν τα πράγματα με την αδελφή μου;» τον ρώτησε ο Ρις με ανυπομονησία.
Ο Θορ κοκκίνισε και δεν ήξερε τι να απαντήσει.
«Την είδες;» επέμεινε ο Ρις.
«Ναι, την είδα…», ο Θορ άρχισε να λέει, «…περάσαμε πολύ όμορφα. Αν και χρειάστηκε να φύγουμε απότομα».
«Λοιπόν…», συνέχισε ο Ρις, καθώς όλοι συγκεντρώνονταν στην σειρά μπροστά στον Κολκ και στους άντρες του Βασιλιά, «…θα την ξαναδείς απόψε. Βάλε τα καλύτερά σου. Είναι η γιορτή του Βασιλιά».
Ο Θορ ένιωσε ένα κενό στο στομάχι του. Σκέφτηκε το όνειρό του και ήταν σαν να έβλεπε την μοίρα να χορεύει μπροστά στα μάτια του – ένιωθε ανίσχυρος, καταδικασμένος να μην μπορεί να κάνει τίποτα εκτός από το να παρακολουθεί τα πράγματα να εξελίσσονται.
«ΣΙΩΠΗ!» φώναξε ο Κολκ, καθώς άρχισε να βηματίζει μπροστά στα αγόρια.
Ο Θορ τέντωσε το σώμα του, όπως και οι άλλοι, και όλοι σώπασαν με μιας.
Ο Κολκ περπατούσε πάνω κάτω επιθεωρώντας τις γραμμές και παρατηρώντας τον καθένα τους ξεχωριστά.
«Περάσατε ωραία χθες. Τώρα πίσω στην εκπαίδευση. Σήμερα θα μάθετε την αρχαία τέχνη της εκσκαφής τάφρων».
Ένα ομαδικό μουγκρητό ακούστηκε απ’ όλα τα αγόρια.
«ΣΙΩΠΗ!» φώναξε δυνατά.
Τα αγόρια σώπασαν.
«Το σκάψιμο τάφρων είναι σκληρή δουλειά», συνέχισε ο Κολκ. «Αλλά είναι σημαντική δουλειά. Κάποια μέρα μπορεί να βρεθείτε εκεί έξω στις ερημιές να πολεμάτε για την προστασία του βασιλείου, χωρίς να έχετε κανέναν να σας βοηθήσει. Και μέσα στην άγρια νύχτα, μπορεί να κάνει παγωνιά, τόσο έντονη, που δεν θα αισθάνεστε τα δάκτυλα των ποδιών σας. Τότε θα πρέπει να κάνετε κάτι για να ζεσταθείτε. Ή μπορεί να βρεθείτε στη μάχη, όπου θα πρέπει να βρείτε τρόπο να καλυφθείτε για να σωθείτε από τα βέλη των εχθρών. Υπάρχουν ένα εκατομμύριο λόγοι που μπορεί να χρειαστείτε μια τάφρο. Η τάφρος μπορεί να γίνει ο καλύτερος φίλος σας.
«Σήμερα…», συνέχισε, ξεροβήχοντας, «…θα περάσετε όλη σας τη μέρα σκάβοντας, ώσπου τα χέρια σαν να γίνουν κόκκινα με κάλους, να μην νιώθετε την πλάτη σας από το σκύψιμο, και να μην αντέχετε άλλο. Μετά, όταν θα χρειαστεί να το ξανακάνετε στην μάχη, δεν θα σας φανεί τόσο δύσκολο.
«ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΕ!» φώναξε ο Κολκ.
Ακούστηκε άλλο ένα μουγκρητό απογοήτευσης και μετά τα αγόρια σχημάτισαν γραμμές ανά δύο και άρχισαν να διασχίζουν το γήπεδο ακολουθώντας τον Κολκ.
«Τέλεια», είπε ο Έλντεν. «Σκάψιμο τάφρων. Ακριβώς όπως ήθελα να περάσω τη μέρα μου».
«Θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα», είπε ο Ο’Κόνορ. «Θα μπορούσε να βρέχει».
Όλοι κοίταξαν ψηλά στον ουρανό και ο Θορ εντόπισε μερικά απειλητικά σύννεφα από πάνω τους.
«Μπορεί και να βρέξει», είπε ο Ρις. «Μην το γρουσουζεύεις».
«ΘΟΡ!» ακούστηκε μια φωνή.
Ο Θορ γύρισε και είδε τον Κολκ να τον αγριοκοιτάζει από τα πλάγια. Τον πλησίασε αμέσως τρέχοντας ενώ αναρωτιόταν τι λάθος είχε κάνει.
«Μάλιστα, κύριε».
«Ο ιππότης σου σε έχει καλέσει», είπε κοφτά. «Πρέπει να πας στον Έρεκ στην περιοχή του κάστρου. Είσαι τυχερός. Δεν έχεις εκπαίδευση σήμερα. Θα πρέπει να βρίσκεσαι στην υπηρεσία του ιππότη σου, όπως όλοι οι καλοί ακόλουθοι. Αλλά μην νομίσεις ότι θα γλιτώσεις το σκάψιμο της τάφρου. Όταν επιστρέψεις αύριο, θα σκάψεις τάφρους μόνος σου. Τώρα φύγε!» φώναξε.
Ο Θορ γύρισε και είδε τα γεμάτα ζήλια βλέμματα των άλλων καθώς έφευγε από τον χώρο εκπαίδευσης και άρχισε να κατευθύνεται προς το κάστρο. Τι τον ήθελε ο Έρεκ; Μήπως είχε κάποια σχέση με τον Βασιλιά;
*
Ο Θορ μπήκε τρέχοντας στην Αυλή του Βασιλιά και έστριψε σ’ ένα μονοπάτι που δεν είχε ξαναπάει ποτέ – προς τους στρατώνες του Αργυρού Τάγματος. Οι στρατώνες τους ήταν πολύ μεγαλύτεροι από της Λεγεώνας, τα κτίριά τους ήταν διπλάσια σε μέγεθος, με χάλκινα διακοσμητικά και με μονοπάτια στρωμένα με καινούργιες πέτρες. Για να φτάσει εκεί, ο Θορ έπρεπε να περάσει μέσα από μια μεγάλη αψιδωτή πύλη που την φρουρούσαν δώδεκα άντρες του Βασιλιά. Μετά την πύλη, το μονοπάτι γινόταν πιο πλατύ και πέρναγε μέσα από ένα τεράστιο ανοιχτό χώρο που κατέληγε σε ένα σύμπλεγμα με πέτρινα κτίρια τα οποία είχαν γύρω τους ένα ψηλό φράχτη και τα φρουρούσαν άλλοι δώδεκα ιππότες. Ήταν ένα επιβλητικό θέαμα, ακόμα κι’ από μακριά.
Ο Θορ κατέβηκε γρήγορα το μονοπάτι, σε πλήρη θέα μέσα στον ανοιχτό χώρο. Οι ιππότες ήταν ήδη προετοιμασμένοι για τον ερχομό του, αν και βρίσκονταν ακόμα αρκετά μακριά. Καθώς ο Θορ πλησίασε, εκείνοι κράτησαν τις λόγχες τους σταυρωτά, και κοιτάζοντας ευθεία μπροστά του έκλεισαν το δρόμο.
«Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;» ρώτησε ένας από αυτούς.
«Έχω έρθει για υπηρεσία», απάντησε ο Θορ. «Είμαι ο ακόλουθος του Έρεκ».
Οι ιππότες αντάλλαξαν ένα βλέμμα καχυποψίας, αλλά ένας άλλος ιππότης βγήκε μπροστά και κούνησε το κεφάλι του. Οι άλλοι ιππότες έκαναν πίσω, κατέβασαν τα σταυρωτά τους ξίφη και αργά αργά έσπρωξαν την πύλη με τα μεταλλικά καρφιά που άνοιξε τρίζοντας. Η πύλη ήταν τεράστια, τουλάχιστον εξήντα εκατοστά σε πάχος, και ο Θορ σκέφτηκε ότι αυτό το μέρος ήταν πολύ πιο οχυρωμένο ακόμα κι’ από το κάστρο του Βασιλιά.
«Το δεύτερο κτίριο στα δεξιά», φώναξε ένας ιππότης. «Θα τον βρεις στους στάβλους».
Ο Θορ έστριψε βιαστικά στο μονοπάτι μέσα από το προαύλιο και πέρασε μέσα από ένα σύμπλεγμα πέτρινων κτιρίων προσπαθώντας να ακολουθήσει τις οδηγίες. Εδώ όλα ήταν γυαλισμένα, άψογα καθαρά και τέλεια συντηρημένα. Όλο το μέρος έβγαζε μια αύρα δύναμης.
Ο Θορ βρήκε το κτίριο και εξεπλάγη από το θέαμα μπροστά του: δεκάδες από τα μεγαλύτερα και πιο όμορφα άλογα που είχε δει ποτέ του βρίσκονταν εκεί δεμένα σε τέλειες σειρές έξω από το κτίριο, ενώ τα περισσότερα από αυτά φορούσαν πανοπλία. Τα άλογα έλαμπαν. Εδώ όλα ήταν πιο μεγάλα και πιο όμορφα.
Πραγματικοί ιππότες σιγότρεχαν πάνω στ’ άλογά τους προς κάθε κατεύθυνση, κουβαλώντας διάφορα όπλα και διασχίζοντας το προαύλιο για να μπουν ή να βγουν από τις πολλές πύλες. Ήταν ένα πολύβουο μέρος, και εδώ ο Θορ είχε την αίσθηση της μάχης. Αυτό το μέρος δεν ήταν για εκπαίδευση – ήταν για πόλεμο. Για ζωή και θάνατο.
Ο Θορ πέρασε μέσα από ένα μικρό, αψιδωτό πέρασμα, κατέβηκε σε έναν σκοτεινό πέτρινο διάδρομο και βιαστικά πήγαινε από τον ένα στάβλο στον άλλο ψάχνοντας για τον Έρεκ. Έφτασε στην άκρη του διαδρόμου, αλλά ο Έρεκ δεν φαινόταν πουθενά.
«Ψάχνεις τον Έρεκ, έτσι;» τον ρώτησε ένας φρουρός.
Ο Θορ γύρισε και του έγνεψε καταφατικά.
«Μάλιστα, κύριε. Είμαι ο ακόλουθός του».
«Άργησες. Είναι ήδη έξω και ετοιμάζει το άλογό του. Κάνε γρήγορα, λοιπόν».
Ο Θορ πέρασε βολίδα τον διάδρομο και περνώντας από τους στάβλους, βγήκε στον ανοιχτό χώρο απ’ έξω. Ο Έρεκ ήταν εκεί. Στεκόταν μπροστά σε ένα γιγαντιαίο, θαρραλέο αρσενικό άλογο με γυαλιστερό μαύρο τρίχωμα και άσπρη μύτη. Το άλογο ρουθούνισε μόλις έφτασε ο Θορ και ο Έρεκ γύρισε.
«Συγγνώμη, ιππότη μου», είπε ο Θορ, λαχανιασμένος. «Ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Δεν ήθελα να αργήσω».
«Έφτασες ακριβώς στην ώρα», είπε ο Έρεκ με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο. «Θορ, να σου γνωρίσω τον Λανίν», πρόσθεσε, δείχνοντας το άλογο.
Ο Λανίν ρουθούνισε και αναπήδησε ελαφρά σαν να ήθελε να ανταποδώσει τον χαιρετισμό. Ο Θορ πλησίασε, άπλωσε το χέρι του και του χάιδεψε τη μύτη. Το άλογο χλιμίντρισε ελαφρά με ευχαρίστηση.
«Ο Λανίν είναι το άλογό μου για ταξίδια. Ένας υψηλόβαθμος ιππότης έχει πολλά άλογα, όπως θα μάθεις. Έχει ένα για τις κονταρομαχίες, ένα για τις μάχες, και ένα για τις μακρινές, μοναχικές πορείες. Αυτό είναι το άλογο με το οποίο αποκτάς πιο στενή φιλία. Φαίνεται ότι σε συμπαθεί. Αυτό είναι καλό».
Ο Λανίν έγειρε μπροστά και κόλλησε τη μουσούδα του στην παλάμη του Θορ. Ο Θορ συγκινήθηκε από την μεγαλοπρέπεια αυτού του πλάσματος. Μπορούσε να διακρίνει την εξυπνάδα στη ματιά του. Ήταν μυστήριο, αλλά ένιωσε ότι το άλογο καταλάβαινε τα πάντα.
Όμως, ο Έρεκ είχε πει κάτι που μπέρδεψε τον Θορ.
«Είπατε ταξίδι, ιππότη μου;» τον ρώτησε έκπληκτος.
Ο Έρεκ σταμάτησε να σφίγγει τα χαλινάρια, γύρισε και τον κοίταξε.
«Σήμερα είναι τα γενέθλιά μου. Σήμερα γίνομαι είκοσι πέντε χρονών και αυτή είναι μια πολύ σημαντική ημέρα. Έχεις ακούσει για την Ημέρα Επιλογής;»
Ο Θορ έγνεψε αρνητικά. «Πολύ λίγο, ιππότη μου. Μόνο όσα έχω ακούσει από άλλους».
Εμείς, οι ιππότες του Δαχτυλιδιού πρέπει να έχουμε συνέχεια – η μια γενιά μετά την άλλη», άρχισε να λέει ο Έρεκ. «Έχουμε όριο ως τα είκοσι πέντε μας για να βρούμε σύζυγο. Αν ως τότε καμία κοπέλα δεν μας έχει διαλέξει, τότε ο νόμος προστάζει να βρούμε εμείς μια. Έτσι μας δίνουν ένα χρόνο προθεσμία για να την βρούμε και να την φέρουμε εδώ. Αν γυρίσουμε χωρίς να την έχουμε βρει, τότε χάνουμε το δικαίωμα της επιλογής και ο Βασιλιάς επιλέγει μια κοπέλα για εμάς».
«Έτσι, σήμερα πρέπει να φύγω για το ταξίδι της αναζήτησης».
Ο Θορ τον κοίταγε άφωνος.
«Ιππότη μου, φεύγετε; Για ένα χρόνο;»
Με αυτή τη σκέψη, το στομάχι του Θορ σφίχτηκε. Ένιωσε ότι ο κόσμος γύρω του κατέρρεε. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πόσο πολύ αγαπούσε τον Έρεκ. Κατά κάποιον τρόπο, ο Έρεκ είχε γίνει σαν πατέρας γι’ αυτόν – πολύ περισσότερο κι’ από τον αληθινό του πατέρα.
«Όμως, τότε, σε ποιον θα είμαι εγώ ακόλουθος;» ρώτησε ο Θορ. «Και εσείς, πού θα πάτε;»
Ο Θορ έφερε στο μυαλό του πόσο πολύ τον είχε υπερασπιστεί ο Έρεκ και πως του είχε σώσει τη ζωή. Η καρδιά του ράγισε με την σκέψη ότι το Έρεκ θα έφευγε.
Ο Έρεκ γέλασε με ένα ξέγνοιαστο χαμόγελο.
«Ποια ερώτησή σου ν’ απαντήσω πρώτα;» είπε. «Μην ανησυχείς. Έχεις ήδη ανατεθεί σε έναν καινούργιο ιππότη. Από τώρα και ώσπου να γυρίσω, θα είσαι ακόλουθος σ’ αυτόν. Στον Κέντρικ, τον μεγαλύτερο γιο του Βασιλιά».
Η καρδιά του Θορ αναθάρρησε ακούγοντας τα λόγια του Έρεκ. Ένιωθε τον ίδιο ισχυρό δεσμό με τον Κέντρικ, ο οποίος ήταν ο πρώτος που του εξασφάλισε μια θέση στη Λεγεώνα.
«Όσο για το ταξίδι μου…», ο Έρεκ συνέχισε, «…δεν ξέρω ακόμα. Ξέρω πως θα πάω νότια, προς το βασίλειο απ’ όπου κατάγομαι και θα ψάξω για την γυναίκα μου εκεί. Αν δεν βρω κάποια μέσα στο Δακτυλίδι, τότε μπορεί να περάσω τον ωκεανό για να πάω στο δικό μου βασίλειο και να ψάξω εκεί».
«Το δικό σας βασίλειο, ιππότη μου;» ρώτησε ο Θορ.
Ο Θορ κατάλαβε ότι δεν ήξερε πολλά πράγματα για τον Έρεκ και για την καταγωγή του. Πάντα υπέθετε ότι ο Έρεκ καταγόταν από την περιοχή του Δακτυλιδιού.
Ο Έρεκ χαμογέλασε. «Ναι, μακριά από εδώ, στην άλλη πλευρά του ωκεανού. Αλλά αυτή είναι μια ιστορία για κάποια άλλη φορά. Θα είναι μακρινό ταξίδι και θα πάρει πολύ χρόνο. Πρέπει να ετοιμαστώ. Έτσι, βοήθησέ με. Δεν έχουμε πολύ χρόνο. Βάλε τα χαλινάρια στο άλογό μου και βάλε και όλων των ειδών τα όπλα».
Ο Θορ ένιωθε ζαλισμένος καθώς άρχισε να εκτελεί τις εντολές. Έτρεξε στο χώρο με τις πανοπλίες των αλόγων και βρήκε την μαύρη και ασημένια πανοπλία που ανήκε στον Λανίν. Έμπαινε και έβγαινε με ένα κομμάτι κάθε φορά. Πρώτα έβαλε το μεταλλικό κάλυμμα στην πλάτη του αλόγου και το έστρωσε ομοιόμορφα στο τεράστιο σώμα του. Μετά έβαλε το λεπτό, μεταλλικό κάλυμμα στο κεφάλι του αλόγου.
Ο Λανίν χλιμίντριζε την ώρα που ο Θορ του έβαζε την πανοπλία, αλλά φαινόταν ότι του άρεσε. Ήταν ένα αριστοκρατικό άλογο, ένας πολεμιστής, και ο Θορ μπορούσε να αντιληφθεί ότι φαινόταν τόσο άνετο με την πανοπλία όσο και ένας πραγματικός ιππότης.
Ο Θορ έτρεξε πίσω, έφερε τα χρυσά σπιρούνια του Έρεκ και τον βοήθησε να βάλει ένα σε κάθε του πόδι καθώς εκείνος ανέβηκε στο άλογο.
«Ποια όπλα θα χρειαστείτε, ιππότη μου;» τον ρώτησε ο Θορ.
Ο Έρεκ κοίταξε κάτω. Φαινόταν τεράστιος πάνω στο άλογο.
«Είναι δύσκολο να πω τι μάχες θα δώσω μέσα σ’ ένα χρόνο. Αλλά σίγουρα θα πρέπει να κυνηγήσω και να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Επομένως, θα χρειαστώ ένα μακρύ σπαθί. Θα πρέπει επίσης να πάρω το κοντό σπαθί μου, ένα τόξο, μια φαρέτρα με βέλη, ένα κοντό δόρυ, ένα ρόπαλο με καρφιά, ένα μικρό ξίφος και την ασπίδα μου. Υποθέτω ότι αυτά είναι αρκετά».
«Μάλιστα, ιππότη μου», είπε ο Θορ και έτρεξε να τα φέρει. Πήγε στο ράφι με τα όπλα του Έρεκ, δίπλα στον στάβλο του Λανίν, όπου υπήρχαν δεκάδες όπλα. Μπροστά του είχε ένα εντυπωσιακό οπλοστάσιο για να διαλέξει.
Προσεκτικά έβγαλε όλα τα όπλα που του είχε υποδείξει ο Έρεκ και άρχισε να τα πηγαίνει έξω ένα ένα. Τα έδινε στον Έρεκ ή τα στερέωνε στην εξάρτυση του αλόγου.
Καθώς ο Έρεκ κάθονταν εκεί σφίγγοντας τα δερμάτινα γάντια του και προετοιμάζονταν να ξεκινήσει για το ταξίδι του, ο Θορ αισθάνονταν ότι δεν θα άντεχε να τον βλέπει να φεύγει.
«Ιππότη μου, αισθάνομαι ότι είναι καθήκον μου να σας συνοδέψω σ’ αυτό το ταξίδι σας», είπε ο Θορ. «Στο κάτω κάτω είμαι ο ακόλουθός σας».
Ο Έρεκ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
«Αυτό είναι ένα ταξίδι που πρέπει να κάνω μόνος».
«Τότε, μήπως μπορώ να σας συνοδέψω ως το πρώτο πέρασμα;» επέμεινε ο Θορ. «Αν πηγαίνετε νότια, αυτοί είναι δρόμοι που τους ξέρω καλά, αφού είμαι από το νότο».
Ο Έρεκ τον κοίταξε καθώς σκεφτόταν τα λόγια του.
«Αν θέλεις να με συνοδέψεις ως το πρώτο πέρασμα, δεν πειράζει. Αλλά θα είναι μια δύσκολη διαδρομή που θα κρατήσει όλη μέρα, γι’ αυτό πρέπει να ξεκινήσουμε τώρα. Πάρε το άλογο που έχω για τον ακόλουθό μου στο πίσω μέρος του στάβλου. Είναι το καφέ με την κόκκινη χαίτη».
Ο Θορ έτρεξε πίσω στο στάβλο και βρήκε το άλογο. Καθώς ανέβηκε πάνω, ο Κρον έβγαλε το κεφαλάκι του από το πουκάμισό του, τον κοίταξε και κλαψούρισε.
«Όλα εντάξει, Κρον», τον καθησύχασε.
Ο Θορ έγειρε μπροστά, κέντρισε το άλογο και βγήκε έξω από τον στάβλο. Ο Έρεκ είχε ήδη ξεκινήσει με τον Λανίν που τώρα κάλπαζε γρήγορα. Ο Θορ ακολουθούσε τον Έρεκ όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Βγήκαν και οι δύο από την Αυλή του Βασιλιά και καθώς έφτασαν στην πύλη, οι φρουροί την άνοιξαν και έκαναν στην άκρη για να περάσουν. Αρκετά μέλη του Αργυρού Τάγματος ήταν εκεί παραταγμένοι, παρακολουθούσαν, περίμεναν, και μόλις πέρασε ο Έρεκ, σήκωσαν τις γροθιές τους για να τον αποχαιρετήσουν.
Ο Θορ ήταν περήφανος που πήγαινε δίπλα του, που ήταν ο ακόλουθός του, και που τον συνόδευε, ακόμα και ως το πρώτο πέρασμα.
Υπήρχαν τόσα πολλά που ο Θορ θα ήθελε να πει στον Έρεκ, τόσες ερωτήσεις να του κάνει – και τόσα πολλά πράγματα για τα οποία ήθελε να τον ευχαριστήσει. Αλλά δεν είχαν καιρό, καθώς και οι δύο κάλπαζαν προς το νότο και περνούσαν μέσα από τις πεδιάδες. Όμως καθώς τα άλογά τους έτρεχαν στον Βασιλικό δρόμο, το τοπίο συνεχώς άλλαζε μέσα στον ήλιο του μεσημεριού. Μόλις πέρασαν από ένα λόφο, ο Θορ μπόρεσε να δει σε ένα χωράφι, στο βάθος, όλα τα μέλη της Λεγεώνας να είναι σκυμμένοι και να σκάβουν. Ο Θορ χάρηκε που δεν ήταν ανάμεσά τους. Έτσι όπως ο Θορ τους κοίταζε, είδε έναν από αυτούς να σταματάει και να υψώνει τη γροθιά του προς το μέρος τους. Ήταν δύσκολο να τον ξεχωρίσει μέσα στον ήλιο, αλλά είχε την αίσθηση ότι ήταν ο Ρις που τους χαιρετούσε. Ο Θορ ύψωσε κι’ εκείνος τη γροθιά του καθώς συνέχισε την πορεία του.
Οι πλακόστρωτοι δρόμοι σύντομα έδωσαν τη θέση τους σε παραμελημένους επαρχιακούς δρόμους – πιο στενούς, κακοτράχαλους και τελικά, τίποτα περισσότερο από πολυπερπατημένα μονοπάτια που διέσχιζαν την ύπαιθρο. Ο Θορ ήξερε ότι ήταν επικίνδυνο για τους απλούς πολίτες να πηγαίνουν σ’ αυτούς τους δρόμους μόνοι τους – ιδιαίτερα τη νύχτα, με τόσους κλέφτες που παραμόνευαν τριγύρω. Όμως, ο Θορ δεν ανησυχούσε για τον εαυτό του, ειδικά με τον Έρεκ στο πλάι του. Στην πραγματικότητα, αν τυχόν κάποιος ληστής τους έκανε επίθεση, ο Θορ φοβόταν περισσότερο για τη ζωή του ληστή. Φυσικά, θα ήταν τρελό, για οποιονδήποτε ληστή να προσπαθήσει να σταματήσει ένα μέλος του Αργυρού Τάγματος.
Έτρεχαν όλη μέρα, χωρίς να σταματήσουν σχεδόν πουθενά, ώσπου ο Θορ εξαντλήθηκε και δεν μπορούσε πια να αναπνεύσει. Είχε μείνει έκπληκτος από την αντοχή του Έρεκ – όμως δεν τολμούσε να πει στον Έρεκ ότι είχε κουραστεί. Δεν ήθελε να φανεί αδύναμος.
Έφτασαν σ’ ένα μεγάλο σταυροδρόμι και ο Θορ το αναγνώρισε. Ήξερε πως αν πήγαιναν δεξιά, θα έφταναν στο χωριό του. Για μια στιγμή, ο Θορ ένιωσε συγκίνηση και νοσταλγία, ενώ ένα κομμάτι του εαυτού του ήθελε να πάρει αυτόν τον δρόμο, να δει τον πατέρα του και το χωριό του. Αναρωτιόταν τι να έκανε ο πατέρας του τώρα, ποιος φρόντιζε τα πρόβατά του και πόσο νευριασμένος ήταν μαζί του που δεν είχε ξαναγυρίσει. Όχι ότι νοιάζονταν και πολύ για τον Θορ. Εκείνη τη στιγμή, αισθάνθηκε ότι του έλειπαν όλα αυτά που του ήταν τόσο γνώριμα. Στην πραγματικότητα, όμως, ένιωθε ανακούφιση που είχε ξεφύγει από εκείνο το μικρό χωριό και ένα άλλο μέρος του εαυτού του δεν ήθελε ποτέ να ξαναγυρίσει εκεί.
Συνέχισαν να καλπάζουν όλο και πιο μακριά προς τον νότο, σε περιοχές που ούτε ο Θορ είχε βρεθεί ποτέ. Είχε ακουστά το νότιο πέρασμα, αν και ποτέ δεν είχε κανένα λόγο να πάει ως εκεί. Ήταν μια από τις κεντρικές διασταυρώσεις που οδηγούσαν στις νότιες περιοχές του Δακτυλιδιού. Τώρα απείχαν περίπου μισής ημέρας δρόμο από την Αυλή του Βασιλιά και ήδη ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά στον ουρανό. Ο Θορ, είχε ιδρώσει, ήταν λαχανιασμένος και με τρόμο είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν θα έφτανε εγκαίρως στο κάστρο για την γιορτή του Βασιλιά απόψε. Μήπως είχε κάνει λάθος που συνόδεψε τον Έρεκ τόσο μακριά;
Ανέβηκαν στην κορυφή ενός λόφου, και τελικά ο Θορ το είδε, στο βάθος του ορίζοντα: το αλάνθαστο σημάδι για το πρώτο πέρασμα. Ήταν ένας ψηλός και πολύ λεπτός πύργος ντυμένος με την Βασιλική σημαία και από τις τέσσερις πλευρές του, ενώ τα μέλη του Αργυρού Τάγματος στέκονταν στην κορυφή του πύργου πάνω στα παραπέτα του. Μόλις είδε τον Έρεκ, ο ιππότης που ήταν στην κορυφή του πύργου σάλπισε την τρομπέτα του. Σιγά σιγά, φάνηκε και το φυλάκιο της εισόδου.
Δεν απείχαν παρά μόνο μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά, όταν ο Έρεκ έκοψε ταχύτητα και το άλογό του τώρα απλά περπατούσε. Ο Θορ είχε ένα κόμπο στο στομάχι του καθώς συνειδητοποίησε ότι αυτά ήταν τα τελευταία του λεπτά με τον Έρεκ, ποιος ήξερε για πόσον καιρό. Ποιος ήξερε, στ’ αλήθεια, αν θα ξαναγύριζε. Ένας χρόνος ήταν πολύς καιρός και οτιδήποτε θα μπορούσε να συμβεί σ’ αυτό το διάστημα. Ο Θορ ήταν χαρούμενος που είχε, τουλάχιστον, την ευκαιρία να τον συνοδέψει. Ένιωθε σαν να είχε εκπληρώσει το καθήκον του.
Τώρα οι δυό τους περπατούσαν πλάι πλάι. Τα άλογά τους ανάσαιναν βαριά, αλλά κι’ οι ίδιοι έπαιρναν βαθιές ανάσες καθώς πλησίαζαν σιγά σιγά στον πύργο.
«Μπορεί να μην σε δω για πολλά φεγγάρια», είπε ο Έρεκ. «Όταν επιστρέψω θα έχω και την γυναίκα μου παρέα. Τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν. Όμως, ό,τι κι’ αν συμβεί, να ξέρεις ότι θα είσαι πάντα ο ακόλουθός μου».
Ο Έρεκ πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Τώρα που φεύγω, υπάρχουν μερικά πράγματα που θέλω να θυμάσαι. Ένας ιππότης δεν διαμορφώνεται μόνο από την δύναμή του, αλλά και από την εξυπνάδα του. Το θάρρος μόνο του δεν φτιάχνει έναν ιππότη, αλλά το θάρρος σε συνδυασμό με την τιμή και την σοφία. Πρέπει πάντα να προσπαθείς να τελειοποιείς το πνεύμα σου και το μυαλό σου. Ο ιπποτισμός δεν είναι κάτι παθητικό – είναι ενεργητικό. Πρέπει να δουλέψεις γι’ αυτό και να βελτιώνεις τον εαυτό σου κάθε στιγμή της κάθε ημέρας
Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, θα μάθεις να χειρίζεσαι όλων των ειδών τα όπλα και θα αναπτύξεις όλων των ειδών τις δεξιότητες. Αλλά να θυμάσαι: υπάρχει και μια άλλη διάσταση στο να μάχεσαι. Η διάσταση του μάγου. Ψάξε να βρεις τον Άργκον. Μάθε πως να αναπτύξεις τις κρυφές σου δυνάμεις. Αισθάνομαι πως υπάρχουν σε σένα. Έχεις μεγάλες δυνατότητες. Κι’ αυτό δεν είναι κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπεσαι. Με καταλαβαίνεις;»
«Μάλιστα, ιππότη μου», απάντησε ο Θορ, γεμάτος με ευγνωμοσύνη για την σοφία του και την κατανόησή του.
«Εγώ επέλεξα να σε πάρω υπό την προστασία μου για ένα λόγο. Δεν είσαι σαν τους άλλους. Έχεις σπουδαίο πεπρωμένο. Πιο σπουδαίο ακόμα κι’ από το δικό μου. Αλλά παραμένει ανεκπλήρωτο. Δεν πρέπει να το αγνοείς. Πρέπει να δουλέψεις γι’ αυτό. Για να γίνεις άριστος πολεμιστής, δεν πρέπει να είσαι μόνο ατρόμητος και ικανός. Πρέπει να έχεις και το πνεύμα ενός πολεμιστή και να το έχεις και στην καρδιά και στο μυαλό σου. Πρέπει να είσαι πρόθυμος να θυσιάσεις τη ζωή σου για τους άλλους. Ο πιο σπουδαίος ιππότης δεν αναζητά πλούτη, τιμή, φήμη ή δόξα. Ο πιο σπουδαίος ιππότης προσπαθεί να εκπληρώσει το δυσκολότερο έργο απ’ όλα: να κάνει τον εαυτό του καλύτερο άνθρωπο. Κάθε μέρα πρέπει να προσπαθείς να γίνεσαι καλύτερος. Όχι απλά καλύτερος από τους άλλους – αλλά καλύτερος από τον εαυτό σου. Πρέπει να αναλαμβάνεις το έργο αυτών που είναι λιγότερο καλοί από εσένα και να υπερασπίζεσαι αυτούς που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Όλα αυτά δεν είναι μια αναζήτηση για όσους είναι επιπόλαιοι. Είναι μια αναζήτηση για ήρωες».
Το μυαλό του Θορ έπαιρνε χίλιες στροφές καθώς προσπαθούσε να συγκρατήσει όλα αυτά, και καθώς συλλογίζονταν τα λόγια του Έρεκ με μεγάλη προσοχή. Είχε την αίσθηση ότι θα του έπαιρνε πολύ καιρό να κατανοήσει πλήρως το μήνυμα των λόγων του Έρεκ.
Μόλις έφτασαν στην πύλη του πρώτου περάσματος, αρκετά μέλη του Αργυρού Τάγματος βγήκαν έξω για να προϋπαντήσουν τον Έρεκ. Τον πλησίασαν με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό τους και καθώς εκείνος κατέβηκε από το άλογό του, τον χτύπησαν στην πλάτη σαν παλιόφιλοι.
Ο Θορ πήδηξε κάτω από το άλογό του, πήρε τα γκέμια του Λανίν και τον οδήγησε στον φύλακα της πύλης για να τον ταΐσει και να τον βουρτσίσει. Ο Θορ στάθηκε εκεί καθώς ο Έρεκ γύρισε και τον κοίταξε για μια τελευταία φορά.
Στο τελευταίο τους αντίο, ο Θορ είχε τόσα πολλά που ήθελε να του πει. Ήθελε να τον ευχαριστήσει, αλλά ήθελε να του πει και για όλα τα άλλα. Για τον οιωνό. Το όνειρό του. Τους φόβους του για τον Βασιλιά. Πίστευε ότι ο Έρεκ θα τον καταλάβαινε.
Αλλά δεν μπορούσε να το κάνει. Ο Έρεκ ήταν ήδη περικυκλωμένος από ιππότες και ο Θορ φοβόταν ότι ο Έρεκ – και όλοι οι άλλοι – θα τον περνούσαν για τρελό. Έτσι στάθηκε εκεί με τη γλώσσα του δεμένη καθώς ο Έρεκ τον πλησίασε και του έπιασε τον ώμο για τελευταία φορά.
«Να προστατεύεις τον Βασιλιά μας», του είπε ο Έρεκ με σταθερή φωνή.
Τα λόγια του έκαναν τη ραχοκοκαλιά του Θορ να ανατριχιάσει. Ήταν σαν ο Έρεκ να είχε διαβάσει τη σκέψη του.
Ο Έρεκ γύρισε και μπήκε μέσα στην πύλη μαζί με τους άλλους ιππότες. Μόλις πέρασαν μέσα, ο Θορ έβλεπε τις πλάτες τους να απομακρύνονται και τα μεταλλικά καρφιά της πύλης να κατεβαίνουν σιγά σιγά μπροστά του.
Ο Έρεκ είχε πια φύγει. Ο Θορ αισθάνθηκε ένα κενό στο στομάχι του. Θα έπρεπε να περάσει ένας ολόκληρος χρόνος μέχρι να τον ξανάβλεπε.
Ο Θορ ανέβηκε στο άλογό του, κράτησε γερά τα γκέμια και το κλώτσησε δυνατά για να ξεκινήσει. Ήταν σχεδόν απόγευμα και είχε μπροστά του μισή μέρα δρόμο μέχρι να γυρίσει πίσω για την γιορτή. Ένιωθε τα λόγια του Έρεκ να αντηχούν στο μυαλό του, σαν προσευχή.
Να προστατεύεις τον Βασιλιά μας.
Να προστατεύεις τον Βασιλιά μας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28
Είχε ήδη σκοτεινιάσει όταν ο Θορ πέρασε τρέχοντας καβάλα στο άλογό του την τελευταία πύλη της Αυλής του Βασιλιά. Πήδηξε κάτω, χωρίς να έχει καν σταματήσει το άλογο, και αναπνέοντας με δυσκολία, έδωσε τα χαλινάρια σε έναν υπηρέτη. Όλη μέρα, είχε κάνει μια τεράστια διαδρομή πάνω στο άλογο, ο ήλιος είχε πέσει εδώ και ώρες, και τώρα, κρίνοντας από το φως των δαυλών και την μουσική που ακούγονταν μέσα από το κάστρο, καταλάβαινε ότι η γιορτή του Βασιλιά ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Κατέκρινε τον εαυτό του που είχε λείψει για τόσες ώρες και απλά ευχήθηκε να μην είχε φτάσει πολύ αργά.
Πλησίασε τον πρώτο υπηρέτη που βρέθηκε μπροστά του.
«Όλα καλά μέσα;» τον ρώτησε βιαστικά. Έπρεπε να μάθει αν ο Βασιλιάς ήταν καλά – αν και δεν μπορούσε να ρωτήσει τον υπηρέτη ευθέως αν τον είχαν δηλητηριάσει.
Ο υπηρέτης τον κοίταξε ξαφνιασμένος.
«Και γιατί να μην είναι; Όλα είναι εντάξει, εκτός από εσένα που άργησες. Τα μέλη της Λεγεώνας του Βασιλιά θα πρέπει να είναι πάντα στην ώρα τους. Και τα ρούχα σου είναι βρώμικα. Δεν τιμάς έτσι τους συναδέλφους σου. Πλύνε τα χέρια σου και μπες μέσα».
Ο Θορ πέρασε βιαστικά από την πύλη. Στάζοντας από ιδρώτα, έβαλε τα χέρια του σε μια μικρή πέτρινη γούρνα με νερό και έριξε αρκετό στο πρόσωπό του, ενώ με τα βρεγμένα του χέρια έστρωσε τα σχετικά μακριά μαλλιά του. Ήταν σε συνεχή κίνηση από νωρίς το πρωί και τώρα ήταν γεμάτος σκόνη από τον δρόμο. Η σημερινή μέρα του φαίνονταν σαν να ήταν δέκα ημέρες σε μια. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να ηρεμήσει ώστε να φαίνεται εντάξει καθώς περνούσε βιαστικά μέσα από τους διαδρόμους προς τις τεράστιες πύλες της αίθουσας εκδηλώσεων.
Μόλις πέρασε τις αψιδωτές πόρτες της αίθουσας, όλα ήταν ακριβώς όπως στο όνειρό του. Μπροστά του ήταν δύο τεράστια τραπέζια με φαγητά, τουλάχιστον τριάντα μέτρα το καθένα. Ο Βασιλιάς καθόταν στην κορυφή του δικού του τραπεζιού περικυκλωμένος από τους άντρες του. Ο θόρυβος χτύπησε τον Θορ σαν να ήταν κάτι ζωντανό, ενώ η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη με κόσμο. Δεν ήταν μόνο οι άντρες του Βασιλιά, τα μέλη του Αργυρού Τάγματος και της Λεγεώνας που κάθονταν γύρω από τα εορταστικά τραπέζια, αλλά και εκατοντάδες άλλοι, όπως μπάντες από περιοδεύοντες μουσικούς, ομάδες χορευτών, γελωτοποιών, δεκάδες γυναίκες από τους οίκους ανοχής.... Υπήρχαν επίσης όλων των ειδών υπηρέτες, φρουροί και σκυλιά που έτρεχαν γύρω γύρω. Ήταν ένα τρελοκομείο.
Οι άντρες έπιναν κρασί ή μπύρα από τεράστιες μεταλλικές κούπες, ενώ πολλοί απ’ αυτούς στέκονταν όρθιοι και τραγουδούσαν τραγούδια για το ποτό, κρατώντας ο ένας τον άλλον από τους ώμους και τσουγκρίζοντας τις κούπες τους. Υπήρχε πληθώρα εδεσμάτων πάνω στα τραπέζια, ενώ ελάφια, αγριογούρουνα και άλλα ζώα από το κυνήγι της προηγούμενης μέρας ψήνονταν σε σούβλες μπροστά στο τζάκι. Οι μισοί καλεσμένοι που ήταν στην αίθουσα έτρωγαν λαίμαργα, ενώ οι άλλοι μισοί σχημάτιζαν παρέες που τριγύριζαν στην αίθουσα. Βλέποντας το χάος που επικρατούσε και το πόσο μεθυσμένοι ήταν οι άντρες, ο Θορ συνειδητοποίησε ότι αν είχε έρθει νωρίτερα, στην αρχή της γιορτής, τα πράγματα θα ήταν πιο συγκρατημένα. Τώρα, σ’ αυτή την προχωρημένη ώρα, η γιορτή φαινόταν ότι είχε εξελιχθεί σε μια γιορτή μεθυσμένων.
Η πρώτη αντίδραση του Θορ, εκτός από το ό,τι ήταν καταβεβλημένος, ήταν μεγάλη ευχαρίστηση που έβλεπε ότι ο Βασιλιάς ήταν ζωντανός. Έβγαλε ένα αναστεναγμό ανακούφισης. Ήταν καλά. Για άλλη μια φορά αναρωτήθηκε αν εκείνος ο οιωνός σήμαινε πράγματι κάτι, αν το όνειρό του δεν είχε καμία σημασία, αν ο ίδιος αντιδρούσε με υπερβολικό τρόπο στις φαντασίες του μυαλού του, και αν σε κάποια πράγματα έδινε περισσότερη σημασία απ’ ό,τι έπρεπε. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορούσε να απαλλαγεί από το προαίσθημά του και ένιωθε την έντονη ανάγκη να πλησιάσει τον Βασιλιά και να τον προειδοποιήσει.
Να προστατεύεις τον Βασιλιά μας.
Ο Θορ άνοιξε δρόμο μέσα από το πλήθος για να φτάσει στο βάθος της αίθουσας που βρίσκονταν ο Βασιλιάς. Όμως δεν μπορούσε να προχωρήσει γρήγορα. Οι άντρες ήταν μεθυσμένοι, κάθονταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον και έκαναν πολύ σαματά, ενώ ο ΜακΓκιλ κάθονταν δεκάδες μέτρα μακριά.
Ο Θορ κατάφερε να φτάσει περίπου στα μισά της αίθουσας όταν σταμάτησε. Ξαφνικά είδε την Γκουέντολιν. Κάθονταν σε ένα από τα μικρά τραπέζια, στο πλάι της αίθουσας μαζί με τις κοπέλες της συνοδείας της. Φαινόταν σκυθρωπή, κάτι που δεν ήταν του χαρακτήρα της. Το φαγητό και το ποτό μπροστά της ήταν ανέγγιχτα και κάθονταν εκεί στην άκρη χωριστά από τα άλλα μέλη της βασιλικής οικογένειας. Ο Θορ καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Σπρώχνοντας μέσα από το πλήθος, προσπάθησε να τρέξει προς το μέρος της.
Σήκωσε τα μάτια της και τον είδε να έρχεται, αλλά αντί να χαμογελάει, όπως έκανε πάντα, το πρόσωπό της σκοτείνιασε. Για πρώτη φορά, ο Θορ διέκρινε θυμό στα μάτια της.
Η Γκουέν έσπρωξε την καρέκλα της, σηκώθηκε, γύρισε την πλάτη της και άρχισε να απομακρύνεται.
Ο Θορ ένιωσε σαν να του είχαν βυθίσει ένα μαχαίρι στην καρδιά. Δεν μπορούσε να καταλάβει την αντίδρασή της. Μήπως είχε κάνει κάτι λάθος;
Σηκώθηκε από το τραπέζι και τρέχοντας προς το μέρος της την έπιασε απαλά από το χέρι.
Η αντίδρασή της τον εξέπληξε. Τράβηξε το χέρι της πολύ απότομα και τον αγριοκοίταξε.
«Μην με αγγίζεις!» φώναξε.
Ο Θορ έκανε ένα βήμα πίσω, σοκαρισμένος από την αντίδρασή της. Ήταν η ίδια Γκουέντολιν που γνώρισε;
«Συγγνώμη…», της είπε «…δεν ήθελα να σε πειράξω, ούτε να δείξω ασέβεια. Απλά ήθελα να σου μιλήσω».
«Δεν έχω να πω τίποτα μαζί σου», του είπε και τα μάτια της πέταγαν φωτιές από τον θυμό της.
Του είχε κοπεί η ανάσα. Και δεν μπορούσε να καταλάβει τι λάθος είχε κάνει.
«Πριγκίπισσά μου, σε παρακαλώ, πες μου, τι ήταν αυτό που έκανα και σε πρόσβαλα; Ό,τι κι’ αν είναι σου ζητώ συγγνώμη».
«Αυτό που έκανες δεν διορθώνεται. Και δεν επαρκεί η συγγνώμη. Έχει να κάνει με το ποιος είσαι».
Άρχισε να απομακρύνεται ξανά. Ένα κομμάτι του εαυτού του σκέφτηκε να την αφήσει να φύγει, αλλά ένα άλλο δεν άντεχε να την βλέπει να φεύγει έτσι, όχι μετά από τις στιγμές που είχαν περάσει μαζί. Έπρεπε να μάθει – έπρεπε να μάθει τον λόγο που τον μισούσε τόσο πολύ.
Ο Θορ έτρεξε και μπήκε μπροστά της, εμποδίζοντάς την να φύγει. Δεν μπορούσε να την αφήσει. Όχι έτσι.
«Γκουέντολιν, σε παρακαλώ. Απλά, σε παρακαλώ, δώσε μου μια ευκαιρία, τουλάχιστον να μάθω τι σου έχω κάνει. Σε ικετεύω, πες μου μόνο αυτό».
Τον κοίταξε βράζοντας από θυμό και με τα χέρια της στου γοφούς της.
«Πιστεύω πως ξέρεις. Νομίζω ότι ξέρεις πολύ καλά».
«Δεν ξέρω», της είπε ο Θορ με ειλικρίνεια.
Τον κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια σαν να προσπαθούσε να κρίνει τα λόγια του, και φαινόταν να τον πιστεύει.
«Την νύχτα πριν την συνάντησή μας, μου είπαν ότι επισκέφθηκες τον οίκο ανοχής. Ότι έκανε διάφορα με πολλές γυναίκες. Και τις ευχαρίστησες όλη νύχτα. Μετά, μόλις χάραξε ο ήλιος, ήρθες σε εμένα. Σου λέει κάτι αυτό; Έχω αηδιάσει από την συμπεριφορά σου. Αηδίασα που σε συνάντησα και που με άγγιξες. Ελπίζω να μην δω το πρόσωπό σου ποτέ ξανά. Με κορόιδεψες – και εμένα δεν με κοροϊδεύει κανείς!»
«Πριγκίπισσά μου!» φώναξε ο Θορ προσπαθώντας να την σταματήσει και να της εξηγήσει. «Δεν είναι αλήθεια!»
Εκείνη τη στιγμή μια μπάντα μουσικών μπήκε ανάμεσά τους και εκείνη έφυγε τρέχοντας μέσα στο πλήθος τόσο γρήγορα που δεν μπορούσε να την βρει. Μέσα σε δευτερόλεπτα είχε χαθεί μέσα στο πλήθος.
Ο Θορ ένιωσε να καίγεται μέσα του. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι κάποιος την είχε πλησιάσει και της είχε πει ψέματα γι’ αυτόν, κάνοντάς την να στραφεί εναντίον του. Αναρωτήθηκε ποιος μπορεί να ήταν πίσω απ’ όλα αυτά. Αλλά δεν είχε πια σημασία. Οι πιθανότητες να είναι μαζί της είχαν καταστραφεί. Μέσα του ένιωθε ότι πέθαινε.
Ο Θορ ένιωθε ένα κενό σαν να μην υπήρχε πια σκοπός στη ζωή του. Θυμήθηκε τον Βασιλιά και με βήμα ασταθές προχώρησε στην αίθουσα.
Πριν προλάβει να κάνει δύο βήματα, ξαφνικά ο Άλτον εμφανίστηκε μπροστά του και του έκλεισε το δρόμο. Τον κοίταζε ειρωνικά και είχε ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Φορούσε ένα μεταξωτό κολλητό παντελόνι, βελούδινο σακάκι και ένα καπέλο με φτερά. Κοίταξε τον Θορ υποτιμητικά, τεντώνοντας τη μύτη και το πηγούνι του και με ένα ύφος απόλυτης αλαζονείας και έπαρσης.
«Λοιπόν, λοιπόν», είπε. «Για κοίτα ποιος είναι εδώ! Δεν έχεις βρει ακόμα την μέλλουσα γυναίκα σου εδώ; Φυσικά και δεν την έχεις βρει. Νομίζω πως η φήμη για τα κατορθώματά σου στον οίκο ανοχής έχουν μαθευτεί παντού». Χαμογέλασε και έσκυψε προς το μέρος του αφήνοντας να φανούν τα μικρά, κίτρινα δόντια του. «Στην πραγματικότητα, είμαι σίγουρος ότι έχουν μαθευτεί».
«Ξέρεις τι λένε; Αν υπάρχει ένα ψήγμα αλήθειας, αυτό βοηθάει στη δημιουργία μιας φήμης. Εγώ βρήκα αυτό το ψήγμα. Και τώρα η καλή σου φήμη έχει πια καταστραφεί».
Ο Θορ, που έβραζε από οργή, δεν μπορούσε να το ανεχτεί άλλο. Έκανε ένα βήμα μπροστά και έριξε μια δυνατή γροθιά στο στομάχι του Άλτον, κάνοντάς τον να διπλωθεί στα δύο.
Σε δευτερόλεπτα, ένιωσε πολλά σώματα να πέφτουν επάνω του. Μέλη της Λεγεώνας και στρατιώτες, όλοι μπήκαν ανάμεσά τους για να τους χωρίσουν.
«Έχεις ξεπεράσει τα όρια!» του φώναξε ο Άλτον δείχνοντάς τον μέσα από τους άλλους που είχαν πέσει πάνω του. «Κανένας δεν ακουμπάει ένα μέλος της Βασιλικής οικογένειας! Θα κρέμεσαι στην ποδοκάκη για την υπόλοιπη ζωή σου! Θα βάλω να σε συλλάβουν! Να είσαι σίγουρος γι’ αυτό! Με το πρώτο φως της ημέρας θα τους στείλω να σε πιάσουν!» φώναξε ο Άλτον και γυρίζοντας την πλάτη του απομακρύνθηκε σαν σίφουνας.
Ο Θορ δεν νοιαζόταν καθόλου ούτε για τον Άλτον ούτε για τους φρουρούς του. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν ο Βασιλιάς. Προσπέρασε τα μέλη της Λεγεώνας και στράφηκε προς τον ΜακΓκιλ. Έσπρωχνε όποιον έβρισκε μπροστά του και κατευθύνθηκε βιαστικά προς το τραπέζι του Βασιλιά. Η καρδιά του ήταν γεμάτη με συναισθήματα και δεν μπορούσε να πιστέψει την τροπή που είχαν πάρει τα γεγονότα.
Βρίσκονταν σ’ αυτή την κατάσταση τώρα που η φήμη του μεγάλωνε, εξ’ αιτίας ενός κακού φιδιού, την ίδια στιγμή που του είχαν κλέψει ύπουλα την αγαπημένη του. Και αύριο, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει την απειλή της φυλάκισης. Και με την Βασίλισσα να έχει στραφεί εναντίον του, η φυλάκισή του ήταν πολύ πιθανή.
Όμως ο Θορ δεν νοιαζόταν για τίποτα απ’ όλα αυτά τώρα. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να προστατέψει τον Βασιλιά
Έσπρωξε ακόμα πιο δυνατά καθώς προσπαθούσε να ανοίξει δρόμο μέσα από το πλήθος. Έπεσε πάνω σε έναν γελωτοποιό, διακόπτοντας την παράστασή του, και τελικά, έσπρωξε τρεις υπηρέτες πριν καταφέρει να φτάσει στο τραπέζι του Βασιλιά.
Ο ΜακΓκιλ καθόταν στο κέντρο του τραπεζιού, με έναν τεράστιο ασκό κρασί στο ένα του χέρι. Τα μάγουλά του ήταν κατακόκκινα, γελούσε και διασκέδαζε, ενώ γύρω του βρίσκονταν όλοι οι κορυφαίοι στρατηγοί του. Ο Θορ στάθηκε μπροστά τους, ακριβώς μπροστά στον πάγκο τους, ώσπου τελικά, ο Βασιλιάς τον πρόσεξε.
«Βασιλιά μου», ο Θορ είπε δυνατά, διακρίνοντας την απελπισία στην ίδια του τη φωνή. «Πρέπει να σας μιλήσω! Σας παρακαλώ!»
Ένας φρουρός ήρθε να απομακρύνει τον Θορ, αλλά ο Βασιλιάς σήκωσε την παλάμη του.
«Θόργκριν!» ο ΜακΓκιλ φώναξε με την βαθιά, βασιλική φωνή του και μεθυσμένος από το κρασί. «Αγόρι μου. Γιατί έχεις έρθει στο τραπέζι μας; Το τραπέζι της Λεγεώνας είναι εκεί πέρα».
Ο Θορ έκανε μια βαθιά υπόκλιση.
«Βασιλιά μου, συγγνώμη. Αλλά πρέπει να σας μιλήσω».
Ένας μουσικός έπαιζε ένα κύμβαλο σχεδόν μέσα στο αυτί του Θορ, αλλά ο ΜακΓκιλ του έκανε νόημα να σταματήσει.
Η μουσική έπαψε και όλοι οι στρατηγοί γύρισαν και κοίταξαν τον Θορ που μπορούσε να αισθανθεί όλη την προσοχή στραμμένη επάνω του.
«Λοιπόν, νεαρέ Θόργκριν, τώρα έχεις το βήμα. Μπορείς να μιλήσεις. Τι είναι αυτό που δεν μπορεί να περιμένει ως αύριο;» ρώτησε ο ΜακΓκιλ.
«Βασιλιά μου», άρχισε ο Θορ, αλλά σταμάτησε αμέσως. Τι ακριβώς να έλεγε; Ότι είχε δει ένα όνειρο; Ότι είχε δει έναν κακό οιωνό; Ότι προαισθάνονταν πως θα τον δηλητηρίαζαν; Μήπως όλα αυτά ακούγονταν εντελώς παράλογα;
Όμως δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να συνεχίσει.
«Βασιλιά μου, είδα ένα όνειρο», άρχισε. «Είδα εσάς. Σ’ αυτή εδώ την αίθουσα των εορταστικών εκδηλώσεων. Το όνειρο ήταν…ότι δεν πρέπει να πιείτε».
Ο Βασιλιάς έσκυψε λίγο προς το μέρος του και τον κοίταζε με ορθάνοιχτα μάτια.
«Δεν πρέπει να πιω;» επανέλαβε, αργά και δυνατά.
«Στη συνέχεια, μετά από μια στιγμή έκπληξης και σιωπής, ο ΜακΓκιλ έγειρε προς τα πίσω και άρχισε να γελάει δυνατά, κουνώντας ολόκληρο το τραπέζι.
«Άκου, δεν πρέπει να πιω!» επανέλαβε ο ΜακΓκιλ. «Τι όνειρο κι’ αυτό! Εγώ θα το έλεγα εφιάλτη!»
Ο Βασιλιάς έγειρε πάλι προς τα πίσω και έσκασε στα γέλια, ενώ όλοι οι άντρες δίπλα του έκαναν το ίδιο. Ο Θορ κοκκίνισε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει πίσω.
Ο ΜακΓκιλ έκανε ένα νεύμα και ένας φρουρός πέρασε μπροστά, άρπαξε τον Θορ και άρχισε να τον απομακρύνει – αλλά ο Θορ τον έσπρωξε άγαρμπα μακριά του. Ήταν αποφασισμένος. Έπρεπε να δώσει το μήνυμα στον Βασιλιά.
Να προστατεύεις τον Βασιλιά μας.
«Βασιλιά μου, απαιτώ να με ακούσετε!» φώναξε ο Θορ. Πέρασε μπροστά και με αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο χτύπησε το τραπέζι με την γροθιά του.
Το τραπέζι σείστηκε και όλοι οι άντρες γύρισαν και κοίταξαν τον Θορ.
Είχαν μείνει όλοι αποσβολωμένοι και το πρόσωπο του Βασιλιά πήρε μια βλοσυρή έκφραση.
«ΕΣΥ απαιτείς;» ούρλιαξε ο ΜακΓκιλ. «Εσύ δεν μπορείς να απαιτείς τίποτα από εμένα, αγόρι μου!» φώναξε πολύ δυνατά καθώς ο θυμός του αυξάνονταν.
Όλοι σώπασαν ακόμα περισσότερο και ο Θορ ένιωσε τα μάγουλά του να γίνονται κατακόκκινα από ντροπή».
«Βασιλιά μου, συγχωρέστε με. Δεν έχω καμία πρόθεση να είμαι ασεβής προς το πρόσωπό σας. Αλλά ανησυχώ για την ασφάλειά σας. Σας παρακαλώ. Μην πιείτε. Ονειρεύτηκα ότι θα σας δηλητηριάσουν! Σας παρακαλώ. Νοιάζομαι πάρα πολύ για εσάς. Αυτός είναι και ο λόγος που σας λέω όλα αυτά».
Σιγά σιγά, το άγριο βλέμμα του ΜακΓκιλ ηρέμησε. Κοίταξε έντονα τον Θορ στα μάτια και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Ναι, μπορώ να δω ότι πράγματι ενδιαφέρεσαι για εμένα. Ακόμα κι’ αν είσαι ένα ανόητο αγόρι. Συγχωρώ την ασέβειά σου. Φύγε τώρα. Και να μην σε ξαναδώ μπροστά μου ως το πρωί».
Έκανε μια χειρονομία στους φρουρούς και εκείνοι τράβηξαν τον Θορ μακριά, με μεγαλύτερη δύναμη αυτή τη φορά. Όσοι κάθονταν στο τραπέζι ξαναβρήκαν σιγά σιγά την χαρούμενη διάθεσή τους και γύρισαν ξανά στο ποτό τους.
Οι φρουροί έσυραν τον Θορ αρκετά μέτρα μακριά, αλλά εκείνος καιγόταν μέσα του από αγανάκτηση. Φοβόταν για όσα είχε κάνει εδώ απόψε και είχε το κακό προαίσθημα ότι την επόμενη μέρα θα πλήρωνε το τίμημα. Ίσως να του ζητούσαν να φύγει από αυτό το μέρος. Για πάντα.
Καθώς οι φρουροί του έδωσαν άλλη μια σπρωξιά, ο Θορ βρέθηκε στο τραπέζι της Λεγεώνας, περίπου έξι μέτρα μακριά από τον Βασιλιά. Ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του και γυρίζοντας είδε τον Ρις να στέκεται εκεί.
«Σε ψάχνω όλη μέρα. Τι σου συνέβη;» ρώτησε ο Ρις. «Φαίνεσαι σαν να έχεις δει φάντασμα!»
Ο Θορ ήταν υπερβολικά καταβεβλημένος για να απαντήσει.
«Έλα, κάτσε μαζί μου – σου έχω κρατήσει θέση», είπε ο Ρις.
Ο Ρις τράβηξε τον Θορ να καθίσει δίπλα του στο τραπέζι που ήταν ξεχωριστό για την οικογένεια του Βασιλιά.
Ο Γκόντφρι κρατούσε ένα ποτό σε κάθε χέρι, ενώ δίπλα του καθόταν ο Γκάρεθ, παρακολουθώντας ότι γινόταν γύρω του με λοξές ματιές. Ο Θορ ήλπιζε, παρόλο που του φαίνονταν απίθανο, ότι μπορεί να ήταν εκεί και η Γκουέντολιν, αλλά δεν ήταν.
«Τι τρέχει, Θορ;» τον ρώτησε ο Ρις, μόλις κάθισε δίπλα του. «Κοιτάς το τραπέζι σαν να πρόκειται να σε δαγκώσει».
Ο Θορ κούνησε το κεφάλι του.
«Ακόμα κι’ αν σου έλεγα, δεν θα με πίστευες. Έτσι, καλύτερα να κρατήσω το στόμα μου κλειστό».
«Πες μου. Εμένα μπορείς να μου πεις οτιδήποτε», τον παρότρυνε ο Ρις με πειθώ.
Ο Θορ τον κοίταξε στα μάτια και συνειδητοποίησε ότι, τελικά, κάποιος μπορούσε να τον πάρει στα σοβαρά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε. Δεν είχε τίποτα να χάσει.
«Προχθές, στο δάσος, με την αδελφή σου, είδαμε ένα φίδι, έναν Λευκόραχο. Η Γκουέν μου είπε ότι είναι ένας οιωνός θανάτου, και εγώ πιστεύω ότι πράγματι είναι. Πήγα στον Άργκον και μου επιβεβαίωσε ότι πράγματι ο θάνατος είναι κοντά. Μετά, είχα ένα όνειρο ότι θα δηλητηριάσουν τον πατέρα σου. Εδώ. Απόψε. Σ’ αυτήν την αίθουσα. Το ξέρω μέσα στα βάθη της ψυχής μου. Θα τον δηλητηριάσουν. Κάποιος προσπαθεί να τον δολοφονήσει», είπε ο Θορ.
Τα είπε όλα τόσο βιαστικά, αλλά ένιωσε καλά που τα είχε βγάλει από μέσα του. Και ένιωθε καλά που κάποιος πράγματι τον άκουγε.
Ο Ρις ήταν ήρεμος καθώς τον κοίταζε μέσα στα μάτια για πολύ ώρα. Τελικά, μίλησε.
«Φαίνεσαι ειλικρινής. Δεν έχω αμφιβολία. Και εκτιμώ που νοιάζεσαι για τον πατέρα μου. Σε πιστεύω. Πράγματι. Αλλά τα όνειρα είναι απατηλά πράγματα. Δεν είναι πάντα αυτό που νομίζουμε».
«Το είπα στον Βασιλιά», του είπε ο Θορ. «Και όλοι γέλασαν μαζί μου. Φυσικά, θα πιει απόψε».
«Θορ, εγώ πράγματι πιστεύω ότι είδες αυτό το όνειρο. Και πιστεύω αυτό που νιώθεις. Αλλά κι’ εγώ βλέπω τρομακτικά όνειρα σ’ όλη μου τη ζωή. Τις προάλλες ονειρεύτηκα ότι με έσπρωχναν έξω από το κάστρο και ξύπνησα με την αίσθηση ότι πράγματι με είχαν σπρώξει. Όμως κανείς δεν με έσπρωξε στην πραγματικότητα. Καταλαβαίνεις; Τα όνειρα είναι παράξενα πράγματα. Και ο Άργκον μιλάει με γρίφους. Δεν πρέπει να τον παίρνεις τόσο πολύ στα σοβαρά. Ο πατέρας μου είναι καλά. Εγώ είμαι καλά. Όλοι είμαστε καλά. Προσπάθησε να ηρεμήσεις, να πιεις κάτι και να χαλαρώσεις. Και να απολαύσεις τη βραδιά».
Λέγοντας αυτά, ο Ρις έγειρε πίσω στην καρέκλα του που ήταν καλυμμένη με γούνα και ήπιε το ποτό του. Μετά έκανε ένα νεύμα σ’ έναν υπηρέτη που έβαλε μια τεράστια μερίδα από κρέας ελαφιού μπροστά στον Θορ μαζί με μια κούπα για το ποτό του.
Αλλά ο Θορ απλά καθόταν εκεί και κοίταζε το φαγητό του. Ένιωσε ότι όλη η ζωή του διαλύονταν γύρω του. Δεν ήξερε τι να κάνει.
Το μόνο πράγμα που σκεφτόταν συνέχεια ήταν το όνειρό του. Το γεγονός ότι κάθονταν εκεί και έβλεπε όλους να πίνουν και να γιορτάζουν γύρω του ήταν σαν ένας ζωντανός εφιάλτης. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να παρακολουθεί όλα τα ποτά και όλες τις κούπες που κατευθύνονταν προς τον Βασιλιά. Παρακολουθούσε κάθε υπηρέτη και κάθε κούπα που του σερβίρονταν. Και κάθε φορά που ο Βασιλιάς σήκωνε την κούπα του για να πιει, ο Θορ έτρεμε από φόβο.
Ο Θορ δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο. Ούτε μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τον Βασιλιά. Ήταν τόση η έντασή του που του φαίνονταν ότι είχαν περάσει ώρες.
Τελικά, ο Θορ εντόπισε έναν συγκεκριμένο υπηρέτη που προσέγγισε τον Βασιλιά με μια κούπα εντελώς διαφορετική από τις άλλες. Ήταν μεγάλη, φτιαγμένη από πολύ ξεχωριστό χρυσάφι και στολισμένη με σειρές ρουμπινιών και ζαφειριών.
Ήταν η ίδια ακριβώς κούπα με εκείνη στο όνειρο του Θορ.
Ο Θορ ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά στο στήθος του καθώς έβλεπε τον υπηρέτη να πλησιάζει τον Βασιλιά. Απείχε μερικά μόλις μέτρα μακριά του και ο Θορ δεν άντεξε άλλο. Κάθε μόριο του σώματός του φώναζε ότι αυτή ήταν η κούπα με το δηλητήριο.
Πετάχτηκε αμέσως από το τραπέζι του, χώθηκε γρήγορα μέσα στο πλήθος σπρώχνοντας απελπισμένα για να περάσει μπροστά.
Την στιγμή που ο Βασιλιάς πήρε την κούπα στα χέρια του, ο Θορ πήδηξε πάνω στο τραπέζι του, άπλωσε το χέρι του και με μια γρήγορη κίνηση του χεριού του, πέταξε την κούπα από τα χέρια του.
Όλοι στην αίθουσα κράτησαν την ανάσα τους με φρίκη καθώς η χρυσή κούπα έπεσε με θόρυβο στο πέτρινο πάτωμα.
Στην αίθουσα έπεσε νεκρική σιγή. Όλοι οι μουσικοί και οι ζογκλέρ σταμάτησαν. Εκατοντάδες άντρες και γυναίκες στην αίθουσα κοίταζαν με γουρλωμένα μάτια.
Ο Βασιλιάς σηκώθηκε αργά αργά και κοίταξε τον Θορ με το πιο άγριο βλέμμα του.
«Πώς τόλμησες!» ούρλιαξε. «Αναιδέστατε μικρέ! Θα σε στείλω στην ποδοκάκη γι’ αυτό που έκανες!»
Ο Θορ στεκόταν εκεί τρομοκρατημένος. Ένιωσε ότι όλος ο κόσμος είχε καταρρεύσει γύρω του. Ήθελε να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί.
Ξαφνικά, ένα από τα σκυλιά πήγε εκεί που είχε χυθεί το κρασί και το έγλυψε όλο. Πριν ο Θορ προλάβει να απαντήσει και πριν οι παρευρισκόμενοι στην αίθουσα προλάβουν να κουνηθούν από τη θέση τους, όλα τα μάτια στράφηκαν στο σκυλί που άρχισε να βγάζει δυνατούς απαίσιους, φριχτούς ήχους.
Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, το σκυλί κοκάλωσε και έπεσε στο πλάι, νεκρό. Όλοι στην αίθουσα κοίταζαν το σκυλί με ανοιχτό το στόμα.
«Εσύ το ήξερες ότι το κρασί είχε δηλητήριο!» ακούστηκε μια φωνή.
Ο Θορ γύρισε και είδε τον Πρίγκιπα Γκάρεθ να έχει πλησιάσει τον Βασιλιά και να δείχνει τον Θορ κατηγορώντας τον.
«Πώς μπορεί εσύ να ήξερες ότι ήταν δηλητηριασμένο; Αν δεν ήσουν εσύ που το έκανες! Ο Θορ προσπάθησε να δηλητηριάσει τον Βασιλιά!» φώναξε ο Γκάρεθ.
Όλο το πλήθος άρχισε να φωνάζει με οργή.
«Πηγαίντε τον στο μπουντρούμι!» πρόσταξε ο Βασιλιάς.
Την επόμενη στιγμή, ο Θορ ένιωσε τους φρουρούς να τον αρπάζουν δυνατά από την πλάτη και να τον σέρνουν στην αίθουσα. Στριφογύριζε και προσπαθούσε να διαμαρτυρηθεί.
«Όχι!» φώναξε με όλη του τη δύναμη. «Δεν καταλαβαίνετε!»
Αλλά κανένας δεν άκουγε. Τον έσερναν γρήγορα μέσα από το πλήθος, και καθώς απομακρύνονταν έβλεπε τους πάντες γύρω του να εξαφανίζονται, όπως και όλη τη ζωή του να εξαφανίζεται μπροστά του. Διέσχισαν την αίθουσα και βγήκαν έξω από μια πλαϊνή πόρτα που την άκουσε να κλείνει με θόρυβο πίσω του.
Εδώ ήταν ήσυχα. Μια στιγμή αργότερα, ο Θορ κατάλαβε ότι τον έσερναν προς τα κάτω. Πολλά χέρια τον έσερναν σε μια γυριστή πέτρινη σκάλα. Όλα γύρω του γίνονταν όλο και πιο σκοτεινά και σε λίγο άρχισε να ακούει τις φωνές των φυλακισμένων.
Η σιδερένια πόρτα ενός κελιού άνοιξε και τότε συνειδητοποίησε που τον είχαν πάει. Στο μπουντρούμι.
Στριφογύρισε, προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί και να απελευθερωθεί.
«Δεν καταλαβαίνετε!» φώναξε.
Ο Θορ σήκωσε τα μάτια του και είδε έναν φρουρό να έρχεται προς το μέρος του. Ήταν ένας τεράστιος, άξεστος άνθρωπος με αξύριστο πρόσωπο και κίτρινα δόντια.
Αγριοκοίταξε τον Θορ.
«Καταλαβαίνω πολύ καλά», ακούστηκε η τραχιά φωνή του.
Του έστριψε το χέρι πίσω από την πλάτη και το τελευταίο πράγμα που είδε ο Θορ ήταν η γροθιά του να κατεβαίνει στο πρόσωπό του.
Μετά όλος ο κόσμος γύρω του σκοτείνιασε.