Sadece Litres'te okuyun

Kitap dosya olarak indirilemez ancak uygulamamız üzerinden veya online olarak web sitemizden okunabilir.

Kitabı oku: «Ο Βίος του Χριστού», sayfa 11

Yazı tipi:

Η διδαχή ήρχισεν όχι με προστάγματα και απειλάς, αλλά με την λέξιν «Μακάριοι», και με μίαν οκτάδα μακαρισμών. Οι λαοί επερίμεναν Μεσσίαν όστις να διαρρήξη τον ζυγόν από του τραχήλου των, βασιλεύων με επίγειον λαμπρότητα και πομπήν, με προσκαίρους νίκας και εκδικήσεις. Αλλ' ο Χριστός αποκαλύπτει αυτοίς άλλον Βασιλέα, άλλον όλβον, τον πλούτον της πτωχείας, την βασιλείαν της πραότητος, την υψηλήν μακαριότητα του πένθους και του διωγμού. Και ο νέος ούτος Νόμος θα είνε άμα το φως, το φωτίζον τον κόσμον, το άλας, το ηδύνον την γην. Ο παλαιός Νόμος ήτο προσωρινός, ο νέος διαρκής· εκείνος τύπος και σκιά, ούτος χάρις και αλήθεια. Η εντολή «ου φονεύσεις» επεκτείνεται από τούδε μέχρι των οργίλων λόγων και των αισθημάτων των εχθρικών. Η ουσία της μοιχείας έγκειται εις έν βλέμμα επιθυμίας. Η απαγόρευσις της ψευδορκίας επεκτείνεται εις πάντα μάταιον και περιττόν όρκον. Ο νόμος των αντιποίνων εξετοπίσθη διά νόμου απολύτου αυτοθυσίας. Η προς τον πλησίον αγάπη εφηπλώθη και προς τον εχθρόν μας, Από τούδε οι υιοί της βασιλείας ώφειλον ν' αποβλέπωσιν εις το να είνε τέλειοι, καθώς τέλειος είνε ο Πατήρ των ο εν τοις ουρανοίς.

Η ελεημοσύνη πρέπει να δίδεται όχι μετά θορυβώδους επιδείξεως, αλλ' εν μετριόφρονι μυστικότητι. Αι προσευχαί οφείλουν ν' αναπέμπωνται όχι εν υποκριτική δημοσιότητι, αλλ' εν ιερά μοναξία. Η νηστεία οφείλει να εξασκήται όχι ως σκυθρωπή αρετή, αλλ' ως πρόθυμος αυτοθυσία. Και όλαι αύται αι πράξεις της αφοσιώσεως πρέπει να προσφέρωνται κατ' αναφοράν μόνον προς την αγάπην του Θεού, εν απλότητι μη επιζητούση αμοιβήν επίγειον, αλλά θησαυριζούση θησαυρούς ουρανίους και αφθάρτους. Αι μέριμναι του κόσμου και η τύρβη δεν πρέπει ν' αντιπερισπώσι την προσοχήν των τέκνων του Θεού. Ο Θεός προς ον πάσα αρετή και πάσα λογική θυσία απευθύνεται είναι Πατήρ, κ' Εκείνος όστις τρέφει τα πετεινά του ουρανού, τα μηδέποτε σπείροντα μηδέ θερίζοντα, και ενδύει εν βασιλική λαμπρότητι τα κρένα του αγρού, δεν θα παραλίπη ποτέ να τρέφη και να ενδύη τα τέκνα τα ζητούντα την δικαιοσύνην Του ως πρωτίστην επιθυμίαν.

Ποία δε θα είναι η βάσις της υπηρεσίας ταύτης; Η αυτοεξέτασις της συνειδήσεως εν πραότητι ήτις δεν σπεύδει να καταδικάση, εν αγάπη ήτις δεν είναι πρόθυμος να πιστεύση, εν απλότητι ήτις δεν γνωρίζει τα αμαρτήματα των άλλων· η πίστις ήτις ζητεί την ενίσχυσιν άνωθεν, και γνωρίζει ότι, ορθώς ζητούσα, θα επιτύχη· η αυταπάρνησις ήτις εν τη επιθυμία του να δοξάζη τον Θεόν και να συντελή εις την ευημερίαν των ανθρώπων ανευρίσκει τον μόνον οδηγόν των πράξεών της προς όλον τον κόσμον.

Στενή είναι η πύλη, και τεθλιμμένη η οδός, αλλ' άγει εις την ζωήν. Εκ της ζωής και των πράξεων θα κριθή αν η δικασκαλία είναι αληθής. Άνευ τούτων ούτε ρήματα ορθής δοξασίας θα ωφελήσωσιν, ούτε έργα δυνάμεως.

Τελευτών τους ενουθέτησεν ότι, όστις ακούει τα λόγια ταύτα και ποιεί αυτά ήτο ως συνετός άνθρωπος όστις έκτισεν οικίαν με θεμέλια επί της πέτρας της αρραγούς, ήτις μένει ασάλευτος εν μέσω της βοής των ανέμων και της θυέλλης· αλλ' όστις τα ακούει και δεν τα εκτελεί είναι όμοιος με άφρονα άνθρωπον όστις έκτισεν επί της άμμου, και κατέβη η βροχή, και ήλθαν αι ποταμοί, και οι άνεμοι εφύσησαν και κατέρριψαν την οικίαν· και έπεσε, και μεγάλη ήτο η πτώσις της.

Τοιαύτη εν συντόμω υπήρξεν η κραταιά εκείνη διδασκαλία, και δεν είνε άπορον ότι οι ακούσαντες εξεπλάγησαν επ' αυτή. Η δε κυριωτέρα έκπληξίς των ήτο ότι εδίδασκεν «ως εξουσίαν έχων, και ουχ ως οι Γραμματείς». Η διδασκαλία των Γραμματέων ήτο στενή, δογματική, υλική. Ήτο ψυχρά τον τρόπον, επιπόλαιος την υπόθεσιν, τυπική και τετριμμένη την ουσίαν· δεν είχε πυρ εν εαυτή, δεν είχε δρόσον, δεν είχε δύναμιν· δουλική εις πάσαν αυθεντίαν, εναντία εις πάσαν ανεξαρτησίαν· εσπουδασμένη άμα και μωρόδοξος, επηρμένη άμα και ευτελής. Το ύφος των Γραμματέων ήτο «Λέγει ο Ραββί Ζεϊρά επί τη αυθεντία του Ραββί Ιωσή, και ο Ραββί Βα ή ο Ραββί Χιγιά επί τη μαρτυρία του Ραβδί Ιωννάν». Το δε ύφος του Χριστού ήτο, «Εγώ λέγω υμίν». Η ραββινική διδασκαλία ομοιάζει πολύ περισσότερον με την διδασκαλίαν του Κομφυκίου παρά με την του Χριστού. Με όλους τους βλασφήμους παραλληλισμούς, τους οποίους τινές αποπειρώνται να κάμουν, το Ταλμούδ ευρίσκεται μάλλον εις αντίθεσιν προς την διδασκαλίαν του Χριστού παρά εις ομοιότητα. Το Ταλμούδ ασχολείται χιλιάκις περισσότερον εις λευιτικάς λεπτολογίας περί ηδυόσμου και ανήθου και κυμίνου, και περί μεγέθους κρασπέδων και πλάτους φυλακτηρίων, και περί πλύσεως ποτηρίων και τρυβλίων, και περί του «κατά ποίον τέταρτον δευτερολέπτου αρχίζει η νέα σελήνη και η ημέρα του Σαββάτου». Αλλ' η διδασκαλία αύτη του Χριστού ήτο όλως διάφορος τον χαρακτήρα, και τόσον μεγαλειοτέρα, όσον ο αχανής ναός του εωθινού στερεώματος υφ' ον απηγγέλθη ήτο μεγαλοπρεπέστερος της πνιγηράς Συναγωγής και της πληθούσης σχολής.

Εκηρύττετο, κατά την περίστασιν, επί της κλιτύος του όρους, ή πλησίον της λίμνης ή εις τας οδούς, ή εν τη οικία του Φαρισαίου, ή κατά το συμπόσιον του Τελώνου· ουδέ ήτο γλυκυτέρα ή υψηλοτέρα όταν απηυθύνετο εν τη Βασιλείω Στοά προς τους διδασκάλους του Ισραήλ ή όταν οι μόνοι ακροαταί της ήσαν οι αμαθείς όχλοι, τους οποίους οι αλαζόνες Φαρισαίοι εθεώρουν ως επικαταράτους. Και επραγματεύετο όχι περί τελετών και καθαρμών και τύπων, αλλά περί της ανθρωπίνης ψυχής, και προορισμού και ζωής ανθρωπίνης, περί Ελπίδος και Αγάπης και Πίστεως. Δεν υπήρχον ορισμοί εν αυτή ή εξηγήσεις ή σχολαστικά συστήματα ή φιλοσοφικαί θεωρίαι, αλλά λεπτοτάτη εισχώρησις εις τα βάθη της ανθρωπίνης καρδίας, άμεσος δε έκκλησις εις τας συνειδήσεις μετ' ακαταμαχήτου απλότητος, και μετ' απολύτου δεσποτείας επί των καρδιών. Πηγάζουσα από του βυθού αγίων συγκινήσεων, διεπέρα την ύπαρξιν παντός του ακροωμένου ως δι' ηλεκτρικής φλογός. Ενί λόγω, το κύρος της ήτο το κύρος του Σαρκωθέντος Θεού. Ήτο η θεία φωνή ομιλούσα δι' ανθρωπίνων χειλέων· και η αυστηρά καθαρότης της ήτο εμβαπτισμένη με τρυφεροτάτην συμπάθειαν, και η φοβερά αυστηρότης της με αγάπην ανέκφραστον.

Ήτο, διά να δανεισθώ την εικόνα του σοφωτάτου των Λατίνων πατέρων (του Αυγουστίνου) μεγάλη θάλασσα της οποίας η μειδιώσα επιφάνεια θραύεται εις τους πόδας των μικρών και των ασθενών, αλλ' εις τον βυθόν της τον ανεξερεύνητον και ο σοφώτερος πρέπει να προσβλέπη με το ρίγος του θάμβους και με τον τρόμον της αγάπης.

Και ημείς οίτινες δυνάμεθα να παραβάλωμεν την διδασκαλίαν του Χριστού με παν ό,τι ο κόσμος έχει κάλλιστον και μέγιστον εν τη φιλοσοφία, τη ρητορική και τω άσματι, δεν πρέπει και ημείς να προσθέσωμεν, με βαθυτέραν ακόμη έμφασιν, ότι, διδάσκων ως εξουσίαν έχων, ελάλει ως ουδέποτε άνθρωπος ελάλησε; Και άλλοι διδάσκαλοι εξέφεραν ρήματα σοφίας, αλλ' εις ποίον εξ αυτών εδόθη ν' αναγεννήση την ανθρωπότητα; Τι θα ήτον ο κόσμος τώρα εάν δεν είχεν ειμή τους ξηρούς αφορισμούς και τους εφεκτικούς δισταγμούς του Κομφυκίου, ή τας αμφιβόλους αρχάς και τας επικινδύνους παραχωρήσεις του Πλάτωνος; θα είχε κατορθώσει η ανθρωπότης την ευρείαν ηθικήν πρόοδον την οποίαν κατώρθωσεν, εάν μηδείς μέγας Προφήτης εκ των άνω είχε προμηθεύσει αυτή τίποτε καλλίτερον από την θλιβεράν ελπίδα του Βούδδα περί νιρβάνας, δυναμένης να επιτευχθή δι' αστόργου σκληραγωγίας, ή από την κυνικήν υπό του Μωάμεθ κύρωσιν της πολυγαμίας και του δεσποτισμού;

Δυνατόν ο Χριστιανισμός να εξέπεσεν εν πολλοίς από του αρχαίου και μεγάλου ιδεώδους· δυνατόν να έχασε κάτι εκ της παρθενικής αγνότητός του. Η ερίζουσα και διηρημένη Εκκλησία της σήμερον δυνατόν να εξέκλινε κατά τους μακρούς αιώνας από της λαμπρότητος της Καινής Ιερουσαλήμ της καταβαινούσης εκ του ουρανού από του Θεού· αλλά δεν είνε η Χριστιανοσύνη καλλιτέρα από ό,τι κατήντησε το πάλαι η Ελλάς, και από ό,τι είναι η Τουρκία και η Αραβία και η Κίνα; Μήτοι ο Χριστιανισμός εκτείνει τα έθνη τα ασπασθέντα αυτόν διά της ατροφίας του Βουδδισμού ή διά του μαρασμού του Ισλάμ; Και ως ηθικόν σύστημα – καίτοι είναι ασυγκρίτως υπέρτερος ηθικού συστήματος – δεν παραδεχόμεθα ότι ο Χριστιανισμός είναι κοινόν τι· και μάλιστα ισχυριζόμεθα ότι ουδέποτε πίστις κατώρθωσεν ως αυτή να διασείση τας καρδίας των ανθρώπων. Αι άλλαι θρησκείαι είναι αποδεδειγμένως πλημελείς και σφαλεραί· η ημετέρα απεδείχθη πάντοτε πλήρης και τελεία· άλλα συστήματα ήσαν εσωτερικά και αποκλειστικά, το δε ημέτερον απλούν και παγκόσμιον· άλλα πρόσκαιρα και δι' ολίγους, το ημέτερον αιώνιον και δι' όλον το ανθρώπινον γένος. Ο Κουγκ, ο Φουτσέ, ο Σακιά, ο Μωάμεθ, ουδ' εδυνήθησαν να συλλάβωσι ποτέ το ιδεώδες κοινωνίας χωρίς να πέσωσιν εις οικτράν πλάνην· ο Χριστός καθίδρυσε το πραγματικόν αιωνίας και ενδόξου βασιλείας, της οποίας η ιστορία εν τω κόσμω αποδεικνύει ότι είναι, ό,τι αρχήθεν ήτο, η βασιλεία των Ουρανών, η βασιλεία του Θεού.

Και όμως πόσον εκτάκτως απλή και καθαρά είναι η γλώσσα του Χριστού εν συγκρίσει προς πάσαν άλλην διδασκαλίαν ήτις ενηχήθη ποτέ εις τας ακοάς του κόσμου. Ούτε επιστήμη υπάρχει εν αυτή ούτε τέχνη ούτε πομπή αποδείξεως, ούτε επιμέλεια κατασκευής, ούτε τέχνασμα ρητορικόν, ούτε η από των σχολών σοφία. Ευθείαι ως βέλη επί τον σκοπόν, αι εντολαί Του βάλλουσιν εις τα βάθη της ψυχής και του πνεύματος. Το παν είναι βραχύ, σαφές, εναργές, πλήρες αγιότητος, έμπλεων των κοινών εικόνων του καθημερινού βίου. Σχεδόν δεν υπάρχει σκηνή ή αντικείμενον σύνηθες εις την Γαλιλαίαν των χρόνων εκείνων, το οποίον ο Ιησούς να μη μετεχειρίσθη ως ηθικόν εξεικόνισμα λαμπράς τινος Επαγγελίας ή ηθικού νόμου. Ομίλησε περί χλοαζόντων αγρών, περί ανθούντων κρίνων, περί εαρινής βλάστης δένδρων· περί ανατολής ηλίου και δύσεως, περί ανέμου και βροχής, περί νυκτός και καταιγίδος· περί νεφών και αστραπής, περί ποταμού και χειμάρρου· περί αστέρων και λύχνων, περί μέλιτος και άλατος· περί σειομένων καλάμων και περί καύσεως ζιζανίων· περί όφεων και περιστερών, περί μαργαριτών και νομισμάτων, περί δικτύων και ιχθύων. Οίνος και άλευρον, σίτος και έλαιον, επιστάται και φύλακες, εργάται και εργοδόται, βασιλείς και ποιμένες, οδοιπόροι και λησταί και ιερείς και Λευίται, μεγιστάνες εν χλιδή και πλούτω και νύμφαι με νυμφικάς αμφιέσεις, όλα ταύτα ευρίσκονται εις τους λόγους Του. Εγνώριζεν όλην την ζωήν και είχεν εμβλέψει εις αυτήν με ευμενές όπως και με βασιλικόν όμμα. Ηδύνατο να συμπαθή εις τας τέρψεις της, όπως ηδύνατο και να ιατρεύη τους πόνους της, και οι οφθαλμοί οίτινες εβράχησαν τοσάκις με δάκρυα καθώς είδον τας κακοπαθείας των πενθούντων πλησίον της επιθανατίου κλίνης, έλαμψαν ομοίως με ευμενέστερον βλέμμα καθώς παρηκολούθουν τας παιδιάς των ευτυχών μικρών της γης εις τους χλοάζοντας αγρούς και τας οδούς τας πολυανθρώπους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'.
Άλλα θαύματα

Ο λεπρός. – Η αθέτησις του γράμματος. – Διατί η δημοσιότης απηγορεύετο. – Η αίτησις του εκατοντάρχου. – Η επέμβασις των συγγενών.

Τα εγκαίνια της Μεγάλης Διδασκαλίας επηκολούθουν και εκύρουν μεγάλα θαύματα. Ο Ιησούς, λέγει ο Άγιος Ευθύμιος, μετέβαινεν από της διδασκαλίας εις τα θαύματα. Αφού εδίδαξεν ως εξουσίαν έχων, προέβη να επιβεβαιώση την εξουσίαν ταύτην διά συμμόρφων πράξεων.

Ο Κύριος ημών δεν απεσύρθη προς ανάπαυσιν μετά τόσους κόπους, και αι κατόπιν ημέραι υπήρξαν ημέραι συνεχούς και ανενδότου εργασίας. Αφού η διδαχή ετελείωσε, το άπειρον πλήθος διεσπάρη, κ' εκείνοι των οποίων αι κατοικίαι ήσαν εις την πεδιάδα της Γεννησαρέτ θα ηκολούθησαν βεβαίως τον Ιησούν διά του χωρίου Αττίν και πέραν του στενού οροπεδίου, και είτα, αφού κατήλθον την φάραγγα, θ' άφησαν τα Μάγδαλα προς τα δεξιά και διά της Βηθσαϊδά έφθασαν εις Καπερναούμ.

Καθώς κατήλθε το όρος και εισήρχετο ήδη εις μίαν πολίχνην, οικτρόν θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Του. Αίφνης με εναγώνιον ικεσίαν, πίπτων γονυπετής ενώπιόν του, είτα πρηνής καταγής, παρουσιάζεται είς λεπρός, πάσχων, ο δύστηνος, εκ του χειρίστου είδους της τρομεράς νόσου, θα εχρειάζετο εκ μέρους του αθλίου καταπληκτική πίστις διά να πείση εαυτόν ότι ο νέος Προφήτης ο εκ της Ναζαρέτ θα ήτο ικανός να εξαλείψη παρ' αυτώ την ανίατον νόσον. Και όμως η συγκεντρωμένη ελπίς της ζωής του ερράγη εις την κραυγήν: «Κύριε, εάν θέλης, δύνασαί με καθαρίσαι».

Ταχεία ως ηχώ ήλθεν η απάντησις εις την πίστιν του: «θέλω· καθαρίσθητι».

Όλα τα θαύματα του Χριστού υπήρξαν άμα και αποκαλύψεις. Ενίοτε, όταν αι περιστάσεις το απήτουν, ανέβαλλε την απάντησίν Του εις την παράκλησιν του πάσχοντος. Αλλά δεν εβράδυνε ποτέ όταν λεπρός τις έκραζε προς Αυτόν. Οι ραββίνοι εδείκνυον, ως λέγεται, μεγάλην απέχθειαν προς τα δυστυχή πλάσματα, και έρριπτον λίθους κατ' αυτών· αλλ' ο Ιησούς ποτέ δεν είδε τας ζώσας ταύτας παραβολάς της καταστροφής άνευ αμέτρου συμπαθείας. Η λέπρα ήτο ανεγνωρισμένος τύπος της αμαρτίας, και ο Χριστός θα μας εδίδασκεν ότι η εγκάρδιος δέησις του αμαρτωλού όπως πληθή και καθαρισθή τυγχάνει πάντοτε αμέσου υποδοχής. Όταν ο Δαυίδ, ο τύπος των αληθώς μετανοούντων, έκραζε μετά μεγάλης συντριβής, «Ήμαρτον εναντίον Κυρίου», ο Νάθαν ηδυνήθη να διαβιβάση εν ακαρεί εις αυτόν την παρά του Θεού άφεσιν: «Κύριος αφείλε την αμαρτίαν σου· ου μη αποθάνης».

Πάραυτα εκτείνας την χείρα, ο Κύριος έψαυσε το λεπρόν, και ούτος εκαθαρίσθη.

Ήτο λαμπρά αθέτησις του γράμματος του Νόμου, όστις επιτάττει αυστηρόν αγνισμόν εις πάσαν επαφήν του λεπρού· αλλ' ήτο συγχρόνως λαμπρά έξαρσις του πνεύματος του Νόμου, το οποίον ήτο ότι ο έλεος είνε ανώτερος της θυσίας. Η χειρ του Ιησού δεν εμολύνθη διά της επαφής του λεπρού, αλλά του λεπρού όλον το σώμα εκαθαρίσθη διά της προσψαύσεως της αχράντου χειρός. Καθ' όμοιον τρόπον ήψατο και της αμαρτωλού ανθρωπίνης φύσεως, και εκοινώνησεν αυτής, και όμως έμεινεν άνευ κηλίδος ή αμαρτίας.

Εν τω βάθει και τω αυθορμήτω της ανθρωπίνης συγκινήσεώς Του ο Κύριος έθιξε τον λεπρόν και κατέστησεν αυτόν υγιή. Αλλ' η επιθυμία του ήτο νυν να τηρήση τον Μωσαϊκόν νόμον εν πλήρει υπακοή· και άμα προς απόδειξιν του θαύματος, και εκ προνοίας χάριν του πάσχοντος, και συμφώνως με την Λευιτικήν διάταξιν, εκέλευσε τον λεπρόν και υπάγη και δείξη τον εαυτόν του εις τον ιερέα, «εις μαρτύριον αυτοίς», να κάμη τας συνήθεις προσφοράς, και να λάβη το νόμιμον πιστοποιητικόν ότι εκαθαρίσθη. Προσέτι το διέταξεν αυστηρώς να μη είπη εις άλλον κανένα τίποτε. Φαίνεται εκ τούτου ότι το αιφνίδιον μεθ' ου το θαύμα επετελέσθη ετήρησε τούτο μυστικόν από πάντων πλην ίσως ολίγων εκ των αμέσων ακολούθων του Κυρίου, καίτοι συνέβη εν μέση ημέρα, και σύνεγγυς πόλεως και ου μακράν από του ακολουθούντος πλήθους. Αλλά διατί ο Κύριος εις αυτήν και εις πολλάς άλλας περιστάσεις συνέστησεν εις τας αξιουμένους θαυμάτων μυστικότητα την οποίαν σπανίως ετήρουν; Πλήρη τον λόγον ίσως ουδέποτε θα γνωρίσωμεν. Άπαξ μάλιστα συνέστησεν εις ένα να δημοσιεύση το έλεος του οποίου ηξιώθη. Πλην ίσως ήθελε να διδάξη ότι ώφειλον να τον θεωρούν οποίος πράγματι ήτο, όχι απλώς ως θαυματουργόν και ιατρόν των σωμάτων, αλλ' ως Σωτήρα των ψυχών εξ αποκαλύψεως και διά της χάριτος.

Οποίοι και αν ήσαν οι γενικοί λόγοι, φαίνεται ότι εις την περίπτωσιν ταύτην υπήρξε λόγος τις ιδιαζούσης σπουδαιότητας. Ο Μάρκος ο Ευαγγελιστής, αντανακλών δι' ημάς τας εντόνους και ισχυράς εντυπώσεις του Πέτρου, μας δεικνύει ότι η αποπομπή του λεπρού εγένετο μετά τινος σφοδράς συγκινήσεως. Το «εμβριμησάμενος αυτώ» ο Ευθύμιος ο Ζιγαδηνός ερμηνεύει: «αυστηρώς εμβλέψας και επισείσας την κεφαλήν». Ποίον το αίτιον της αυστηράς ταύτης διαταγής, της στιγμιαίας ταύτης αποπομπής; Ίσως ήτο το ότι θίξας τον τυφλόν [λεπρόν ;], καίτοι η επαφή ήτο ιατήριος, θα εθεωρείτο υπό πολλών ως λειτουργικώς ακάθαρτος. Ότι δε τούτο συνέβη πράγματι δύναται να υποτεθή εκ του ρητώς μνημονευομένου γεγονότος, ότι δεν ηδύνατο να εισέλθη εις πόλιν, αλλ' ήτο έξω, εις τας ερήμους. Παραπλησίαν περίστασιν μνημονεύει ο Λουκάς, καίτοι χωρίς να δώση ιδιάζοντα λόγον δι' αυτήν, και προσθέτει ότι ο Ιησούς διετέλει προσευχόμενος. Εάν εν τοσούτω, η διασάλπισις της ιστορίας του λεπρού συνεπέφερε την ανάγκην βραχείας περιόδου αποκλεισμού, είνε προφανές ότι το πλήθος μικράν έδωκε προσοχήν εις την κατά Λευίτας ακαθαρσίαν, διότι, και εις τα ερημικά μέρη όπου κατέφυγεν ο Ιησούς, συνέρρευσαν προς Αυτόν πανταχόθεν.

Αν η ίασις του δούλου του εκατοντάρχου συνέβη προ ή μετά την αποχώρησιν ταύτην είνε αβέβαιον· αλλ' εκ του γεγονότος ότι και ο Ματθαίος και ο Λουκάς το θέτουσιν εν στενή συναφεία με την επί του Όρους Διδασκαλίαν, δυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι, όσον και αν απεχώρησεν εις έρημον τόπον δεν ηδυνήθη να ικανοποιήση τας απαιτήσεις των άγαν αυστηρών ζηλωτών του νόμου διά της απομακρύνσεως ταύτης.

Μόλις ο Κύριος έφθασεν εις την πόλιν Καπερναούμ, και τον συνήντησε πρεσβεία εξ Ιουδαίων πρεσβυτέρων της πρωτίστης Συναγωγής, ερχομένη να μεσιτεύση πλησίον Του προς χάριν του κεντυρίωνος, του οποίου ο πιστός και ηγαπημένος οικέτης, έκειτο εν αγωνία και κινδύνω παράλυτος, Θα ηδύνατο ίσως να φανή παράδοξον ότι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι έλαβον τόσον ενδιαφέρον δι' άνθρωπον όστις, ρωμαίος ή όχι, ήτο βεβαίως εθνικός, και δεν ήτο καν ούτε προσήλυτος. Εξήγησαν εν τοσούτω ότι, όχι μόνον ηγάπα το έθνος των – πράγμα σπανιώτατον παρ' εθνικώ, διότι οι Εβραίοι εν γένει εμισούντο – αλλά και ιδία δαπάνη είχε κτίσει Συναγωγήν δι' αυτούς ωραίαν και μεγαλοπρεπή. Απλούν το γεγονός ότι απηυθύνθησαν προς τον Ιησούν δεικνύει ότι το συμβεβηκός τούτο ανήκει εις τους πρώτους χρόνους της διδασκαλίας Του, οπότε μυριάδες απέβλεπον προς Αυτόν μετ' εκπλήξεως και ελπίδος, και πριν αρχίση ο θανάσιμος διωγμός των ύστερον χρόνων. Ο Χριστός πάραυτα ενέδωκεν εις το αίτημά των. Αλλά καθ' οδόν τον συνάντησαν άλλοι απεσταλμένοι από του ταπεινόφρονος και ευλαβούς εκατοντάρχου, και τον ικέτευσαν να μη ενοχληθή να εισέλθη υπό την αναξίαν και ακάθαρτον στέγην ενός εθνικού, (ο ίδιος δεν έκρινεν εαυτόν άξιον της τιμής ταύτης – «Κύριε, ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης»), αλλά να σώση από του θανάτου τον πάσχοντα δούλον, καθώς είχε σώσει τον υιόν του βασιλικού, δι' απλού μόνον λόγου. Καθώς ο κεντυρίων ήχεν υπ' αυτόν ανθρώπους, οίτινες εξετέλουν τας διαταγάς του, ούτω δεν ηδύνατο και ο Χριστός να πέμψη αοράτους αγγέλους να εκτελέσωσι το θέλημά Του, χωρίς ο Ίδιος να λάβη τον κόπον; Ο Κύριος εξεπλάγη από την τόσην πίστιν, μεγαλειτέραν από όσην εύρεν εν τω Ισραήλ. Και εξήγαγεν εκ της περιστάσεως ταύτης το συμπέρασμα, το οποίον ήχησε τόσον ψυχρόν και δυσάρεστον εις τα ιουδαϊκά ώτα, ότι, όταν πολλοί εκ των υιών της βασιλείας θα ριφθώσιν εις το σκότος το εξώτερον, πολλοί θα έλθωσιν από ανατολών και δυσμών, και θα καθίσωσι μετά του Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών. Αλλ' οι απεσταλμένοι Του εκατοντάρχου εύρον άμα επιστρέψαντες ότι το ιατήριον ρήμα υπήρξε τελεσφόρον, και ότι ο πιστός δούλος είχε γίνη υγιής.

Δεν είναι παράδοξον ότι, μετά ημέρας τόσον θαυμασίας ως αύται, αδύνατον υπήρξε διά τον Ιησούν να εύρη ανάπαυσιν. Από όρθρου βαθέος επί της κορυφής του όρους, μέχρι οψίας νυκτός εις ήντινα οικίαν είχεν εκλέξει προς διανυκτέρευσιν, τα πλήθη ήρχοντο πυκνά περί Αυτόν, μη σεβόμενα το άσυλόν Του, μη αναλογιζόμενα τον κάματόν Του, απλήστως έρχοντα να τον ίδωσι, να μετάσχωσι των θαυμάτων Του, να ακούσωσι τους λόγους Του. Δεν έμενε καιρός ουδέ όπως φάγη άρτον. Τοιαύτη ζωή είνε όχι μόνον εις άκρον καματηρά και πολύπονος, αλλά λεπτοφυά και υψίχορδον φύσιν, χαίρουσαν τη μονώσει, ευρίσκουσαν την καθαρωτάτην ολβιότητα εν κατά μόνας προσευχή, η αδιάλειπτος αύτη δημοσιότης, η ανένδοτος εργασία αποβαίνει απλώς φρενοπλήκτις, εκτός αν το πνεύμα θάλπεται δι' απεριορίστου συμπαθείας και αγάπης. Αλλ' η καρδία του Σωτήρος ούτως εθάλπετο, κατά το ανθρώπινον.

Είνε πιθανόν ότι εις την περίοδον ταύτην ανήκει το αξιοσημείωτον ανέκδοτον, το οποίον απεμνημονεύθη δι' ημάς υπό του Ευαγγελιστού Μάρκου. Οι συγγενείς και οικείοι του Χριστού, μαθόντες όσα έπραττεν, ήλθον από της οικίας των, ίσως εις Κανά ή εις Καπερναούμ, όπως «κρατήσωσιν Αυτού» και Τον περιωρίσωσι. Οι πληροφορήσαντες αυτούς παρενόησαν την έξαψιν την κατάδηλον εις όλους τους λόγους και τας πράξεις Του, την ισχυράν λάμψιν της συμπαθείας, την καίουσαν φλόγα της αγάπης· εθεώρησαν ταύτην ως υπερβάλλουσαν έξαψιν, ως υπέρμετρον ευαισθησίαν, ως αυτόν τον λήρον της ευποιίας και του ζήλου.

Εν τω κόσμω υπήρξε πάντοτε ροπή τις εις το συγχέειν την ζέσιν του ενθουσιασμού με το έξαλλον ατάκτου μεγαλονοίας. «Παύλε, μέμηνας», υπήρξε το μόνον σχόλιον το οποίον το πάθος του Αποστόλου και η εξηρμένη αυτού ευγλωττία ενέπνευσεν εις τον Ρωμαίον προκουράτορα «Δαιμόνιον έχει», ετόλμων να συμπεραίνωσί τινες των παχυλών και σαρκικών ακροατών, ύστερον από μίαν των τρυφερωτάτων και θειοτάτων ομιλιών του Κυρίου. Παραπλησία, καίτοι ουχί τόσον βάναυσος, ήτο η σκέψις ήτις ενέπλητε το πνεύμα των διαπορούντων συγγενών του Χριστού, οπόταν ήκουσαν περί της αιφνιδίας ταύτης και καταπληκτικής δραστηριότητος μετά την γαλήνιον μόνωσιν τριάκοντα άγνωστων και αμνημονεύτων ετών. Μέχρι τούδε ήσαν σχεδόν ασυμπαθείς προς Αυτόν· δεν Τον εγνώριζον, δεν επίστευον εν πλήρει εις Αυτόν· έλεγον ότι ήτο εκτός Εαυτού. Αναγκαίον δε ήτο να διδαχθώσιν από τούδε διά πολλών αποφασιστικών αποδείξεων, ότι δεν ήτο ως είς εξ αυτών· ότι δεν ήτο πλέον ο τέκτων, «ο αδελφός Ιακώβου και Ιωσή και Ιούδα και Σίμωνος», αλλ' ο υιός του Θεού, ο Σωτήρ του κόσμου.

Yaş sınırı:
12+
Litres'teki yayın tarihi:
28 eylül 2017
Hacim:
620 s. 1 illüstrasyon
Telif hakkı:
Public Domain