Sadece Litres'te okuyun

Kitap dosya olarak indirilemez ancak uygulamamız üzerinden veya online olarak web sitemizden okunabilir.

Kitabı oku: «Ο Βίος του Χριστού», sayfa 12

Yazı tipi:

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'.
Ο Ιησούς εις Ναΐν

Πώς ανέστησε τον υιόν της χήρας. – Αποστολή παρά Ιωάννου του Βαπτιστού. – Απόκρισις του Ιησού. – Λαμπρός έπαινος του Ιωάννου. – «Ο ελάχιστος εν τη βασιλεία των Ουρανών».

Μετά τα συμβάντα ταύτα, ως διηγείται ο Λουκάς, ο Κύριος ημών απήλθεν από Καπερναούμ εις Ναΐν. Η Ναΐν, την σήμερον άθλιον χωρίον, απέχει εικοσιπέντε μίλια από της Καπερναούμ, και κείται επί της βορυοδυτικής κλιτύος του Ιεβέλ ή μικρού Ερμών. Το όνομα, όπερ διατηρεί εισέτι, σημαίνει «ωραίος», και η θέσις της παρά το Ενδώρ, απέναντι του Θαβωρίου όρους και των υψωμάτων της γης Ζαβουλών, δικαιολογεί το εύφημον του τίτλου. Αναχωρήσας, ως πάντοτε ποιούσιν οι Ανατολίται, πρωί με την αύραν την δροσεράν, ο Ιησούς έπλευσε, κατά πάσαν πιθανότητα εις το μεσημβρινόν της λίμνης, και είτα κατήλθε την κοιλάδα του Ιορδάνου, οπόθεν, αφήσας το Θαβώρ δεξιόθεν, θα έφθασεν εις το μικρόν χωρίον ολίγον μετά την μεσημβρίαν.

Κατά την λαμπράν ταύτην περίοδον του κηρύγματός Του, συνοδεύετο ου μόνον υπό των μαθητών Του, αλλά και υπό χαίροντος πλήθους. Και καθώς η φραιδρά αύτη προπομπή, η τόσω πλήρης υψιφρόνων ελπίδων και πλανητικών πίστεων περί του ερχομένου Βασιλέως, ανέβαινε την στενήν και πετρώδη ανωφέρειαν την άγουσαν εις την πύλην της Ναΐν, συνήντησεν άλλην και θλιβεράν συνοδίαν, εξερχομένην όπως θάψη αποθανόντα νέον τινά έξω των τειχών. Υπήρχε περιπάθεια βαθυτέρα του συνήθους εις το θέαμα, και διά τούτο πιθανώς, παρά τη εκπαθεί εκείνη φυλή, πένθος αγριώτερον και ειλικρινέστερον ή οι συνήθως οδυρμοί. Διότι ο νέος ήτο, κατά το ύφος το απλούν και παθητικόν, το οποίον ησθάνοντο και βαθύτερον τα Ιουδαϊκά ώτα, «Μονογενής τη μητρί αυτού, και αυτή χήρα».

Η θέα της τρομεράς ταύτης λύπης συνεκίνησεν ακαθέκτως την υπερφιλούσαν καρδίαν του Σωτήρος. Σταθείς μόνον διά να είπη εις την μητέρα, «Μη κλαίε», επλησίασε, και ολιγωρήσας πάλιν των τελετουργικών διατάξεων, έψαυσε την σωρόν εν ή έκειτο ο νεανίας. Πρέπει να υπήρξε στιγμή προσδοκίας και συνοχής της πνοής απερίγραπτος. Απρόσκλητοι, αλλ' έμπλεοι αορίστου φόβου, οι βαστάζοντες την λάρνακα εστάθησαν. Και τότε διά των καρδιών των εμπλήκτων θρηνολόγων, και διά των καρδιών του σιωπώντος πλήθους, ήχησε γαλήνιος η φωνή: «Νεανία, έγειραι»!

Άρά γε φοβερόν τούτον μονοσύλλαβον (αραμαϊστί κ ο υ μ) θα διεπέρα και τας μυστηριώδεις μοναξίας του θανάτου; Διεπέρασε τάχα τα αδιάτρητα σκότη τα οποία απέκρυψαν πάντοτε από της ανθρωπίνης όψεως τον κόσμον τον πέραν του τάφου; Ναι, τα διεπέρασεν. Ο νεκρός ηγέρθη, και ήρχισε να ομιλή· κ' Εκείνος τον παρέδωκεν εις την μητέρα του.

Ουδέν άπορον αν μέγας φόβος επέπεσεν επί πάντας. Δυνατόν ν' ανελογίσθησαν τον Ηλιού και την χήραν της Σαραφθίας· τον Ελισσαιέ και την Σουνναμίτιδα. Κ' εκείνοι, οι μέγιστοι των Προφητών, απέδωκαν εις τας πτωχάς γυναικάς τους αποθανόντας μονογενείς των. Αλλ' εκείνοι το έπραξαν με αγωνίαν και με κόπους και ικασίας, με προσευχάς και με εμφυσήσεις και εκτάσεις χειρών και μελών επί του νεκρού· ο δε Ιησούς έπραξε το θαύμα γαληνίως, περιστατικώς, στιγμιαίως, εν τω ιδίω ονόματι, διά της ιδίας εξουσίας Αυτού, δι' απλής λέξεως. Ηδύναντο οι παρεστώτες να κρίνωσιν άλλως ή ότι «ο Θεός επεσκέψατο τον λαόν Αυτού;»

Ήτο περί τον χρόνον τούτον, ίσως την αυτήν ημέραν, ότε ο Ιησούς εδέχθη βραχύ αλλά τεταραγμένον μήνυμα από τον μέγαν Πρόδρομόν του, τον Βαπτιστήν Ιωάννην. Αυτή η βραχύτης του επηύξανε την έννοιαν της αμφιβολίας και της θλίψεως ήτις τον διέπνεε. «Συ ει ο ερχόμενος, ηρώτα, ή άλλον προσδοκώμεν;»

Ήτο τούτο μήνυμα από εκείνον όστις πρώτος είχεν αναγνωρίσει και είχε δείξει τον Αμνόν του Θεού; από εκείνον όστις, εν τη εκστάσει της οπτασίας, είχεν ιδεί τον ουρανόν ανεωγμένον και το Πνεύμα ωσεί περιστεράν κατερχόμενον επί τον Ιησούν;

Δυνατόν. Εφαντάσθησάν τινες εντοσούτω ότι η ερώτησις μόνον σκοπόν είχε να θεραπεύση τας αμφιβολίας των ζηλοτύπων και αποκαρδιωμένων οπαδών του Βαπτιστού· άλλοι, ότι το ερώτημα εσήμαινε μόνον. «Είσαι τω όντι ο Ιησούς περί ου εμαρτύρησα; άλλοι ότι το μήνυμα δεν εμπεριείχε λανθάνοντα δισταγμόν, αλλ' ήτο ως δειλή εισήγησις ότι ο καιρός είχεν έλθη ήδη διά τον Ιησούν να φανερωθή ως ο Μεσσίας των θεοκραταιών ελπίδων του έθνους Του· ίσως δε ενείχε και ηπίαν επιτίμησιν προς Αυτόν διότι επέτρεπεν ώστε ο φίλος και πρόδρομός Του να τήκηται εν φυλακή, και δεν εξήσκει προς χάριν Του την θαυματουργόν δύναμιν την οποίαν διασάλπιζεν η φήμη. Πλην όλαι αύται αι υποθέσεις είνε όλως αστήρικτοι, και αναιρούνται εξ αυτών των εκφράσεων της αφηγήσεως. Ο Άγ. Ιωάννης ο Βαπτιστής, με το ηρωικόν μεγαλείον του, δεν έχει ανάγκην των οικτηρμόνων συνδιασμών μας· συμπεραίνομεν εκ των ρητών λόγων Εκείνου, όστις κατ' αυτήν την κρίσιν απήγγειλε περί αυτού τον λαμπρότατον έπαινον ον προήνεγκόν ποτε ανθρώπινα χείλη, ότι ο μέγας προφήτης είχεν εύρη πράγματι λίθον προσκόμματος εις την πίστιν του εξ όσων ήκουε περί του Χριστού.

Και μη τούτο είνε αφύσικον; είνε τι το οποίον ο γνωρίζων την ανθρωπίνην καρδίαν θα καταδικάση; Το στάδιον του μεγίστου των προφυτών υπήρξε βραχύ και τραγικόν, θλιβερόν ημερολόγιον συμφοράς και εκλείψεως. Καίτοι οι λαοί συνέρρεον παμπληθείς ν' ακούσωσι τον πύρινον κήρυκα της ερημίας, η πραγματική εντύπωσις επί το πνεύμα του έθνους ούτε βαθεία υπήρξεν ούτε διαρκής. «Τις ήκουσε την φωνήν του (λέγει Σκώτος ποιητής); Μόνον η ηχώ από τα άντρα των ορέων απήντα: Μετανοείτε! μετανοείτε!»

Και πριν εξέλθη ο Ιησούς εν τω πληρώματι της εξουσίας Του, η ισχύς και η δύναμις του Ιωάννου είχεν ωχριάσει ως αστήρ προ της ανατολής. Πρέπει να ησθάνθη τάχιστα – και τούτο είνε πικρόν διά πάσαν ανθρωπίνην καρδίαν να το αισθανθή – ότι η αποστολή του εν τη παρούση ζωή, είχε λήξει· ότι ουδέν αξιόλογον έμενεν αυτώ να πράξη. Παρόμοιαι στιγμαί καρδιοβόρου μελαγχολίας επήλθον ήδη εις τον βίον των μεγάλων των προ αυτού, του Μωυσέως και του Ηλία. Αλλά δεινοτέρα ακόμη ήτο η περίστασις διά τον Βαπτιστήν. Διότι αν και ο φίλος και ο Σωτήρ του έζη, και δεν απείχε πόρρω απ' αυτού, ήτο δε εν τη ακμή της δυνάμεως Του, και ετέλει καθ' ημέραν τα θαύματα της αγάπης τα οποία εμαρτύρουν την αποστολήν Του, όμως ο Ιωάννης δεν είδε πλέον τον φίλον και τον Σωτήρα τούτον επί της γης. Ο δε Ηρώδης ο Αντίπας, ο ευτελέστατος ούτος των τυράννων και ασθενέστατος, θυμωθείς διότι ο Ιωάννης τον ήλεγχε διά τον αθέμιτον γάμον του μετά της Ηρωδιάδος, εκράτησε τον Ιωάννην και τον έρριψεν εις την φυλακήν.

Ο Ιώσηπος λέγει, ότι η φυλακή αύτη ήτο εις το φρούριον Μακώρ, παρά την εσχατιάν την γείτονα της έρημου, προς βορράν της Νεκράς Θαλάσσης και εγγύς των μεθορίων της Αραβίας. Διά πνεύμα ελεύθερον, δι' άνδρα ζήσαντα εν τη αγριότητι της ερήμου, καθώς ο Ιωάννης, χειροτέρα του θανάτου ήτο η φυλακή. Και αυτό το όμμα του προφητικού αετού επόμενον ήτο να θολώση εις τον κλοβόν εκείνον.

Ουχί άπαξ ούτε διά μόνον εν τη ιστορία του κόσμου ο Θεός εφάνη ότι άφησε τους μεγίστους θεράποντάς Του να πιώσι μέχρι τρυγός την κύλικα της δοκιμασίας και του μαρτυρίου πριν ή στεφανώσωσι αυτούς οριστικώς με στέφανον δόξης ακήρατον. Αλλ' εις ουδένα η πειθαρχική αύτη παιδεία ήλθε κατά τρομερώτερον τρόπον ή εις τον Άγ. Ιωάννην. Διότι εφαίνετο ολιγωρούμενος ου μόνον υπό του Θεού άνω, αλλά και υπό του ζώντος Υιού του Θεού επί της γης. Ο Ιωάννης ετήκετο εις την ειρκτήν του Ηρώδου, και ο Ιησούς εν τη χαρμοσύνω απλότητι της πρώτης εν τη Γαλιλαία διδασκαλίας Του εκήρυττεν εις φαιδρά πλήθη μεταξύ των κρίνων του αγρού ή από των κυμάτων της λίμνης της τερπνής. Ω, διατί ο Πατήρ του εν τω ουρανώ και ο φίλος του επί της γης να τον αφήσουν να τήκηται ούτω; Μη η ζωή του δεν ήτο οσία; μη η λειτουργία του δεν υπήρξε πιστή; μη η μαρτυρία του δεν ήτο αληθής; Ω, διατί Εκείνος, ον εμαρτύρησε πέραν του Ιορδάνου, δεν κατετίβαζε πυρ εξ ουρανού να καύση τα άνομα εκείνα τείχη; Μεταξύ τόσων θαυμάτων δεν Του επερίσσευεν έν προς χάριν του ταλαιπώρου συγγενούς Του, όστις είχεν έλθη προ προσώπου Του διά να κατασκευάση την οδόν Του έμπροσθέν Του; Μεταξύ τόσων λόγων ελέους και συμπαθείας ένα μόνον δεν ηδύνατο να είπη δι' εκείνον όστις είχεν εκφέρει την φωνήν εκείνην του βοώντος εν τη ερήμω; Διατί ο νεαρός Υιός του Δαυίδ να μη διασαλεύση διά σεισμού τα θεμέλια των ειρκτών εκείνων της Ιδουμαίας, ή μίαν μόνον να στείλη εκ των δώδεκα λεγεώνων των Αγγέλων Του προς απελευθέρωσιν του Προδρόμου και φίλου Του, έστω και διά να τον επαναφέρη και πάλιν εις την έρημον μοναξίαν του, ν' αποθάνη εκεί ελεύθερος μεταξύ των θηρίων, μακράν της ατίμου τυραννίας του Ηρώδου του αιμομίκτου και μοιχού; Τι το άπορον, επαναλέγομεν, αν το όμμα του εν κλωβώ αετού ήρχισε να θολώνη!

«Συ ει ο ερχόμενος ή άλλον προσδοκώμεν;»

Ο Ιησούς δεν απήντησεν απ' ευθείας εις την ερώτησιν. Επέτρεψεν εις τους απεσταλμένους να ίδωσι με τους ιδίους οφθαλμούς των τινά εκ των έργων περί ων μόνον ήκουον μέχρι τούδε, και είτα, κατ' αναφοράν προς το ΞΑ' κεφάλαιον του Ησαΐου, παρήγγειλεν αυτοίς να είπωσι προς τον Ιωάννην ότι τυφλοί αναβλέπουσι, και χωλοί περιπατούσι, και λεπροί καθαρίζωνται, και κωφοί ακούουσι, και νεκροί εγείρονται· προ πάντων δε και υπέρ παν άλλο, ότι πτωχοί ευαγγελίζονται· και είτα, δυνάμεθα να φαντασθώμεν μετά πόσον βαθείας τρυφερότητος προσέθηκε. «Και μακάριος ος αν μη σκανδαλισθή εν Εμοί». Μακάριος τουτέστιν, εκείνος όστις πιστεύη εις Εμέ και εν τω διωγμώ και τη θλίψει· όστις πιστεύση ότι γνωρίζω μέχρι τέλους την θέλησιν του Πέμψαντός Με και πώς και πότε να τελειώσω το έργον Του.

Ευκόλως δυνάμεθα να υποθέσωμεν, αν και ουδέν περισσότερον μας λέγεται, ότι οι μαθηταί δεν απεχώρησαν χωρίς ν' ακούσωσι παρά του Ιησού και άλλους λόγους ιδιαιτέρας στοργής και παραμυθίας διά τον μέγαν δεσμώτην· λόγια τα οποία θα ήσαν «ως γλυκέα υπέρ μέλι τω στόματι» εκείνου όστις υπέφερε την πείναν εις την έρημον, και πολυτιμότερα πηγής ύδατος εν γη αυχμώση. Και μόλις οι μαθηταί απεμακρύνθησαν, ότε Εκείνος εξέφερεν εν γλώση ευρύθμου καλλονής τον αξιομνημόνευτον έπαινον, ότι ο Ιωάννης ήτο όντως η Φωνή εν τη αυγή της νέας ημέρας, ο μέγιστος των κηρύκων του Θεού, ο Ηλίας όστις, κατά το τελευταίον ρήμα της αρχικής προφητείας έμελλε να προπορευθή της ελεύσεως του Μεσσίου και να ετοιμάση την οδόν Αυτού.

«Τι εξήλθετε εις την έρημον θεάσασθαι; Κάλαμον υπό ανέμου σαλευόμενον; Αλλά τι εξήλθετε ιδείν; Άνθρωπον εν μαλακοίς ιματίοις ημφιεσμένον; Ίδετε, οι τα μαλακά φορούντες εν τοις οίκοις των βασιλέων εισίν. Αλλά τι εξήλθετε ιδείν; Προφήτην; Ναι, λέγω υμίν, και περισσότερον προφήτου. Ότι ούτος εστι περί ου γέγραπται. Ιδού Εγώ αποστέλλω τον άγγελόν Μου προ προσώπου Σου, ος κατασκευάσει την οδόν Σου έμπροσθέν Σου».

«Αμήν λέγω υμίν, ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού».

Είτα προσέθηκεν ότι, καίτοι ο Ιωάννης είνε ο τελευταίος και ο μέγιστος εν τη Παλαιά Διαθήκη, «ο μικρότερος εν τη βασιλεία των ουρανών μείζων αυτού εστι».

Ο Ιωάννης είχεν έλθη μη εσθίων μήτε πίνων, και έλεγον; Δαιμόνιον έχει. Ο Υιός του Ανθρώπου είχεν έλθη εσθίων και πίνων, και έλεγον: Ίδε άνθρωπος φάγος και οινοπότης τελωνών φίλος και αμαρτωλών. Πλην εις το τέλος πληρούνται πάντοτε οι λόγοι της Σοφίας: «Ούτος ην ον έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις παραβολήν ονειδισμού, οι άφρονες; Τον βίον αυτού ελογισάμεθα μανίαν και την τελευτήν αυτού άτιμον. Πώς δε κατελογίσθη εν υιοίς Θεού και εν αγίοις ο κλήρος αυτού εστι;»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'.
Η αμαρτωλός και ο Φαρισαίος

Σίμων ο Φαρισαίος. – Η κλαίουσα γυνή. – Η παραβολή των οφειλωτών. – Άφεσις αμαρτιών. – Ήτο αύτη η Μαγδαληνή Μαρία; «Οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα, μύρον εκκενωθέν όνομά σου».

Και τα λόγια τούτα του Άσματος των Ασμάτων έμελλον να πληρωθώσι· την ημέραν εκείνην εν τω Ιησού – όστις είνε το ζων μύρον, και το όνομα Αυτού, όνομα Μεσσίου κεχρισμένου εν ατιμήτω μύρω, ευωδιάζει πνευματικώς εις τους αιώνας ευωδίαν άρρητον. Κατά την διήγησιν του Λουκά, φαίνεται ότι ο Ιησούς την αυτήν ημέραν, ίσως εις Ναΐν ή εις Μάγδαλα, εδέχθη πρόσκλησιν παρ' ενός των Φαρισαίων, καλουμένου Σίμωνος.

Μέχρι τούδε ο Ιησούς δεν είχεν έλθη εις φανεράν ρήξιν προς το Φαρισαϊκόν κόμμα, και ίσως οι οπαδοί τούτου να εφαντάσθησαν, ότι θα ηδύνατο να φανή ωφέλιμος εις τους πολιτικούς και κοινωνικούς σκοπούς των. Φαίνεται ότι ο Σίμων ούτος είχε περισσοτέραν περιέργειαν να ίδη και ν' ακούση τον Ιησούν ή φιλοφροσύνην να τον δεξιωθή. Όλα τα συνήθη γνωρίσματα της φιλοξενίας, ψυχρώς παρελείφθησαν. Ούτε ύδωρ υπήρχε προς πλύσιν των ποδών, ούτε ασπασμός δεξιώσεως επί της παρειάς, ούτε λιπασμός ελαίου διά την κόμην, ουδέν άλλο ειμή ψυχρά τις αποδοχή είς τινα κενήν θέσιν παρά την τράπεζαν, ώστε ο κεκλημένος να θεωρήση ότι λαμβάνει μάλλον τιμήν ή απονέμει.

Κατά τους χρόνους της ενσάρκου Παρουσίας του Κυρίου οι Ιουδαίοι, ίσως προσλαβόντες το έθιμον από των Περσών, είχον εγκαταλείπει το σταυροποδητεί καθήσθαι εις το δείπνον, και ανεκλίνοντο, ως οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, επί κλιντήρων, παρά τραπέζας σχεδόν του αυτού ύψους με τας εν χρήσει παρ' ημίν σήμερον. Θα ίδωμεν εν τοις ύστερον ότι και το Πάσχα εβρώθη εν τη στάσει ταύτη. Το δε έθιμον του αποβάλλειν τα πέδιλα παρά την θύραν, λόγον έχει την μη μίανσιν των ταπήτων, ως προωρισμένων διά τας γονυκλισίας και τας προσευχάς.

Η ωραία και συγκινητική σκηνή ήτις συνέβη εν τη οικία του Σίμωνος, δύναται να εννοηθή μόνον αναλογιζομένων ότι, καθώς ανέκειντο οι δαιτυμόνες επί των κλιτύρων περί τας τραπέζας, οι πόδες των ήσαν εστραμμένοι προς πάντα θεατήν ιστάμενον έξω του κύκλου των ομοιοτραπέζων.

Ο καθολικός νόμος της φιλοξενίας υποχρεοί τον ανατολίτην να ζη με ανοικτάς θύρας, και πας τις δύναται εν πάση ώρα να εισέλθη εις τα δώματά του. Αλλ' εις την περίστασιν ταύτην υπήρξε πλάσμα τι το οποίον συνεκέντρωσε θάρρος να εισχωρήση εις την οικίαν ταύτην, απρόσκλητον άμα και όχι ευπρόσδεκτον. Μία πτωχή, κηλιδωμένη, έκπτωτος γυνή, γνώριμος εν τω τόπω διά τον κακόν βίον της, μαθούσα ότι ο Ιησούς εδείπνει εν τη οικία του Φαρισαίου, απετόλμησε να εισέλθη εκεί εν μέσω πλήθους άλλων επισκεπτών, φέρουσα αλάβαστρον πλήρες μύρου. Εύρεν Εκείνον ον εζήτει εν τω τρικλινίω του Σίμωνος και καθώς ίστατο ταπεινώς όπισθεν Του και ήκουε τους λόγους Του, και ανελογίζετο ποίος ήτο Εκείνος και έως πού είχε πέσει αυτή, ανελογίζετο την άμωμον καθαρότητα του νέου Προφήτου, και την ιδίαν αυτής επαίσχυντον ζωήν, ήρχισε να κλαίη, και τα δάκρυά της έπιπτον επί τους γυμνούς πόδας Του, εφ' ους έκυψεν επί μάλλον και μάλλον όπως κρύψη την αισχύνην αυτής.

Ο Φαρισαίος θα οπισθοδρόμει μετά φρίκης προς την αφήν, έτι περισσότερον προς το δάκρυ της τοιαύτης· θα απέμασσε το μόλυσμα και θα απεδίωκεν την επείσακτον μετ' αράς. Αλλ' η γυνή αύτη ησθάνθη αυθορμήτως ότι ο Ιησούς δεν θα εφέρετο προς αυτήν ούτω· ησθάνθη ότι το υψίστως αναμάρτητον είνε άμα και το βαθύτητα συμπαθές. Ίσως είχεν ακούσει τους χαριτοβρύτους εκείνους λόγους οίτινες δυνατόν να ελέχθησαν αυθημερόν. «Δεύτε προς Με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Και έλαβε θάρρος επειδή δεν επετιμήθη· και ούτω κατανοήσασα ότι, ό,τι και αν έπραττον οι άλλοι, ο Κύριος δεν την εμίσει ούτε την απεστρέφετο, επλησίασεν εγγύτερον προς Αυτόν, και, κλίνασα τα γόνατα, ήρχισε με τους μακρούς λυτούς βοστρύχους της κόμης της ν' απομάσση τους πόδας τους οποίους είχον υγράνη τα δάκρυά της, και είτα να καλύπτη αυτούς με ασπασμούς, και τέλος, θραύουσα το αλάβαστρον, να καταχέη το πολύτιμον νάρδον επί των ποδών Αυτού.

Η θέα της λυσικόμου ταύτης γυναικός, το αίσχος της ταπεινώσεώς της, η αγωνία της μεταμελείας της, το πολύδακρυ των οφθαλμών της, η θυσία του μύρου εκείνου, θα ηδύναντο να κινήση και λιθίνην καρδίαν εις συμπάθειαν. Αλλ' ο Σίμων, ο Φαρισαίος, απέβλεψε προς τούτο μετά παγεράς αποδοκιμασίας. Η έκκλησις εις έλεος εκ μέρους της θρηνούσης δεν τον συνεκίνησε. Δεν ήτο αρκετόν δι' αυτόν ότι ο Ιησούς υπέφερεν, ώστε το δύστηνον πλάσμα να Του ασπασθή και να Του αρωματίση τους πόδας, χωρίς να λαλήση προς αυτήν ουδέ λέξιν ενθαρύνσεως ακόμη. Εάν ήτο προφήτης, έπρεπε να γνωρίση ποίου είδους γυνή ήτο αύτη· και αν εγνώριζε, θα την απώθει μετ' αγανακτήσεως, ως θα έπραττε και ο Σίμων αυτός. Η απλή πρόσψαυσίς της απήτει επίσημον κάθαρσιν. Έν μόνον σημείον παρ' Αυτού, και ο Σίμων μετά πολλές χαράς θα απέβαλλε τον τοιούτον μολυσμόν από της σκέπης της στέγης του.

Ο Φαρισαίος δεν εξεστόμισε τας σκέψεις ταύτας, αλλ' η ψυχρά στάσις του και η περιφρονητική εκφρασις του προσώπου του, έδειξαν ό,τι εν τη καρδία του συνέβαινεν. Ο Κύριος εγνώρισε τας σκέψεις του, αλλά δεν απεδοκίμασε παραχρήμα την ανελεήμονα διάθεσίν του. Διά να επισύρη την γενικήν προσοχήν εις τους λόγους Του, εστράφη προς τον ξενίζοντα.

«Σίμων, έχω τι σοι ειπείν»:

«Λέγε, διδάσκαλε».

«Δανειστής είχε δύο χρεωφειλέτας· ο πρώτος ώφειλε πεντακόσια δηνάρια, ο έτερος πεντήκοντα· επειδή δε ουδέν είχον αποδούναι, αφήκεν αυτοίς άπαντα. Ειπέ μοι, πότερος τούτων αγαπήσει αυτόν το πλείον;»

Ο Σίμων δεν είχεν την ελαχίστην έννοιαν αν το ζήτημα είχεν ελαχίστην αναφοράν προς εαυτόν· όσην είχε και ο Δαυίδ, ότε απέφηνε τόσω ελευθέραν κρίσιν επί της παραβολής του Νάθαν.

«Υπολαμβάνω, είπε μετ' αδιαφορίας ο Σίμων, ότι ω τα πλείονα εχαρίσατο».

«Ορθώς έκρινας», είπεν ο Χριστός. Και τότε ευθύς ήλθεν η εφαρμογή της μικράς παραβολής, της συντεθειμένης εν τη ρυθμική ταύτη εκφράσει του αντιθετικού παραλληλισμού, της οποίας ο Κύριος συχνήν εποιείτο χρήσιν εις τας υψηλοτέρας διδασκαλίας Του, και ήτις επενήργει, καθώς και η ποιητική γλώσσα των προφητών των, επί τα ώτα των ακροωμένων. Ει και ο Σίμων δυνατόν να μη είδε το κέντρον της παραβολής, ίσως η μετανοούσα, διά της γοργοτέρας μαντικής της συντετριμμένης καρδίας, το είδε. Αλλ' οποία υπήρξεν η συγκίνησίς της όταν Εκείνος, όστις μέχρι τούδε δεν είχε δώσει προσοχήν εις αυτήν, τώρα εστράφη προς ταύτην, και επιστήσας την προσοχήν όλων των παρόντων εις το ταπεινόν σχήμα της, καθώς εκάθητο επί του εδάφους, κρύπτουσα με τας δύο χείρας και με τους λυτούς πλοκάμους της την σύγχυσιν του προσώπου της, εφώνησε προς τον έμπληκτον Φαρισαίον:

«Σίμων! βλέπεις την γυναίκα ταύτην;

«Εισήλθον σου εις την οικίαν· ύδωρ ουκ επέχεας επί τους πόδας μου· αύτη δε τοις δάκρυσιν αυτής ένιψέ μου τους πόδας, και ταις θριξίν αυτής απέμαξεν αυτούς.

«Φίλημα ου μοι έδωκας· αλλ' αύτη, αφ' ης ώρας εισήλθον, ουκ επαύσατο καταφιλούσά μου τους πόδας.

«Ελαίω την κεφαλήν μου ουκ ήλειψας· αύτη δε μύρω ήλειψέ μου τους πόδας.

«Διά τούτο λέγω ημίν, αφέωνται αι αμαρτίαι αυτής αι πολλαί, ότι πολύ ηγάπησεν· ω δε ολίγον αφεθήσεται, ολίγον αγαπά».

Και τότε, ως πλουσίαν επωδόν χαριεστάτης μουσικής, προσέθηκεν, όχι πλέον προς τον Σίμωνα, αλλά προς την πτωχήν αμαρτωλόν, τας λέξεις του ελέους. «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου».

«Οσάκις αναλογίζομαι το συμβεβηκός τούτο, έλεγε Γρηγόριος ο Μέγας, έχω περισσοτέραν διάθεσιν να κλαύσω παρά να κηρύξω επ' αυτού».

Οι λόγοι του Κυρίου ήσαν διαρκώς νέα αποκάλυψις προς πάντας τους ακούοντας, και αν δυνάμεθα να κρίνωμεν εκ πολλών ενδείξεων εν τοις Ευαγγελίοις, φαίνεται συχνή να επηκολούθησε μετ' αυτούς, εις τας πρωίμους ημέρας του κηρύγματός Του, σιωπή βαθείας εκπλήξεως, ήτις βραδύτερον, μεταξύ εκείνων οίτινες τον απέρριπτον, ερρήγυτο εις δριμείας μομφάς ή εις γογγυσμούς οργίλους. Κατά το στάδιον τούτο του έργου Του, η γοητεία του φόβου εκείνου, η προερχομένη εκ της αγάπης και της καθαρότητός Του, και εκ της ενδοτέρας εκείνης θειότητος ήτις έλαμπεν εις την στάσιν Του και ήχει εις την φωνήν Του, δεν είχε θραυσθή ακόμη. Μόνον εις τας κρυφίας σκέψεις των οι δαιτυμόνες, μάλλον, φαίνεται, εν εκπλήξει ή εν οργή, απετόλμησαν να αμφισβητήσωσι την ήρεμον ταύτην αξίωσιν επί ιδιότητα πλέον ή επίγειον. Μόνον εις τας καρδίας των σιωπηλώς ηρώτων: Τις είνε ούτος, όστις και αμαρτίας συγχωρεί;

Ο Ιησούς εγνώρισε τους ενδομύχους δισταγμούς των· πλην είχε προφητευθή περί Αυτού ότι ου μη ερίση ουδ' ου μη κράξη, ουδ' η φωνή Αυτού ακουσθήσεται εν ταις οδοίς· και περιωρίσθη μόνον ν' αποπέμψη την γυναίκα. «Η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην». Και εις ειρήνην αναμφιβόλως επορεύθη, εις την ειρήνην του Θεού την υπέρ πάσαν έννοιαν, εις την ειρήνην ην ο Ιησούς δίδει, ήτις δεν είνε ως ο κόσμος δίδει.

Εις το γενικόν μάθημα το οποίον η ιστορία της διδάσκει θα επανέλθωμεν εν τοις ύστερον, διότι είνε μάθημα το οποίον απετέλεσε κεντρικήν διδασκαλίαν της αποκαλύψεως του Χριστού. Εννοώ το μάθημα ότι ιδιοτελής υποκρισία είνε εις το όμμα του Θεού μισητή όσον κατάφωρος αμαρτία· το μάθημα ότι η ζωή αμαρτωλής και αμετανοήτου σεμνοτυφίας δύναται να είνε όχι ολιγώτερον θανάσιμος από την ζωήν της αισχύνης της φανεράς.

Αρχαία παράδοσις, ιδίως κρατούσα εν τη Δυτική Εκκλησία, παράδοσις ήτις καίτοι αβέβαιος, δεν φαίνεται απολύτως απίθανος, λέγει ότι η γυνή αύτη ήτο η Μαρία η Μαγδαληνή, αφ' ης ο Ιησούς «εκβεβλήκει επτά δαιμόνια». Την παράδοσιν αναφέρουν μεταξύ των παλαιών πατέρων της Δυτικής Εκκλησίας ο Αμβρόσιος, ο Ιερώνυμος, ο Αυγουστίνος και Γρηγόριος ο Μέγας.

Ο εξορκισμός ούτος (η εκβολή των επτά δαιμονίων) θα ήτο εντελώς σύμμορφος με την συνήθη εβραϊκήν φρασεολογίαν, εάν η έκφρασις είχεν εφαρμοσθή εις αυτήν, συνεπεία εμπαθούς φύσεως και εκλύτου βίου. Οι ταλμουδισταί πολλά φλυαρούσι περί αυτής, περί του πλούτου της, περί της καλλονής της, περί του αίσχους της, περί του συζύγου της και των εραστών της. Πλην ό,τι αληθώς γνωρίζομεν περί της Μαγδαληνής εκ της Γραφής, είνε ο ενθουσιασμός εκείνος της αφοσιώσεως και της ευγνωμοσύνης, όστις την έκαμε ν' αφιερωθή ψυχή και καρδία εις την υπηρεσίαν του Σωτήρος της. Εις το κεφάλαιον του Λουκά το ακόλουθον μετά την σκηνήν εκείνην του μύρου και των δακρύων, μνημονεύεται το πρώτον μεταξύ των γυναικών αίτινες ηκολούθησαν τον Κύριον και δυνατόν εν τη διηγήσει του συμβεβηκότος του εν τη οικία του Σίμωνος το όνομά της επίτηδες να παρελείφθη.

Δυνατόν εν τούτοις η γυνή η αμαρτωλός να ήτο άλλη παρά την Μαρίαν την εκ Μαγδάλων, και ν' απήλθεν όπως εύρη την ειρήνην, την οποίαν ο Χριστός υπεσχέθη εις την τεταραγμένην αυτής συνείδησιν, εν βίω εγκλείσεως, μελετώσα εν σιωπή περί της ελεήμονος συγχωρήσεως του Κυρίου. Αλλ' όμως εις την συνείδησιν των πολλών θα ταυτίζεται μέχρι τέλους των χρόνων με την Μαγδαληνήν Μαρίαν, της οποίας αυτό το όνομα μετέβη εις όλας τας πεπολιτισμένας γλώσσας ως συνώνυμον της δεκτής μετανοίας και της συγχωρηθείσης αμαρτίας. Ο περιηγητής όστις, οδοιπορών εν μέσω των αβρών αρωμάτων πολλών ανθοφόρων φυτών παρά τας όχθας της Γεννησαρέτ, φθάνει εις τον κατηρειπιωμένον πύργον και τον ερημικόν φοίνικα τα οποία σημειούσι το αραβικόν χωρίον Ελ Μετζέλ ακουσίως θ' αναπολήση την παλαιάν ταύτην παράδοσιν περί εκείνης, της οποίας η εφάμαρτος καλλονή και η βαθεία μετάνοια κατέστησαν τόσον περίφημον το όνομα των Μαγδάλων· καίτοι δε αι ολίγαι άθλιαι αγροτικαί καλύβαι είναι ρυπαραί και ετοιμόρροπαι, και οι κάτοικοι ζώσιν εν αμαθεία και πολλή ευτελεία, μετ' ενδιαφέροντος και συγκινήσεως θ' αποβλέψη εις τοπίον όπερ ανακαλεί εις την μνήμην του μίαν των περιφανεστέρων αποδείξεων ότι ουδείς, ούτε ο μάλιστα έκπτωτος και μάλιστα περιφρονούμενος, θεωρήται ως απόβλητος υπ' Εκείνου ούτινος έργον ήτο να ζητήση και σώση το απολωλός. Ίσως εις τον μυρωμένον αέρα της Γεννησαρέτ, εις την λαμπρότητα του στερεώματος υπεράνω της κεφαλής του, εις την μελωδίαν του κελαδήματος των πτηνών ήτις πληροί τον αέρα, εις τον εαρινόν πλούτον του πορφυρού ανθού όστις επιστέφει τας πηλίνους εκείνας καλύβας, θα ίδη τύπον της θείας ευσπλαγχνίας και αγάπης, ήτις είνε αϊδίως πλουσία, ώστε να περιβάλλη με την χάριν του ουρανίου κάλλους τα ερείπεια της πάλλαι ολόφρονος και βεβηλομένης ζωής.

Yaş sınırı:
12+
Litres'teki yayın tarihi:
28 eylül 2017
Hacim:
620 s. 1 illüstrasyon
Telif hakkı:
Public Domain