Sadece Litres'te okuyun

Kitap dosya olarak indirilemez ancak uygulamamız üzerinden veya online olarak web sitemizden okunabilir.

Kitabı oku: «Ο Βίος του Χριστού», sayfa 9

Yazı tipi:

Ποία μεγάλα έργα ετέλεσε τότε ο Ιησούς δεν δυνάμεθα να είπωμεν. Επίστευσάν τινες εις Αυτόν, αλλ' αι καρδίαι των ήσαν ψυχραί και νωθραί και ψευδείς ακόμη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.
Ο Νικόδημος

Χαρακτήρ του Νικοδήμου. – Οι μαθηταί του Ιησού βαπτίζουσι. – Τα παράπονα των μαθητών του Ιωάννου. – Γενναία και θλιβερά απάντησις.

Πάσα αίρεσις ή σύστημα ανθρώπων δυνατόν να συνίσταται κατά το πλείστον από αλαζόνας φανατικούς και ισχυρογνώμονας ψευδευλαβείς, αλλά θα είνε παράδοξον αν δεν ευρίσκωνται μεταξύ αυτών και εξαιρέσεις· παράδοξον αν δεν υπάρχουσι και ευαίσθητοι ή ειλικρινείς άνθρωποι μεταξύ αυτών. Και μεταξύ των αρχόντων, των γραμματέων, Φαρισαίων, και των πλουσίων μελών του Συνεδρίου, ο Χριστός εύρε τους πιστεύοντας και τους ακολουθούντας. Ο πρωιμώτατος και επισημότατος τούτων ήτο ο Νικόδημος, πλούσιος άρχων, Φαρισαίος, και μέλος του Συνεδρίου.

Εντοσούτω φυσική τις δειλία φαίνεται εις παν ό,τι τα Ευαγγέλια λέγουσι περί του Νικοδήμου· δειλία ήτις δεν δύναται να κατανικηθή εξ ολοκλήρου ούτε υπό της ειλικρινούς επιθυμίας να γνωρίση και να φιλιωθή μ' Εκείνον τον οποίον εγνώριζεν ως προφήτην, καί τοι δεν τον ανεγνώρισε παρευθύς ως τον επηγγελμένον Μεσσίαν. Ούτω αι ολίγαι λέξεις τας οποίας παρενέβαλε διά να περιστείλη την άδικον μανίαν των συναδέλφων του ερείδονται προφυλακτικώς επί γενικής αρχής, και δεν ελέγχουσιν ένδειξιν της ιδίας πίστεώς του εις τον Γαλιλαίον, τον οποίον η αίρεσίς του μισεί και καταδιώκει. Και όταν ακόμη η δύναμις της αγάπης του Χριστού, η φανερωθείσα επί του Σταυρού, κατέστησε τολμηρούς τους δειλοτάτους των μαθητών, ο Νικόδημος δεν προέρχεται εις το μέσον με τα λαμπρά δώρα της ιδίας στοργής Του εωσότου το παράδειγμα εδόθη υπό άλλου εφαμίλλου του κατά την κοινωνικήν τάξιν και τον πλούτον.

Ο Νικόδημος ήλθε διά νυκτός προς τον Ιησούν. Επεθύμει να γνωρίση καλλίτερον τον νεαρόν Γαλιλαίον προφήτην ον ανεγνώριζεν ως διδάσκαλον θεόπεμπτον· αλλά δεν ήθελε να εκθέση την ιδίαν αξιοπρέπειάν του επισκεπτόμενος αυτόν δημοσία. Ο δε τρόπος των ερωτήσεών του ήτο μάλλον πλάγιος, και ωμίλει δι' εισηγήσεων και υποδηλώσεων προς τον Ιησούν.

Ο κύριος είδε βαθέως εις την καρδίαν αυτού, και αποφεύγων πάσαν διατύπωσιν και παν προοίμιον, τον εξέπληξε διά της απαντήσεως: «Εάν μη τις αναγεννηθή, ου δύναται ιδείν την βασιλείαν του Θεού». Ο μαθητής μου οφείλει να είναι ιδικός μου ψυχή και καρδία, άλλως δεν είναι μαθητής μου παντάπασιν.

Ο Κύριος δεν ωμίλει περί σαρκικής γεννήσεως, αλλά περί της πνευματικής εκείνης αναγεννήσεως, ήτις οφείλει να είναι γέννησις δι' ύδατος και πνεύματος, τουτέστι κάθαρσις άμα και ανακαίνισις, εξωτερικόν σύμβολον και εσωτερική χάρις, θάνατος τη αμαρτία και νέα γέννησις εις δικαιοσύνην.

Ο Νικόδημος ηδύνατο μόνον ν' απαντήση δι' εκφράσεως δυσπίστου εκπλήξεως. Εθνικός δυνατόν να είχεν ανάγκην νέας γεννήσεως διά να γείνη δεκτός εις την Ιουδαϊκήν κοινωνίαν· αλλ' αυτός, τέκνον του Αβραάμ, Ραββίς και ζηλωτής φύλαξ του νόμου, ηδύνατό ποτε να έχη τοιαύτην ανάγκην; Πώς γίνεται;

Συ είσαι ο διδάσκαλος του Ισραήλ ηρώτησεν ο Κύριος, και δεν γνωρίζεις ταύτα; Συ είσαι το τρίτον μέλος του Συνεδρίου, ο σ α κ ά μ, ήτοι ο σοφός, και όμως δεν γνωρίζεις το πρώτον και απλούστερον μάθημα της μυήσεως εις την βασιλείαν των ουρανών; Εάν η γνώσις σου είναι τόσον σαρκική, τόσον περιορισμένη, εάν ούτω προσκόπτεις επί του ουδού, πώς δύνασαι να εννοήσης τας βαθυτέρας εκείνας αληθείας, τας οποίας Εκείνος μόνον όστις κατήλθεν εξ ουρανού ήλθε να αποκαλύψη;

Ο Σωτήρ εξηκολούθει ν' αποκαλύπτη εις τον διδάσκαλον τούτον του Ισραήλ πράγματα μεγαλείτερα και υψηλοτέρα ακόμη. Και το «υψωθήναι δει τον Υιόν του Ανθρώπου» είναι άμα και κυριολεκτικόν (= σταυρωθήναι) και μεταφορικόν, ήτοι δοξασθήναι. Και πώς ο Θεός εξεδήλωσε την αγάπην Αυτού πέμψας τον Υιόν Αυτού τον Μονογενή, ουχί ίνα κρίνη τον κόσμον, αλλ' ίνα σώση τον κόσμον· και την απολύτρωσιν πάντων διά της πίστεως της εις Αυτόν· και την καταδίκην την μέλλουσαν να πέση επί εκείνους οίτινες οικειοθελώς απορρίπτουσι τας αληθείας τας οποίας ήλθε να διδάξη.

Ταύτα ήσαν τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, και ταύτα πρέπει να εισήλθον βαθέως εις την ψυχήν του προληπτικού Φαρισαίου. Μετά πραότητος δε ήλεγξεν ο Χριστός και τον φόβον όστις έκαμε τον επίσημον τούτον ραββίνον να ζητή την σκέπην της νυκτός προκειμένου περί πραγμάτων τα οποία έπρεπεν εις το φως της ημέρας και δημοσία και αφόβως να κηρυχθώσι.

Ποια άλλα διδάγματα εκηρύχθησαν και πόσα εγένοντο σημεία κατά το πρώτον τούτο Πάσχα, δεν λέγουν οι Ευαγγελισταί. Ευρών πείσμονα και τυφλήν αντίστασιν, ο Κύριος απήλθε μετά των μαθητών Του εις την Ιουδαίαν, ως φαίνεται, παρά τας όχθας του Ιορδάνου, διότι εκεί ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής μας λέγει, ότι οι μαθηταί Του ήρχησαν να βαπτίζωσι. Οι θεολόγοι συνεζήτησαν μετά λεπτολογίας οποίον ήτο το πρώτον τούτο βάπτισμα, το οποίον φαίνεται να υπήρξε προεικόνισμα του μέλλοντος Μυστηρίου, επιτραπέν, όχι διαταχθέν υπό του Χριστού.

Ιωάννης ο Βαπτιστής εξηκολούθει ακόμη το βάπτισμα της μετανοίας. Μεθ' όσα και αν ελογομάχησαν οι θεολογούντες, το βάπτισμα του Ιωάννου, όπως και το των μαθητών του Χριστού, πρέπει να θεωρήται ως σύμβολον μετανοίας και καθαρότητος. Όστις δε φρονεί ότι η μετάνοια είνε «η νεωτέρα αδελφή της αθωότητος», και ότι δι' όλους τους αμαρτήσαντας είνε αύτη ο σκοπός και το έργον της ζωής, δεν θα εκπλαγή ότι το πρώτον κήρυγμα του Ιησού, ως του Ιωάννου, υπήρξε. «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών».

Ο αστήρ του Ιωάννου, όστις έλαμψεν εις το λυκαυγές της Ευαγγελικής αναγεννήσεως, ήρχισε ν' αμαυρούται ήδη. Το πνεύμα του, εν άκρα ταπεινώσει και πραότητι, υπετάγη εις το θέλημα του Θεού. Είχε μεταβή εις Αινών, εγγύς της Σαλήμ, περί της θέσεως της οποίας οι γεωγράφοι δεν συμφωνούσιν. Ολίγοι ακόμη ήρχοντο εις το βάπτισμά του, πολύ δε περισσότεροι συνέρρεον εις το βάπτισμα των μαθητών Χριστού. Η αγεννής ζηλοτυπία, ήτις δεν ηδύνατο να επισκοτίση την φωτισμένην ψυχήν του Βαπτιστού, εύρεν έτοιμον χώρον εις τας καρδίας των οπαδών του. Κάποιος Ιουδαίος φιλόνικος τους είχεν ενοχλήσει δι' έριδος περί καθαρισμού, εκείνοι δε είπον προς τον διδάσκαλόν των:

– «Ραββί, ιδού ος ην μετά σου πέραν του Ιορδάνου, περί ου και εμαρτύρησας, βαπτίζει, και πάντες προς αυτόν, έρχονται».

Η παράλειψις του ονόματος, ο τόνος οργής, όλα εμφαίνουσι την αντιζηλίαν εις την παρατήρησιν ταύτην. Η απάντησις του Ιωάννου υπήρξε γενναία και αξία αυτού. «Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι». Δεν ήτον αυτός ο Νυμφίος, αλλ' ο φίλος του Νυμφίου. Δεν ήτον το φως, αλλ' ο λύχνος. Ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, ο Υιός του Θεού, είχεν ανατείλη ήδη, και μόνον όστις πιστεύση εις Αυτόν θα έχη ζωήν αιώνιον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
Η Σαμαρείτις

Επάνοδος του Ιησού εις Γαλιλαίαν. – Το φρέαρ του Ιακώβ. – Η συνδιάλεξις μετά της γυναικός. – Ιερουσαλήμ και Γαριζέν. – Αποκάλυψις του Μεσσίου.

Ο φιλόνικος Ιουδαίος όστις τόσον βαθέως συνεκίνησε τους μαθητάς του Ιωάννου δυνατόν να ήτο είς των εξοχόντων Φαρισαίων· και ο Κύριος τάχιστα εγνώρισεν ότι επετήρουν τας κινήσεις του με εχθρικόν όμμα. Η προς τον Ιωάννην έχθρα των εγένετο βαθυτέρα έχθρα προς Αυτόν. Ακούσας δε ο Χριστός ότι ο Ιωάννης συνελήφθη υπό Ηρώδου του Αντίπα και εβλήθη εις την φυλακήν, απήλθεν εκ της Ιουδαίας και ανεχώρησε πάλιν εις την Γαλιλαίαν.

Εκκινήσας λίαν πρωί, εστάθη μετά πολλάς ώρας εις τα εγγύς της πόλεως Συχάρ προς αναψυχήν, όπου ήτο το φρέαρ του Ιακώβ. Ήτο μεσημβρία, και ο Κύριος ημών κεκμηκώς εκάθισε παρά το φρέαρ. Οι μαθηταί Του, ίσως τα δύο ζεύγη των αδελφών (Πέτρος και Ανδρέας, Ιάκωβος και Ιωάννης), και μετ' αυτών ο Φίλιππος και Βαρθολομαίος, είχον απέλθη ν' αγοράσωσι τροφάς εις την πόλιν· και πεινών και διψών, Εκείνος όστις έφερεν όλας τας ασθενείας μας, εκάθισε κουρασμένος, περιμένων αυτούς. Τότε η μοναξία Του διεκόπη διά της εμφανίσεως μιας γυναικός. Τον Μάιον κατά την μεσημβρίαν εν Παλαιστίνη ο καύσων δυνατόν να είνε σφοδρός, αλλά δεν είνε και τόσον υπερβολικός ώστε να εμποδίζη την έξοδον από της οικίας και την σύντομον πορείαν· και η γυνή αύτη, ή κατά τύχην, ή διότι δεν ήτο καλής φήμης, και ήθελε ν' αποφύγη την ώραν καθ' ην αι γυναίκες όλης της πολίχνης θα συνέρρεον εις το φρέαρ, ήρχετο ν' αντλήση ύδωρ.

Ο Κύριος ήτο διψασμένος και κουρασμένος, κατά το ανθρώπινον, και η παρουσία της θα τον ηυχαρίστησε, διότι «άντλημα ουκ είχε, και το φρέαρ ην βαθύ». Η σκηνογραφία της χλοεράς κοιλάδος με τους αστάχυς και τα μεγάλα δένδρα, αι μεγάλαι αναμνήσεις του Ιακώβ και του Ιωσήφ, του οποίου ο τάφος ευρίσκετο εκεί πλησίον, του Ιησού του Ναυή και του Γεδεών, ενέπνεον και παρείχον αφορμήν εις μελέτας. Η γειτνίασις των δύο ορέων, δεξιόθεν και αριστερόθεν, του Γαριζίν και του Γεβάλ, διηγούντο ολόκληρον ιστορίαν. Εις το πρώτον των δύο τούτων ορέων προσεκύνουν οι Σαμαρείται, καθώς οι Ιουδαίοι εις Ιερουσαλήμ, και επί των δύο αι φυλαί του Ισραήλ ανά έξ, απήγγειλαν το πάλαι τας περιφήμους ευλογίας και τας αράς: «Ευλογημένος ει εν πόλει, και ευλογημένος ει εν αγρώ», κτλ.

Ο Κύριος είπε προς την γυναίκα: «Δος μοι ύδωρ πιείν».

Πας όστις εταξείδευσεν εις την Ανατολήν γνωρίζει πόσον πρόθυμος και φιλόφρων είνε η απάντησις. Ο ελεεινός Φελλάχος και ο άξεστος Βεδουίνος φαίνεται αισθανόμενος μεγάλην ευχαρίστησιν να υπακούση εις την εντολήν του παρ' αυτώ μεγάλου προφήτου, και να δώση ύδωρ εις τον διψώντα. Και όμως τόσον θανάσιμος ήτο η έχθρα και αντιζηλία μεταξύ Ιουδαίων και Σαμαρειτών, ώστε η αίτησις έκαμε την γυναίκα να εκπλαγή μόνον. Η ενδυμασία του Ιησού, ως και ο τρόπος καθ' ον επρόφερε την φράσιν «Τενί λιστόθ» (δος μοι να πίω), έδειξαν αυτή ότι Εκείνος ήτο Ιουδαίος, Ιουδαίοι δε και Σαμαρείται «ου συγχρώνται», τουτέστι δεν συγκοινωνούσι προς αλλήλους.

Μετά πραότητος είπεν αυτή ο Κύριος, ότι, εάν είξευρε την δωρεάν του Θεού, και τις ήτον ο λέγων αυτή δ ο ς μ ο ι π ι ε ί ν, αυτή θα του εζητούσε, κ' εκείνος θα της έδιδεν ύδωρ ζων. Εκείνη εκύτταξε το φρέαρ, εκατόν πόδας βαθύ, και άντλημα Αυτός δεν είχε. Πόθεν λοιπόν είχε το ύδωρ το ζων; Μήπως Συ είσαι μεγαλείτερος από τον πατέρα ημών Ιακώβ, όστις έσκαψε το φρέαρ τούτο και έπιεν εξ αυτού;

Ο πατήρ σας Ιακώβ έπιεν εκ του φρέατος τούτου και απέθανε· το ύδωρ, το οποίον θα δώσω Εγώ, όστις πίη, δεν θα διψήση εις τον αιώνα. – Κύριε, δος μοι από το ύδωρ αυτό, διά να μη διψώ, και να μην έρχομαι καθημερινώς εις το φρέαρ.

Ο Κύριος είπεν αυτή: Ύπαγε, φώνησόν σου τον άνδρα. Αυτή ηναγκάσθη τότε ν' απαντήση ότι δεν είχεν άνδρα. Και ο Κύριος, επιβεβαιών την εξομολόγησίν της, έδειξεν ότι γνωρίζει ως καρδιογνώστης το μυστικόν του εκλελυμένου βίου της: «Αληθώς είπας ότι ουκ έχεις άνδρα· πέντε γαρ έσχες, και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ».

Είδε τότε εκείνη ότι Προφήτης ήτο ενώπιόν της, αλλά συγχρόνως έδειξε την κορυφήν του όρους Γαριζέν, και λέγει προς αυτόν: «Οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν, και ημείς λέγετε ότι εν Ιερουσαλήμ εστιν ο τόπος όπου δει προσκυνεί».

Εν συγκρίσει προς την νόθον λατρείαν των Σαμαρειτών ο Ιουδαϊσμός ήτο αγνός και αληθής. Αλλ' όμως παρά τούτο εξέφερε προς αυτήν την ισχυράν και αξιομνημόνευτον πρόρρησιν ότι έρχεται ώρα ότε οι αληθινοί προσκυνηταί, ούτε εν τω όρει τούτω ούτε εν Ιερουσαλήμ, αλλ' εν παντί τόπω προσκυνήσουσι τω Πατρί εν πνεύματι και αληθεία.

Βαθέως τότε συνεκινήθη εκείνη, και είπεν ότι, όταν έλθη, ο Μεσσίας, θα διδάξη πάντα ταύτα· και ο Κύριος είπε τότε την απλήν και φοβεράν αλήθειαν: «Ο λαλών σοι Εγώ ειμι».

Η γέννησίς Του απεκαλύφθη το πρώτον διά νυκτός εις ολίγους ταπεινούς και αφανείς ποιμένας· η πρώτη πλήρης και σαφής υπ' Αυτού αναγγελία του αξιώματός Του ως Μεσσίου εγένετο πλησίον ερημικού φρέατος εν μεσημβρία και προς αφανή εκ Σαμαρείας γυναίκα. Και προς την πτωχήν ταύτην, την αμαρτωλόν και αμαθή ξένην εξηνέχθησαν λόγοι αθανάτου σημασίας, προς τους οποίους όλαι αι μέλλουσαι γενεαί έμελλον να τείνωσι τα ώτα με συνεχομένην πνοήν και γονυκλινείς.

Τις θα επενόει, τις θα εφαντάζετο απλώς πράγματα τόσον ανόμοια με τους λογισμούς των ανθρώπων όπως αυτά;

Κ' εδώ η συνδιάλεξις διεκόπη· διότι οι μαθηταί, και μεταξύ αυτών κ' εκείνος όστις τα διηγείται, επέστρεψαν προς τον διδάσκαλόν των. Μακρόθεν είδον και εσκανδαλίσθησαν. Αυτός ο Ιουδαίος, αυτός ο Ρεββί, να ομιλή με γυναίκα, και μάλιστα Σαμαρείτιδα και αμαρτωλήν! Και όμως δεν ετόλμησαν τίποτε να είπουν ούτε να Τον ερωτήσουν. Το αίσθημα του μεγαλείου Του, η αγάπη και η πίστις ην μόνη η παρουσία Του ενέπνευε, επεσκίαζον πάσαν περιέργειαν.

Εν τω μεταξύ η γυνή έτρεξεν εις την πολίχνην και διηγήθη πάντα όσα ήκουσε. Δεύτε ίδετε καρδιογνώστην. Μήτοι ούτος εστιν ο Χριστός;

Οι Σαμαρείται έτρεξαν έξω της πόλεως, κ' ενώ ούτοι επλησίαζον, οι μαθηταί προέτρεπον τον Κύριον να φάγη, διότι παρήλθεν η μεσημβρία, και είχε κουρασθή πολύ. Αλλ' η πείνα εθεραπεύθη εν τη εξάρσει του κηρύγματός Του. Έχω βρώμα φαγείν, είπεν, ό υμείς ουκ οίδατε. Τάχα δεν ενόησαν ότι από παιδός δεν είχε τραφή με άρτον μόνον; Αι Γραφαί των ήσαν πλήρεις ζωντανών μεταφορών, και όμως δεν ηδύναντο να εξαρθώσιν εις ανωτέραν έννοιαν, και η μόνη ερμηνεία των ήτο ότι κάποιος Του έδωκε να φάγη. Πόσον σκληρόν πρέπει να ήτο δι' Αυτόν το να ευρίσκη συνεχώς μεταξύ των ιδίων εκλεκτών Του τοιαύτην ανικανότητα εις το κατανοείν! Αλλά δεν είχεν ανυπομονησίαν Αυτός ο πράος και ταπεινός τη καρδία. «Εμόν βρώμα, είπεν, ίνα ποιώ το θέλημα του Πέμψαντός Με, και τελειώσω Αυτού το έργον».

Η συνομιλία των ελθόντων τότε Σαμαρειτών τους έπεισε πολύ βαθύτερον ή όσον η διήγησις της γυναικός ότι Αυτός ήτον ο Σωτήρ του Κόσμου. Ευμενώς δεχθείς την αίτησίν των έμεινε παρ' αυτοίς μετά των μαθητών Του επί δύο ημέρας. Η δε διδασκαλία των δύο τούτων ημερών μεγάλως συνετέλεσεν εις την ύστερον επιστροφήν των Σαμαρειτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'
Ουδείς προφήτης εν τη εαυτού πατρίδι

«Οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον». – Μία ιουδαϊκή Συναγωγή. – Ο λόγος του Ιησού. – Η μανία των Ναζαρηνών. – Διαφυγή του Ιησού και αναχώρησις από την Ναζαρέτ.

Μέχρι τούδε ηκολουθήσαμεν την χρονολογικήν οδηγίαν του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, εδώ δε διά πρώτην φοράν συναντώμεν το δύσκολον ζήτημα περί της ορθής χρονολογικής τάξεως τον συμβεβηκότων εν τω κηρύγματι του Κυρίου.

Πληθύς συγγραφέων εις όλα τα χριστιανικά έθνη αφιέρωσαν έτη, τινές εξ αυτών όλην την ζωήν των, εις την λύσιν του ζητήματος τούτου, και ακόμη το ζήτημα μένει άλυτον. Το επ' εμοί, θα προσπαθήσω να διηγηθώ τα γεγονότα κατά την τάξιν εκείνην ήτις φαίνεται η πιθανωτέρα.

Η θεία έμπνευσις ήτις ωδήγει τους Ευαγγελιστάς εις την διήγησιν του βίου του Χριστού ήτο οποία ήρχει διά να τους καταστήση ικανούς να είπωσι παν ό,τι αναγκαίον διά την ειρήνην και την ευεξίαν των ψυχών μας, αλλά πόρρω απέχουσα του να ευχαριστήση την περιέργειάν μας ή και το ιστορικόν ενδιαφέρον μας. Ενταύθα δε υπάρχει και άλλη ένδειξις ότι οι λογισμοί μας πρέπει να προσκολλώνται εις το πνευματικόν μάλλον ή το υλικόν· εις τον Χριστόν όστις ζη εις τους αιώνας και είναι μαζύ μας πάντοτε πολλώ μάλλον παρά εις τα εξωτερικά συμβάντα της ανθρωπίνης εκείνης ζωής ήτις, κατά την θείαν βουλήν, υπήρξε το όργανον της απολυτρώσεως του ανθρώπου.

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέγει ότι, μετά διήμερον διατριβήν αναμέσων των ανοικτοκάρδων Σαμαρειτών της Συχάρ, ο Ιησούς απήλθεν εις την Γαλιλαίαν, διότι Αυτός εμαρτύρησεν ότι προφήτης ου τετίμηται εν τη πατρίδι αυτού. Προσθέτει δε ότι, ότε ήλθεν εις την Γαλιλαίαν, οι Γαλιλαίοι Τον εδέχθησαν, καθό ιδόντες όλα όσα έπραξεν εν Ιερουσαλήμ κατά την εορτήν. Και λέγει, ευθύς ύστερον, ότι ο Ιησούς ήλθε πάλιν εις Κανά της Γαλιλαίας όπου εθεράπευσε τον υιόν του άρχοντος.

Ο σκοπός του Ιωάννου δεν ήτο να ενδιατρίψη επί της διδασκαλίας της εν Γαλιλαία, ήτις ιστορήθη ήδη υπό τον συνοπτικόν, τουτέστι τον τριών άλλων Ευαγγελιστών. Από το Ευαγγέλιον του Λουκά λαμβάνομεν την πληρεστέραν γνώσιν περί της περί πρώτης δημοσίας πράξεως του Κυρίου ημών εις την ιδίαν πατρίδα του.

Φαίνεται ότι ο Ιησούς δεν διηυθύνθη από Συχάρ εις Ναζαρέτ. Καθ' οδόν εδίδασκεν συνεχώς, εν μέσω του γενικού θαυμασμού και της αποδοχής, εις τας Συναγωγάς της Γαλιλαίας. Ούτω έφθασεν εις Ναζαρέτ, και κατά το σύνηθες αυτώ από της παιδικής ηλικίας, εισήλθεν εις την Συναγωγήν εν Σαββάτω.

Υπήρχε μόνον μία Συναγωγή εις την πολίχνην, και πιθανώς ωμοίαζε καθ' όλα, εκτός κατά το πενιχρόν της προσόψεως και της κατασκευής, προς τας Συναγωγάς των οποίων βλέπομεν τα ερείπια εις Τελ Χουμ και Ιρβίδ. Ήτο απλώς ορθογώνιος στοά μετά τινος εκ στύλων προπυλαίου, με το αγιαστήριον βλέπον προς τα Ιεροσόλυμα. Εδώλια υπήρχον από την μίαν πλευράν διά τους άνδρας, από την άλλην, όπισθεν δρυφάκτου, διά τας γυναίκας, αίτινες εκάθηντο εκεί βαθύπεπλοι. Εις έν άκρον υπήρχε το ομοίωμα της κιβωτού, το οποίον περιέκλειε τας Ιεράς Γραφάς· και εις το πλάγιον υπήρχε το αναλόγιον διά τον αναγνώστην ή κήρυκα. Εις τας πρώτας έδρας εκάθηντο οι πρεσβύτεροι, προεξήρχε δε αυτών ο αρχισυνάγωγος, και κατώτεροι τον βαθμόν υπήρχον ο βιβλιοφύλαξ, ο ιεροφύλαξ και οι διάκονοι της Συναγωγής.

Η ακολουθία και η προσευχή η εν τη Συναγωγή ωμοίαζε με την των προτισταντικών εκκλησιών των ημερών μας. Μετά τας προσευχάς, δύο περικοπαί ανεγινώσκοντο πάντοτε, μία από την Πεντάτευχον και μία από τους Προφήτας. Επειδή δε δεν υπήρχον χειροτονημένοι λειτουργοί όπως διεξάγωσι τας ακολουθίας, διότι το αξίωμα των ιερέων και των Λευιτών ήτο όλως διάφορον εν Ιερουσαλήμ, τα αναγνώσματα ταύτα ηδύναντο όχι μόνον να γείνωσιν από πάντα αρμόδιον όστις θα εζήτει άδειαν από τον αρχισυνάγωγον, αλλ' ο αναγινώσκων ηδύνατο και να προσθέση το σχόλιόν του.

Η ανάγνωσις της περικοπής της εκ των βιβλίων του Μωυσέως φαίνεται να είχε τελειώσει όταν ο Ιησούς ανέβη τας βαθμίδας του αναλογίου. Ο βιβλιοφύλαξ τότε ενεχείρησεν Αυτώ τον τόμον ή κύλινδρον, εφ' ου ήτο γεγραμμένη η προφητεία του Ησαΐου, και ο Κύριος ήρχισε ν' αναγινώσκη το γνωστόν κεφάλαιον.

«Πνεύμα Κυρίου επ' εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους τη καρδία, κηρύξαι αιχμάλωτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν…»

Όλη η Συναγωγή ητένιζεν εις Αυτόν. Ο Χριστός εν πνεύματι τρυφερότητος εσταμάτησε προ της εκφράσεως, «ημέραν ανταποδόσεως του Θεού ημών», και τελευταίας απήγγειλε τας λέξεις, «κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν». Είτα ετύλιξε πάλιν τον κύλινδρον και τον απέδωκεν εις τον βιβλιοφύλακα, και, ως έθιστο μεταξύ των Ιουδαίων, εκάθισε να εκφωνήση την διδαχήν Του.

Η λαμπροτάτη εκείνη περικοπή οπόσον να προσέλαβε μεγαλείον απαγγελομένη εκ στόματος εκείνου δι' ον εγράφη και εν ώ επληρώθη! «Πάντες ήσαν ατενίζοντες Αυτώ», λέγει ο ιερός Λουκάς, και δυνάμεθα να φαντασθώμεν το ρίγος της φοβεράς προσδοκίας και την έξαψιν ήτις διήλθε τας καρδίας των ακροατών, καθώς Εκείνος ανέπτυσσε το θέμα ότι Αυτός ήτον ο Μεσσίας, περί ου ο μέγας προφήτης είχε ψάλη προ 700 ετών. Οι λόγοι Του ήσαν πλήρης χάριτος, εξουσίας, δυνάμεως, ήτις ήτο το πρώτον ακαταμάχητος, και κατέπληττε τους πάντας. Αλλά καθώς επροχώρει, ενόησε την επελθούσαν μεταβολήν. Η γοητεία της σοφίας και της γλυκύτητός Του ερράγη εις τας σκληράς καρδίας των αξέστων και βιαίων Ναζαρηνών, όταν ήρχισαν να εννοούν τας θείας αξιώσεις Του. Ήτο σύνηθες παρ' Ιουδαίοις, προσευχόμενοι εν τη Συναγωγή, να δίδωσι πλήρη διέξοδον εις τα αισθήματά των, και τότε ψιθυρισμοί μίσους και βλέμματα ζηλοτυπίας ήρχισαν να ρίπτωνται απειλητικώς προς τον Ιησούν.

«Δεν είνε αυτός ο τέκτων; Δεν είνε ο αδελφός του Ιακώβου και του Ιωσή και του Σίμωνος και του Ιούδα; Δεν είνε αι αδελφαί του μεταξύ μας; Και αυτοί οι ίδιοι δεν τον πιστεύουν!»

Αυτός δεν ήτο κανείς νεαρός και ευπαίδευτος ραββίνος από τας σχολάς του Γαμαλιήλ και του Σαμαΐ, και όμως ωμίλει μετά κύρους και εξουσίας την οποίαν δεν ελάμβαναν οι μεγαλείτεροι γραμματείς! Ο Ιλλήλ ο ίδιος, όταν η διδασκαλία του δεν έπειθε, επεκαλείτο το αρχαιότερον κύρος του Σεμαΐα και του Αβδαλιών. Αλλ' αυτός ο διδάσκαλος δεν επεκαλείτο κανένα· αυτός όστις υπήρξε τέκτων εις το χωρίον των! Τι έργον είχε να διδάσκη; Πώς ημπορούσε να ειξεύρη γράμματα ενώ δεν έμαθεν;

Ο Ιησούς εγνώρισε και άλλο αίσθημα ακόμη εις την καρδίαν των· μίαν ζηλοτυπίαν, διατί να κάμη θαύμα εις Κανά, και θαύματα εις Καπερναούμ, και εις αυτούς, τους συμπολίτας του, τίποτε. Είξευρεν ότι η παροιμία, «Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν», ήτον εις τας καρδίας των, αν όχι εις τα χείλη των. Αλλά διά να τους δείξη ότι δεν ήτο απλώς Ναζαρηνός, αλλ' ανήκεν εις όλον τον κόσμον, τους υπέμνησεν ότι ο Ηλίας είχε βοηθήσει μόνον την χήραν την εις Σάρεφθα της Σιδωνέας, και ο Ελισαίος εθεράπευσε μόνον τον λεπρόν τον Σύρον.

Τι λοιπόν; Κατά την εκτίμησίν Του δεν ήσαν καλλίτεροι από τους εθνικούς και τους λεπρούς; Τούτο ήτο το μη περαιτέρω, το οποίον δεν ημπορούσαν να υποφέρουν εκ μέρους ενός συμπολίτου των, τον οποίον ήθελον να βάλουν εις την ιδίαν τάξιν με τον εαυτόν τους· και εις τας λέξεις ταύτας η συνεχομένη μανία των εξερράγη. Ο αγορητής δεν διεκόπτετο πλέον διά ψιθυρισμών αποδοκιμασίας, αλλά διά θορύβου και βοής. Με μίαν των εκρήξεων εκείνων της αιματηράς εξάψεως, αίτινες εχαρακτήριζον τον αλλοκότως βίαιον εκείνον και εμπαθή λαόν· λαόν του οποίου τα πνεύματα ελαύνονται υπό τρικυμιών τόσον αιφνιδίων όσον εκείναι αίτινες εν μια στιγμή εξεγείρουσι μετά μανίας την ως κάτοπρον επιφάνειαν της λίμνης των· ηγέρθησαν πάντες εν σώματι, εξέβαλον Αυτόν της πόλεως, και τον είλκυσαν προς την εφρύν του όρους υπεράνω. Κατά την μεσημβρινήν υπώρειαν του όρους κείται τούτου η πολίχνη Ναζαρέτ. Πολλοί όγκοι βράχων και κρημνών υψούνται επί των κλιτύων του, και ίσως η κατωφέρεια να ήτο πλέον κρημνώδης προ δεκαεννέα αιώνων. Εις ένα των βραχωδών τούτων κρημνών Τον είλκυσαν διά να τον ρίψουν κατά κεφαλής κάτω. &Εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι Αυτόν ου παρέλαβον&.

Αλλ' η ώρα Του δεν είχεν έλθη ακόμη, κ' εκείνοι εσώθησαν από έν έγκλημα το οποίον θα τους εκάλυπτε με αιωνίαν ατιμίαν. «Διήλθε διά μέσου αυτών και απήλθε». Δεν είναι ανάγκη να υποθέσωμεν ότι έγεινε πραγματικόν θαύμα, ακόμη ολιγώτερον να φαντασθώμεν κρυφίαν και αιφνιδίαν εκφυγήν ανά τους στενούς και ελικοειδείς δρομίσκους της πολίχνης. Ίσως η σιωπή Του, ίσως η ατάραχος ευγένεια του ήθους Του, ίσως το έκλαμπρον και διαυγές του βλέμματός Του, τους ετρόμαξαν. Χωριστά από παν το υπερηφυές, φαίνεται ότι υπήρχεν εν τη παρουσία του Ιησού μυστηριώδης τις γοητεία και μεγαλείον, το οποίον οι σκληρώτεροι και απηνέστεροι εχθροί Του ανεγνώριζον, και ενώπιον του οποίου έκλινον.

Εις τούτο ώφειλε την εκφυγήν του όταν οι εμμανείς Ιουδαίοι εν τω Ναώ έλαβον λίθους ίνα λιθοβολήσωσιν Αυτόν· τούτο έκαμε τους θρασείς και φανατικούς αξιωματικούς του Συνεδρίου ανικάνους να Τον συλλάβωσιν ότε εδίδασκε δημοσία κατά την εορτήν της Σκηνοπηγίας εν Ιερουσαλήμ· τούτο έκαμε την ένοπλον σπείραν των εχθρών Του, εις το βλέμμα Του μόνον, να πέσωσι προ Αυτού μέχρι εδάφους εις τον κήπον του Γεθσημανή. Αιφνιδίως και ησύχως κατετρόμαξε τους διώκτας με το βλέμμα του και απήλθεν αβλαβής. Υπάρχουσι παραδείγματα τοιαύτα εν τη ιστορία.

Και ούτω τους άφησε διά να μην επανέλθη, ως φαίνεται, ποτέ. Άρά γε αίσθημά τι απλώς ανθρωπίνης λύπης να έθλιψε την ψυχήν του ενώ, κατήρχετο την κατωφέρειαν πορευόμενος εις Κανά; Δάκρυ τι ύγρανε τα βλέφαρά Του, καθώς ίστατο, ίσως διά τελευταίαν φοράν, να προσβλέψη εντεύθεν την πλουσίαν πεδιάδα του Εσδραελών, και εις τα πορφυρίζοντα ύψη του Καρμήλου, και εις τας λευκάς άμμους τας πλαισιούσας τα κυανά της Μεσογείου ύδατα; Υπήρχέ τις από τον οποίον ελυπείτο να χωρισθή, εις την πρασίνην κλειστήν κοιλάδα όπου είχε ζήσει και είχεν ανατραφή; Έρριψεν άρα μακρόν τακερόν βλέμμα εις την ταπεινήν οικίαν όπου επί τόσα έτη ως τέκτων ειργάζετο; Ούτε σύντροφος της αθώας παιδικής ηλικίας Του, ούτε φίλος της αναμαρτήτου νεότητός Του, δεν τον συνόδευε με σέβας, με έλεος και με λύπην; Τοιαύται ερωτήσεις είναι βεβαίως φυσικαί, και ανευλαβείς· αλλά μένουν άνευ απαντήσεως. Όσον αφορά τας ανθρωπίνους απλώς συγκινήσεις της καρδίας Του, εκτός εφ' όσον αύται συνδέονται με την αποστολήν Του επί της γης, τα Ευαγγέλια σιωπώσι. Γνωρίζομεν μόνον ότι από τούδε ότι άλλοι φίλοι τον εδεξιούντο έξω της πόλεως των αξέστων Ναζαρηνών, μεταξύ των προσηνών και ευγενών την καρδίαν αλιέων της Βιθσαϊδά· και ότι, από τούδε η οικία Του, εάν είχε πού την κεφαλήν να κλίνη, ήτο εις την μικράν πόλιν Καπερναούμ, πέραν των ηλιοφεγγών υδάτων της λίμνης της Γαλιλαίας.

Yaş sınırı:
12+
Litres'teki yayın tarihi:
28 eylül 2017
Hacim:
620 s. 1 illüstrasyon
Telif hakkı:
Public Domain